Τάκη Λαζαρίδη
Ευτυχώς ηττηθήκαμε
σύντροφοι...
Εκδόσεις
Πελασγός
Τέταρτη έκδοση
Ο νεαρός Τάκης Λαζαρίδης υπηρετούσε κανονικά τη στρατιωτική θητεία του όταν, τον Νοέμβριο του 1951, ξέσπασε στην Αθήνα η υπόθεση των
ασυρμάτων του ΚΚΕ, με εξέχοντα κατηγορούμενο τον Νίκο Μπελογιάννη. Η δίκη, με την κατηγορία της κατασκοπείας (Α.Ν. 375/1936), έγινε το Φεβρουάριο του 1952.
Οκτώ από τους 29 κατηγορουμένους καταδικάστηκαν σε θάνατο: Νίκος Μπελογιάννης, Δημήτρης Μπάτσης, Ηλίας Αργυριάδης, Νικόλαος Καλούμενος, Έλλη Ιωαννίδου,
στρατιώτης Φιλάρετος (Ταγκής) Λαζαρίδης, Χαράλαμπος Τουλιάτος και Μιλτιάδης Μπισμπιάνος.
Οι καταδικασμένοι σε θάνατο της δίκης Μπελογιάννη κρατήθηκαν στις φυλακές Καλλιθέας ολόκληρο τον Μάρτιο του '52. Ο Λαζαρίδης ήταν στο ίδιο
κελί με τον Μπελογιάννη και τον Μπάτση. Δεν τον έβαλαν χωρίς λόγο σε κείνο το κελί. Στη δίκη ο Τάκης "υπερασπίστηκε με επαναστατική συνέπεια και
αδιαλλαξία την τιμή και την υπόληψη του κόμματος", όπως έγραψαν τα κομματικά έντυπα.
Το βράδυ της 31ης Μαρτίου 1952 πήραν από τη φυλακή τους Μπελογιάννη, Μπάτση, Αργυριάδη και Καλούμενο και τους εκτέλεσαν στο Γουδί αφού
φώτισαν το χώρο με τους προβολείς των καμιονιών. Σκόρπισαν τους επιζήσαντες σε διάφορες φυλακές. Ο Τάκης, που πήγε στις φυλακές της Κεφαλονιάς, επέζησε χάρις
στο νεαρό της ηλικίας του, αλλά και χάρις στο γεγονός ότι ο πατέρας του εκτελέστηκε από τους Γερμανούς και η μητέρα του για την αντιστασιακή της δράση
καταδικάστηκε σε ισόβια δεσμά από βουλγαρικό στρατοδικείο...
Α΄ έκδοση (Πελασγός): 2003, 1000 αντίτυπα
http://www.hellasbooks.gr
Εισαγωγικό σημείωμα του
ΓΙΑΝΝΗ ΒΟΥΛΤΕΨΗ
Ήρθε ξαφνικά ένα βράδυ στα γραφείο μου και μου είπε:
-Λέγομαι Τάκης Λαζαρίδης.
Κάτι πολύ μακρινό και ακαθόριστο μου έφερε στο νου το
όνομά του.
-Σ' έχω ξαναδεί ποτέ; τον ρώτησα.
-Όχι, απάντησε.
Τον έστειλε σε μένα ένας κοινός φίλος που τον είχα
γνωρίσει στη Ρώμη στα χρόνια της δικτατορίας και ήταν πριν από πολλά χρόνια
συγκροτούμενός του σε κάποια φυλακή.
-Σ' αυτόν πρέπει να πας, με αυτά που γράφεις, του
είπε.
Και ήρθε σε μένα. Και μου είπε ότι είναι ο στρατιώτης
Τάκης Λαζαρίδης που το 1952 καταδικάστηκε σε θάνατο από το Διαρκές Στρατοδικείο
Αθηνών μαζί με τον Νίκο Μπελογιάννη και άλλους έξι. Ο ίδιος και άλλοι τρεις δεν
εκτελέστηκαν.
Θυμήθηκα αμέσως το νεαρό στρατιώτη Λαζαρίδη ανάμεσα στους
κατηγορουμένους εκείνης της πολύκροτης δίκης, όπως τους είδα τότε στις
φωτογραφίες που δημοσιεύθηκαν στις εφημερίδες.
-Και τώρα τι γράφεις; τον ρώτησα.
Μου έδωσε ένα φάκελο με δακτυλόγραφα και άρχισα να
φυλλομετράω.
-Ήρθα για να μου πεις τη γνώμη σου, είπε.
Δεν άργησα να καταλάβω ότι κρατούσα στα χέρια μου το
καταστάλαγμα της σκληρής ζωής του και την ίδια την ψυχή του. Αλλά και ότι αυτός
κι εγώ, που ξεκινήσαμε σε διαφορετικές εποχές και από εντελώς διαφορετικές
αφετηρίες, βρισκόμαστε τώρα στο ίδιο μήκος κύματος. Κάτι περισσότερο: Όπου οι
απόψεις μας δεν ταυτίζονται, ο πιο κατηγορηματικός στην καταδίκη της «σοφής
ηγεσίας» είναι αυτός, χωρίς να κρατάει την παραμικρή επιφύλαξη, χωρίς να διατηρεί
την παραμικρή αμφιβολία.
Του ζήτησα να μου μιλήσει για τη ζωή του. Και είδα αμέσως
πως είχα να κάνω με έναν από εκείνους τους ανθρώπους που δεν τους συναντάς κάθε
μέρα στο δρόμο. Δεν θα είναι υπερβολή αν προσθέσω πως μπροστά σ' αυτόν τον
άνθρωπο με τα σταράτα λόγια, τα γεμάτα θάρρος, αξιοπρέπεια και τετράγωνο
πατριωτισμό, ένιωσα το δέος που νιώθει όποιος σε κάποια στιγμή αναρωτιέται αν ο
ίδιος κάτω από τις ίδιες ακριβώς συνθήκες θα εύρισκε τη δύναμη να εκπληρώσει με
τον ίδιο τρόπο αυτό το ίδιο χρέος. Βέβαια, δίστασε ο Λαζαρίδης. Δίσταζε πολύ,
καθώς μου είπε. Δίστασε χρόνια. Νάτος, όμως, τώρα, εδώ μπροστά μου, στο γραφείο
μου, αφού δρασκέλισε, αποφασιστικά και τελεσίδικα, το κατώφλι της Νέας
Δημοκρατίας. Έτοιμος και ήρεμος, μου είπε για τη ζωή του όσο μπορούσε λιγότερα.
Δεν ήθελε «ρεκλάμα». Πιστεύει πως δεν έχει σημασία ποιος λέει ένα πράγμα, αλλά
αν αυτό που λέει κάποιος είναι σωστό. Είδα κι έπαθα να τον πείσω για το ότι,
στην προκειμένη περίπτωση τουλάχιστον, ισχύει το εντελώς αντίθετο. Αυτά που
λέει ο Λαζαρίδης δεν είναι πρωτάκουστα, τα έχουν πει κι άλλοι επί δεκάδες
χρόνια. Αλλά τα έχουν πει αντίπαλοι του κομμουνιστικού κόμματος. Σήμερα αξία
έχει κατά πρώτο λόγο το ότι τα λέει -και δεν τα λέει απλώς, αλλά και τα
υποστηρίζει με επιχειρήματα και με βάση τα υπάρχοντα ντοκουμέντα-ένα γέννημα
και θρέμμα του προπολεμικού κομμουνιστικού κινήματος. Ένας άνθρωπος που πέρασε
σχεδόν όλα τα χρόνια του, ως το 1974, πότε στην παρανομία και πότε στη φυλακή.
Που ο πατέρας του, παλιός συνδικαλιστής, εκτελέστηκε από τους Γερμανούς
(ευτυχώς, λέει ο ίδιος, ο πατέρας του «πήγε» από γερμανικό και όχι από ελληνικό
βόλι). Που η μητέρα του έζησε για χρόνια στη Μακρόνησο και στους άλλους τόπους
εξορίας. Και που η αδελφή του καταδικάστηκε κι αυτή σε θάνατο σαν ασυρματίστρια
του ΚΚΕ.
Ο Τάκης Λαζαρίδης γεννήθηκε το 1928 στην Κομοτηνή. Ο
πατέρας του, Κώστας Λαζαρίδης, αρτεργάτης, ήταν ένας επαναστάτης γεμάτος
ρομαντισμό. Συνεπαρμένος από τη γοητεία της νεαρής τότε «Μεγάλης Οκτωβριανής
Επανάστασης», πούλησε ένα χωράφι που είχε και αγόρασε... μουσικά όργανα για τη
φιλαρμονική του Δήμου. Και για να αφοσιωθεί «ψυχή τε και σώματι» στην «υπόθεση
της εργατικής τάξης» άφησε τη δουλειά του κι έγινε «επαγγελματικό στέλεχος» του
ΚΚΕ. Λέει ο Τάκης:
-Στα πρώτα παιδικά μου χρόνια σπάνια τον έβλεπα. Μπαινόβγαινε
στις φυλακές και πηγαινοερχόταν στις εξορίες. Θυμάμαι όμως πολύ ζωηρά τους
επιδέσμους στο σπασμένο κεφάλι του από τις διαδηλώσεις και τις συγκρούσεις με
την αστυνομία. Μου έχει μείνει η εντύπωση πως όποτε δεν ήταν φυλακή ή εξορία,
ήταν με δεμένο κεφάλι.
Σαν επαγγελματικό στέλεχος, ο Κώστας Λαζαρίδης
«μετατέθηκε» στον Πειραιά, στον παράνομο μηχανισμό. Εκεί βρήκε την οικογένεια η
δικτατορία της 4ης Αυγούστου 1936.
-Εγώ πήγαινα στο σχολείο με ψευδώνυμο, συνεχίζει ο Τάκης.
Ο πατέρας πλαστογράφησε το ενδεικτικό μου. Και συχνά κουβαλούσα στο στήθος μου
παράνομες προκηρύξεις, αφού ήταν πολύ δύσκολο να με υποπτευθεί η αστυνομία.
Το 1937, όταν ο Τάκης ήταν εννιά χρονών, ο πατέρας του
πιάστηκε σε ένα ραντεβού στο δρόμο και τον έκλεισαν στην Ακροναυπλία. Ήταν τότε
που ο Μανιαδάκης είχε ξηλώσει τα πάντα στο ΚΚΕ και είχε περίπου αναλάβει ο
ίδιος την... ηγεσία του. Φυσικά, ο Κώστας Λαζαρίδης δεν είπε στην αστυνομία που
έμενε η οικογένειά του και έτσι η γυναίκα του, ο Τάκης και η κατά ένα χρόνο
μεγαλύτερη από αυτόν αδελφή του συνέχισαν τη ζωή της παρανομίας. Η μάνα,
Σουλτάνα Λαζαρίδου, καταγόταν από μικροαστική οικογένεια. Έστω και με βαριά
καρδιά, ακολούθησε τα βήματα του φυλακισμένου άντρα της: Δούλεψε στον παράνομο
μηχανισμό του ΚΚΕ ως την άνοιξη του 1939. Τότε:
-Μας συνέλαβαν και για πρώτη φορά έκανα για μερικές μέρες
κρατούμενος στη Γενική Ασφάλεια. Δεν έστειλαν εξορία τη μητέρα του γιατί δεν
ήξεραν τι να κάνουν με μένα και την αδελφή μου. Τελικά μας εξαπέστειλαν στην
πατρίδα μας. Εκεί μας βρήκε ο πόλεμος και η κατοχή από τα βουλγαρικά
στρατεύματα.
Τον Ιούλιο του 1941 μια βουλγαρική πολιτικο-στρατιωτική
αποστολή, που από την αρχή της Κατοχής είχε εγκατασταθεί στη βουλγαρική
πρεσβεία στην Αθήνα, ζήτησε από τους Γερμανούς και πέτυχε να απολυθούν από την
Ακροναυπλία 27 βορειοελλαδίτες κομμουνιστές. Ανάμεσα σ' αυτούς που επωφελήθηκαν
από το ενδιαφέρον της βουλγαρικής προπαγάνδας ήταν ο Κώστας Λαζαρίδης, ο
πατέρας του Τάκη. Ο οποίος, όμως, μολονότι η γυναίκα του και τα παιδιά του
βρίσκονταν στη Θράκη, έμεινε στην πρωτεύουσα και «έπεσε με τα μούτρα» στην
αναδιοργάνωση του διαλυμένου ΚΚΕ ως μέλος της Κεντρικής Επιτροπής του. Αργότερα
έγινε γραμματέας του Εργατικού ΕΑΜ (ΕΕΑΜ). Τον έπιασαν οι Γερμανοί και τον
καταδίκασαν σε θάνατο. Εκτελέστηκε τον Μάιο του 1943 και κατέλαβε διακεκριμένη
θέση στο Πάνθεον των Ηρώων του ΚΚΕ.
Στην Κομοτηνή, η Σουλτάνα Λαζαρίδου είχε καλύτερη μοίρα
από τον άντρα της. Αρχές του 1943 την έπιασαν οι Βούλγαροι και μαζί με πολλούς
άλλους Έλληνες την δίκασαν στο στρατοδικείο με την κατηγορία ότι ανέπτυσσε
αντιστασιακή δράση. Καταδικάστηκε σε ισόβια δεσμά και έμεινε στη φυλακή ως την
αποχώρηση των Βουλγάρων από τη Θράκη (Σεπτέμβριος 1944). Τότε γύρισε στα παιδιά
της, που όσο έλειπε τα φρόντιζε μια θεία τους.
Το καλοκαίρι του 1946 ένα μεγάλο κύμα συλλήψεων που
σάρωσε την Ελλάδα έριξε και τη Σουλτάνα Λαζαρίδου στην εξορία. Τότε, με τη
φροντίδα του Στέργιου Αναστασιάδη, ανώτατου στελέχους του ΚΚΕ και στενού φίλου
του Κώστα Λαζαρίδη, τα δύο παιδιά, η Σταυρούλα και ο Τάκης, ήλθαν στην Αθήνα
και εντάχθηκαν αμέσως στον άκρως απόρρητο μηχανισμό των ασυρμάτων του ΚΚΕ.
Εγκαταστάθηκαν στη Γλυφάδα, στο σπίτι του Ηλία Αργυριάδη. Σ' εκείνο το σπίτι
όλοι ζούσαν στο φως της νομιμότητας. Ο Τάκης πήγαινε και στο σχολείο (με το
όνομά του, όχι με ψευδώνυμο). Και ο μόνος παράνομος ήταν... ο ασύρματος, σε μια
πολύ καλά προφυλαγμένη κρύπτη.
Η Σταυρούλα έγινε μια άριστη ασυρματίστρια. Έμαθε και ο
Τάκης ασύρματο, αλλά δουλειά του ήταν κυρίως η φύλαξη του ασυρμάτου. Ώσπου ήρθε
η ώρα να πάει στρατιώτης. Έτσι γύρισε πάλι στη Βόρειο Ελλάδα.
Ο νεαρός Τάκης Λαζαρίδης υπηρετούσε κανονικά τη
στρατιωτική θητεία του όταν, τον Νοέμβριο του 1951, ξέσπασε στην Αθήνα η
υπόθεση των ασυρμάτων του ΚΚΕ, με εξέχοντα κατηγορούμενο τον Νίκο Μπελογιάννη.
Η δίκη, με την κατηγορία της κατασκοπείας (Α.Ν. 375/1936), έγινε το Φεβρουάριο
του 1952. Οκτώ από τους 29 κατηγορουμένους καταδικάστηκαν σε θάνατο: Νίκος
Μπελογιάννης, Δημήτρης Μπάτσης, Ηλίας Αργυριάδης, Νικόλαος Καλούμενος, Έλλη
Ιωαννίδου, στρατιώτης Φιλάρετος (Τάκης) Λαζαρίδης, Χαράλαμπος Τουλιάτος και
Μιλτιάδης Μπισμπιάνος. Η αδελφή του Τάκη δεν είχε συλληφθεί. Καταδικάσθηκε
ερήμην σε θάνατο σε επόμενη δίκη, αλλά είχε φυγαδευτεί στις ανατολικές χώρες,
όπου έζησε τριάντα χρόνια.
