http://www.agiasofia.com



Χρυσός Αιώνας (960-1060), Μέρος Α'



||Α'|-|Β'|-|Γ'|-|Δ'|-|Ε'|-|ΣΤ'|-|Ζ'|-|Η'|-|Θ'|-|Ι'|-|ΙΑ'|-|ΙΒ'|-| ΙΓ'|-|ΙΔ'|-|ΙΕ'|-|ΙΣΤ'|-|ΙΖ'|-|ΙΗ'|-|ΙΘ'|-|Κ'|-|ΚΑ'|-|ΚΒ'|-|ΚΓ'|-|ΚΔ'|-| ΚΕ'|-|ΚΣΤ'|-|ΚΖ'|-|ΚΗ'|-|ΚΘ'|-|Λ'|-|ΛΑ'|



Πρόλογος

Ένα κομμάτι τής ιστορίας μας, τό οποίο μού κέντρισε τό ενδιαφέρον από νεαρή ακόμα ηλικία είναι αυτό τού Μεσαιωνικού Ελληνισμού, τό οποίο πρωταγωνίστησε γιά χίλια έτη σέ Δύση καί Ανατολή, αμυνόμενο μέ μία ακαταπόνητη δραστηριότητα κατά τών αδιαλείπτων επιθέσεων τών βαρβαρικών φυλών. Επέλεξα νά ασχοληθώ μέ τά εκατό χρόνια (960 - 1060) τής μεγίστης ακμής τής Ρωμιοσύνης, στά οποία η Βυζαντινή Αυτοκρατορία κάλυπτε τήν περισσότερη έκταση, είχε τόν μεγαλύτερο πληθυσμό, μία ευημερούσα οικονομία, λαμπρότατη περίοδο στά γράμματα καί τίς τέχνες καί τήν σημαντικότερη στρατιωτική αίγλη. Κυριότεροι εκπρόσωποι τού χρυσού αιώνα γιά τόν Μεσαιωνικό Ελληνισμό είναι οι αυτοκράτορες Νικηφόρος Φωκάς, Ιωάννης Τσιμισκής καί Βασίλειος Β' ο Μακεδών (Βουλγαροκτόνος).

Η περίοδος αυτή είναι ξεχασμένη από τό νεώτερο ελληνικό κράτος καί υποβαθμίζεται αργά καί σταθερά στήν εκπαίδευση καί στά Μέσα Μαζικής Ενημερώσεως, ίσως γιατί οι πολιτικοί μας ταγοί δέν μπορούν νά συγκριθούν μέ εκείνους τούς ηγέτες. οι οποίοι δέν είχαν μάθει νά υπακούουν, αλλά αντιθέτως είχαν μάθει νά επιβάλλουν τήν θέλησή τους στούς ξένους. Ίσως δέν μπορούν νά αποδεχθούν τήν μέγιστη στρατιωτική ισχύ καί τήν πανίσχυρη οικονομία πού επέτρεπαν στούς προγόνους μας νά καυχώνται ότι ζούν στό ισχυρότερο κράτος τής Οικουμένης καί νά υπερηφανεύονται ότι έχουν φτιάξει τήν πλουσιώτερη πρωτεύουσα τού τότε γνωστού κόσμου, τήν επονομαζόμενη Βασιλίδα τών Πόλεων. Ίσως γιατί έχουν αποδεχθεί ότι τό νεώτερο ελληνικό κράτος πρέπει νά παραμείνει μικρό καί ευάλωτο, παραχωρώντας δικαιώματα στίς αξιώσεις τών ισχυρών τής γής καί κυριαρχία στήν γείτονα χώρα, η οποία πάντοτε μέ παρρησία υπενθύμιζε καί υπενθυμίζει τήν παντοδυναμία πού αυτή είχε τόν 16ο καί τόν 17ο αιώνα καί επομένως ως νόμιμος κληρονόμος τής Οθωμανικής Αυτοκρατορίας έχει δικαιώματα στήν Κύπρο, τήν Ανατολική Μεσόγειο, τήν Κρήτη, τό Αιγαίο, τήν Θράκη καί ακόμα καί τήν Θεσσαλονίκη.

Ίσως ακόμα γιατί πρέπει νά ξεχάσουμε ότι ο εποικισμός πού επιχείρησαν οι Τούρκοι μέ μουσουλμάνους από τά βάθη τής Ασίας σέ συνδυασμό μέ τήν επιθετική τους πολιτική είχαν ως αποτέλεσμα νά χαθεί γιά πάντα η Μικρά Ασία, η οποία τόν 11ο αιώνα ήταν 100% ελληνόφωνη καί 100% χριστιανική καί τώρα τόν 21ο αιώνα είναι 100% τουρκόφωνη καί 100% μουσουλμανική. Η Τουρκία, από τότε πού έκανε τήν εμφάνισή της στόν χώρο μας ακολουθεί σταθερά μία πορεία πρός τήν Δύση, μία πορεία όμως πού είναι στρωμένη μέ τά πτώματα τών γηγενών πληθυσμών. Τά τελευταία χρόνια έχει απαγορεύσει διά ροπάλου οποιαδήποτε αναφορά γιά τήν μεσαιωνική παρουσία τών Ελλήνων τής Μικράς Ασίας, μή αποδεχόμενη τήν εθνοκάθαρση πού έγινε στήν καθ' ημάς Ανατολή. Έτσι ενώ οι Δυτικοί ιστορικοί μέχρι τά μέσα τού 20ου αιώνος αποκαλούσαν τούς Βυζαντινούς Graeci (Έλληνες) καί τήν Βυζαντινή Αυτοκρατορία Imperium Graecorum (Ελληνική Αυτοκρατορία), σήμερα σέ Ευρώπη, Τουρκία καί φυσικά σέ Ελλάδα, η Βυζαντινή Αυτοκρατορία αποκαλείται Ρωμαϊκή καί οι υπήκοοί της Ρωμαίοι. Τό ελληνικό παρελθόν τής Μικράς Ασίας πρέπει νά εξαληφθεί πλήρως. Μετά τήν βιολογική γενοκτονία πρέπει νά επέλθει καί η πνευματική γενοκτονία τής μνήμης γιά νά ολοκληρωθεί τό έργο πού ξεκίνησε τόν Αύγουστο τού 1071.

«L' Empire Byzantin peut a peine s' appeler l' Empire Grec. L' unite que lui refusait sa constitution ethnographique, il la chercha dans l' administration, dans la religion, dans la creation d'une litterature qui lui fut propre. A la fois langue administrative, langue d' eglise, langue litteraire, le grec avait un air de langue nationale. Or, le centre administratif, le centre religieux, le centre litteraire de l' Empire, c' est Constantinople. A Constantinople, les barbares se trouvaient en contact avec la masse grecque la plus compacte de l' empire, avec une population passionnee pour l' Orthodoxie. Ainsi, au temps de Constantin VII, Byzance fut plus que jamais la metropole des lettres et de la civilisation. Les barbares d'Occident allaient en pelerinage a Byzance. Tout homme de race franque, curieux de s' instruire, allait chez les Grecs, comme Luitprand. Le beau-pere de celui-ci declarait qu'il etait pret a donner la moitie de sa fortune pour que son beau-fils put apprendre la litterature et la philosophie grecques.

(Η Βυζαντινή Αυτοκρατορία μπορεί νά αποκαλεστεί Ελληνική Αυτοκρατορία. Η ενότητα στήν διοίκηση, καί στήν Εκκλησία καθοριζόταν από τήν επίσημη γλώσσα πού ήταν τά ελληνικά. Στήν Κωνσταντινούπολη τό διοικητικό καί φιλολογικό κέντρο τής Αυτοκρατορίας, οι βάρβαροι έρχονταν σέ επαφή μέ έναν λαό ελληνικό, παθιασμένο μέ τήν Ορθοδοξία. Όλοι οι Φράγκοι έρχονταν στήν μητρόπολη τών γραμμάτων καί τού πολιτισμού γιά νά μάθουν ελληνικά σάν τόν Λιουτπράνδο.)»

Alfred Rambaud - L'Empire Grec au Xe siecle (1870)

Greek Empire

«To the men of the West it had come to be known as the Greek Empire. Latin had been as completely forgotten as Norman French was by English nobles in the time of Edward III. Greek had become the official language, as did English in our own country. The inscriptions on the coins since the time of Heraclius are in Greek. The Orthodox Church, which aided as much as even law in binding the inhabitants of the country together, employed Greek, and Greek almost exclusively, as its language, and, although the great defenders of the term Roman as applied to the population are found among its dignitaries, the Church was essentially Greek as opposed to Roman, both in the character of its thought and teaching and in the language it employed. Hence it is not surprising that to the West during all the Middle Ages, the Empire was the Greek Empire, just as the Orthodox Church was the Greek Church. The Empire and the Church were each alike called Greek to distinguish them from the Empire and Church of the West.