Οι καταδικασμένοι σε θάνατο της δίκης Μπελογιάννη
κρατήθηκαν στις φυλακές Καλλιθέας ολόκληρο τον Μάρτιο του 52. Ο Λαζαρίδης ήταν
στο ίδιο κελί με τον Μπελογιάννη και τον Μπάτση. Δεν τον έβαλαν χωρίς λόγο σε
κείνο το κελί. Στη δίκη ο Τάκης «υπερασπίστηκε με επαναστατική συνέπεια και
αδιαλλαξία την τιμή και την υπόληψη του κόμματος», όπως έγραψαν τα κομματικά
έντυπα. Έτσι είχε όλο τον καιρό να γνωρίσει και από πιο κοντά τον «άνθρωπο με
το γαρίφαλο», για να μου επιβεβαιώσει τώρα την εντύπωση που μου είχε αφήσει ο
Μπελογιάννης το 1945 όταν επισκέφθηκε την Κεφαλονιά*
και με όσα είπε στο στρατοδικείο και τα διάβασα στις εφημερίδες. Ύστερα από
πολλά χρόνια, στην Ιταλία, όπου έζησα στη διάρκεια της δικτατορίας, εκείνη η
παλιά εντύπωση μου έφερε μια μέρα στο νου τη σκέψη ότι από όλους τους
διακεκριμένους Έλληνες κομμουνιστές μόνο ο Μπελογιάννης θα μπορούσε να σταθεί
πραγματικά, από άποψη νοοτροπίας και καλλιέργειας, πλάι στα πρώτα ονόματα του
Ιταλικού Κομμουνιστικού Κόμματος. Αυτό, άσχετα από το γεγονός ότι και οι Ιταλοί
Ευρωκομουνιστές αδυνατούν να ομολογήσουν απερίφραστα ότι το λάθος δεν βρίσκεται
μόνο στον Λένιν και τους άλλους επιγόνους του Μαρξ, αλλά ανάγεται στο
απλούστατο γεγονός ότι ο ίδιος ο Μαρξ τω καιρώ εκείνω εσφαλμένα αποφάνθηκε ότι
αυτό που ονομάστηκε καπιταλισμός έφαγε τα ψωμιά του και βρίσκεται κοντά στο
τέλος του. Όταν το πουν και αυτό, θα πρέπει την ίδια στιγμή να ξηλώσουν την
κομμουνιστική ταμπέλα από το μέγαρο της Βία Ντέλλε Μποττέγκε Οσκούρε της Ρώμης.
Οπότε θα γίνουν οπαδοί... του Λεωνίδα Κύρκου!
Το βράδυ της 31ης Μαρτίου 1952 πήραν από τη φυλακή τους
Μπελογιάννη, Μπάτση, Αργυριάδη και Καλούμενο και τους εκτέλεσαν στο Γουδί αφού
φώτισαν το χώρο με τους προβολείς των καμιονιών. Σκόρπισαν τους επιζήσαντες σε
διάφορες φυλακές. Ο Τάκης, που επέζησε χάρις στο νεαρό της ηλικίας του, αλλά
και χάρις στο γεγονός ότι ο πατέρας του εκτελέστηκε από τους Γερμανούς, πήγε
στις φυλακές της Κεφαλονιάς. Εκεί τον βρήκαν οι σεισμοί του 1953, που
ισοπέδωσαν τα πάντα. Τον έστειλαν στο Καλάμι της Κρήτης, από όπου πήγε
διαδοχικά στην Κέρκυρα, πίσω στην Κρήτη (αυτή τη φορά στην Αλικαρνασσό), και κατόπιν
στην Αίγινα.
Πέρασαν έτσι για τον Τάκη Λαζαρίδη άλλα δεκαπέντε χρόνια.
Δεκαπέντε χρόνια βαριάς φυλακής. Και ήταν πια 38 χρονών όταν, το καλοκαίρι του
1966, με ένα νόμο που προτάθηκε από τον τότε υπουργό της Δικαιοσύνης Κώστα
Στεφανάκη και ψηφίστηκε από όλες τις πτέρυγες της Βουλής, όλοι όσοι είχαν
καταδικαστεί με τον Α.Ν. 375 αποφυλακίστηκαν. Τότε βγήκαν από τη φυλακή ο Χαρίλαος
Φλωράκης, ο Κώστας Λουλές, ο Λευτέρης Βουτσάς και πολλά άλλα σημαντικά στελέχη
του εκτός νόμου Κομμουνιστικού Κόμματος. Ο Τάκης Λαζαρίδης τοποθετήθηκε αμέσως
«από το κόμμα», όπως λέει (δηλαδή από το Κομμουνιστικό Κόμμα), στον
συνδικαλιστικό τομέα της ΕΔΑ σαν επαγγελματικό στέλεχος.
Έτσι, το καλοκαίρι του 1966, ο Τάκης ξανάσμιξε με τη μάνα
του, την πολυβασανισμένη Σουλτάνα. Μόνο για δέκα μήνες. Την αυγή της 21ης
Απριλίου 1967 χώρισαν πάλι. Ο Τάκης πρόλαβε να ξεφύγει, αλλά η μάνα του
ξαναπήρε το δρόμο της εξορίας. Για άλλα δύο χρόνια. Συνολικά αυτή η γυναίκα
είχε ζήσει ως τότε στις φυλακές και στις εξορίες δεκατρία χρόνια, τώρα όμως
έπρεπε να πληρώσει και την ανάγκη των επίορκων συνωμοτών της χούντας να
«δικαιολογήσουν» εκ των υστέρων το πραξικόπημά τους με την επίκληση του
κομμουνιστικού κινδύνου.
Στη διάρκεια της δικτατορίας ο Τάκης έζησε καταζητούμενος
και κάνοντας διάφορες δουλειές του ποδαριού. Τώρα, σε ηλικία 60 ετών, βρίσκεται
στον 15ο χρόνο της πραγματικά ελεύθερης ζωής του. Και λέει:
-Το πραξικόπημα ήταν για μένα πραγματικό σοκ. Δεν θέλησα
να συνδεθώ με τις παράνομες κομματικές οργανώσεις. Θεωρούσα αστείο ότι
μπορούσαμε να ρίξουμε τη χούντα πετώντας προκηρύξεις ή έστω τρακατρούκες...
Διαμόρφωσα βαθμιαία την πεποίθηση ότι μόνο με μία βαθιά κριτική εξέταση της
όλης πορείας του κινήματος μπορούσαμε να ελπίζουμε σε μία πραγματική
αναγέννηση. Με την ελπίδα αυτή προσχώρησα στη μεταδικτατορική ΕΔΑ. Αλλά με
βαθύτατη έκπληξη και λύπη διαπίστωσα ότι κανείς από τους φίλους της ΕΔΑ δεν
υποστήριζε την επίμονη πρότασή μου για «κριτική εξέταση». Γι' αυτό και
αποχώρησα. Αποφάσισα να προχωρήσω μόνος μου σ' αυτήν την «κριτική εξέταση».
Αποτέλεσμα, το «ανά χείρας πόνημα». Δεν φταίω αν τα τελικά συμπεράσματα είναι
διαφορετικά από ό,τι περίμενα...
«Απολογείται» ο Τάκης για τα «τελικά συμπεράσματα» της
μελέτης του. « Απολογείται» στους παλιούς συντρόφους του, ίσως και στη μάνα
του, ίσως και στον νεκρό πατέρα του, ίσως και στον ίδιο τον εαυτό του. Δεν
φταίει αυτός, λέει. Φταίνε τα δεδομένα που τον οδήγησαν σε αυτά τα
συμπεράσματα. Νιώθει πως δεν έχει το δικαίωμα να τα κρύψει. Και νιώθει πως έχει
χρέος να τα πει, να τα δημοσιεύσει, για έναν πολύ απλό όσο και πολύ σπουδαίο
λόγο:
-Πιστεύω πως μας περιμένουν δύσκολες μέρες. Η πόλωση και
ο διχασμός ουσιαστικά έχουν επέλθει. Η μόνη και πραγματική υπηρεσία που εμείς
οι «παλιοί αγωνιστές» μπορούμε να προσφέρουμε στον ελληνικό λαό, είναι να του
πούμε, επιτέλους, την αλήθεια.
Οι «παλιοί αγωνιστές» πρέπει «να πούμε στο λαό την
αλήθεια» ... Αλίμονο, όμως! Ο Τάκης Λαζαρίδης ξέρει πολύ καλά πως ο πληθυντικός
που χρησιμοποιεί είναι κάπως ... ρομαντικός. Πόσοι «παλιοί αγωνιστές» βλέπουν
την αλήθεια που βλέπει ο Λαζαρίδης; Και από αυτούς που ίσως τη βλέπουν -όπως και όσο τη βλέπουν- πόσοι τολμούν να την πουν; Και πόσοι
τολμούν να φτάσουν με την αμείλικτη συνέπεια του Λαζαρίδη στο λογικό συμπέρασμα
ότι για τη σημερινή Ελλάδα η μόνη λύση βρίσκεται πίσω από το διαχωριστικό
τείχος; Ότι η μόνη λύση είναι η Νέα Δημοκρατία; Και ασφαλώς δεν αρκεί να
φτάσουν σε αυτό το συμπέρασμα. Χρειάζεται και να το διακηρύξουν, όπως κάνει στο
τέλος αυτού του βιβλίου ο Τάκης Λαζαρίδης. Χωρίς μισόλογα και χωρίς τον
παραμικρό δισταγμό.
Στο σημείο αυτό πρέπει να επισύρω την προσοχή του
αναγνώστη σε μία σημαντική «λεπτομέρεια»: Με τον όρο «παλιοί αγωνιστές» ο Τάκης
Λαζαρίδης εννοεί αυτούς που ξεκίνησαν, όπως αυτός ο ίδιος, μέσα από τα
αυθεντικά σπλάγχνα του ΚΚΕ, του προπολεμικού ΚΚΕ, όταν όλα ήταν εκατό τα εκατό
ταξικά, κατακόκκινα, τριτοδιεθνιστικά, πριν έρθει η τριπλή Κατοχή και τα
μπασταρδέψει με το εθνικοαπελευθερωτικό κίνημα, με την αυτοδιάλυση της
Κομιντέρν και με τη μαζική στρατολογία νέων μελών που «έμπασε» στο ΚΚΕ παιδιά
από κάθε κοινωνικό στρώμα και οικογενειακή προέλευση. Στην ψυχή της μεγάλης
πλειονότητας των νεοφώτιστων «κομμουνιστών» της Κατοχής κυριαρχούσε όχι ο
«προλεταριακός διεθνισμός», αλλά ο άδολος, ο αταξικός, ο παραδοσιακός ελληνικός
πατριωτισμός, ο οποίος, άλλωστε, οδήγησε τα παιδιά του ελληνικού λαού να
ενταχθούν σε όποια οργάνωση φρόντισε εγκαίρως να τους προσφέρει αυτό που
λαχταρούσαν: Τη δυνατότητα να πολεμήσουν για την πατρίδα τους. Λοιπόν, τους
παλιούς κομμουνιστές καλεί ο Τάκης Λαζαρίδης «να πουν την αλήθεια στο λαό» - όχι
εκείνους που ξεκίνησαν ... από το Σώμα Ελλήνων Προσκόπων!
Είναι μια προσωπική τραγωδία. Πόσοι από εκείνους στους
οποίους απευθύνεται ο Λαζαρίδης είναι έτοιμοι να τον ακολουθήσουν; Ίσως κανείς.
Αντίθετα, οι περισσότεροι είναι έτοιμοι να τον λιθοβολήσουν. Και ο άνθρωπος
αυτός, ο Τάκης Λαζαρίδης, γέννημα και θρέμμα του Κομμουνιστικού Κόμματος,
έμπιστος και αδιάλλακτος ερυθροφρουρός του παράνομου μηχανισμού καταδικασμένος
σε θάνατο μαζί με τον Νίκο Μπελογιάννη, με χαμένα τα νιάτα του και δεκάδες
χρόνια της ζωής του, ξέρει ότι από τη στιγμή που αποφάσισε να μιλήσει δημόσια
μετέβαλε τον εαυτό του σε μαύρο πρόβατο και αυτοκαταδικάστηκε σε πλήρη
απομάκρυνση και αποξένωση από το περιβάλλον μέσα στο οποίο γεννήθηκε, μεγάλωσε
και έζησε. Για τα ελληνικά δεδομένα, μια τέτοια απόφαση, όταν παίρνεται από
ανθρώπους σαν τον Τάκη Λαζαρίδη, μόνο ηρωική μπορεί να χαρακτηριστεί. Στην
πραγματικότητα σήμερα, προκειμένου να εκπληρώσει αυτό που αισθάνεται ως χρέος του
προς τον ελληνικό λαό, ο Λαζαρίδης προκαλεί, σε ηλικία 60 ετών, την «ιερή οργή»
των πάσης φύσεως υποκριτών που είναι έτοιμοι να τον αποκαλέσουν «αποστάτη»,
«προδότη», «πουλημένο»... Και ο Τάκης Λαζαρίδης δεν είναι βέβαια... Υβ Μοντάν,
που βγαίνει ξαφνικά και καταγγέλλει τον κομμουνισμό και τη Σοβιετική Ένωση
(αρχίζοντας από την εισβολή στην Τσεχοσλοβακία) χωρίς αυτό να του κοστίζει
απολύτως τίποτα (αντίθετα, πολλοί θα τον ήθελαν υποψήφιο Πρόεδρο της Γαλλικής
Δημοκρατίας). Ο Τάκης δεν είναι καν ένας πρώην Ελασίτης που πήρε στο χέρι του
το ντουφέκι και έμεινε για πάντα ένας αντάρτης. Αυτός ανδρώθηκε μετά τον πόλεμο μέσα στον
παράνομο μηχανισμό του ΚΚΕ και από το στρατό πήγε στη φυλακή, όπου έζησε και
πάλι με τους ανθρώπους «του κόμματος». Αυτές ήταν όλες κι όλες οι «κοινωνικές
σχέσεις» του. Αυτό ήταν το προσωπικό περιβάλλον του, στο όποιο τώρα γυρίζει τις
πλάτες. Για να κερδίσει τι; Για να μείνει μόνος. Μόνος με τη συνείδησή του.
Τώρα πια μόνο στη συνείδησή του λογοδοτεί. Και λέει αυτά που έχει να πει.
Καθαρά και τίμια. Χωρίς να διστάζει μπροστά σε τίποτα. Χωρίς να διστάζει να
καταρρίψει και τον νεογέννητο μύθο της «περεστρόικα» του Μιχαήλ Γκορμπατσόφ,
τον οποίο καλεί να εξηγήσει κάτι πολύ απλό: Από που αντλεί -και αυτός- το
δικαίωμα να ορίζει, αυθαίρετα και ανεξέλεγκτα, τη μοίρα του σοβιετικού λαού;
Ποιον ρώτησε; Ποιος τον έταξε στη θέση την οποία κατέχει; Η κομματική
νομενκλατούρα είναι καταδικασμένη και ο Γκορμπατσόφ δεν μπορεί να τη σώσει...
Για την Ελλάδα, το συμπέρασμα του Τάκη Λαζαρίδη
συμπυκνώνεται σε δύο μόνο λέξεις: ΕΥΤΥΧΩΣ, ΗΤΤΗΘΗΚΑΜΕ! Δηλαδή, ευτυχώς ηττήθηκε
το ΚΚΕ τον Δεκέμβριο του 1944 στην Αθήνα και το καλοκαίρι του 1949 στο Γράμμο
και στο Βίτσι. Ευτυχώς για την Ελλάδα, αλλά και για μας τους ίδιους...
Δεν θα σχολιάσω αυτά που γράφει ο Τάκης Λαζαρίδης για το
ΠΑΣΟΚ, αν και αυτό είναι το πιο επίκαιρο και ίσως το πιο ΧΡΗΣΙΜΟ τμήμα του
βιβλίου του. Νομίζω, όμως, πως σε ένα θέμα που αφορά την τρέχουσα πολιτική
επικαιρότητα καλύτερα είναι να μην παρεμβάλλεται κανείς ανάμεσα στο συγγραφέα
και στον αναγνώστη.
ΓΙΑΝΝΗΣ ΒΟΥΛΤΕΨΗΣ
Ευρύτατα γνωστός για το θεατρικό του έργο, ο Μπέρτολντ Μπρεχτ είναι σχεδόν άγνωστος ως ποιητής. Έχει αφήσει, ωστόσο, μερικά θαυμάσια ποιήματα. Σ' ένα απ' αυτά μπορεί να διαβάσει κανείς:
«Έλεγχε το λογαριασμό
που είναι δικό σου χρέος να πληρώσεις.
Σε κάθε του κοντύλι
βάζε το δάχτυλο και ρώτα:
Αυτό από που πηγάζει;
Την αρχηγία στα χέρια σου πρέπει να πάρεις...»
Ανήκω στη γενιά των κομμουνιστών που πλήρωσαν το λογαριασμό χωρίς ποτέ να τον ελέγξουν. Τετάρτη Αυγούστου, Κατοχή, Δεκέμβρης, Εμφύλιος, τα χρόνια που ακολούθησαν τον Εμφύλιο. Κοντύλια, όλα, από τον ίδιο παραφουσκωμένο λογαριασμό... Έχουμε βέβαια ένα ελαφρυντικό: Εκείνη την εποχή δεν είχαμε ιδέα από Μπρεχτ. Είχαμε, όμως, διαβάσει Λένιν και ξέραμε ποια ήταν, κατά τον Λένιν, τα κριτήρια για τη σοβαρότητα ενός κόμματος. Έγραφε:
«Η στάση ενός πολιτικού κόμματος απέναντι στα λάθη του είναι ένα από τα σπουδαιότερα και ασφαλέστερα κριτήρια για τη σοβαρότητα του κόμματος και για την εκπλήρωση στην πράξη από μέρους του των υποχρεώσεών του απέναντι στην τάξη του και στις εργαζόμενες μάζες. Να αναγνωρίζει ανοιχτά το λάθος του, να βρίσκει τις αιτίες του, να αναλύει την κατάσταση που το γέννησε, να εξετάζει προσεχτικά τα μέσα για τη διόρθωσή του - αυτό είναι το γνώρισμα ενός σοβαρού κόμματος, αυτό θα πει εκπλήρωση των υποχρεώσεών του, αυτό θα πει διαπαιδαγώγηση της τάξης του και, έπειτα, και της μάζας». («Αριστερισμός, Παιδική Αρρώστια του Κομμουνισμού», Σελ. 76-77).
Ποτέ δεν καταλάβαμε σε βάθος αυτές τις υποδείξεις και, το χειρότερο, ποτέ η «λενινιστική» ηγεσία μας δεν θέλησε, ως είχε υποχρέωση, να τις εφαρμόσει. Με συνέπεια κρίσιμα ερωτήματα να παραμένουν αναπάντητα πάνω από σαράντα χρόνια τώρα. Γιατί χάσαμε την εξουσία στο τέλος της κατοχής, αφού με το τεράστιο Εαμικό κίνημα ουσιαστικά όλη η Ελλάδα ήταν στα χέρια μας; Γιατί υπογράψαμε στο Λίβανο και στην Καζέρτα; Γιατί φτάσαμε στο Δεκέμβρη; Γιατί έγινε ο εμφύλιος; Για μας που πληρώσαμε το λογαριασμό, ίσως να μην έχει πια νόημα να τον ελέγξουμε τώρα, «κατόπιν εορτής». Έχει όμως για την Ιστορία. Για την πατρίδα μας, αφού είναι γενικά αποδεκτό ότι «χωρίς σωστή κατανόηση του παρελθόντος είναι αδύνατο να βαδίσουμε σωστά στο μέλλον». Και έχει κυρίως για τους νέους, που ίσως κληθούν κι αυτοί κάποτε να πληρώσουν έναν παραφουσκωμένο λογαριασμό.
Υπάρχει, όμως, κι ένα άλλο πρόβλημα. Η ηγεσία όχι μόνο του δικού μας αλλά και του παγκόσμιου κομμουνιστικού κινήματος, δεν έπαψε ποτέ να τονίζει ότι «ο μαρξισμός δεν είναι δόγμα, αλλά καθοδήγηση για δράση». Κι ότι «μαρξισμός είναι η συγκεκριμένη ανάλυση της συγκεκριμένης κατάστασης». Ωστόσο, ποτέ δεν μπόρεσε ή δεν θέλησε να προχωρήσει σε μια «συγκεκριμένη ανάλυση της συγκεκριμένης κατάστασης». Αρκέστηκε στις προ εκατονταετίας αναλύσεις, θεωρώντας αυτονόητο ότι εδώ και εκατό χρόνια η ζωή δεν κάνει τίποτα άλλο παρά να επιβεβαιώνει την ορθότητα της μαρξιστικής-λενινιστικής θεωρίας. Κι αν κάπου η πραγματικότητα, η ζωή, συγκρούεται με τη θεωρία, τόσο το χειρότερο για τη ζωή...
Όμως τα πράγματα δεν είναι τόσο απλά. Δραματικά ερωτήματα και τραγικά διλήμματα μας ζώνουν. Ποιος είναι ο κόσμος όπου ζούμε; Που βαδίζει η ανθρωπότητα; Ποιο είναι το χρέος του ανθρώπου που αγάπα την ελευθερία, τη δημοκρατία και την κοινωνική πρόοδο;
Στα ερωτήματα αυτά απάντηση μπορεί να δώσει μόνο η «συγκεκριμένη ανάλυση της συγκεκριμένης κατάστασης». Είναι φανερό ότι η «λενινιστική» ηγεσία μας δεν έχει καμιά διάθεση να ρίξει «πετριές στα βαλτονέρια». Ούτε σκοπεύει να δώσει ποτέ απάντηση στα αμείλικτα «Γιατί» της Κατοχής και του Εμφυλίου. Το χρέος πέφτει σε όλους μας και στον καθένα χωριστά. Οι γραμμές που ακολουθούν, προσπαθούν να ανταποκριθούν σ' αυτό το χρέος.
Ο αμύητος, αλλά συχνά και ο μυημένος, είναι αδύνατον να
«βρει άκρη», να εξηγήσει λογικά τις «ακατανόητες» μερικές φορές θέσεις και
αποφάσεις της εκάστοτε ηγεσίας του ΚΚΕ.
Ο σύγχρονος ερευνητής, έστω και βιαστικός, μένει εμβρόντητος
μπροστά στις αλλοπρόσαλλες, ανεδαφικές και συχνά ανεξήγητες, με την κοινή
λογική, αποφάσεις των ηγετών του ΚΚΕ σε κρίσιμες στιγμές, σε κρίσιμα
προβλήματα. Αναρωτιέται αν οι άνθρωποι αυτοί είχαν κοινό νου, αν διέθεταν
στοιχειώδη λογική ή ήταν διανοητικά καθυστερημένοι. Βγαίνουν αίφνης το 1924 στο
3ο έκτακτο συνέδριο του κόμματος και υιοθετούν το σύνθημα «ενιαία και
ανεξάρτητη Μακεδονία και Θράκη», προσβάλλοντας βάναυσα το εθνικό αίσθημα των
Ελλήνων. Γιατί; Για ποιο λόγο; Δεν είχαν συναίσθηση της πράξης τους, δεν είχαν
ίχνος πατριωτισμού;
Το 1930 το ΚΚΕ είναι μικρό κι αδύναμο, η επιρροή του
ασήμαντη, τα μέλη του μετά βίας φτάνουν τα 1.500 σ' όλη την Ελλάδα. Κι όμως,
αυτήν ακριβώς την εποχή, οι ηγέτες του ρίχνουν το βαρύγδουπο όσο και κωμικό
σύνθημα «γενική κινητοποίηση του προλεταριάτου και των φτωχών εργαζομένων
στρωμάτων της αγροτιάς... Οργάνωση και προπαρασκευή της γενικής πολιτικής
απεργίας, των ενόπλων διαδηλώσεων και των καθόδων στις πόλεις των φτωχών
στρωμάτων της αγροτιάς». («ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ» 30-3-1930).
Γενική πολιτική απεργία, λοιπόν, και ένοπλες διαδηλώσεις για
την «εγκαθίδρυση της εργατοαγροτικής κυβέρνησης» και την ίδρυση της «Βαλκανικής
Σοβιετικής Ομοσπονδίας» το 1930! ... Στα σύννεφα ζούσαν; Τους έλειπε εντελώς η
αίσθηση του γελοίου;
Αργότερα, στην κατοχή, το 1944, το ΚΚΕ είναι πανίσχυρο.
Ελέγχει και καθοδηγεί την Εθνική Αντίσταση, κυριαρχεί σ' ολόκληρη τη χώρα,
ουσιαστικά έχει στα χέρια του την εξουσία. Κι όμως οι ηγέτες του, εντελώς
ανεξήγητα, υπογράφουν τις συμφωνίες του Λιβάνου και της Καζέρτας με τις οποίες
ουσιαστικά υπογράφουν την καταδίκη τους, παραχωρούν την εξουσία στους
αντιπάλους. Γιατί; Τόσο ανίκανοι και ηλίθιοι ήσαν; Και ξαφνικά, το Δεκέμβρη,
κάνουν στροφή 180 μοιρών. Σε μια κρίσιμη φάση του Β' παγκοσμίου πολέμου κι ενώ
η γερμανική αντεπίθεση στις Αρδέννες απειλούσε ολόκληρο το συμμαχικό μέτωπο, οι
ηγέτες του Κ.Κ. κάνουν το μεγάλο βήμα: Αποφασίζουν την ένοπλη σύγκρουση,
αποφασίζουν να αναμετρηθούν με την Βρετανική Αυτοκρατορία. Και πάλι ένα πελώριο
«Γιατί» αιωρείται αναπάντητο.
Και ακολουθούν η Βάρκιζα, ο Εμφύλιος, και τα «Γιατί»
συνεχίζουν την ατέλειωτη παρέλαση, χωρίς ποτέ να δίνεται μία λογική, μία
πειστική εξήγηση.
Κατά κανόνα, όσοι αναφέρονται στα αλλεπάλληλα και τραγικά
λάθη της δεκαετίας '40-'50 τα αποδίδουν στον δογματισμό, στην πολιτική
ανωριμότητα και στην ανικανότητα των ηγετών του ΚΚΕ.
Κάπου-κάπου ακούγονται και μερικές θαρραλέες φωνές, όμως κι
αυτές κόβονται στη μέση. Κάπου ανοίγουν ρωγμές και η αλήθεια γλιστράει και
χάνεται σαν το νερό στην άμμο. Όμως είναι ανάγκη επιτακτική να ειπωθεί ολόκληρη
η αλήθεια, καθαρή και αφτιασίδωτη. Και η αλήθεια είναι πως παρά το μικρό
πολιτικό και πνευματικό τους ανάστημα, δεν ήταν ούτε τόσο ανίκανοι ούτε τόσο
ηλίθιοι. Απλώς, δεν ξεχνούσαν ποτέ πως ήταν διορισμένοι από την Κομμουνιστική
Διεθνή, πως το ΚΚΕ ήταν οργανικό τμήμα της ΚΔ και είχαν συνεπώς την υποχρέωση
να εφαρμόζουν πιστά τις αποφάσεις και τις εντολές της. Τις αποφάσεις και τις
εντολές, σε τελευταία ανάλυση, των σοβιετικών ηγετών.
Είχαν ενστερνισθεί βαθύτατα την αρχή του «προλεταριακού
διεθνισμού», που σαν πολικό άστρο οδηγούσε τα βήματά τους στο «ανώμαλο και
απέραντο πεδίο της ταξικής πάλης».
Και ο προλεταριακός διεθνισμός, όπως διδάσκει ο Λένιν,
απαιτεί, μεταξύ των άλλων, «την υποταγή των συμφερόντων της προλεταριακής πάλης
σε μια χώρα, στα συμφέροντα της πάλης αυτής σ' όλο τον κόσμο».
Και όπως μας πληροφορεί ο Μπαρτζώτας: «Ο Δημητρώφ
επανειλημμένα έλεγε ότι η λυδία λίθος του προλεταριακού διεθνισμού είναι η θέση
που παίρνει ο κάθε επαναστάτης, ο κάθε κομμουνιστής, απέναντι στη Σοβιετική
Ένωση. Το ΚΚΕ πάντα έμεινε και μένει πιστό στη Μεγάλη Οχτωβριανή Σοσιαλιστική Επανάσταση και στη Σοβιετική
Ένωση».
Για την απόλυτη εξάρτηση και υποταγή των εκάστοτε ηγετών του
ΚΚΕ στις εντολές και τις οδηγίες της Μόσχας μιλούν κατ' αρχήν οι ίδιοι οι
πρωταγωνιστές. Ιδιαίτερα οι Ιωαννίδης, Γούσιας, Βλαντάς είναι σαφείς και
αποκαλυπτικοί. Αρκεί να ξεφυλλίσει κανείς τα κείμενά τους, έστω και
επιτροχάδην, για να καταλάβει ολόκληρη την αλήθεια.
Μιλούν επίσης με σαφήνεια τα κομματικά ντοκουμέντα και οι
αποφάσεις που κατά καιρούς δημοσιεύτηκαν στον κομματικό τύπο και σε άλλα έντυπα
της Αριστεράς. Οι εκάστοτε ηγέτες του ΚΚΕ όχι μόνο δεν έκρυβαν αλλά,
τουναντίον, υπογράμμιζαν με κάθε ευκαιρία την άμεση εξάρτησή τους από τη Μόσχα.
Στο «Ριζοσπάστη» της 28-1-31 δημοσιεύεται π.χ. μία
ανακοίνωση του Π.Γ. κατά της ομάδας Χαϊτά-Ευτυχιάδη. Μεταξύ των άλλων αναφέρει:
«7) Το Πολιτικό Γραφείο του Κόμματος δηλώνει ότι το Κόμμα
μας διευθύνεται από την Κ.Δ. όχι μέσω της Νεολαίας, όπως θέλουν να παραστήσουν
οι δεξιοί, ούτε με άγνωστα στο Κόμμα ντοκουμέντα (γιατί μέχρι στιγμής δεν
δόθηκε το γράμμα της Κ.Δ. Νέων στο Κόμμα), αλλά διευθύνεται απ' ευθείας. Η Κ.Δ.
τις ντιρεκτίβες της τις στέλνει απ' ευθείας στο Κόμμα. Και η Κ.Δ. αν και
διατηρεί στενώτατη επαφή με το κόμμα μας δεν μας έδωσε ως τα τώρα την εντολή να
δέσουμε τα χέρια του Κόμματος μπροστά στην επίθεση της δεξιάς και να αφήσει το
Πολιτικό Γραφείο ανυπεράσπιστη τη γραμμή του στις επιθέσεις του μπλοκ της
δεξιάς...».
Συγκινητική, πράγματι, η προσπάθεια του Πολιτικού Γραφείου
να πείσει τα μέλη του κόμματος ότι κατευθύνεται από την Κ.Δ. όχι έμμεσα (προς
θεού, όχι έμμεσα!) αλλά «απ' ευθείας»...
Στο «Ριζοσπάστη» πάλι της 27-9-27 δημοσιεύεται απόφαση του
Π.Γ. η οποία, αντικρούοντας τις κατηγορίες των «λικβινταριστών», τονίζει μεταξύ
των άλλων:
«Και το έργο της μπολσεβικοποίησης του κόμματός μας
χαράχθηκε σαφώς - για την συγκεκριμένη περίοδο και τις συγκεκριμένες συνθήκες -
με τις αποφάσεις του 3ου τακτικού Συνεδρίου του Κόμματος υπό την άμεσο
καθοδήγηση της Κομμουνιστικής Διεθνούς...».
Ο κομματικός τύπος είναι γεμάτος από παρόμοια κείμενα. Οι
ηγέτες του ΚΚΕ δεν κάνουν καμιά προσπάθεια να κρύψουν την εξάρτησή τους από τη
Μόσχα. Το θεωρούν άλλωστε, και δικαιολογημένα, εντελώς περιττό. Στο Γ' Έκτακτο
Συνέδριο, το Δεκέμβρη του 1924, το ΚΚΕ αποφάσισε να γίνει οργανικό τμήμα της
Κ.Δ., με την προσθήκη στον τίτλο του των γραμμάτων Ε.Τ.Κ.Δ. (Ελληνικό Τμήμα της
Κομμουνιστικής Διεθνούς).
Απαραίτητη προϋπόθεση για την εισδοχή στην Κ.Δ. ήταν η
παραδοχή των 21 όρων που επεξεργάστηκε η Κ.Δ. στο Β' Συνέδριό της στη Μόσχα τον
Μάρτη του 1919. Και μεταξύ των όρων αυτών είναι ο 16ος που ορίζει:
«Όλες οι αποφάσεις των Συνεδρίων της Κ.Δ. καθώς και της
Εκτελεστικής Επιτροπής, είναι υποχρεωτικές για όλα τα κόμματα που ανήκουν στην
Κ.Δ.»...
Πέρα όμως από τα πρόσωπα και τα κείμενα, για την εξάρτηση
του ΚΚΕ μιλούν τα γεγονότα. Μιλούν, κυρίως, τα «λάθη», που, όσο κι αν
εμφανίζονται δυσεξήγητα, στην πραγματικότητα δεν κρύβουν κανένα μυστήριο.
Αναφερόμενος στο θέμα αυτό ο Μ. Θεοδωράκης στο «Χρέος» του,
σελ. 179, σημειώνει:
«Να ποιο υπήρξε το "Σχολειό" μας, εμάς των
Ελλήνων Επαναστατών. Καθημερινή μας τροφή η πίκρα. Όμως απ' όλα τα συναισθήματα
νομίζω ότι δεν υπάρχει χειρότερο από εκείνο που γεννάει μέσα μας το λάθος.