(Γιά τούς ανθρώπους τής Δύσεως ήταν η Ελληνική Αυτοκρατορία. Τά λατινικά είχαν ολότελα ξεχαστεί καί η ελληνική γλώσσα ήταν η επίσημη γλώσσα τού κράτους. Η Ορθόδοξη Εκκλησία χρησιμοποιούσε αποκλειστικά τά ελληνικά καί γιά τήν Δύση καθ' όλη τήν διάρκεια τού Μεσαίωνα η αυτοκρατορία ήταν η Ελληνική Αυτοκρατορία καί η Ορθόδοξη Εκκλησία ήταν η Ελληνική Εκκλησία.)»

Edwin Pears - The Destruction of the Greek Empire (1903)



Θάνατος Κωνσταντίνου Πορφυρογέννητου (959)

Τήν 9η Νοεμβρίου 959, ο αυτοκράτορας Κωνσταντίνος Ζ' Πορφυρογέννητος παρέδωσε τό πνεύμα. Η σύζυγός του Ελένη Λεκαπηνή βρισκόταν αδιάκοπα στό προσκέφαλό του μέχρι τήν τελευταία στιγμή στήν κλίνη τους στό Μέγα Παλάτιον. Ο Κωνσταντίνος Πορφυρογέννητος ήταν φιλειρηνικός ηγέτης, βασίλευσε στήν σκιά τού πεθερού του Ρωμανού Λεκαπηνού, αλλά όσο μπόρεσε διαμόρφωσε ένα ευνοϊκό κλίμα γιά τήν ανάπτυξη τών τεχνών καί τών γραμμάτων. Από τά έργα τού λόγιου αυτοκράτορα "πρός τόν ίδιον υιόν Ρωμανόν", "Περί θεμάτων", "Περί βασιλείου τάξεως", "Βίος Βασιλείου" έχουμε αντλήσει σημαντικές πληροφορίες γιά τήν διοίκηση, τήν οικονομία καί τήν πολιτική ζωή τού Βυζαντίου κατά τόν 10ο αιώνα.

Η κηδεία του αυτοκράτορα ξεπέρασε σέ λαμπρότητα κάθε προηγούμενη. Τό νεκρό τόν ταρίχευσαν, τόν έλουσαν μέ Άγιον Μύρον, καί αφού τόν τοποθέτησαν σέ ολόχρυσο φέρετρο, τόν εξέθεσαν σέ λαϊκό προσκύνημα γιά πολλές ημέρες στόν προθάλαμο τού Ιερού Παλατίου πού ονομαζόταν Χαλκή Πύλη. Πρώτος τόν προσκύνησε ο Πατριάρχης Πολύευκτος καί ακολούθησαν οι ανώτατοι ιερείς, οι μοναχοί, οι ανώτατοι λειτουργοί ντυμένοι μέ τόν επίσημο σκαραμάγγιον, οι πατρίκιοι, οι μάγιστροι, οι αρχηγοί τών ταγμάτων τής αυτοκρατορικής φρουράς, οι απειράριθμοι σπαθάριοι, οι δρουγγάριοι, οι μαγλαβίτες, οι οφικιάλιοι, οι πρέσβεις τών βαρβάρων γιά νά ακολουθήσουν οι απλοί πολίτες τών Βασιλεύουσας. Όσοι προσκυνούσαν έκαναν τό σημείο τού σταυρού καί άκουγαν τόν τελετάρχη νά καλεί τό νεκρό: "Έξελθε Βασιλεύ, καλεί σε ο Βασιλεύς τών βασιλευόντων καί ο Κύριος τών κυριευόντων."

Αργότερα, ξεκίνησε η πομπή μέ τόν νεκρό Κωνσταντίνο Ζ' Πορφυρογέννητο από τό Ιερό Παλάτιο καί διασχίζοντας έναν απέραντο λαβύρινθο δωματίων καί αυλών βγήκε στή Μέση Οδό, πέρασε από τόν Φόρο τού Κωνσταντίνου, τόν Φόρο τού Θεοδοσίου καί κατευθύνθηκε πρός τήν εκκλησία τών Αγίων Αποστόλων. Στόν δρόμο πλήθος λαού είχε στρώσει τάπητες σκεπασμένους μέ πράσινα κλαριά καί χρυσή άμμο. Οι μισθοφόροι Ρώσσοι, Αρμένιοι, Σκανδιναυοί, Νορμανδοί, Χάζαροι, Ενετοί, Αμαλφίτες οπλισμένοι μέ αμφίστομους πέλεκεις ήταν παρατεταγμένοι κατά μήκος τού δρόμου. Μόλις έφθασε η μεγαλειώδης πομπή στήν εκκλησία τών Αγίων Αποστόλων, ο πραιπόσιτος ανεφώνησε: "Αναπαύου Άναξ, ο Βασιλεύς τών βασιλευόντων, ο Κύριος τών κυριευόντων καλεί σέ, απόθου τό στέμμα από τής κεφαλής." Στή συνέχεια αφαίρεσε τό χρυσό στέμμα, έθεσε στό κεφάλι τού νεκρού πορφυρό διάδημα καί έδωσε εντολή νά τοποθετηθεί τό χρυσό φέρετρο μέσα στό μαυσωλείο τού Μεγάλου Κωνσταντίνου, πλάϊ στόν πατέρα του Λέοντα ΣΤ' τόν Σοφό.

Στούς Άγιους Απόστολους είχαν κατασκευασθεί τά μαυσωλεία τού Κωνσταντίνου καί τού Ιουστιανιανού, τά οποία περιείχαν τάφους αυτοκρατόρων διακοσμημένοι μέ τά πιό πολύτιμα μέταλλα καί κατασκευασμένοι από πορφυρίτη, από πράσινο μάρμαρο Ιεραπόλεως, από γρανίτη Βιθυνίας καί άλλες πολύτιμες πέτρες. Εκεί βρίσκονταν ανέπαφοι γιά επτακόσια χρόνια, οι τάφοι τών Αγίου Κωνσταντίνου καί τής μητέρας του Ελένης, τού Θεοδόσιου, τού Ηράκλειου, τού Ιουστινιανού καί ακόμα καί αυτού τού Ιουλιανού τού Αποστάτη. Οι Οικουμενικοί Πατριάρχες βρίσκονταν επίσης στόν ναό τών Αγίων Αποστόλων μέ πρώτο τόν τάφο τού Αγίου Ιωάννου Χρυσοστόμου, όπως καί λείψανα τών Αποστόλων Ανδρέου καί Λουκά. Ο επισκέπτης, μετά τήν Αγία Σοφία, οπωσδήποτε θά ερχόταν νά επισκεφθεί τούς τάφους τών δεκάδων ηγετών τού Κράτους καί τής Εκκλησίας πού αναπαύονταν στήν δεύτερη σέ μέγεθος εκκλησίας τής Κωνσταντινουπόλεως μέ τόν επίχρυσο τρούλο.

Ο ναός λεηλατήθηκε τό 1204 από τούς σταυροφόρους, οι οποίοι άρπαξαν όλους τούς ανεκτίμητους θησαυρούς όπως λειψανοθήκες, χρυσά και αργυρά σκεύη, πολύτιμους λίθους, εικόνες, χρυσοΰφαντα άμφια καί τά μετέφεραν κυρίως στήν Βενετία. Σύμφωνα μέ τόν Νικήτα Χωνιάτη, πού έζησε τίς λεηλασίες, οι τάφοι συλήθηκαν και αφαιρέθηκε οτιδήποτε πολύτιμο υπήρχε μέσα σέ αυτούς. Στήν Άλωση τού 1453, ο ναός δέχθηκε τήν τελειωτική καταστροφή. Ο ιστορικός Κριτόβουλος αναφέρει ότι οι δερβίσηδες θρυμμάτιζαν επί 14 ώρες τούς τάφους τών αυτοκρατόρων καί τών πατριαρχών, με ρόπαλα και λοστούς ώστε νά μήν αφήσουν λίθο γιά λίθο όρθιο. Τά λείψανα τών νεκρών τά έριξαν σέ ασβεστοκάμινο, ώστε νά εξαφανιστεί διά παντός κάθε ίχνος τους. Ο Μωάμεθ ο κατακτητής έδωσε εντολή νά κατεδαφισθεί ο ναός τών Αγίων Αποστόλων καί στή θέση του έκτισε τό Φατίχ τζαμί (τέμενος τού κατακτητή).