Χάσαμε την εξουσία γιατί κάναμε λάθος. Όμως τα λάθη δεν σταματούν. Το
κίνημα της Ελληνικής Αριστεράς, θα βαδίσει επί 25 χρόνια ακόμη (1945-1967)
έχοντας σαν κύριο γνώρισμά του αυτό τον καταπληκτικό συνδυασμό ζωτικότητας και
δύναμης από την μία πλευρά και των λαθών από την άλλη. Είναι όμως ποτέ δυνατόν
να συμβεί κάτι τέτοιο; Στο κάτω-κάτω οι κινήσεις αυτών των μαζών και στελεχών
δεν ήταν αυθόρμητες. Υπάκουγαν σε κάποια δύναμη που διαρκώς σχεδίαζε και καθοδηγούσε,
δηλαδή στην ηγεσία. Επομένως θα ήταν πιο σωστό αν λέγαμε ότι οι ίδιοι άνθρωποι
-οι ηγέτες- γνώριζαν και μπορούσαν να οδηγούν σωστά το λαϊκό μας κίνημα, μέχρι
που σε μία ορισμένη ιστορική στιγμή έπεφταν "λάθος", όχι στο μικρό,
στο αναπόφευκτο και που ξεπερνιέται εύκολα αλλά στο μεγάλο, το απροσδιόριστο,
με τις βαρύτατες συνέπειες.
Τι συμβαίνει άραγε; Μοιραίες υποκειμενικές αδυναμίες; Ή
κάτι βαθύτερο; Νομίζω ότι όταν το ίδιο φαινόμενο επαναλαμβάνεται με ακρίβεια
επί τόσες δεκαετίες, αυτό σημαίνει ότι βρισκόμαστε μπροστά σε κάποιον ιδιαίτερο
νόμο, που κρυμμένος κάπου εκεί κάτω από την πολιτική του κόμματος, προκαλεί
κάθε τόσο αυτές τις τραγικές για το κίνημα και το λαό μας κρίσεις...».
Υπάρχει πραγματικά αυτός ο νόμος; Ναι, υπάρχει, και δεν
είναι καθόλου «κρυμμένος». Τον προσδιορίζει με σαφήνεια ο ίδιος ο Ζαχαριάδης.
Στην 7η Ολομέλεια, το 1950, δηλώνει απερίφραστα: «Για μας, οι αποφάσεις και
υποδείξεις του Μπολσεβίκικου Κομμουνιστικού Κόμματος είναι νόμος».
Αυτός ακριβώς ο νόμος είναι που βρίσκεται κρυμμένος πίσω από
τα μεγάλα «λάθη». Πίσω από το Λίβανο και την Καζέρτα, πίσω από το Δεκέμβρη, τη Βάρκιζα
και τον Εμφύλιο.
Ας προσπαθήσουμε να τον ανιχνεύσουμε.
Το καλοκαίρι του 1944 το ΚΚΕ είναι παντοδύναμο. Με εξαίρεση την Ήπειρο, όπου δεσπόζει ο ΕΔΕΣ, σ' όλη την υπόλοιπη Ελλάδα κυριαρχεί ο ΕΛΑΣ, ο «ατσάλινος βραχίονας» του ΚΚΕ. Κι όμως, αυτήν ακριβώς την περίοδο, σπεύδει και υπογράφει τις συμφωνίες του Λιβάνου και της Καζέρτας, υπογράφει δηλαδή μόνο του την καταδίκη του.
Με τη συμφωνία του Λιβάνου, τον Μάη του '44, αποδέχεται το σχηματισμό κυβέρνησης «Εθνικής Ενότητας» υπό τον Γεώργιο Παπανδρέου· παραχωρεί ουσιαστικά την εξουσία στην κυβέρνηση του Καΐρου. Ακριβέστερα στους Άγγλους, δεδομένου ότι η κυβέρνηση του Καΐρου ήταν διορισμένη από τους Άγγλους. Και με τη συμφωνία της Καζέρτας, τον Σεπτέμβρη του ίδιου χρόνου, δέχεται να μπει ο ΕΛΑΣ υπό τις διαταγές του Άγγλου «Στρατηγού Διοικούντος τας εν Ελλάδι Δυνάμεις», ρίχνει δηλαδή τον Ελληνικό Λαϊκό Απελευθερωτικό Στρατό στα χέρια των Άγγλων...
Γιατί υπέγραψαν οι Σιάντος - Ιωαννίδης τις συμφωνίες αυτές; Τι τους υποχρέωνε;
Πολλοί μίλησαν για ανικανότητα και έλλειψη πολιτικής πείρας των ηγετών του ΚΚΕ. Άλλοι, αργότερα, μίλησαν ακόμα και για προδοσία. Όπως αποδεικνύεται, η αλήθεια είναι εντελώς διαφορετική. Οι Σιάντος - Ιωαννίδης έφτασαν στο Λίβανο και στην Καζέρτα γιατί εκεί οδηγούσαν λογικά οι αποφάσεις του 7ου Συνεδρίου της Κ.Δ. και γιατί αυτές ήταν οι σαφείς εντολές των σοβιετικών.
Όπως προκύπτει από διάφορα στοιχεία, με την έναρξη της κατοχής (ίσως και νωρίτερα) και για ένα αρκετά μεγάλο χρονικό διάστημα, η επαφή με την ΚΔ είχε χαθεί. Το θέμα προβλημάτιζε σοβαρά τους ηγέτες του ΚΚΕ που, μέσ' στην ευθυνοφοβία τους, ένιωθαν έντονη την ανάγκη συγκεκριμένων οδηγιών και κατευθύνσεων από το κέντρο.
Ο Γιάννης Ιωαννίδης, στο σημείο αυτό τουλάχιστον, είναι απολύτως σαφής. Στην πρώτη συνάντησή του με τον Σιάντο μετά την απόδρασή του από το νοσοκομείο της Πέτρας τον Ιούλιο του 1942, αυτό ακριβώς το ζήτημα θέτει. Λέει στις «Αναμνήσεις» του (σελ. 126):
«Μόλις έφτασα στην Αθήνα ρώτησα τον Σιάντο αν έχουμε επαφή με την ΚΔ. Μου είπε ότι δεν έχουμε. Κάναμε τίποτα, ρωτάω, για ν' αποκτήσουμε επαφή; Δεν κάναμε τίποτα, μου λέει. Χωρίς επαφή με την Κ.Δ., δουλειά σωστή δεν θα κάνουμε...».
Η τελευταία αυτή φράση τα λέει όλα. «Χωρίς επαφή με την ΚΔ δουλειά σωστή δεν θα κάνουμε». Μ' άλλα λόγια: «Μόνοι μας δεν μπορούμε να κάνουμε τίποτα. Μόνο εκτελώντας τις σοβιετικές οδηγίες και εντολές μπορούμε να είμαστε βέβαιοι για την πορεία μας»...
Αποκαλυπτικότερη ομολογία ανικανότητας και εξάρτησης δεν θα μπορούσε να υπάρξει. Ας μη τους αδικούμε όμως. Εκείνη την εποχή δεν ήταν οι μόνοι. Όλοι μας τότε πιστεύαμε ακράδαντα στο αλάθητο των σοβιετικών ηγετών. Ήταν για μας αδιανόητο ότι μπορούσε ποτέ να κάνουν λάθος αυτοί, που, εξοπλισμένοι με την «αθάνατη μαρξιστική - λενινιστική διδασκαλία», καθοδηγούσαν νικηφόρα το παγκόσμιο προλεταριάτο.
Δεν προκαλεί συνεπώς έκπληξη το γεγονός ότι επίμονες και αγωνιώδεις ήταν οι προσπάθειες των ηγετών του ΚΚΕ να αποκαταστήσουν επαφή με την Κ.Δ., δηλαδή με την σοβιετική ηγεσία.
Στα πλαίσια των προσπαθειών αυτών εντάσσεται και η αποστολή του Τζήμα στο στρατηγείο του Τίτο. Αν δεν μπορούσαν να έχουν άμεση επαφή με τη Μόσχα, ας είχαν τουλάχιστον έμμεση. Φαίνεται όμως πως και η προσπάθεια αυτή άργησε να ευοδωθεί. Ο Τέμπο μας πληροφορεί πως το καλοκαίρι του '43 ο Σιάντος του ζήτησε να τους φέρει σ' επαφή με την Κόμιντερν στη Μόσχα. Το πράγμα, είπε, ήταν τεχνικά δύσκολο. Μέσω του Τίτο έγινε ενέργεια αλλά η πρώτη επαφή της ελληνικής ηγεσίας με τη σοβιετική ηγεσία πραγματοποιήθηκε τον Φεβρουάριο του 1944. (Β. Μαθιόπουλου: Η Ελληνική Αντίσταση και οι «Σύμμαχοι». Πρόλογος).
Αν η πρώτη έμμεση επαφή με τη Μόσχα πραγματοποιείται τον Φεβρουάριο του 1944, άμεση και συνεχής επαφή αποκαθίσταται τον Ιούλιο του 1944 με την άφιξη στα βουνά της Ελεύθερης Ελλάδας της σοβιετικής στρατιωτικής αποστολής. Αυτό δεν σημαίνει βέβαια πως ως τότε οι ηγέτες του ΚΚΕ ήταν μόνοι και αβοήθητοι στη δράση τους και πως έπαιρναν «στα τυφλά» τις αποφάσεις τους. Υπήρχαν, κατ' αρχήν, οι καθημερινές εκπομπές του ραδιοφωνικού σταθμού της Μόσχας. Και, ως σταθερός «οδηγός δράσης», υπήρχαν οι αποφάσεις του 7ου Συνεδρίου της Κ.Δ. που συνήλθε στη Μόσχα τον Ιούλιο του 1935.
Με τις αποφάσεις του Συνεδρίου αυτού, ο Στάλιν έκανε μίαν απότομη στροφή. Ο επερχόμενος κίνδυνος από τον φασιστικό Άξονα τον υποχρέωνε να εγκαταλείψει την «επαναστατική» φρασεολογία και την τυχοδιωκτική πολιτική του, πολιτική που θεωρούσε τα σοσιαλιστικά και σοσιαλδημοκρατικά κόμματα «κυματοθραύστη» του εργατικού κινήματος και «υπηρέτες» του ιμπεριαλισμού. Η σκληρή πραγματικότητα τον υποχρέωνε να διαπιστώσει ότι ακριβώς αυτά τα κόμματα, που μέχρι χθες κατηγορούσε, ήταν οι «φυσικοί» του σύμμαχοι για την αντιμετώπιση
της χιτλερικής απειλής. Τα ΚΚ σ' όλο σχεδόν τον κόσμο παρέμεναν ασήμαντες
μειοψηφίες, ανίκανες ν' αποτελέσουν σοβαρό ανάχωμα στη ναζιστική πλημμυρίδα. Με
τις αποφάσεις του 7ου Συνεδρίου της Κ.Δ., ο Στάλιν έβαζε στα ΚΚ αυτό ακριβώς το
καθήκον: Να αγωνιστούν για την «ενότητα όλων των αντιφασιστικών δυνάμεων» και
την πολιτική έκφρασή της, το «Λαϊκό Μέτωπο».
Με την έναρξη της γερμανικής εισβολής και σ' όλη τη διάρκεια της κατοχής, στο καθήκον αυτό προσπάθησε επιμελώς να ανταποκριθεί το ΚΚΕ. Αποτέλεσμα η ίδρυση του ΕΑΜ, της ΕΠΟΝ και των άλλων «ενιαιομετωπικών» οργανώσεων. Ταυτόχρονα, όμως, το ΚΚΕ είχε και ένα άλλο θεμελιώδες καθήκον: Να προετοιμάσει τους όρους για την, σε εύθετο χρόνο, κατάληψη της εξουσίας. Η κατάληψη της εξουσίας ήταν όρος απαράβατος για τον «θρίαμβο του σοσιαλισμού» και στην πατρίδα μας, που αποτελεί άλλωστε και τον λόγο ύπαρξης του ΚΚΕ.
Τα δύο καθήκοντα αλληλοσυγκρούονταν. Από τη μία έπρεπε να επιτευχθεί η ευρύτερη δυνατή ενότητα όλων των αντιφασιστικών και δημοκρατικών δυνάμεων, ολόκληρου του Λαού. Και από την άλλη να εξουδετερωθούν και να συντριβούν όλες εκείνες οι δυνάμεις που θα μπορούσαν ν' αποτελέσουν εμπόδιο στην πορεία του ΚΚΕ προς την εξουσία.
Η αντιφατικότητα των καθηκόντων εξηγεί και την αντιφατικότητα της πολιτικής: Επίμονες προσπάθειες για συνεργασία και ενότητα και ταυτόχρονα πόλεμος κατά του ΕΔΕΣ, εξόντωση του Ψαρρού και της ομάδος του, διαβολή και συντριβή όλων των εθνικιστικών αντιστασιακών οργανώσεων, μονοπώληση με κάθε τρόπο της Εθνικής Αντίστασης.
Παραβιάζει «ανοικτάς θύρας» όποιος προσπαθεί σήμερα να αποδείξει ότι ο Λίβανος και η Καζέρτα υπήρξαν αποτέλεσμα σοβιετικών εντολών και υποδείξεων. Τα υπάρχοντα ιστορικά στοιχεία και οι προσωπικές μαρτυρίες των πρωταγωνιστών δεν επιτρέπουν καμιά αμφιβολία. Διακεκριμένοι ιστορικοί της Αριστεράς, αγωνιστές οι ίδιοι της Εθνικής Αντίστασης, αναγνωρίζουν «ευθαρσώς» την ιστορική αλήθεια.
Ο Α. Κέδρος, στο δίτομο έργο του «Η ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΑΝΤΙΣΤΑΣΗ 40-44», επικαλούμενος πλήθος αδιάψευστα στοιχεία, μεταξύ των οποίων και τη μυστική αλληλογραφία Στάλιν - Τσόρτσιλ, συμπεραίνει:
«Μ' όλο που τα ντοκουμέντα τα σχετικά μ' αυτή την κεφαλαιώδη
στιγμή της Ιστορίας της Σύγχρονης Ελλάδας δεν είναι ακόμη γνωστά, ο ιστορικός
διαθέτει σήμερα επαρκή στοιχεία για να βεβαιώσει ότι η συνθηκολόγηση της
Αντίστασης μπροστά στην Ελληνική Κυβέρνηση του Καΐρου (μπροστά στη Βρετανική
αδιαλλαξία) δεν αποφασίστηκε στο ελληνικό αντάρτικο, αλλά αλλού, στη
Μόσχα!...».
(Τ. Β' σελ. 167-168)
Στο ίδιο συμπέρασμα καταλήγει και ο Παύλος Νεφελούδης. Στο
βιβλίο του «ΣΤΙΣ ΠΗΓΕΣ ΤΗΣ ΚΑΚΟΔΑΙΜΟΝΙΑΣ», σελ. 243-244, γράφει:
«Εν πάση περιπτώσει, απ' όλα τα μέχρι σήμερα γνωστά
δεδομένα, το συμπέρασμα που βγαίνει, όσο κι αν αυτό προκαλεί
"ηλεκτροσόκ" σ' ορισμένους επαναστάτες, είναι ότι η Σοβιετική Ένωση
θυσίασε τον Ελληνικό Λαό, το έπος της αντίστασής του ενάντια στους καταχτητές
και το ελληνικό κομμουνιστικό κίνημα, στο βωμό της εξυπηρέτησης των γενικώτερων
συμφερόντων της (ανταλλαγή με τη συνοριακή Πολωνία), και στο όνομα «της
υποταγής του μερικού στο γενικό συμφέρον της επανάστασης»...
Και ο Τ. Βουρνάς υπογραμμίζει:
«Και η συμφωνία του Λιβάνου και η Καζέρτα είναι προϊόντα
σοβιετικών πιέσεων επί της ελληνικής ηγεσίας της Αριστεράς και είναι
ματαιοπονία να αναζητούνται αλλού οι ευθύνες, όταν μάλιστα επισημαίνεται στο
ιστορικό υλικό η διαμετρική αντίθεση μεταξύ αρχικών αποφάσεων της ηγεσίας και
τελικών πραγματώσεων, που κατέληξαν στο Λίβανο, την Καζέρτα και τη Βάρκιζα, την
αιματηρή αυτή αυλαία των Δεκεμβριανών και αφετηρία του Εμφυλίου...».
(Τ. Βουρνά, «Ο ΕΜΦΥΛΙΟΣ», σελ. 6)
Πράγματι, όπως εύστοχα παρατηρεί ο Βουρνάς, υπάρχει μια
«διαμετρική αντίθεση μεταξύ αρχικών αποφάσεων της ηγεσίας και τελικών
πραγματώσεων». Οι ηγέτες του ΚΚΕ πήγαν στο Λίβανο για να υπογράψουν μία ισότιμη
συμφωνία κι όχι να παραδοθούν αμαχητί. Θυελλώδεις υπήρξαν οι αντιδράσεις και
μέσα στους κόλπους της ηγεσίας του ΚΚΕ όταν έγιναν γνωστοί οι όροι της
συμφωνίας. Το Μακεδονικό Γραφείο, με επικεφαλής τον Μάρκο, κατήγγειλε ανοικτά
ως προδοτική τη συμφωνία του Λιβάνου.
Κάτω από τη γενική κατακραυγή, ο Ιωαννίδης καλεί έκτακτη
ολομέλεια της ΚΕ. Πολλά έχουν γραφεί για τη «δραματική» αυτή Ολομέλεια που
συνήλθε στα Πετρίλια στις 28-29 Ιουλίου 1944. Ο Μπαρτζώτας αφηγείται πως ο
Σιάντος στην Ολομέλεια αυτή:
«... έφτασε στη συμφωνία του Λιβάνου, έκανε κριτική για
τον τρόπο που χειρίστηκε το ζήτημα η αντιπροσωπεία μας και εξαπέλυσε μία προσωπική επίθεση ενάντια στον Π. Ρούσο (ήταν κατακόκκινος εκείνη τη στιγμή ο Σιάντος από το θυμό του), λέγοντας ότι για την υπογραφή του συμφώνου του Λιβάνου (και την παραβίαση των εντολών που πήρε από το ΠΓ της ΚΕ), έπρεπε να περάσει από στρατοδικείο και να εκτελεστεί! Τότε πετάχτηκε έξαλλος από τη θέση του ο Γιάννης Ζεύγος και με σηκωμένες τις τρίχες του κεφαλιού
του φώναξε: Αυτή τη στιγμή πρέπει κιόλας να τουφεκιστεί! Μείναμε όλοι έκπληκτοι
από τη στάση αυτή του συχνά Ολύμπιου και μειλίχιου Ζεύγου.
... Ποιος μπορούσε να φανταστεί τότε, ότι ύστερα από δύο μήνες ο Γ. Ζεύγος θα υπέγραφε τη συμφωνία της Καζέρτας!».
Αλήθεια, ποιος μπορούσε να το φανταστεί; Όλοι καταδίκασαν κατά τον πιο έντονο τρόπο τη συμφωνία. Με μόνη εξαίρεση τον Ιωαννίδη, που, κατά τον Μπαρτζώτα:
«Κατέκρινε το χειρισμό της αντιπροσωπείας (Ρούσος - Πορφυρογένης). Δεν έβαλε ζήτημα καταγγελίας της συμφωνίας. Επέκρινε τους συντρόφους της Μακεδονίας που κατέκριναν δημόσια τη συμφωνία του Λιβάνου...».
Παρά ταύτα, όχι μόνο δεν καταγγέλθηκε η συμφωνία του Λιβάνου, αλλά σε δύο μήνες υπογράφεται και η συμφωνία της Καζέρτας, την οποία, κατά τον Μπαρτζώτα πάντοτε, πρώτος ανακοίνωσε περιχαρής στους δημοσιογράφους ο κατοχικός πρωθυπουργός Ιω. Ράλλης! Και την οποία το κλιμάκιο του ΠΓ στην Αθήνα (ο ίδιος ο Μπαρτζώτας δηλαδή...) κατήγγειλε με προκήρυξη σαν προβοκάτσια! Τι μεσολάβησε; Ποιος φταίει για όλ' αυτά; Ποιος είναι ο μεγάλος ένοχος; Το δραματικό αυτό ερώτημα θέτει σε ανύποπτο χρόνο ο Βλαντάς, όταν ήταν ακόμα
κορυφαίο ηγετικό στέλεχος του ΚΚΕ, πιστός και αφοσιωμένος συνεργάτης του
Ζαχαριάδη, καθαρόαιμος λενινιστής - σταλινιστής. Στην Πέμπτη ευρεία Ολομέλεια
της ΚΕ, τον Δεκέμβρη του 1955, είπε μεταξύ των άλλων:
«... Τον Απρίλη - Μάη 1944 συνήλθε στο χωριό Κορυσχάδες Ευρυτανίας το Εθνικό Συμβούλιο (Εθνικοαπελευθερωτική Βουλή). Κατά την διάρκεια των εργασιών του, μάθαμε πως η αντιπροσωπεία μας στο Λίβανο έκλεισε προδοτική συμφωνία. Το ΠΓ του κόμματός μας οργάνωσε συνεδρίαση των μελών της ΚΕ που παραβρίσκονταν σαν βουλευτές στο Εθνικό Συμβούλιο. Εκεί ο Σιάντος χαρακτήρισε προδοσία τη συμφωνία του Λιβάνου και πρότεινε ν' αποφασιστεί η αποκήρυξή της και να μπει το ζήτημα στο Εθνικό Συμβούλιο. Και ο Παρτσαλίδης πρότεινε μόλις γυρίσει η αντιπροσωπεία μας από το Λίβανο, να περάσει από το Στρατοδικείο για προδοσία. Και οι δύο προτάσεις ψηφίστηκαν ομόφωνα. Το τι έγινε
μετά είναι γνωστό. Δεν πέρασε πάνω από μήνας και η συμφωνία του Λιβάνου έγινε
επίσημη γραμμή μας. Ρωτάω: Ποιος άλλαξε την απόφαση της ΚΕ μας και του Εθνικού
Συμβουλίου; Ούτε η ΚΕ ούτε το Εθνικό Συμβούλιο ξανασυζήτησε αυτό το ζήτημα. Ο
Ιωαννίδης πρέπει να πει στο Κόμμα ποιος άλλαξε αυτή την απόφαση της ΚΕ μας και
του Εθνικού Συμβουλίου. Είναι φανερό πως την άλλαξαν οι Σιάντος - Ιωαννίδης.
Μήπως αυτό δεν είναι προδοσία και τσαλαπάτημα των καθοδηγητικών οργάνων του Κόμματος,
μα και του Εθνικού Συμβουλίου;»
Την απάντηση δίνουν οι ίδιοι οι πρωταγωνιστές. Οι Π. Ρούσος και Γ. Ιωαννίδης. Ο πρώτος, μετά τη Διάσκεψη του Λιβάνου ήρθε σε επαφή με τη σοβιετική πρεσβεία στα Κάιρο. Στην έκθεσή του προς το ΠΓ γράφει:
«Σε προσωπική επαφή με τον πρεσβευτή της ΕΣΣΔ δεν κατορθώσαμε να 'ρθούμε. Ζητήσαμε αν είναι δυνατό να έχουμε την άποψη της Σοβιετικής Κυβέρνησης πάνω στα ελληνικά ζητήματα από τον πρώτο σύμβουλο της πρεσβείας. Μετά 10 περίπου μέρες, δηλαδή ένα μήνα μετά τη λήξη της Διάσκεψης του Λιβάνου και μια βδομάδα μετά την αναχώρηση του Μιλτιάδη, ο σύμβουλος με κάλεσε και μου έκανε την ακόλουθη ανακοίνωση:
Η Σοβιετική Κυβέρνηση δεν απάντησε επί του θέματος. Ο πρεσβευτής όμως σας διαβιβάζει την ακόλουθη προσωπική του γνώμη. α) Η συμφωνία του Λιβάνου ανταποκρίνεται προς τη σημερινή κατάσταση των πραγμάτων. β) Η στάση της αντιπροσωπείας σας είναι η σωστή. γ) Πρέπει να μπείτε στην Κυβέρνηση και δ) Να φροντίσετε να γίνει γνωστή η γνώμη αυτή στα βουνά...».
Αύτη ήταν η θέση της Σοβιετικής Κυβέρνησης, έστω κι αν διαβιβάζεται ως «προσωπική γνώμη» του πρεσβευτή. Ως εάν είναι δυνατόν να υπάρχει προσωπική γνώμη σε τέτοια κρίσιμα θέματα... Και αυτή ήταν η πρώτη ψυχρολουσία για τους ηγέτες του ΚΚΕ. Όμως το καίριο πλήγμα ήρθε απ' αλλού: Από τη σοβιετική στρατιωτική αποστολή που έφθασε στα βουνά της Ελεύθερης Ελλάδας στα τέλη Ιουλίου 1944. Και η οποία ήταν οτιδήποτε άλλο εκτός από στρατιωτική. Ήταν, όπως αποδεικνύεται, καθαρά κομματική αποστολή, επιφορτισμένη από τον Στάλιν να «καθοδηγεί» το ΚΚΕ και να ελέγχει «επί τόπου» την εφαρμογή των εντολών και των οδηγιών του.
Αναφερόμενος στην άφιξη της αποστολής αυτής ο Ιωαννίδης, στις «Αναμνήσεις»του, σελ. 248, λέει:
«Ώσπου αποφάσισαν να μας στείλουν τη Στρατιωτική Αποστολή. Η στροφή των πραγμάτων ήταν πια καθαρή. Μας τη στείλαν στα τέλη του Ιούλη 1944. Τότε έφτασαν και ήταν κουμπωμένοι μέχρι εκεί που δεν παίρνει. Κατάλαβες; Μαζί τους είχαν και τον Βαβούδη που εγώ τον καθοδηγούσα στον Πειραιά και τον γνώριζα πολύ καλά από το 1929 ακόμα...».
Όπως προκύπτει από τα λεγόμενα του ίδιου του Ιωαννίδη, καμιά συζήτηση για θέματα στρατιωτικού ενδιαφέροντος δεν έγινε με την υποτιθέμενη αυτή στρατιωτική αποστολή. Οι συζητήσεις αφορούσαν καθαρώς πολιτικά θέματα. Ο Ιωαννίδης στο σημείο αυτό είναι αποκαλυπτικός και ειλικρινής. Η συμφωνία του Λιβάνου, όπως ήταν επόμενο, αποτέλεσε το κύριο θέμα των συζητήσεων. Λέει ο Ιωαννίδης:
...Πριν ακόμα βάλω εγώ το ζήτημα για τον Ζαχαριάδη, μας θέσαν αυτοί το ζήτημα γιατί ανακαλέσαμε τους αντιπροσώπους μας από τον Λίβανο.
... Τότε ο Τσερνίτσεφ, όχι ο Ποπώφ που ήταν στρατιωτικός αλλά ο Τσερνίτσεφ, που είχε το ψευδώνυμο Νικολάου και παλιότερα δούλευε στη Σοβιετική πρεσβεία της Αθήνας, μου λέει: «Και τι έχετε υπόψη σας, να πολεμήσετε ενάντια στους Εγγλέζους;»
Του λέω ότι αν παρουσιαστεί ανάγκη φυσικά θα πολεμήσουμε και με τους Εγγλέζους.
Μου κάνει ένα μορφασμό πολύ χαρακτηριστικό. Τι εσήμαινε αυτό; Αποδοκιμασία της απάντησής μου. Εγώ εκείνη τη στιγμή τα έχασα. Είδα ότι αποδοκιμάζομαι. Ο Τσερνίτσεφ δεν μπορεί να σου πει κάνε αυτό ή εκείνο. Σε καμιά περίπτωση. Αλλά ο μορφασμός του έλεγε καθαρά: Τι μου λες τώρα εσύ; Στραπάτσο. Και ήταν παραμονές της συνεδρίασης της Κεντρικής Επιτροπής. Άντε τώρα να βρεις άκρη...
... Αυτός ο μορφασμός εμένα με έκανε άνω-κάτω. Και αυτό κατά κύριο λόγο μας εξανάγκασε να αποφασίσουμε να δεχτούμε τη συμφωνία του Λιβάνου και να στείλουμε τους υπουργούς μας στην Κυβέρνηση... (Σελ. 250-251).
Ένας μορφασμός, λοιπόν, στάθηκε ικανός να οδηγήσει το μεγαλειώδες κίνημα της Εθνικής Αντίστασης στη συνθηκολόγηση και στην ήττα!
Δεν μπορώ να κατακρίνω τον Ιωαννίδη γιατί «συνεμορφώθη προς τας υποδείξεις». Είναι βέβαιο ότι και 'γω και όλοι μας το ίδιο θα κάναμε. Ήταν τόσο απόλυτη και τυφλή η εμπιστοσύνη μας στο αλάθητο της σοβιετικής ηγεσίας! Το θέαμα ωστόσο ενός ηγέτη που, κατά την ίδια του έκφραση, γίνεται άνω - κάτω και τα χάνει μπροστά στο μορφασμό ενός κάποιου Τσερνίτσεφ, είναι εξόχως αποκαρδιωτικό, εξοργιστικό, και αποκαλυπτικό συνάμα. Αποκαλύπτει πόσο χαμηλό ήταν το πολιτικό και ψυχικό ανάστημα των ανθρώπων που παρίσταναν τους ηγέτες του λαϊκού κινήματος, τα μεγάλα εκείνα χρόνια. Πόσο κομπλεξικοί και ασπόνδυλοι ήσαν. Και
το χειρότερο σ' όλη αυτή την ιστορία είναι ότι οι «ηγέτες» μας είχαν μεσάνυχτα
για τα τεκταινόμενα. Όλα είχαν γίνει και είχαν αποφασιστεί πίσω από την πλάτη
τους. Οι σοβιετικοί δεν θεώρησαν σκόπιμο να τους πουν έστω και μία λέξη.
Στις «Αναμνήσεις» του ο Ιωαννίδης (σελ. 248), μιλώντας για τις συζητήσεις που είχε με τη σοβιετική αποστολή, λέει:
«... Τους κατατοπίσαμε για όλα από την πρώτη στιγμή. Μ' αυτό μπορούσαν να δουν και έβλεπαν την ειλικρίνειά μας. Παρ' όλα αυτά αυτοί δεν ήθελαν να αναλάβουν καμιά υποχρέωση. Δεν ήταν πια ότι δεν μας είχαν εμπιστοσύνη. Αλλά ήταν ότι ήξεραν πως την Ελλάδα την είχαν αναλάβει υπό την επιρροή τους οι Άγγλοι. Το ξέραν αυτό και τι να μας πουν. Δεν μπορούσαν να μας το πουν. Δεν μπορούσαν να μας το πουν...».
Ποιον προσπαθεί να πείσει με τη διπλή αυτή κραυγή ο Ιωαννίδης; Τους άλλους ή τον εαυτό του; Τι ακριβώς εννοεί με το «δεν μπορούσαν να μας το πουν»; Γιατί «δεν μπορούσαν να μας το πουν;»
Δύο είναι οι πιθανές εκδοχές: Μας ξεπούλησαν τόσο αδιάντροπα στους Εγγλέζους, εμπορεύτηκαν τόσο αισχρά τους αγώνες, τις θυσίες και τα οράματα ενός ολόκληρου λαού που, φυσικά, δεν τολμούσαν να το ομολογήσουν.
Η ερμηνεία αυτή δεν φαίνεται και τόσο πιθανή. Ως «γνήσιος» μαρξιστής - λενινιστής και πραγματικός «μπολσεβίκος» ο Ιωαννίδης δεν θα μπορούσε ποτέ να διατυπώσει, έστω και εμμέσως, τόσο βαριές κατηγορίες κατά των ηγετών του «τιμημένου» Κ.Κ.Σ.Ε. Πιθανότερη είναι μια άλλη ερμηνεία: Η μοίρα ενός λαού, η μοιρασιά σε σφαίρες επιρροής, είναι θέματα «υψηλής πολιτικής» και μας δεν μας πέφτει λόγος. Δεν μπορούσαν να κάτσουν οι Σοβιετικοί να μας δώσουν αναφορά τι συζήτησαν και τι αποφάσισαν με τους Άγγλους.
Αν αυτή είναι η σωστή ερμηνεία, τότε έχουμε μπροστά μας την κυνικότερη
ομολογία εθελοδουλίας και υποτέλειας.
Γιατί έγινε ο Δεκέμβρης; Γιατί μετά το Λίβανο και την
Καζέρτα, και ενώ όλα έδειχναν πως βαδίζαμε προς ομαλές και ειρηνικές εξελίξεις,
αυτή η άγρια σύγκρουση, σε μία κρίσιμη στιγμή του Β' Παγκόσμιου Πολέμου;
Γιατί αυτή η φοβερή αιματοχυσία, που μπορούσε συνάμα να
κλονίσει την ίδια τη συνοχή της αντιχιτλερικής συμμαχίας, με απρόβλεπτες και
απροσδιόριστες συνέπειες;
Υπάρχουν δυο επίσημες εκδοχές. Η μία της Δεξιάς, που
υποστηρίζει ότι ο Δεκέμβρης ήταν ένας ακόμη αιματηρός γύρος. Μία αποτυχημένη
απόπειρα του ΚΚΕ να καταλάβει την εξουσία με τη δύναμη των όπλων, κατά παράβαση
των συμφωνιών του Λιβάνου και της Καζέρτας. Και η άλλη της Αριστεράς, που
υποστηρίζει ότι ο Δεκέμβρης ήταν η «κορωνίδα», το «διαμάντι» της Αντίστασης. Η
περήφανη απάντηση του λαού στην ωμή Βρετανική επέμβαση, στην προσπάθεια του βρετανικού
ιμπεριαλισμού να αλυσοδέσει τη χώρα μας. Και οι δύο εκδοχές «απέχουν
παρασάγγες» από την πραγματικότητα. Αυτό τουλάχιστον λένε τα υπάρχοντα ιστορικά
στοιχεία και η κοινή λογική. Ας δούμε, όμως, τα γεγονότα.