Τόν Κωνσταντίνο Ζ' τόν διαδέχθηκε ο γιός του Ρωμανός Β' σέ νεαρή ακόμα ηλικία. Ο Ρωμανός ήταν αθλητικός στό σώμα καί ωραίος στό πρόσωπο αλλά δυστυχώς αδιάφορος γιά τά κοινά καί τήν διοίκηση τού αχανούς κράτους, γιά τό οποίο είχε τήν ευθύνη. Τόν ενδιέφεραν τά αθλήματα όπως τό τζυκανιστήριο (πόλο μέ μπαστούνια πού τά χειρίζονταν έφιπποι), τό κυνήγι καί φυσικά οι εταίρες. Τήν πραγματική διοίκηση τής αυτοκρατορίας τήν ασκούσε ο ευνούχος Ιωσήφ Βρίγγας μέγας πραιπόσιτος καί μέγας δρουγγάριος (ναύαρχος), ο οποίος ήταν δραστήριος, ικανός, οξυδερκής αλλά παράλληλα σκληρός, αδίστακτος καί αλαζονικός. Ο Βρίγγας, αμέσως μετά τήν αλλαγή εξουσίας έστειλε πρέσβεις καί αγγελιοφόρους σέ όλα τά γνωστά βασίλεια τής εποχής γιά νά αναγγείλει τήν άνοδο στόν θρόνο τού Ρωμανού. Ανάμεσα στούς ηγέτες πού έλαβαν μηνύματα ειρήνης καί φιλίας από τόν νέο αυτοκράτορα ήταν οι βασιλείς τής Γαλλίας, Γερμανίας καί Σαξωνίας, οι άρχοντες τής Σαρδηνίας, τής Αμάλφης, τού Σαλέρνου, τής Καπύης, τού Βενεβέντου, τής Νεαπόλεως (Νάπολης), ο δόγης τής Βενετίας, ο βασιλιάς τής Βουλγαρίας, η τσαρίνα Όλγα τής Ρωσσίας, ο δεσπότης τής Δελχής (Ινδίας), ο χαλίφης τής Κορδούης (Κόρδοβας) κ.ά.

Τήν πραγματική εξουσία μέσα στό Παλάτι τήν είχε η σύζυγος τού Ρωμανού Θεοφανώ, η οποία άγνωστο πώς, από άσημη κόρη τού Σπαρτιάτη κάπελα Κρατερού, είχε καταφέρει νά ανέλθει τά πιό ψηλά σκαλοπάτια τής αυτοκρατορίας καί νά γίνει η σύζυγος τριών αυτοκρατόρων. Η Θεοφανώ ήταν πανέμορφη, αλλά η ταπεινή της καταγωγή τήν έκανε σκληρή, αδίστακτη καί αρχομανή. Αμέσως μόλις πέθανε ο πεθερός της, έδιωξε από τό Παλάτι τήν πεθερά της Ελένη Λεκαπηνή, καί τίς πέντε πορφυρογέννητες κουνιάδες της, τίς οποίες κούρεψε καί ανάγκασε νά κλειστούν σέ μοναστήρι. Ο άβουλος Ρωμανός απλώς παρακολουθούσε νά εξορίζονται η μητέρα του καί οι πέντε αδελφές του, χωρίς νά τολμάει νά φέρει αντίρρηση στήν γυναίκα του, η οποία από νωρίς έδειξε ποιός θά είχε τόν πρώτο καί τελευταίο λόγο στά δώματα τού Παλατίου.


Απελευθέρωσις τής Κρήτης (961)

Τήν Κρήτη, τήν κατείχαν από τό 824 οι Άραβες Σαρακηνοί, όταν μέ μία εντελώς ξαφνική επίθεση είχαν αιφνιδιάσει τούς υπερασπιστές της καί τήν είχαν καταλάβει. Στήν συνέχεια επιδόθηκαν σέ ένα όργιο σφαγών καί λεηλασιών, βασανίζοντας τούς επισκόπους καί τούς ιερείς μέ πρώτο τόν Επίσκοπο Γορτύνης Κύριλλο καί εξισλαμίζοντας τούς επιζώντες κατοίκους της. Οι μουσουλμάνοι εισβολείς οχύρωσαν τό ισχυρότερο κάστρο τής νήσου τόν Χάνδακα (Ηράκλειο) καί τό μετέτρεψαν στήν μεγαλύτερη βάση πειρατείας καί δουλεμπορίου τής Μεσογείου. Από τόν Χάνδακα εφορμούσαν σέ όλα τά νησιά τού Αιγαίου καί τά παράλια τής αυτοκρατορίας, σκορπώντας τόν θάνατο καί τήν καταστροφή. Τούς ανήμπορους αιχμαλώτους τούς σκότωναν καί τά νεαρά αγόρια καί κορίτσια τά πουλούσαν στά σκλαβοπάζαρα τής Συρίας, τής Αιγύπτου, τής Ανδαλουσίας καί τής Αλγερίας, τροφοδοτώντας έτσι τά χαρέμια τών χαλίφηδων καί τών εμίρηδων τής βορείου Αφρικής καί τής Ισπανίας. Οποιαδήποτε απόπειρα τών αυτοκρατόρων γιά τήν απελευθέρωση τής Κρήτης οδηγούσε σέ καταστροφή τού βυζαντινού στρατού καί στόλου, καθώς οι Σαρακηνοί ήταν άριστοι θαλασσομάχοι καί ατρόμητοι πολεμιστές στήν ξηρά. Τό όνομα τής Κρήτης αποτελούσε φόβητρο γιά τούς κατοίκους τών νησιωτικών περιοχών καί τήν Κρήτη τήν αποκαλούσαν βαρβαροτρόφο χώρα, σύμφωνα μέ τόν Θεοδόσιο Διάκονο.

«Η Κρήτη, η αρχαία εκατόμπολις νήσος είχεν εκφύγει από τού έτους 824 τής κυριαρχίας τών Ελλήνων. Επωφεληθέντες τήν στάσιν τού εξωμότου (προδότη) Θωμά κατά Μιχαήλ τού Β' οι Μαύροι (Μαυριτανοί) τής Ισπανίας, τής Ανδαλουσίας δηλονότι οι Άραβες, κατέλαβον τήν πλούσιαν καί υπερήφανον ταύτην χώραν. Στρατηγούντος τού εμίρου Αβουχάψ, οι τολμηροί ούτοι τυχοδιώκται τού Ισλάμ εξαπίνης (ξαφνικά) κατέλαβον τήν Κρήτην ανυπεράσπιστον αφού δέ έκαυσαν επί τής παραλίας τά εφ' ών μετήχθησαν τεσσαράκοντα πλοία, εδήωσαν είτα τάς πεδιάδας καί ενέπρησαν τάς πόλεις, εις βασανιστήρια δ' υπέβαλον τόν επίσκοπον τής Γόρτυνος Κύριλλον καί τούς ιερείς αυτού, βία δέ εξισλάμισαν τούς εκ τών κατοίκων περισωθέντας τού εξ αυτών ολέθρου.

Υπό τής φήμης τών επιτυχιών τούτων ελκυσθέντα νέα στίφη Σαρακηνών πάντοθεν προσέδραμον. Τά αποστελλόμενα υπό Μιχαήλ τού Β' αυτοκρατορικά στρατεύματα επί δύο συνεχή έτη ηττώντο ή κατεσφάζοντο, συλλαμβανόμενοι δέ οι αρχηγοί αυτών απηγχονίζοντο. Ούτω δέ τής αυτοκρατορίας οριστικώς απολεσάσης τήν Κρήτην, απέβη αύτη τότε η δεινοτάτη μάστιξ τών Ελλήνων. Επί πλείονα ή εκατόν τριάκοντα έτη οι Άραβες καί οι ληστρικοί αυτών εμίραι συνεκρατήθησαν αυτόθι πρός φρικώδη απόγνωσιν απάντων τών κατοίκων τών τε νήσων τού Αιγαίου πελάγους ακαταπαύστως υπ' αυτών δηουμένων (λεηλατημένων).

Ο Χάνδαξ επομένως απέβη η απέραντος πρωτεύουσα τών Σαρακηνών πειρατών απάσης τής Μεσογείου, γιγαντιαίον τι καταγώγιον ληστών ένθα συνέρρευσαν άπαντες οι τής Ανατολής θησαυροί καί εμπορείον Χριστιανών δούλων, εις ό προσέφευγον πάντες οι προμηθευταί τών χαρεμίων τού μουσουλμανικού κόσμου. Έκαστον έαρ η Κρήτη οιονεί τερατώδης πολεμική μηχανή εξήμει τούς στόλους αυτής, ούς συνεκρότουν αναρίθμητα καί ελαφρά πλοία μελανά φέροντα ιστία καί θαυμασίαν κεκτημένα ταχύτητα, άτινα έπλεον πρός πάσαν διεύθυνσιν πυρπολούντα τάς πόλεις, ληστεύοντα τούς περιφόβους κατοίκους, εξαφανιζόμενα κατάφορτα λαφύρων καί πλήρη τών εις αιχμαλωσίαν αγομένων κατοίκων ολοκλήρου πόλεως.»