Το κρίσιμο, το σταυρικό σημείο όπου συνέκλιναν και
συναιρούνταν οι εκρηκτικές αντιθέσεις της στιγμής, ήταν ο αφοπλισμός των
ανταρτικών δυνάμεων. Ο αφοπλισμός, ουσιαστικά, του ΕΛΑΣ και η δημιουργία
τακτικού Εθνικού Στρατού, όπως όριζε και η συμφωνία του Λιβάνου.
Η Αριστερά αντιδρούσε. Και ήταν φυσικό να αντιδρά. Ήξερε
πολύ καλά πόσο πιο αποτελεσματική είναι η «κριτική των όπλων» από «το όπλο της
κριτικής»... Καταλάβαινε πως με την παράδοση των όπλων έχανε κάθε δυνατότητα να
βάζει τη σφραγίδα της στις μελλοντικές εξελίξεις. Η εξουσία γινόταν πια όραμα
μακρινό και απλησίαστο ή, μάλλον, χανότανε οριστικά «στα βάθη του ορίζοντα».
Ωστόσο δεν υπήρχαν πια περιθώρια. Οι μεγάλες αποφάσεις έπρεπε να παρθούν. Ο Γ.
Παπανδρέου επέμενε στον αφοπλισμό του ΕΛΑΣ και του ΕΔΕΣ, δεν δεχότανε όμως την
ταυτόχρονη διάλυση του Ιερού Λόχου και της Ορεινής Ταξιαρχίας, που επίμονα
ζητούσε η Αριστερά.
Έπειτα από πολύμοχθες διαπραγματεύσεις, οι Εαμικοί υπουργοί
πρότειναν με τον Ζεύγο ένα συμβιβαστικό σχέδιο: Να διατηρηθούν η Ορεινή
Ταξιαρχία, ο Ιερός Λόχος και ένα τμήμα του ΕΔΕΣ και μία μονάδα του ΕΛΑΣ ίση σε
αριθμό και δύναμη πυρός με το άθροισμα και των τριών αυτών σωμάτων. Στα
«ΕΠΙΣΗΜΑ ΚΕΙΜΕΝΑ του ΚΚΕ», τόμ. Ε', σελ. 476, αναγράφεται συγκεκριμένα: Σε μία
φάση των συνεχιζόμενων πάντοτε διαπραγματεύσεων, η Εαμική παράταξη με τους
Υπουργούς Ζεύγο, Σβώλο και Πορφυρογένη, υπέβαλε ένα σχέδιο που στην παράγραφο 2
λέγει:
«Θα καταρτισθή τμήμα Εθνικού Στρατού ίνα συνεχίση
συμβολικώς την συμμετοχήν εις τον κοινόν συμμαχικό αγώνα και λάβη επίσης μέρος,
αν απαιτηθεί, εις τας περιοχάς Κρήτης και Δωδεκανήσου. Εις το τμήμα τούτο του
Εθνικού Στρατού το οποίον θα συμβολίζη επίσης την εθνικήν ενότητα, θα μετάσχουν
η υφισταμένη Ορεινή Ταξιαρχία, ο Ιερός Λόχος και τμήμα του ΕΔΕΣ, καθώς και μία
Ταξιαρχία του ΕΛΑΣ έχουσα δύναμιν ίσην προς το άθροισμα των ως άνω δυνάμεων και
με ίσον εξοπλισμόν».
Ο Παπανδρέου συμφώνησε αμέσως και κάλεσε μάλιστα για την
επομένη το υπουργικό συμβούλιο προκειμένου να υπογραφεί η συμφωνία.
Και ενώ όλα έδειχναν πως η κρίση εκτονώνεται, σημειώνεται
δραματική υποτροπή. Ο Ζεύγος, αφού πρώτα παρεκάλεσε να ματαιωθεί η σύγκληση του
υπουργικού συμβουλίου, παρουσιάζεται στον Γ. Παπανδρέου και ανακαλώντας την
πρόταση που ο ίδιος είχε κάνει, θέτει νέους όρους, αξιώνοντας ειδικότερα τον
ταυτόχρονο αφοπλισμό όλων ανεξαιρέτως των ενόπλων σωμάτων.
Πλήρης υπαναχώρηση, δηλαδή. Και το ότι επρόκειτο για πλήρη
υπαναχώρηση δεν είναι δική μου αυθαίρετη διαπίστωση. Το πιστοποιούν διάφορες
και από διαφορετικές πλευρές μαρτυρίες.
Ας δούμε τι λένε σχετικά δύο μεγάλα ονόματα της Δημοκρατίας.
Δύο ονόματα που όχι μόνο άντεξαν τη δοκιμασία του χρόνου αλλά βγήκαν πιο
λαμπερά. Οι Γ. Παπανδρέου και Π. Κανελλόπουλος.
Αναφερόμενος
στην επίσκεψη του Γιάννη Ζεύγου στο σπίτι του το απόγευμα της Τρίτης 28
Νοεμβρίου 1944, ο Γ. Παπανδρέου γράφει:
« Ο Ζεύγος ετέλει υπό το κράτος μεγάλης νευρικότητος. Μου
εδήλωσεν ότι το Κομμουνιστικόν Κόμμα δεν αποδέχεται πλέον την συμφωνίαν την
οποίαν αυτός ο ίδιος είχε εγχειρίσει την προηγουμένην, και ότι θέτει νέους
όρους προς αποδοχήν, μεταξύ των οποίων την ταυτόχρονον διάλυσιν της Ορεινής
Ταξιαρχίας και του Ιερού Λόχου, την άμεσον καθιέρωσιν συνοπτικής διαδικασίας
δια τους δοσιλόγους, την υποχρεωτικήν έκδοσιν των δικαστικών αποφάσεων προ της
10ης Δεκεμβρίου κ.λπ. Κατάπληκτος του εδήλωσα ότι πρόκειται περί πλήρους
υπαναχωρήσεως και ότι η Κυβέρνησις δεν δύναται να αποδεχθή τους νέους όρους
αλλά εμμένει εις την γενομένην συμφωνίαν. Ο Ζεύγος τότε εις κατάστασιν εξάψεως
έσπευσε να φύγη, χωρίς καν να με αποχαιρετήση. Απεκόμισα την εντύπωσιν, καθώς
ανεκοίνωσα έπειτα εις το Υπουργικόν Συμβούλιον, ότι ο Ζεύγος είχεν αποστολή με
την εντολήν να επιφέρη οπωσδήποτε την ρήξιν». (Από το βιβλίο «Η ζωή του Γ.
Παπανδρέου», σελ. 257).
Ο Π. Κανελλόπουλος, απαντώντας σε σχετική ερώτηση, λέει
μεταξύ των άλλων:
«Στις 27 Νοεμβρίου, πρότειναν οι υπουργοί του ΚΚΕ και του
ΕΑΜ, αντί να αποστρατευθούν και να παραδώσουν τα όπλα στις 10 Δεκεμβρίου ο ΕΛΑΣ
και ο Ζέρβας, να διατηρηθεί μια μεγάλη μονάδα του ΕΛΑΣ ισοδύναμη με το άθροισμα
της Γ' Ορεινής Ταξιαρχίας, του Ιερού Λόχου και ενός τμήματος του Ζέρβα. Ο Γ.
Παπανδρέου το δέχθηκε αμέσως και ύστερα το δεχθήκαμε ανεπιφύλακτα και όλοι οι
άλλοι υπουργοί. Δεν πέρασαν εικοσιτέσσερις ώρες και το ΚΚΕ υπαναχώρησε. Στις 28
Νοεμβρίου, στις 6 το απόγευμα, ο Ζεύγος, αφού είχε παρακαλέσει τηλεφωνικώς να
αναβληθεί το υπουργικό συμβούλιο που είχε ορισθεί για την υπογραφή της
βαρυσήμαντης αυτής συμφωνίας, έφτασε στο σπίτι του Γ. Παπανδρέου και αξίωσε,
ήμουν παρών στη συνάντηση αυτή, να διαλυθούν, έκτος από τον ΕΛΑΣ και τις
δυνάμεις του Ζέρβα, η Γ' Ορεινή Ταξιαρχία και ο Ιερός Λόχος.
Ο Γ. Παπανδρέου απέκρουσε αμέσως τη νέα αυτή αξίωση.
Συμφώνησα κι εγώ ενώπιον του Ζεύγου μαζί του. Είχαμε δεχθεί να τιμηθεί ο ΕΛΑΣ
σε βαθμό ισοδύναμο προς τον βαθμό της τιμής που θα απονεμόταν σε όλες τις άλλες
ένοπλες δυνάμεις του Έθνους μαζί. Τι περισσότερο μπορούσαμε να κάνουμε;»
Και προσθέτει ο Π. Κανελλόπουλος:
«Μπορεί να ήθελε ο Τσόρτσιλ, ιδιαίτερα μετά την διάσκεψη
της Μόσχας, 10-20 Οκτώβρη 1944, να ξεκαθαρίσει η κατάσταση στην Ελλάδα με
δυναμική αναμέτρηση προς το ΚΚΕ και τον ΕΛΑΣ. Αλλά μπορώ να βεβαιώσω ότι δεν το
θέλαμε αυτό ο Γ. Παπανδρέου και οι τότε στενοί συνεργάτες του, και ότι
επιθυμούσαμε τη συμφιλίωση και όχι τον εμφύλιο πόλεμο. Δεν ξέρω αν ο σκληρός
πυρήνας του ΚΚΕ επιθυμούσε το ίδιο. Αν το επιθυμούσε, δεν θα μας έφερνε μπροστά
στα διλήμματα που οι διάφορες υπαναχωρήσεις του εδημιούργησαν στο τελευταίο
δεκαήμερο του Νοεμβρίου». (Β. Μαθιόπουλου, «Η Ελληνική Αντίσταση και οι
Σύμμαχοι», σελ. 40-41).
Αλλά ότι επρόκειτο για πλήρη υπαναχώρηση το δέχεται και η
«άλλη πλευρά του λόφου». Τόσο ο Αλ. Σβώλος σε άρθρο του στην εφημερίδα «ΜΑΧΗ»
στις 5.12.45 όσο και ο δημοσιογράφος και πρώην βουλευτής της Αριστεράς Π.
Παρασκευόπουλος σε μια διεξοδική ανάλυση του θέματος (ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ, 9, 16 και
23 Γενάρη 1985), ενώ επιρρίπτουν μέρος της ευθύνης και στον Γ. Παπανδρέου γιατί
απέρριψε την πρόταση η νέα υπό συγκρότηση μονάδα να είναι ενιαία και με ενιαία
διοίκηση, δέχονται τελικά ότι η ευθύνη για την υπαναχώρηση βαρύνει την ηγεσία
του ΚΚΕ.
Γράφει ο Π. Παρασκευόπουλος:
«Ανεξάρτητα από τις υπαναχωρήσεις της μίας ή της άλλης
πλευράς, το βέβαιο είναι ότι ο Γιάννης Ζεύγος στις 28 Νοεμβρίου το απόγευμα που
επισκέφθηκε τον Γεώργιο Παπανδρέου στο σπίτι του, του εδήλωσε ότι η μοναδική
λύση είναι να διαλυθούν ταυτόχρονα ο ΕΛΑΣ, ο ΕΔΕΣ, η Ορεινή Ταξιαρχία και ο
Ιερός Λόχος.
Περιθώρια για νέες συζητήσεις και εξεύρεση άλλης λύσης
δεν άφησε ο Ζεύγος στον Παπανδρέου εκείνο το απόγευμα...».
Και παρακάτω:
«Η ηγεσία του ΚΚΕ γνωρίζει πια ότι οι νέοι όροι που έθεσε
ο Γιάννης Ζεύγος στον Γεώργιο Παπανδρέου σήμαιναν και αναπόφευκτη ένοπλη σύγκρουση.
Ουσιαστικά η κομμουνιστική ηγεσία στις 28 Νοεμβρίου απεφάσισε να μην αποφύγει
πλέον την σύγκρουση με τις κυβερνητικές και βρεταννικές ένοπλες δυνάμεις...».
Αυτή, λοιπόν, είναι η αλήθεια, όπως αναδύεται από τα
κείμενα. Κείμενα που δεν αμφισβήτησε κι ούτε μπορεί άλλωστε να αμφισβητήσει
κανείς.
Πέρα, όμως, από τα κείμενα υπάρχει και η κοινή λογική.
Υποτίθεται ότι αυτός ο ανυποχώρητος όρος του ΚΚΕ για ταυτόχρονη διάλυση του
Ιερού Λόχου και της Ορεινής Ταξιαρχίας, όρος που κατέστησε αναπόφευκτη τη σύγκρουση,
απέβλεπε σε ένα και μόνο σκοπό: Να μην απομείνουν μετά τον αφοπλισμό του ΕΛΑΣ
ένοπλες δυνάμεις πιστές στον Γ. Παπανδρέου, πράγμα που θα του επέτρεπε,
υποτίθεται, να επιβάλει τις θελήσεις του.
Και εδώ είναι που εξεγείρεται και επαναστατεί η κοινή λογική.
Γιατί, απλούστατα, μετά την διάλυση όλων ανεξαιρέτως των ενόπλων σωμάτων, όπως
επέμενε το ΚΚΕ, έμεναν μόνοι και πάνοπλοι οι Βρετανοί, που θα μπορούσαν άνετα
πια να επιβάλλουν με τη δύναμη των όπλων την οποιαδήποτε θέλησή τους. Που θα
ήταν, βέβαια, και θέληση του Γ. Παπανδρέου...
Δεν το έβλεπαν, δεν το καταλάβαιναν αυτό οι Σιάντος -
Ιωαννίδης; Η μήπως είχαν αυταπάτες ως προς τις προθέσεις των Άγγλων; Ο Γιάννης
Ιωαννίδης και στο σημείο αυτό είναι σαφής. Στις «Αναμνήσεις» του, σελ. 329,
λέει:
«Το πρόβλημα είναι ότι εμείς πήραμε απόφαση στις 17 του
Νοέμβρη, στις 16 ή 18, δεν ξέρω πότε ήταν. Εκεί στο νοσοκομείο όπου βρισκόμουν
εγώ, ήρθαν όλα τα μέλη του Πολιτικού Γραφείου και εκεί πήραμε απόφαση ότι εμείς
θα χτυπηθούμε με τους Εγγλέζους. Τα άλλα είναι... Υπάρχει αυτή η απόφαση. Εκεί
ήταν ο Παρτσαλίδης, ο Ρούσσος, ο Φάνης... Αυτοί θυμούνται την συνεδρίαση
εκείνη. Εγώ ιδιαίτερα την θυμάμαι και από το ότι ήρθε ιδιαιτέρως εκεί ο Ποπώφ
ύστερα από μία ή δύο ημέρες και του είπα... Με ρώτησε πως πάμε κ.λπ. και του λέω:
"Δεν γίνεται με τους Εγγλέζους, θα χτυπηθούμε". Το ότι αυτό είπα στον
Ποπώφ υπάρχει μάρτυρας και ένας Έλληνας που έκανε τον μεταφραστή...».
Όχι μόνο λοιπόν αυταπάτες δεν είχε την περίοδο εκείνη η
ηγεσία του ΚΚΕ αλλά, όπως η ίδια ομολογεί, θεωρούσε αναπόφευκτη τη σύγκρουση με
τους Άγγλους. Και την κατέστησε αναπόφευκτη με την εσκεμμένη υπαναχώρηση του
Ζεύγου το απόγευμα της 28ης Νοεμβρίου 1944.
Υποστηρίζεται επίσης από την Αριστερά ότι στο Δεκέμβρη
οδήγησε το αδικοχυμένο αίμα των διαδηλωτών από τις σφαίρες των αστυνομικών στο
συλλαλητήριο της Κυριακής, 3 του Δεκέμβρη. Από όσα όμως εκτέθηκαν παραπάνω
προκύπτει σαφώς ότι το αίμα που χύθηκε στις 3 Δεκεμβρίου μπορεί να ήταν η
αφορμή, δεν ήταν όμως η αιτία που ξέσπασαν τα Δεκεμβριανά. Η απόφαση για τον
Δεκέμβρη είχε παρθεί πριν από την ματωμένη Κυριακή. Αυτό το ομολογεί κι ο ίδιος
ο Ιωαννίδης. Στις «Αναμνήσεις» του και στη σελ. 343 λέει επί λέξει:
«Μέχρι τότε έμενα με την εντύπωση ότι όλο αυτό το πράγμα
έγινε με το χτύπημα που μας δώσαν αυτοί στις 3 του Δεκέμβρη. Όταν έμαθα ότι η
Κ.Ε. του ΕΛΑΣ έγινε από την 1η του Δεκέμβρη, αυτό σημαίνει ότι και μεις
προμελετημένα πηγαίναμε να δώσουμε αφορμή για να αρχίσει ο πόλεμος. Δεν έχει
άλλο... Παίρνεις απόφαση για γενική πολιτική απεργία...».
Εκτός όμως από την συνταρακτική ομολογία του Ιωαννίδη
υπάρχει ένα ακόμα αδιάψευστο στοιχείο. Το πρωί της Κυριακής, 3 του Δεκέμβρη,
πριν φυσικά από την αιματοχυσία, ο «Ριζοσπάστης» κυκλοφορεί με κύριο άρθρο του
Ζεύγου, με τον ολοσέλιδο τίτλο: «Και τώρα τον λόγον έχουν οι μπαρουτοκαπνισμένοι
μαχητές του ΕΛΑΣ»...
Και εκ των υστέρων υπάρχει μία ακόμη ομολογία. Περιέχεται σ'
ένα υπόμνημα που υπέβαλαν στον αντιβασιλέα οι Σιάντος, Ζεύγος, Σβώλος κ.λπ. και
δημοσιεύεται στο «Ριζοσπάστη» της 5ης Απριλίου 1945. Στο υπόμνημα αυτό
αναγράφονται μεταξύ άλλων τα έξης:
«Έγινε ένα κίνημα, που όλοι αναγνωρίζουν ότι δεν έπρεπε
να γίνει και έπρεπε να είχε αποφευχθεί».
Και παρακάτω:
«Δυστυχώς κατά το κίνημα αυτό έγιναν όσα έγιναν εναντίον
αμάχων και αθώων...».
Ένα κίνημα, λοιπόν, κατά τον ίδιο τον
Σιάντο, ήταν ο Δεκέμβρης, που «δεν έπρεπε να γίνει». Κι όπου «και μεις
προμελετημένα πηγαίναμε να δώσουμε αφορμή για να αρχίσει ο πόλεμος», κατά τον
Ιωαννίδη...
Ποιος όμως συγκεκριμένα και πότε πήρε απόφαση για το
«κίνημα»;
Όποιος προσπαθεί να βρει απάντηση στο ερώτημα αυτό μένει
εμβρόντητος. Το ΚΚΕ προχώρησε στο Δεκέμβρη και στη σύγκρουση με τους Άγγλους,
σε μία κρίσιμη δηλαδή πράξη για τη μοίρα της πατρίδας μας, αλλά ίσως και για
την ίδια τη συμμαχική ενότητα, χωρίς να υπάρχει καμιά σχετική απόφαση είτε από
το Πολιτικό Γραφείο είτε από την Κεντρική Επιτροπή!
Ο Σάββας Αργυρόπουλος, μέλος της Επιτροπής Πόλης της Αθήνας
εκείνη την περίοδο, γράφει σχετικά:
«Τα Δεκεμβριανά δεν άρχισαν με απόφαση κανενός οργάνου,
τέτοια απόφαση τουλάχιστον δεν ανακοινώθηκε, ούτε δημοσιεύθηκε. Κανένα σώμα του
κόμματος δεν πήρε τέτοια απόφαση. Ούτε και αυτή ακόμα η Επιτροπή Πόλης της
Αθήνας, της οποίας ήμουνα μέλος, δεν συζήτησε ούτε μελέτησε την περίπτωση της
ένοπλης σύγκρουσης μα ούτε και είχε κανένα τέτοιο σχέδιο. Η οργάνωση της Αθήνας
από καιρό δούλευε με εντολές. Δεν γινόταν πια συζήτηση. Όπως πολύ
χαρακτηριστικά μας το είχε πει ο Φάνης σε μία σύσκεψη των γραμματέων της
Αθήνας, "Σύντροφοι, πρέπει να ξέρετε, το κόμμα από τώρα και πέρα θα
δουλεύει με εντολές»... (Σ. Αργυρόπουλος: «Προσφυγιά – Αντάρτικο - Εξορία»,
σελ. 157-158).
Ο Βασίλης Μπαρτζώτας, Γραμματέας της ΚΟ Αθήνας εκείνη την
εποχή, στο βιβλίο του «Εθνική Αντίσταση και Δεκέμβρης 44», σελ. 355, γράφει:
«Το απόγευμα προς το βράδυ της 3ης Δεκεμβρίου 1944 ήταν η
πιο κατάλληλη στιγμή και έμπαινε σε μας το δίλημμα: Ή τώρα ή ποτέ. Μπορούσαμε
και μόνο με τις δυνάμεις του Α' Σώματος Στρατού του ΕΛΑΣ Αθήνας να κάνουμε
γενική έφοδο και να νικήσουμε.
Αποφασίσαμε να πάμε εγώ με τη Χρύσα Χατζηβασιλείου στο
συνοικισμό Φιλαδέλφειας όπου βρισκόταν η ΚΕ του ΕΛΑΣ κι εκεί να βάλουμε και να
υπερασπίσουμε την πρότασή μας. Ο Γ. Σιάντος μας άκουσε σαν να μην είμαστε μέλη
του ΠΓ της ΚΕ του ΚΚΕ αλλά τίποτα περαστικοί. Είπε ότι θα συνεννοηθεί με τους
στρατηγούς Μάντακα και Χατζημιχάλη και εκεί που περιμέναμε την απάντηση, τον
βλέπουμε να φεύγει στο αυτοκίνητο μαζί με τους δύο στρατηγούς προς την Αττική,
λέγοντας σε μας να περιμένουμε διαταγή της ΚΕ του ΕΛΑΣ... Αλληλοκοιταχτήκαμε με
την Χρύσα Χατζηβασιλείου και δεν ξέραμε πως να χαρακτηρίσουμε τη στάση αυτή του
Γ. Σιάντου...».
Από την παραπάνω αποκαλυπτική περικοπή του Μπαρτζώτα, που
εξακολουθεί σήμερα να είναι ο επίσημος και έγκυρος ιστορικός του ΚΚΕ,
προκύπτουν ένα συμπέρασμα και ένα ερώτημα. Το συμπέρασμα είναι ότι ο Δεκέμβρης
αποφασίστηκε και διεξήχθη ερήμην του ΠΓ που υποτίθεται ότι είναι το ανώτατο
ηγετικό όργανο του ΚΚΕ. Αφού δύο επίλεκτα μέλη του -το ένα μάλιστα απ' τα
οποία, ο Μπαρτζώτας, ήταν γραμματέας της ΚΟΑ, επικεφαλής δηλαδή των κομματικών
δυνάμεων της Αθήνας, της πόλης που επρόκειτο να σηκώσει όλο το βάρος του
Δεκέμβρη- όχι μόνο δεν μπορούν να διατυπώσουν τις απόψεις τους, αλλ'
αντιμετωπίζονται από τον Σιάντο σαν περαστικοί...
Και το ερώτημα: Που στηριζόταν ο Σιάντος; Ποιος του έδινε το
δικαίωμα να αγνοεί τόσο επιδεικτικά τα μέλη του ΠΓ;
Κύριο γνώρισμα, βέβαια, των εκάστοτε ηγετών του ΚΚΕ είναι η
αυθαιρεσία και η αυταρχικότητα. Όμως σε κρίσιμες στιγμές, όταν πρόκειται να
ληφθούν κρίσιμες αποφάσεις, συγκαλείται, έστω και για τους τύπους, η ΚΕ η έστω,
το ΠΓ. Αυτό έγινε π.χ. προκειμένου να εγκριθούν οι συμφωνίες του Λιβάνου, τον
Ιούλιο του 1944. Στη συνεδρίαση της ΚΕ κλήθηκαν να πάρουν μέρος όχι μόνο τα
μέλη της ΚΕ που ήταν στο βουνό αλλά και στην Αθήνα καθώς και στο Μακεδονικό
Γραφείο. Αντίθετα, το Δεκέμβρη στην Αθήνα όπου το ΚΚΕ είναι σχεδόν εξουσία και
όπου είναι ευκολότατο να μαζευτούν όλα τα μέλη του ΠΓ και της ΚΕ, δεν γίνεται
τίποτα. Ο Σιάντος εμφανίζεται ν' αποφασίζει και να διατάζει μόνος του...
Ο Γ. Ιωαννίδης, στις «Αναμνήσεις» του, αναφέρεται σε μία
συνεδρίαση του ΠΓ στις 17 Νοέμβρη όπου, υποτίθεται, πάρθηκε κατ' αρχήν η
απόφαση για τη σύγκρουση με τους Άγγλους. Λέει:
«Το πρόβλημα είναι ότι εμείς πήραμε απόφαση στις 17,
έκτος από τα άλλα τα πρώτα που έχω πει, στις 17 του Νοέμβρη στις 16 ή στις 18,
δεν ξέρω πότε ήταν... Εκείνο που θυμάμαι είναι ότι πήραμε μία απόφαση. Ήτανε
όλα τα μέλη του Πολιτικού Γραφείου. Η συνεδρίαση έγινε στο νοσοκομείο που
βρισκόμουν εγώ. Δεν καθίσαμε και πολύ γιατί ήμουν άρρωστος. Μισή ώρα η τρία
τέταρτα, σύμφωνοι σ' όλα. Είπαμε ότι στην ανάγκη, εάν δεν κατορθώσουμε να βρούμε
άλλες πολιτικές λύσεις, στο ζήτημα, θα συγκρουσθούμε». (Γ. Ιωαννίδη
«Αναμνήσεις», σελ. 325 και 332).
Είναι φυσικό ότι σ' αυτήν την διαρκείας μισής ώρας ή τριών
τετάρτων συνεδρίαση του ΠΓ δεν έγινε καμιά ουσιαστική συζήτηση ούτε και πάρθηκε
καμιά οριστική απόφαση για σύγκρουση με τους Άγγλους. Απλώς κάτι είπε ο
Ιωαννίδης σχετικά, οι άλλοι κούνησαν το κεφάλι -γιατί βέβαια μέσα σε μισή ώρα
δεν προλάβαιναν να κάνουν τίποτ' άλλο- και το θέμα έληξε εκεί. Όλοι ήξεραν, κι
αν δεν ήξεραν καταλάβαιναν, ότι ένοπλη σύγκρουση με τους Άγγλους ήταν πολύ
σοβαρή υπόθεση για να συζητηθεί και ν' αποφασισθεί από τους ίδιους. Κάποιοι
άλλοι και κάπου αλλού μπορούσαν να πάρουν την απόφαση. Κι αυτό ακριβώς έγινε. Η
απόφαση για τον Δεκέμβρη πάρθηκε ερήμην και εν αγνοία του ΠΓ και της ΚΕ του
ΚΚΕ.
Ο ίδιος ο Ιωαννίδης στις αναμνήσεις του στη σελ. 326 το
ομολογεί με περισσή ειλικρίνεια:
«Έτσι, δεν έγινε αυτό που θα 'πρεπε να γίνει. Αυτό που θα
έκανε κάθε μαρξιστικό κόμμα. Εμφύλιο πόλεμο, χωρίς απόφαση του Πολιτικού
Γραφείου, έστω του Πολιτικού Γραφείου που να 'ναι όλοι μαζί. Εμφύλιο πόλεμο,
χωρίς να ξέρει η Κεντρική Επιτροπή ότι γίνεται Εμφύλιος Πόλεμος...»
Βέβαια στο σημείο αυτό ο Ιωαννίδης κάνει μιαν αδέξια όσο και
κωμική προσπάθεια να αποσείσει τις ευθύνες του και να τις φορτώσει σε άλλους,
κατά την αγαπημένη συνήθεια όλων των κατά καιρούς ηγετών του ΚΚΕ. Γιατί αυτός
ήταν εκείνη την εποχή ο ουσιαστικός ηγέτης του ΚΚΕ. Κι αν κάποιος ευθύνεται που
ξέσπασε εμφύλιος πόλεμος «χωρίς να ξέρει η Κεντρική Επιτροπή ότι γίνεται
εμφύλιος πόλεμος», ευθύνεται αυτός ο ίδιος. Πέρα όμως απ' αυτό, τα γεγονότα
παραμένουν γεγονότα. Και γεγονός αναμφισβήτητο και ομολογημένο από τα πιο
αρμόδια χείλη είναι ότι ο Δεκέμβρης έγινε χωρίς να υπάρχει απόφαση του ΠΓ,
χωρίς να ξέρει τίποτα η ΚΕ...
Αφού όμως το ΠΓ και η ΚΕ δεν ήξεραν τίποτα για τον Δεκέμβρη,
ποιος πήρε τη μεγάλη απόφαση; Μήπως οι Σιάντος - Ιωαννίδης; Τα γεγονότα και η
λογική απορρίπτουν κατηγορηματικά αυτή την εκδοχή. Οι ώμοι των Σιάντου -
Ιωαννίδη ήταν πολύ αδύναμοι για να σηκώσουν το βάρος παρόμοιας απόφασης. Όταν ο
Ιωαννίδης, κατά την ίδια του ομολογία, τα χάνει και καταρρέει σε ένα μορφασμό
του Τσερνίτσεφ, είναι αστείο να υποθέσουμε ότι ο ίδιος ο Σιάντος ή και οι δύο
μαζί, μπορούσαν να πάρουν την ιστορική απόφαση για τον Δεκέμβρη. Την απόφαση
αυτή μπορούσαν να την πάρουν μόνο τα μεγάλα αφεντικά. Και τα μεγάλα αφεντικά
ήταν παρόντα, καλυμμένα με τον μανδύα της Σοβιετικής Στρατιωτικής Αποστολής.
Οφείλουμε, παραμερίζοντας οποιαδήποτε σκοπιμότητα, ν' αναγνωρίσουμε την
αυταπόδεικτη αλήθεια ότι την απόφαση για τον Δεκέμβρη την πήραν και την
επέβαλαν οι Σοβιετικοί. Εκείνο που μένει άγνωστο και δεν θα μάθουμε ποτέ, είναι
πως συγκεκριμένα την επέβαλαν. Μ' ένα μορφασμό, με μια χειρονομία ή, απλώς,
κλείνοντας πονηρά το μάτι...
Ο Ιωαννίδης, που σε αρκετές περιπτώσεις είναι λαλίστατος,
στο σημείο αυτό «σιωπά αιδημόνως». Στις αναμνήσεις του (σελ. 316) σημειώνει:
«Οπότε ο Ποπώφ, ο Ρώσος, έρχεται στο νοσοκομείο, γιατί
εγώ είχα επαφή μ' αυτόν.
ΠΑΠ.: Στην Αθήνα;
ΙΩΑΝ.: Ναι στην Αθήνα... Έρχεται στο νοσοκομείο και μου λέει:
"Τι θα γίνει;".
Του λέω: "Εμείς θα πιαστούμε, θα πιαστούμε
οπωσδήποτε...».
Τι είδους μορφασμό έκανε ο Ποπώφ, δεν μας λέει ο Ιωαννίδης.
Αφήνει να το φανταστούμε μόνοι μας. Ή, μάλλον, αφήνει να μιλήσουν τα γεγονότα:
Ο ματωμένος Δεκέμβρης με τους τάφους και τα ερείπια.