Gustave Schlumberger - Nicephore Phocas (Μετάφρασις Ιωάννης Λαμπρίδης, 1890)


Ένα παράδειγμα τής μάστιγας τήν οποία είχε προκαλέσει η μουσουλμανική κατοχή τής Κρήτης αποτελεί η λεηλασία καί ερήμωσις τής Θεσσαλονίκης τό 904, τήν οποία τήν έζησε καί τήν περιέγραψε ο Ιωάννης Καμενιάτης. Η Θεσσαλονίκη ήταν η συμπρωτεύουσα τής Ελληνικής Αυτοκρατορίας καί η πλουσιώτερη πόλη τού ευρωπαϊκού τμήματός της. Βρισκόταν στήν Εγνατία οδό πού συνέδεε τήν Δύση μέ τήν Ανατολή, τήν Ρώμη μέ τήν Κωνσταντινούπολη καί τόν Βορρά μέ τό Νότο μέ τό πολύ μεγάλο λιμάνι της, πού τήν καθιστούσε πανίσχυρη εμπορική καί οικονομική δύναμη. Η Θεσσαλονίκη αποτελούσε τήν βάση τού Μεγάλου Δομέστικου τής Δύσεως καθώς εκεί βρισκόταν τό βασικό στρατηγείο όλων τών βυζαντινών δυνάμεων εντός ευρωπαϊκού εδάφους.

«Et, non-seulement Thessalonique, la seconde ville europeenne de l' Empire Grec, fut le grand centre militaire de la puissance grecque, mais elle fut le centre de son rayonnement civilisateur. Cette seconde Constantinople avait, comme l' autre, la puissance intellectuelle avec la force materielle. Vis-a-vis des Slaves elle se dressait, guerriere et civilisatrice, armee du glaive (ξίφος) et de l' Evangile: elle avait S. Demetrius, le vainqueur des Slaves, elle avait Saint Cyrille, le createur de l' alphabet, de la litterature et de l' Eglise Slaves. Tandis qu' elle contenait et asservissait les tribus d' envahisseurs, elle eblouissait (ανθούσε) les Grecs et les barbares par sa splendeur monumentale. S.Sophie, S' Demetrius, avec son eglise souterraine et ses mille colonnes, y marquaient l' epanouissement (άνθηση) de la civilisation et de l'art Chretiens. Sa grande ecole de peinture religieuse, tant d' ecrivains remarquables, tant de grands artistes qu' elle avait donnes a l' Empire, le souvenir de Cyrille et de Methode faisaient de Thessalonique une des metropoles intellectuelles du monde Grec.

Θεσσαλονίκη, η δεύτερη πόλη τής Ελληνικής Αυτοκρατορίας ήταν ένα μεγάλο στρατιωτικό κέντρο τής ελληνικής ισχύος. Η δεύτερη Κωνσταντινούπολις συνδύαζε τήν πνευματική δύναμη μέ τήν υλική ισχύ. Ορθωνόταν απέναντι στούς Σλάβους πότε μέ τό ξίφος καί πότε μέ τό Ευαγγέλιο, όπως μέ τόν Άγιο Κύριλλο πού δημιούργησε τό σλαβικό αλφάβητο καί ίδρυσε τήν Εκκλησία τών Σλάβων. Υπήρξε μέ τά μνημεία της καί τίς εκκλησίες της Αγία Σοφία καί Άγιο Δημήτριο μία μοναδική πολιτιστική μητρόπολις τού ελληνικού κόσμου.)»

Alfred Rambaud - L'Empire Grec au Xe siecle (1870)


Καί όμως οι Άραβες, μέ ορμητήρια τήν Συρία καί τήν Κρήτη κατάφεραν νά καταλάβουν τήν πανίσχυρη Θεσσαλονίκη, νά τήν λεηλατήσουν, νά σφάξουν τόν ανδρικό πληθυσμό της καί νά μεταφέρουν στήν αιχμαλωσία 20.000 νέες καί νέους, ανάμεσα στούς οποίους ήταν καί ο Ιωάννης Καμενιάτης. Ο νεαρός αιχμάλωτος είδε τήν οικογένειά του νά σφάζεται καί τήν πόλη του νά καταστρέφεται εκ θεμελίων. Όλους τούς σκλάβους τούς πέταξαν αλυσοδεμένους στά αμπάρια τών πλοίων καί ήταν τόσο στριμωγμένοι ώστε δέν μπορούσαν ούτε νά καθίσουν. Πατούσαν πάνω στά περιττώματά τους καί παρέμειναν νηστικοί καί διψασμένοι γιά όσες ημέρες διήρκησε τό ταξείδι μέχρι τήν Κρήτη καί στή συνέχεια σέ άλλα λιμάνια, όπου τούς περίμεναν οι δουλέμποροι. Τούς αρρώστους καί τούς πεθαμένους τούς πετούσαν στήν θάλασσα καί ο Καμενιάτης αναφέρει χαρακτηριστικά τόν όχλο τών Σαρακηνών πού τούς υποδέχθηκε στόν Χάνδακα μέ αλαλαγμούς χαράς, σάλπιγγες καί πολεμικά τύμπανα.

«Τέτταρας γάρ ομού καί πεντήκοντα τάς βαρβαρικάς είναι προέλεγον νήας (54 βαρβαρικά πλοία), ουδέν ήττον πόλεως εκάστης αυτών τώ μεγέθει καί ταίς άλλαις κατασκευαίς τυγχανούσης, εν αίς ήν παμμιγής (αναμεμιγμένος) τις όχλος απονενοημένων καί μανιωδών, τών τε τήν Συρίας οικούντων Ισμαηλιτών (Αράβων) καί τών ομορούντων (γειτόνων) Αιγυπτίοις Αιθιόπων, πάντων αιμοβόρων καί θηριογνωμόνων ανθρώπων, πολλήν τήν εν τοίς φόνοις επιστήμην εξησκημένων καί ταίς ληστρικαίς επινοίαις (επινοήσεις) τάς σφαγάς εμμελετησάντων.

Ως γάρ κατά πάσαν εισελθόντες διεμερίσθησαν (μοίρασαν) τήν πόλιν οι βάρβαροι, ευθύς πάσα ηλικία καί πάν γένος ανθρώπων υπ' αυτών ανήρητο (εξαφανιζόταν). Ουδέ γάρ ήν οίκτος αυτοίς ουδείς πάλαι προμεμηνόσι καί τήν καθ' ημών διψώσιν απώλειαν, αλλά καί γέρων καί ακμάζων τι καί νεανίσκος καί πάς ο προστυχών έργον τοίς μιαιφόνοις (αιμοδιψείς) ήν.»

Ιωάννης Καμενιάτης


Ο Βρίγγας, πού επιζητούσε διακαώς τήν επανάκτηση τής μεγαλονήσου, έκανε μία σοφή επιλογή καί όρισε ως Μέγα Δομέστικο τών Σχολών τής Ανατολής, τόν δοκιμασμένο στρατηγό Νικηφόρο Φωκά. Ο Νικηφόρος Φωκάς ήταν απόγονος μίας φημισμένης οικογένειας στρατηγών μέ καταγωγή από τήν Καππαδοκία. Ο πάππος του Νικηφόρος Φωκάς είχε υπηρετήσει πιστά τόν αυτοκράτορα Βασίλειο Α' καί είχε νικήσει τούς Άραβες στήν Κιλικία καί τήν Νότια Ιταλία. Ο πατέρας του Βάρδας Φωκάς ως κατεπάνω τού Θέματος Αρμενιακόν, είχε νικήσει τούς Ρώσσους, όταν αυτοί είχαν ξαφνικά επιτεθεί στήν Βασιλεύουσα τό 941. Ο Νικηφόρος Φωκάς μέ τήν σειρά του είχε νικήσει τούς μουσουλμάνους στήν Μοσούλη, τήν Ταρσό καί τήν Τρίπολη τού Λιβάνου καί είχε γίνει ο φόφος καί ο τρόμος όλων τών ηγετών τού μουσουλμανικού κόσμου. Μέ τίς νίκες του αυτές είχε γίνει ιδιαίτερα αγαπητός στούς στρατιώτες του, πού τόν λάτρευαν ιδιαίτερα όταν τόν έβλεπαν νά μοιράζεται μαζί τους τούς κινδύνους καί τίς κακουχίες τών ατελείωτων εκστρατειών.

Η Σύγκλητος λοιπόν έδωσε εντολή στόν Αρχιστράτηγο νά οργανώσει στρατό καί στόλο γιά νά ανακαταλάβει τήν Κρήτη. Ο Φωκάς ετοίμασε μία κολοσσιαίων διαστάσεων αρμάδα αποτελούμενη από δύο χιλιάδες πυρφόρα χελάνδια (πολεμικά πλοία με σίφωνες υγρού πυρός, τοποθετημένους πάνω σέ πύργο πού ονομαζόταν Ξυλόκαστρο), χίλιους δρόμωνες πού μετέφεραν στρατιώτες καί 300 φορτηγά πλοία "καράβια καματηρά σιτήσεις έχοντα καί όπλα πολεμικά", συνοδευόμενα από αναρίθμητα μονόξυλα, τά οποία τά οδηγούσαν οι τρομεροί Σκανδιναυοί καί Άγγλοι πανύψηλοι μαχητές, εξοπλισμένοι μέ τόν γιγάντιο πέλεκυ. Ο τεράστιος στόλος θά μετέφερε εκατοντάδες χιλιάδες στρατιώτες καί βοηθητικό προσωπικό. Εκτός από τούς Έλληνες στρατιώτες κυρίως Θράκες, Μακεδόνες, Καππαδόκες, Ποντίους καί Κιβυρραιώτες (από τή νοτιοδυτική Μικρά Ασία), ο Νικηφόρος Φωκάς είχε στή διάθεσή του Ρώσσους, Βάραγγους (Βίκινγκς), Νορμανδούς, Σλάβους, Βενετούς καί Αρμένιους μισθοφόρους, οι οποίοι είχαν προθυμοποιηθεί νά συμμετάσχουν στήν εκστρατεία, γνωρίζοντας τήν υψηλή αμοιβή πού τούς είχε υποσχεθεί ο Μέγας Δομέστικος τών Σχολών τής Ανατολής. Τό επίλεκτο τάγμα τών Βαράγγων είχε επικεφαλής του τόν στρατηγό Θρακησίων Νικηφόρο Παστιλά.

Στό τέλος τού Ιουνίου τού 960, σύσσωμη η αυλή καί πλήθος λαού συγκεντρώθηκαν γιά νά χαιρετίσουν τήν αναχώρηση τού αυτοκρατορικού στόλου. Ο Αρχιστράτηγος θά επιβιβαζόταν από τό Παλάτι Βουκολέοντος, τ ό προσωπικό λιμάνι τού Αυτοκράτορα, όπου βρισκόταν η ναυαρχίδα του πού τόν περίμενε μέ τήν σημαία τής Παναγίας τής Οδηγήτριας κρεμασμένη πάντοτε στήν πλώρη της. Οι ιερείς έψαλλαν "Τή Υπερμάχω Στρατηγώ τά Νικητήρια", ενώ οι καμπάνες στίς εκατοντάδες εκκλησίες καί μονές τής Θεοφύλακτης κτυπούσαν χαρμόσυνα προαναγγέλοντας τή μεγάλη νίκη.

«Η Κρητική αύτη εκστρατεία υπήρξε έν τών μεγάλων εγχειρημάτων τής ελληνικής αυτοκρατορίας. Λέων ο Διάκονος καί άλλοι χρονογράφοι λεπτομερώς αφηγούνται τό λαμπρόν τούτο επεισόδιον τού προαιώνιου μεταξύ Ελλήνων καί Σαρακηνών αγώνος. Ο στόλος τού Νικηφόρου ήρε τάς αγκύρας κατά τάς τελευταίους τού Ιουνίου ημέρας τού 960 έτους. Φαντάσθητε εν τινι τών μαγεικών εκείνων ανατολών τού ηλίου κατά τήν ώραν τού εν τη Εώα (αυγή) θέρους τόν Κεράτιον κόλπον πλαισιούμενον υπό τού θαυμαστού κόσμου τών μεγάλων τού Βυζαντίου συνοικισμών εν Ευρώπη τε καί Ασία, σύμπαν κατάφορτον χιλιάδων πλοίων, φερόντων ιστία λαμπρότατα κεχρωματισμένα εν μυρίαις παραλλαγαίς, χρυσοκοσμήτων τάς πρώρας μετά χιλιάδων κωπών (κουπιά), γιγαντωδών σημαιών, μεγάλων λαβάρων εγγεγραμμένας εχόντων τάς αγιωτάτας εικόνας τής Παναγίας Παρθένου καί τού Παντοκράτορος Χριστού.

Επί τών δύο οχθών τόυ Βοσπόρου, τά μέγαρα, αι επαύλεις, αι απειράριθμοι εκκλησίαι, οι υψηλοί τετράγωνοι πύργοι καί αι μακραί σειραί τών τειχών εξαφανίζονται υπό τό πλήθος τών συνωθουμένων περιέργων. Εν τώ λιμένι τού Βουκολέοντος, τώ μεγαλοπρεπεί τούτω λιμένι προωρισμένω υπέρ μόνου τού βασιλέως, ο Αυτοκράτορας Ρωμανός Β', φορών επί τής κεφαλής τό στέμμα, καί σύν αυτώ ο Πατριάρχης, ο ανώτατος κλήρος, η Σύγκλητος, οι ύπατοι τών εν αξιώμασι τού κράτους χρυσόν καί μετάξαν περιβεβλημένοι καί χρυσοϋφάντους φέροντες επί τής κεφαλής πίλους, έλαβον θέσιν επί θεωρείου.

Εν τώ μεταξύ δέ τού απείρου τούτου πλήθους ο εκκωφών θόρυβος βαθμηδόν αυξάνει. Πάντοθεν ήχοι αντηχούσι μουσικής πολεμιστηρίου, αγρίας, παραδόξου. Ο ρυθμικός ωρυγμός (βρυχηθμός) τών κυμβάλων, ο βραχύς τών τυμπάνων δούπος (γδούπος), οι παιάνες απάντων τούτων τών βαρβαρικών γενών, αι ατελεύτηται ιαχαί τών δήμων, αι κατανυκτικαί λιτανείαι τών ευσεβών, αι μονότονοι ψαλμωδίαι τών παρισταμένων μοναχών συμμιγνύονται εις τάς ισχνάς φωνάς τών ψαλτών καί τών ιερέων, οίτινες εν πάση εκκλησία αναμέλπουσι (τραγουδούν) τόν ύμνον πρός τήν Οδηγήτριαν Παρθένον τήν απροσμάχητον έχουσαν τό κράτος, τήν εις νίκας καθοδηγούσαν Μητέρα.

Αιφνιδίως δ' είτα σιγή βαθεία αποκαθίσταται, ο Πατριάρχης ευλογεί τόν στόλον, όρθιος δ' ο Βασιλεύς δίδει τό σύνθημα, εις ό ανταποκρίνεται κολοσσιαία ευλαβής ανευφημία (επιδοκιμασία) καθ' όλον τό μήκος τών οχθών τών δύο ηπείρων καί τό πλήθος τών πλοίων μετακινείται βραδέως φερόμενον πρός τήν θάλασσαν τού Μαρμαρά.»

Gustave Schlumberger - Nicephore Phocas (Μετάφρασις Ιωάννης Λαμπρίδης, 1890)


Ο στόλος ξεκίνησε από τή θάλασσα τού Μαρμαρά κάνοντας πρώτη στάση στήν Παλαιά Ηράκλεια (Eregli Ανατολικής Θράκης). Γιά νά κρατήσουν τήν συνοχή τους τά αμέτρητα πλοία τού Νικηφόρου Φωκά, έκαναν πολλές στάσεις, ώστε νά περιμένουν καί τά πιό αργοκίνητα φορτηγά πλοία. Επόμενη στάσις ήταν η Προκόννησος, η οποία ήταν γνωστή γιά τά περίφημα λατομεία λευκού μαρμάρου πού στόλιζαν τά μέγαρα στήν Κωνσταντινούπολη καί τήν γειτονική Κύζικο. Από τό νησί τών μαρμάρων, τά πλοία κατευθύνθηκαν στήν Άβυδο τού Ελλησπόντου, η οποία ήταν τό μεγάλο αυτοκρατορικό τελωνείο γιά όσα εμπορικά πλοία κατευθύνονταν από καί πρός τή Δύση. Οι δασμοί γιά τά εισαγώμενα προϊόντα ήταν μεγάλοι γιά νά προστατευθεί η εγχώρια οικονομία καί τό πρόστιμο ακόμα βαρύτερο γιά όσους έκρυβαν τά πολύτιμα αγαθά πού προορίζονταν γιά τήν αγορά τής Κωνσταντινουπόλεως.

Επόμενοι σταθμοί ήταν η Τένεδος, η Λέσβος, η Χίος, τά Φύγαλα τής Λυδίας νοτίως τής Εφέσσου, η Νάξος καί η Αγία Ειρήνη (Σαντορίνη). Από τήν Σαντορίνη ο Φωκάς δυσκολεύτηκε νά βρεί πλοηγούς γιά νά τόν οδηγήσουν πρός τό νότο. Τόσος ήταν ο φόβος πού ενέπνεαν οι Σαρακηνοί πειρατές ώστε οι Έλληνες ναυτικοί δεν τολμούσαν γιά πολλές δεκαετίες ούτε κάν νά προσεγγίσουν τήν Κρήτη καί αγνοούσαν τήν διαδρομή. Τελικώς βρέθηκαν κάποιοι θαλασσινοί από τήν Κάρπαθο, οι οποίοι οδήγησαν τόν αυτοκρατορικό στόλο στή νήσο Δία, λίγο βορειότερα από τόν Χάνδακα.

Οι Άραβες δέν τρόμαξαν μπροστά στή θέα τού επιβλητικού στόλου καί γρήγορα συγκέντρωσαν στρατεύματα γιά νά εμποδίσουν τήν απόβαση τών Χριστιανών στρατιωτών. Ο Φωκάς αφού προσέγγισε μέ τό σύνολο τού στόλου του τήν βορεινή ακτή τής Κρήτης, διέταξε τούς τοξότες του καί τούς σφενδονητές του νά εκτοξεύσουν πλήθος από βέλη καί πέτρες πρός τήν ακτή ώστε νά πλήξει τήν γραμμή αμύνης τών μουσουλμάνων στήν παραλία. Στή συνέχεια μέ τό Ελληνικό Πύρ (Υγρόν Πύρ) κατέκαψε όσους Άραβες παρέμειναν στήν παραλία κρυμμένοι σέ χαμηλή βλάστηση. Όταν θεώρησε ότι ήταν ασφαλής η απόβαση τού στρατού του, πλησίασε τούς δρόμωνες, άνοιξε τίς πλαϊνές θύρες καί κατέβασε ράμπες, από τίς οποίες εφόρμησαν οι κατάφρακτοι Βυζαντινοί ιππείς μέ τά άλογά τους κατά τών ημίγυμνων Αγαρηνών πολεμιστών. Πρίν ακόμα προλάβουν νά αποβιβαστούν οι φάλαγγες τών Βαράγγων πολεμιστών, η νίκη είχε ολοκληρωθεί καί οι μουσουλμάνοι μαχητές είχαν τρέξει στήν ασφάλεια τού κάστρου τού Χάνδακα παρά τίς λυσσώδεις προσπάθειες τών δερβίσηδων νά τούς κρατήσουν στή μάχη.

Ο ηγέτης τών Σαρακηνών τής Κρήτης Αβδούλ Αζίζ Έλ Κοντόρμπι (Abd al-Aziz) έστειλε εκκλήσεις πρός τούς ομοθρήσκους του ηγέτες σέ Συρία, Βόρειο Αφρική καί Ισπανία γιά βοήθεια, αλλά δέν εισακούστηκε. Θά έπρεπε μόνος του νά αντιμετωπίσει τίς χριστιανικές δυνάμεις πού είχαν αποβιβαστεί στό νησί του καί είχαν αποκλείσει τήν πρωτεύουσά του. Ο μόνος πού βοήθησε ήταν ο Εμίρης τού Χαλεπίου Σαΐφ Αλ-Ντάουλα, πού εισέβαλε στήν Κιλικία ηγούμενος 30.000 ιππέων, λεηλατώντας πόλεις καί χωριά, μεταξύ τών οποίων καί τό Χαρσιανό κάστρο στό οποίο κατέσφαξε τή φρουρά καί τούς κατοίκους. Ο Λέων Φωκάς , αδελφός τού Νικηφόρου, διαθέτοντας λιγοστές δυνάμεις δέν μπορούσε νά καταδιώξει τούς εισβολείς καί προτίμησε νά τούς παρακολουθεί από μακρυά. Όταν οι Άραβες επέστρεφαν στήν χώρα τους γεμάτοι λάφυρα καί αιχμαλώτους, ο Λέων Φωκάς πού είχε στό πλευρό του καί τόν στρατηγό τού Θέματος τής Καππαδοκίας Κωνσταντίνο Μαλεΐνο, τούς περίμενε σέ μία κλεισούρα (στενή διάβαση) στήν Ανδρασσό (8 Νοεμβρίου 960). Όταν ολόκληρο τό εχθρικό στράτευμα βρέθηκε μέσα στή διάβαση, ο στρατηγός έδωσε στούς άνδρες του τό σύνθημα τής επίθεσης. Μέ τίς σάλπιγγες νά ηχούν καί τούς στρατιώτες νά κυλούν βράχους καί κορμούς δέντρων ώστε νά φράξουν κάθε έξοδο, οι Άραβες βρέθηκαν αποκλεισμένοι καί ήταν θέμα ολίγων ωρών η εξολόθρευσή τους. Ο εμίρης τού Χαλεπιού μόλις καί μετά βίας διέφυγε καί αυτό διότι σκόρπιζε χρυσά νομίσματα προκειμένου νά καθυστερήσει τούς διώκτες του, κάτι πού τελικά έφερε αποτέλεσμα. Όλοι οι Χριστιανοί αιχμάλωτοι ελευθερώθηκαν, οι φρουρές στίς διαβάσεις ενισχύθηκαν καί τά σύνορα μέ τό ισλαμικό κράτος οχυρώθηκαν περαιτέρω.

Στό μεταξύ στήν Κρήτη, οι Βυζαντινοί γρήγορα ξεκαθάρισαν όλους τούς θύλακες αντίστασης μέ εξαίρεση τόν στρατηγό Νικηφόρο Παστιλά ο οποίος μετά από τήν εκδίωξη τού εχθρού, επέτρεψε στούς στρατιώτες του νά χαλαρώσουν καί νά επιδοθούν σέ ολονύκτια οινοποσία μέ ολέθρια αποτελέσματα, καθώς οι Άραβες επανήλθαν καί κατέσφαξαν τό σύνολο τών ανδρών του. Ο Μέγας Δομέστικος τής Ανατολής έστησε τό στρατόπεδό του έξω από τήν πρωτεύουσα τών Αγαρηνών καί τό περιέφραξε μέ μεγάλη τάφρο καί κάθετους πασσάλους, ώστε νά προστατευτεί από κάποια αιφνίδια επίθεση τών Αράβων. Ο Χάνδαξ αποκλείστηκε από ξηρά καί θάλασσα, ενώ τμήματα τού βυζαντινού στρατού διέτρεχαν τίς επαρχίες τής Κρήτης ώστε νά αποθαρρύνουν τούς υπόλοιπους μουσουλμάνους νά στείλουν ενισχύσεις καί τρόφιμα, πού τόσο πολύ χρειάζονταν οι αποκλεισμένοι κάτοικοι τού Μεγάλου Κάστρου.

«Ο αυτοκράτωρ Ρωμανός, Νικηφόρον τόν Φωκάν, τοίς μαγίστροις ενδιαπρέποντα καί τών τής Ανατολής στρατευμάτων κατάρχοντα (αρχιστράτηγο τής Ανατολής), άνδρα ρέκτην (ενεργητικόν) τε καί δραστήριον, αγαθόν τε τά πολεμικά καί τήν ισχύν ανυπόστατον καί αυτοκράτορα στρατηγόν της πρός τούς Κρήτης μάχης κεχειροτόνηκεν. Ούτος τοίνυν καί Νικηφόρος, τήν τής Ασίας στρατιάν τό βασιλικό συνειλοχώς κελεύσματι καί ναυσίν εμβιβάσας, καί ταχυπλοήσας, πυρφόρους (πλοία μέ τό υγρόν πύρ) τε τριήρεις πλείστας επαγόμενος, τή Κρήτη προσώρμισεν.

Επεί δέ τής αποβάσεως εδόκει καιρός, έδειξε πρακτικώς, ήν είχεν εμπειρίαν έργων πολεμικών. Κλίμακας γάρ επί τών πορθμείων επιφερόμενος ο Νικηφόρος, ταύτας επί τήν ηϊόνα (ακτή) προσυφαπλών, τήν στρατιάν ένοπλόν τε καί έφιππον από τής υγράς επί τήν ξηράν μετεβίβαζε.»

Λέων ο Διάκονος


Ο Νικφούρ, όπως τόν αποκαλούσαν οι εχθροί του, διαπίστωσε ότι ήταν αδύνατο νά καταληφθεί τό πανίσχυρο κάστρο διά απευθείας εφόδου καί αποφάσισε νά δράσει μέ υπομονή καί σύνεση, ώστε νά μήν υπάρξουν μεγάλες απώλειες γιά τό στράτευμά του. Έδωσε εντολή νά βομβαρδίζεται τό κάστρο νυχθημερόν μέ τεράστιους λίθους, ενώ παράλληλα συνεργεία σκαπανέων διάνοιγαν σήραγγες κάτω από τούς πύργους γεμίζοντάς τες μέ εύφλεκτα υλικά. Τήν κατάλληλη στιγμή θά τούς έβαζε φωτιά μέ τήν ελπίδα νά κατέρρεαν μέ αυτόν τόν τρόπο τά τείχη σέ εκείνα τά σημεία. Παράλληλα γύμναζε τούς στρατιώτες μέ γυμνάσια εφόδου καί αναρρίχησης, ώστε νά είναι έτοιμοι γιά τήν τελική έφοδο.

Η πολιορκία συνεχίστηκε καθ' όλη τήν διάρκεια τού χειμώνα τού 960. Οι αμυνόμενοι υπέφεραν από λιμό, αλλά τά πράγματα ήταν δύσκολα καί γιά τούς επιτιθέμενους, καθότι υπήρχαν σοβερές ελλείψεις στόν ανεφοδιασμό από τήν Κωνσταντινούπολη. Ο Νικηφόρος Φωκάς μέ πύρινους λόγους προσπαθούσε νά κρατήσει ψηλά τό ηθικό τών ανδρών του καί έστελνε διαρκώς επιστολές στόν παρακοιμώμενο Βρίγγα ζητώντας του τρόφιμα. Τήν κατάσταση είχαν επιβαρύνει οι κερδοσκόποι στήν Βασιλεύουσα πού είχαν κρύψει τεράστιες ποσότητες σιταριού, πού τόσο τίς είχε ανάγκη ο στρατός στήν Κρήτη, γιά νά αυξήσουν τήν τιμή του. Ο Ιωσήφ Βρίγγας, τότε αγόρασε μέρος τού σιταριού καί τό πούλησε σέ εξευτελιστική τιμή, μέ αποτέλεσμα νά πέσουν οι τιμές καί νά κυκλοφορήσει τό σιτάρι στό εμπόριο. Στή συνέχεια αγόρασε τεράστιες ποσότητες καί τίς έστειλε κατ' ευθείαν στήν Κρήτη, λύνοντας τό πρόβλημα τού ανεφοδιασμού τού βυζαντινού στρατού.

Στή διάρκεια τού χειμώνα τού 960, 30.000 Αιθίοπες, από τή νότια Κρήτη, επιχείρησαν νυκτερινή επίθεση στό στρατόπεδο τών Ελλήνων. Ο Φωκάς, πού είχε σκορπίσει κατασκόπους σέ ολόκληρο τό νησί, ήταν ενήμερος γιά τήν επίθεση καί τούς περίμενε σέ ένα ύψωμα, όπου έκπληκτος είδε ότι οι κατάμαυροι Αιθίοπες είχαν επιλέξει νά φορέσουν λευκές κελεμπίες, οι οποίες μέσα στήν πανσέληνο αποτελούσαν εύκολο στόχο γιά τούς τοξότες του. Στήν κατάλληλη στιγμή σύσσωμο τό ελληνικό στράτευμα κατέπεσε πάνω στούς Αφρικανούς καί τούς κατατρόπωσε, αναγκάζοντάς τους σέ άτακτη φυγή.

Σέ άλλη περίπτωση Αγαρηνοί επιχείρησαν έξοδο από τόν Χάνδακα μέ δεκάδες χιλιάδες πεζούς καί χίλιους ιππείς. Πάλι ο Φωκάς ήταν ενήμερος γιά τήν επιχείρηση καί έδωσε εντολές στό στράτευμά του νά περιμένει. Μόλις οι μουσουλμάνοι ξεχύθηκαν από τό κάστρο πρός τήν πεδιάδα, οι Βυζαντινοί προσποιήθηκαν αιφνιδιασμό καί υποχώρησαν σέ προκαθορισμένες θέσεις, όπου υπήρχαν κρυμμένες οι εφεδρείες. Οι Άραβες έπεσαν στήν παγίδα καί ξαφνικά βρέθηκαν περικυκλωμένοι από υπέρτερες δυνάμεις. Ακολούθησε νέα συντριβή τών Αράβων καί άτακτη υποχώρηση πρός τήν πόλη. Οι πύλες της όμως ήταν κλειστές διότι ο εμίρης Αβδούλ Αζίζ Έλ Κοντόρμπι (Κουρούπης γιά τούς Βυζαντινούς) εξοργίσμένος από τή νέα ήττα, ήθελε νά εξαναγκάσει τούς άνδρες του νά πολεμήσουν μέχρις εσχάτων. Τελικά οι στρατιώτες τού Αλλάχ αποδεκατίστηκαν, αλλά ούτε αυτή η ήττα έπεισε τόν εμίρη νά παραδώσει τήν πόλη.

Τήν 7η Μαρτίου τού 961, ο Νικηφόρος Φωκάς αποφάσισε ότι όλα ήταν έτοιμα πλέον γιά τήν τελική έφοδο. Οι σήραγγες κάτω από τά τείχη ήταν υποστηλωμένες μέ ξύλινα δοκάρια καί συμπληρωμένες μέ εύφλεκτα υλικά, ξερόκλαδα, νάφθα καί θειάφι. Οι πολιορκητικοί κριοί ήταν έτοιμοι νά κτυπήσουν όσα τείχη είχαν εξασθενήσει μέ τίς συνεχείς βολές από τούς καταπέλτες καί τίς βαλλίστρες. Οι στρατιώτες μέ τά συνεχή γυμνάσια είχαν πλήρη γνώση γιά τόν ρόλο τους καί τήν ευθύνη τους καί αδημονούσαν νά τελειώσει επιτέλους η πολύμηνη πολιορκία. Αφού κοινώνησαν τών Αχράντων Μυστηρίων συγκεντρώθηκαν νά ακούσουν τόν Μέγα Δομέστικο νά τούς εμψυχώνει καί έπειτα νά κάνει δέηση στήν Υπερμάχω Θεοτόκο, γιά νά τούς χαρίσει τήν πολυπόθητη νίκη.

Οι φάλαγγες ξεκίνησαν τήν μεγάλη επίθεση υπό τούς ήχους τών παιάνων καί τών ύμνων. Ξαφνικά δίστασαν νά συνεχίσουν τήν πορεία τους, καθώς μία γυμνή Αγαρηνή γριά εμφανίστηκε στίς επάλξεις τού κάστρου καί μέ κατάρες, ύβρεις καί άσεμνες χειρονομίες προσπάθησε νά κάμψει τό ηθικό τών Χριστιανών μαχητών. Ο Φωκάς έδωσε εντολή σέ έναν τοξευτή νά σημαδεύσει τήν γριά μάγισσα καί όπερ καί εγένετο. Μόλις γκρεμίστηκε η γριά δόθηκε τό σύνθημα γιά τήν συνέχεια τής εφόδου. Τά πετροβόλα μηχανήματα εκσφενδόνισαν πλήθος από βράχους, οι πολιορκητικοί κριοί δόνησαν τίς πύλες, καί οι υπόγειες σήραγγες έγιναν παρανάλωμα πυρός μέ αποτέλεσμα νά σωριαστεί ένα μέρος τού τείχους στό έδαφος καί νά αποκαλυφθεί ένα άνοιγμα.

Μία βοή θριάμβου ακούστηκε στό χριστιανικό στρατόπεδο καί όλοι οι Βυζαντινοί όρμησαν στό άνοιγμα, τό οποίο μάταια προσπάθησαν νά οχυρώσουν οι Αγαρηνοί. Η αντίστασή κάμφθηκε γρήγορα καί οι στρατιώτες τού Ισλάμ τράπηκαν σέ φυγή γιά νά τρέξουν στά σπίτια τους καί νά σώσουν τίς οικογένειές τους. Η μάχη συνεχίστηκε στούς δρόμους, αλλά σύντομα εξελίχθηκε σέ μία ανελέητη σφαγή κατά τών αμάχων, η οποία σταμάτησε μόνο όταν ο ίδιος ο Νικηφόρος Φωκάς μπήκε στήν ρημαγμένη πόλη καί έδωσε διαταγές στούς αξιωματικούς του νά συγκρατήσουν τούς στρατιώτες τους. Ήταν όμως αργά καθώς δεκάδες χιλιάδες μουσουλμάνοι, άνδρες, γυναίκες καί παιδιά κείτονταν νεκροί καί ακρωτηριασμένοι στούς δρόμους.

«Ο στρατηγός θεασάμενος, τόν ίππον κεντρίσας καί τόν δρόμον επιταχύνας, εισήλαυνέ τε καί τών στρατιωτών τήν ορμήν ανετείχιζε, μή κτείνειν αναπειθών τούς τά όπλα ρίψαντας άνδρας, (νά μήν φονεύουν όσους ρίχνουν τά όπλα). Τούτοις τοίς λόγοις μόλις επέσχεν ο στρατηγός τής στρατιάς τήν μιαιφόνον ορμήν (Με τούς λόγους του συγκράτησε τήν αιμοχαρή ορμή).»
Λέων ο Διάκονος


Τό κέντρο τού μεγαλύτερου δουλεμπορίου τής Μεσογείου έπαψε νά υπάρχει καί ο εμίρης Κουρούπης μέ τόν γιό του Νουμάν (Ανεμάς γιά τούς Έλληνες) αιχμαλωτίσθηκαν μαζί μέ χιλιάδες άλλους Άραβες. Μετά από έναν αιώνα η Κρήτη θά γινόταν πάλι χριστιανική, αλλά γιά νά γίνει αυτό, ο πληθυσμός της, πού είχε βιαίως εξισλαμισθεί, θά έπρεπε νά επανέλθει στήν αληθινή πίστη τών προγόνων του. Γιά νά επιτελέσει αυτό τό έργο, ο Φωκάς κάλεσε στήν Κρήτη από τό Άγιον Όρος τόν πνευματικό του πατέρα Άγιο Αθανάσιο τόν Αθωνίτη καί από τόν Πόντο τόν Άγιο Νίκωνα τόν Μετανοείτε, οι οποίοι συνοδευόμενοι από ένα πλήθος επισκόπων καί ιερέων φρόντισαν νά επαναφέρουν τούς Κρητικούς στόν Αληθινό Λόγο τού Κυρίου. Λίγο αργότερα ο Αθανάσιος ο Αθωνίτης, μέ τή χρηματική ενίσχυση τού Νικηφόρου Φωκά, θά ίδρυε στό όρος Άθως τήν μονή τής Μεγίστης Λαύρας, πού θά αποτελούσε καί τό πρώτο κτίσμα τής Αθωνικής Πολιτείας.

Μετά τήν νίκη του ο "Χλωμός Θάνατος τών Σαρακηνών" έκανε τήν καθιερωμένη είσοδο στήν Επτάλοφο όπου οι δρόμοι ήταν στρωμένοι μέ άνθη, δάφνες καί ακριβούς τάπητες. Πλήθη λαού κρατούσαν αναμμένες δάδες καί λιβάνι, ενώ στούς εξώστες τού κάθε μεγάρου κρέμονταν χρυσά σκεύη καί μεταξωτά υφάσματα. Ο Φωκάς συνέχισε τήν πορεία του στόν Ιππόδρομο, ακολουθούμενος από τό πλήθος τών αιχμαλώτων καί τών λαφύρων πού είχε αποκομίσει από τήν εκστρατεία του στήν Κρήτη. Ο αυτοκράτορας Ρωμανός μέ τήν αυτοκράτειρα Θεοφανώ καί σύσσωμη τήν Αυλή βρισκόταν στό Κάθισμα (Αυτοκρατορικό Θεωρείο), ενώ 100.000 λαού είχαν στριμωχτεί μέσα στό μεγαλύτερο σταδίο τής Πόλης καί επευφημούσαν τόν θριαμβευτή. Όλοι γνώριζαν τόν θρύλο πού έλεγε ότι όποιος κατακτήσει τήν Κρήτη από τούς απίστους, αυτός αργότερα θά κατακτούσε καί τόν θρόνο.

Κάποιος κρατικός λειτουργός φόρεσε ένα χρυσό στέμμα στόν Αρχιστράτηγο, τόν οποίον ακολουθούσε ο αιχμάλωτος εμίρης μαζί μέ τίς γυναίκες του, τά δεκάδες παιδιά του καί τούς πιό επίσημους συνεργάτες του. Ακολουθούσαν οι άμαξες γεμάτες χρυσό καί εκατομμύρια ασημένια νομίσματα, χρυσοΰφαντα υφάσματα, κρυστάλλινα σκεύη, έπιπλα από ελεφαντόδοτο, πολύτιμους λίθους, χρυσά κοσμήματα, περσικά χαλιά, βαριές πανοπλίες διακοσμημένες μέ χρυσό, δόρατα, ξίφη, ασπίδες, τόξα. Όσοι παρακολούθησαν τήν παρέλαση προσπαθούσαν νά έχουν καλλίτερη θέα ώστε νά δούν τόν αγέρωχο εμίρη πού είχε προξενήσει τόσα δεινά στούς χριστιανικούς πληθυσμούς.

Ο Αβδούλ Αζίζ θά ζούσε μέ όλες τίς ανέσεις τό υπόλοιπο τής ζωής του στήν Κωνσταντινούπολη, ενώ όποιος μουσουλμάνος αιχμάλωτος βαπτιζόταν Χριστιανός αποκτούσε αυτομάτως τά δικαιώματα τών πολιτών τού Βυζαντίου, μαζί μέ κτήματα γιά νά καλλιεργήσει, γεωργικά εργαλεία καί πλήθος από χρυσά νομίσματα. Όποια χριστιανική οικογένεια δεχόταν βαπτισμένο αιχμάλωτο απαλλασόταν από τούς φόρους. Ο γιός τού εμίρη Ανεμάς βαπτίστηκε καί έγινε ένας από τούς γενναίους στρατηγούς τού βυζαντινού στρατού. Όταν πολύ αργότερα κάποιος απόγονός του, ο Μιχαήλ Ανεμάς θά φυλακιζόταν από τόν Αλέξιο Κομνηνό σέ έναν πύργο τού εσωτερικού τείχους, αυτός ο πύργος θά αποκτούσε τήν ονομασία "Πύργος τού Ανεμά".

«Έξαλλοι εδεξιώθησαν οι δήμοι τόν θριαμβευτήν, άγοντα μετά τών λογάδων τής νικηφόρου αυτού στρατιάς διά τών καταμέστων οδών, ών αι οικίαι καί τά μνημεία ήσαν κατάφορτα υπό στεφάνων καί δαμασκηνών υφασμάτων. Άπαντες οι εξώσται ήσαν κεκοσμημένοι διά τών πολυτιμοτάτων κειμηλίων, θυμιατήρια παμπληθή επλήρουν λιβανωτού τούς αέρας καί τήν λάμψιν τού ηλίου ηύξανεν η ανταύγεια τών εν πλήρει ημέρα ανημμένων απειραρίθμων δάδων. Έξαλλα δέ υπό αγαλλιάσεως τά πλήθη, ημφιεσμένα εσθήτας (ενδύματα) εορτασίμους, εθεώντο παρελαύνοντα εφ' αμαξών τόν από τών θησαυροφυλακίων καί τών οίκων τού Χάνδακος πλούτον, εν οίς οι Άραβες είχον συσσωρεύσει αρπάγματα αιώνος όλου.

Ως ποταμός αφθόνως επιρρέων κατά τήν έκφρασιν μάρτυρος αυτόπτου αντιπαρήρχετο πρό τών εκπεπληγμένων ομμάτων τών θεατών η ατελεύτητος λεία, χρυσός καί άργυρος παμπληθής εις νόμισμα βαρβαρικόν καί άκοπος, πέπλοι χρυσόπαστοι, τάπητες αλουργοί (πορφυρόχρωμοι), κειμήλια, πανοπλίαι, κράνη, ξίφη, θώρακες, διά χρυσού κεκοσμημένα πάντα, έγχη (ακόντια), ασπίδες καί τόξα αναρίθμητα. Αλλ' εις φρενίτιν ανήλθον οι αλαλαγμοί τού πλήθους, ότ' επεφάνη διά χρυσού κεκοσμημένος τήν κεφαλήν στεφάνου ο ηλιοκαής νικητής, ο αποδώσας εις τό Έθνος καί τήν Εκκλησίαν τήν προσφιλή θυγατέρα τήν επί μακράς ετών περιόδους δούλην καί αλλόθρησκον. Αληθώς η πανήγυρις εκείνη δέν ήτο θρίαμβος τού Νικηφόρου μόνον, αλλά καί θρίαμβος τού Ελληνισμού καί τού Χριστιανισμού

Σπυρίδων Λάμπρος - Ιστορία τής Ελλάδος (1902)




«Η υπό τού Νικηφόρου Φωκά κατορθωθείσα ανάκτησις τής Κρήτης υπήρξε βεβαίως έν τών σπουδαιοτάτων γεγονότων τής μεσαιωνικής ημών ιστορίας. Άν η Κρήτη παρέμενεν υποτεταγμένη εις τούς μωαμεθανούς μέχρι τών αρχών τής 13ης εκατονταετηρίδος, ότε κατελήφθη υπό τών Ενετών, πιθανώς ουδέν ήθελε παραμείνει εν αυτή ίχνος Ελληνισμού. Ενώ ήδη ο Ελληνισμός τής Κρήτης επειδή ανεζωπυρήθη τώ 961 καί μέχρι τού 1205, ήτοι επί 250 περίπου έτη, πολυειδώς εκρατύνθη υπό τής εν Κωνσταντινουπόλει μοναρχίας, ηδυνύθη νά ανθέξη εις τε τήν ενετικήν καί τήν νέαν μωαμεθανικήν κυριαρχίαν.»
Κωνσταντίνος Παπαρρηγόπουλος - Ιστορία τού Ελληνικού Έθνους (1870)




----------------------------------------------------- www.agiasofia.com -------------------------------------------------------------------------------------