Το ερώτημα που τίθεται πραγματικά δεν είναι ποιος έσπρωξε
στον Δεκέμβρη, αλλά γιατί. Γιατί στην κρίσιμη εκείνη φάση του Β' Παγκοσμίου
Πολέμου, όταν επίμονες και συστηματικές προσπάθειες κατέβαλλαν οι Γερμανοί να διασπάσουν
τη συμμαχική ενότητα -ύστατη ελπίδα τους ν' αποφύγουν την ολοκληρωτική
συντριβή- ώθησαν οι Σοβιετικοί στο Δεκέμβρη; Γιατί αυτή η τρικλοποδιά, ή μάλλον
η μαχαιριά στα πλευρά των Βρετανών; Γιατί αυτή η ωμή παραβίαση της μοιρασιάς
που πριν δύο μόλις μήνες είχαν κάνει οι Τσόρτσιλ - Στάλιν στη Μόσχα και βάσει
της οποίας η Ελλάδα «ώσπερ αγροτεμάχιον» παρεχωρείτο στους Βρετανούς; Από που
αντλούσαν αυτό το θάρρος ή μάλλον αυτό το θράσος; Και γιατί οι Άγγλοι ανέχθηκαν
αδιαμαρτύρητα αυτή την παρασπονδία;
Το κλειδί για την απάντηση το δίνει, κατά πάσα πιθανότητα, ο
Άλμπερτ Σπέερ, υπουργός πολεμικής παραγωγής του Χίτλερ. Σε συνέντευξή του στον
Β. Μαθιόπουλο που δημοσιεύτηκε στο «ΒΗΜΑ» της 16ης Σεπτεμβρίου 1976 και
περιλαμβάνεται στο βιβλίο του Μαθιόπουλου «Η Ελληνική Αντίσταση και οι Σύμμαχοι»,
σελ. 51-52, ο Σπέερ λέει μεταξύ των άλλων:
«Είμαι αυτήκοος μάρτυς ενός γεγονότος που μας είχε
προκαλέσει μεγάλη εντύπωση το φθινόπωρο του 1944. Θυμάμαι συγκεκριμένα ότι ο
στρατηγός Γιόντλ, ο αρχηγός του Γερμανικού Επιτελείου, ήλθε μία μέρα και με βρήκε
και μου ανέφερε ότι επήλθε μία συμφωνία σε υψηλό επίπεδο μεταξύ Αγγλίας και
Γερμανίας που αφορούσε την Ελλάδα. Η συμφωνία - πρωτοφανής μέχρι τότε και, όπως
γνωρίζω, μοναδική σε όλο τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο- αφορούσε, όπως
τουλάχιστον μου είπε ο Γιόντλ, την εκκένωση απ' τα γερμανικά στρατεύματα της
Ελλάδας χωρίς Βρετανική ενόχληση...
Ο Φον Όβεν, διευθυντής τότε του Υπουργείου Προπαγάνδας,
αναφέρει σε βιβλίο του που έγραψε μετά τον πόλεμο, ότι ο Γκαίμπελς είχε
μετάσχει ο ίδιος στις διαπραγματεύσεις για τη σύναψη της συμφωνίας αυτής...
Νομίζω ότι η συμφωνία πρέπει να έκλεισε στη Λισαβώνα και
το ποιος είχε την πρωτοβουλία πρώτος δεν ξέρω, αλλά πιστεύω ότι δεν έγινε σε
διπλωματικό επίπεδο, αλλά πολύ ψηλότερα, ακριβώς για να μην υπάρξουν
ακριτομύθιες.
Οι Άγγλοι, βέβαια, δεν το δημοσιεύουν τώρα και
αντιλαμβάνομαι το λόγο. Η συμφωνία αυτή που έκαναν με τον Χίτλερ, ήταν βέβαια
αντίθετη με τα συμφέροντα των τότε συμμάχων τους, και ως προς το σημείο αυτό
διατηρούν τα αρχεία τους απόρρητα...».
Με τα όσα συνταρακτικά αποκαλύπτει ο Σπέερ, επιβεβαιώνει
κατά τον πιο έγκυρο τρόπο μία πασίγνωστη αλλ' ανεξήγητη για τους πολλούς
αλήθεια. Τον Οκτώβρη του 1944, οι Άγγλοι άφησαν τους Γερμανούς να φύγουν
εντελώς ανενόχλητοι απ' την Ελλάδα. Κι είναι έγκυρη η μαρτυρία αυτή γιατί
απλούστατα δεν είχε κανένα λόγο ο Σπέερ να επινοήσει όλη αυτή την ιστορία.
Σε μία κρίσιμη, λοιπόν, φάση του Β' Παγκοσμίου Πολέμου και
ενώ το συμμαχικό αίμα έτρεχε ποτάμι σ' όλα τα μέτωπα, Ανατολικό και Δυτικό, οι Βρετανοί,
πίσω από τις πλάτες των συμμάχων τους, παραβιάζοντας κάθε γραφτό και άγραφο
νόμο, προήλθαν σε μυστική συμφωνία με τους Γερμανούς. Δείγμα κραυγαλέο της
ανενδοίαστης ηθικής των μεγάλων δυνάμεων στην επίτευξη των σκοπών τους.
Ήταν μία πρώτης γραμμής παρασπονδία που μπορεί κάλλιστα να
θεωρηθεί το «σιωπηλό προανάκρουσμα», η «μυστική εισαγωγή» στον ψυχρό πόλεμο που
έμελλε να ακολουθήσει αμέσως μετά τον τερματισμό του Β' Παγκοσμίου Πολέμου.
Με αυτή την «επί υψηλού επιπέδου» μυστική συμφωνία, οι
Άγγλοι σκόπευαν προφανώς σε δύο στόχους. Πρώτος και κυριότερος: Οι γερμανικές
μεραρχίες που στάθμευαν στην Ελλάδα να κινηθούν όσο γινόταν πιο σύντομα
βορειότερα. Πάνοπλες και αξιόμαχες να προστεθούν στις γερμανικές δυνάμεις που
μάχονταν απεγνωσμένα για να επιβραδύνουν την ακάθεκτη προέλαση του σοβιετικού
στρατού στα Βαλκάνια και στην Κεντρική Ευρώπη. Ο πόλεμος πλησίαζε στο τέλος
του, η ώρα της μοιρασιάς έφτανε και Άγγλοι και Ρώσοι ήξεραν πολύ καλά το
«μακάριοι οι κατέχοντες»...
Δεύτερος στόχος, εξ ίσου σημαντικός για τους Βρετανούς, να
μην εγκλωβιστούν και να μην αιχμαλωτιστούν αξιόλογες γερμανικές δυνάμεις στον
ελληνικό χώρο, πράγμα που αναπόφευκτα θα σήμαινε εφοδιασμό του ΕΛΑΣ με σύγχρονο
βαρύ οπλισμό, τανκς, κανόνια κ.λπ. Έφτανε η στιγμή να ξεκαθαρίσουν οι
λογαριασμοί με το ΚΚΕ. Οι Άγγλοι δεν είχαν αυταπάτες, θεωρούσαν τη σύγκρουση
αναπόφευκτη. Στις 7 Νοεμβρίου, ο Τσόρτσιλ έγραφε στον υπουργό του των
Εξωτερικών:
«Περιμένω οπωσδήποτε μία σύγκρουση με το ΕΑΜ και δεν
πρέπει να την αποφύγουμε υπό την προϋπόθεση ότι θα διαλέξουμε καλά την περιοχή
μας...». (Β' Παγκ. Πόλ. Τ. 4, σελ. 570-571).
Κι αφού η σύγκρουση ήταν αναπόφευκτη, έπρεπε πάση θυσία να
αποτραπεί ο εξοπλισμός του ΕΛΑΣ με βαρύ οπλισμό. Κι αυτό μπορούσε να γίνει μόνο
με την ανενόχλητη αποχώρηση των Γερμανών από την Ελλάδα...
Τώρα πια ο πίνακας καθαρίζει, η εικόνα δείχνει ολοκάθαρη. Ο
Δεκέμβρης ήταν η ρωσική απάντηση στη βρετανική κίνηση που είχε προηγηθεί. Το
μυστικό της νόημα ήταν: Κάνατε πίσω από τις πλάτες μας μία συμφωνία με τους
Γερμανούς. Απαντούμε με τον Δεκέμβρη...
Φυσικά οι Σοβιετικοί με τον Δεκέμβρη δεν έδιναν απλώς μία
«θεωρητική» απάντηση. Είχαν δύο πολύ ρεαλιστικούς και συγκεκριμένους στόχους.
Πρώτον να καθηλώσουν στην Ελλάδα όσο το δυνατόν περισσότερες βρετανικές
δυνάμεις, οι οποίες, στον αγώνα δρόμου που διεξαγόταν εκείνη την στιγμή ανάμεσα
στις συμμαχικές στρατιές, θα μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν επωφελέστερα σε άλλα
μέτωπα. Και, δεύτερον, να «εγγράψουν μία υποθήκη» για το μέλλον. Να
εξασφαλίσουν ένα άλλοθι για τις μελλοντικές επεμβάσεις τους στις χώρες της
Βαλκανικής και της Κεντρικής Ευρώπης. Θα μπορούσαν στο μέλλον να πουν: Αφού οι
Βρετανοί επεμβαίνουν σε μία σύμμαχο χώρα και επιβάλλουν τη θέλησή τους με τη
δύναμη των όπλων, γιατί δεν έχουμε το δικαίωμα να κάνουμε κι εμείς το ίδιο;
Στις μελλοντικές κατηγορίες για επεμβάσεις θα απαντούσαν απλώς: Θυμηθείτε το
Δεκέμβρη...
Δεν ήταν λοιπόν ο Δεκέμβρης η «ηρωική αντίσταση του λαού
στην ωμή επέμβαση του αγγλικού ιμπεριαλισμού», όπως υποστηρίζει το ΚΚΕ. Ούτε
όμως και «βίαιη απόπειρα προς κατάληψη της εξουσίας», όπως υποστηρίζει η Δεξιά.
Ήταν απλώς μία εσκεμμένη πρόκληση των Σοβιετικών, στα πλαίσια της ασίγαστης και
υπόγειας -την εποχή εκείνη- διαμάχης τους με τους Βρετανούς. Και οι Βρετανοί
αποδέχτηκαν την πρόκληση. Δεν είχαν άλλωστε άλλη επιλογή. Δεν έσυραν αλλά
σύρθηκαν στο Δεκέμβρη οι Βρετανοί. Είχαν πληρώσει βαρύ τίμημα στη Μόσχα για να
κρατήσουν την Ελλάδα και εννοούσαν να την κρατήσουν. Είναι πασίγνωστη η
συμφωνία της Μόσχας τον Οκτώβρη του 44. Την παραθέτω όπως ακριβώς την
περιγράφει με ωμότητα και ειλικρίνεια ο Τσόρτσιλ στα Απομνημονεύματά του:
Δήλωσα: Ας τακτοποιήσουμε τις υποθέσεις μας στα Βαλκάνια.
Τα στρατεύματά σας βρίσκονται στη Ρουμανία και στη Βουλγαρία. Έχουμε στις χώρες
αυτές συμφέροντα, αποστολές, πράκτορες. Ας αποφύγουμε να συγκρουσθούμε επί
θεμάτων που δεν αξίζουν τον κόπο. Ως προς ό,τι αφορά την Μεγάλη Βρετανία και τη
Ρωσία, τι θα λέγατε για μια υπεροχή κατά 90% υπέρ ημών στην Ελλάδα και για μία
ισοτιμία 50% στη Γιουγκοσλαβία; Ενώ μετέφραζαν όσα είπα, έγραψα σε μία κόλλα
χαρτί:
|
ΡΟΥΜΑΝΙΑ: |
|
|
ΡΩΣΙΑ |
90% |
|
ΟΙ ΑΛΛΟΙ |
10% |
|
ΕΛΛΑΣ: |
|
|
ΜΕΓΑΛΗ ΒΡΕΤΑΝΙΑ (Με τη συμφωνία των ΗΠΑ) |
90% |
|
ΟΙ ΑΛΛΟΙ |
10% |
|
ΓΙΟΥΓΚΟΣΛΑΒΙΑ |
50% |
|
ΟΥΓΓΑΡΙΑ |
50% |
|
ΒΟΥΛΓΑΡΙΑ: |
|
|
ΡΩΣΙΑ |
75% |
|
ΟΙ ΑΛΛΟΙ |
25% |
Έσπρωξα το χαρτί μπρος στο Στάλιν, που είχε ήδη ακούσει
την μετάφραση. Επεκράτησε μία μικρή σιγή και κατόπιν πήρε ένα μπλε μολύβι,
έκαμε στο χαρτί χονδρό σήμα συμφωνίας και κατόπιν το επέστρεψε. Το όλο θέμα
τακτοποιήθηκε σε λιγότερο χρόνο από ό,τι χρειάζεται κανείς για να γράψει τα
παραπάνω. Επεκράτησε κατόπιν μία μακρά σιγή. Το χαρτί με το μπλε σήμα έμενε στο
κέντρο του τραπεζιού. Τελικώς είπα: Δεν θα βρουν λίγο κυνικό να φαινόμαστε ότι
ρυθμίζουμε κατά τρόπο πρόχειρο αυτά τα προβλήματα, από τα οποία εξαρτάται η
τύχη πολλών εκατομμυρίων ανθρώπων; Ας το κάψουμε αυτό το χαρτί. Όχι, κρατήστε
το, είπε ο Στάλιν. (Τσόρτσιλ « Απομνημονεύματα». Τ. 6, σελ. 202-203).
Και στις 7 Νοεμβρίου 44, γράφοντας στον Ήντεν, ανάμεσα στα
άλλα ο Τσόρτσιλ τονίζει:
«Επειδή είναι γνωστό το υψηλό τίμημα που πληρώσαμε για να
επιτύχουμε από τη Ρωσία ελευθερία δράσεως στην Ελλάδα, δεν θα έπρεπε να
διστάσουμε να χρησιμοποιήσουμε τα βρετανικά στρατεύματα για να υποστηρίξουμε
την ελληνική βασιλική κυβέρνηση του κ. Παπανδρέου...». (Β' Παγκόσμιος
Πόλεμος, τ. Α, σελ. 570).
Και πράγματι, δεν δίστασαν. Είχαν πληρώσει ακριβά και δεν
είχαν περιθώρια για δισταγμούς. Και στην πραγματικότητα πλήρωσαν δύο φορές: Μία
στη Μόσχα τον Οκτώβρη και μία στην Αθήνα τον Δεκέμβρη. Κι όχι μόνο με αίμα και
πολεμικά μέσα.
Ας μην ξεχνάμε τις θυελλώδεις συζητήσεις στο αγγλικό
Κοινοβούλιο τις μέρες του Δεκέμβρη και τις σφοδρές επικρίσεις που δέχτηκε ο Τσόρτσιλ,
όχι μόνο από τους Άγγλους Εργατικούς αλλά και διεθνώς. Κι ίσως να μην είναι
εντελώς άσχετος ο Δεκέμβρης με την εκλογική συντριβή του Τσόρτσιλ και των
Συντηρητικών στις πρώτες μεταπολεμικές εκλογές στη Μ. Βρετανία, τον Ιούλιο του
1945. Πικρό ποτήρι για τους Άγγλους ήταν ο Δεκέμβρης. Θα θελαν να το αποφύγουν.
Δεν μπόρεσαν. Η ευθύνη δεν βαρύνει τους ίδιους. Βαρύνει πρωταρχικά αυτούς που
τους το πρόσφεραν και τους υποχρέωσαν να το πιουν.
Και τα κείμενα; θα μπορούσε να ρωτήσει κανείς. Τα μηνύματα Τσόρτσιλ
προς Λήπερ και Σκόμπυ; Δεν είναι αποκαλυπτικά;
Υπάρχουν, πράγματι, τα κείμενα αυτά και είναι εύγλωττα με τη
σαφήνεια και την ωμότητα που τα διακρίνουν. Παραθέτω δύο από τα πιο
χαρακτηριστικά. Ένα προς Λήπερ στις 5 Δεκεμβρίου 1944:
«... Πρέπει να υποχρεώσετε τον Παπανδρέου να κάνει το
καθήκον του και να τον διαβεβαιώσετε ότι, αν το κάνει, θα υποστηριχθεί με όλες
τις δυνάμεις μας. Αν παραιτηθεί, φυλακίστε τον έως ότου συνέλθει, όταν πια θα
έχουν τελειώσει οι μάχες. Θα μπορούσε το ίδιο καλά να αρρωστήσει και να μη τον
πλησιάσει κανείς...».
Και το άλλο προς Σκόμπυ:
«Μη διστάσετε να πυροβολήσετε εναντίον οποιουδήποτε
ενόπλου που θα προσπαθήσει να αψηφήσει τη Βρετανική εξουσία στην Αθήνα ή την
ελληνική εξουσία για λογαριασμό της οποίας ενεργούμε. Το καλύτερο θα ήταν
βέβαια τις διαταγές σας να συνυπογράψει κάποια ελληνική κυβέρνηση και ο Λήπερ
θα ζητήσει από τον Παπανδρέου να παραμείνει στη θέση του για να σας βοηθήσει.
Μη διστάζετε όμως να ενεργείτε σαν να ευρίσκεσθε σε μία κατεχόμενη πόλη όπου θα
ξεσπούσε μία τοπική εξέγερση...».
Αλλά αν αποδεικνύουν κάτι τα κείμενα αυτά είναι ακριβώς η Βρετανική
αποφασιστικότητα, που δεν σταματάει μπροστά σε τίποτα και δεν διστάζει μπροστά
σε τίποτα. Ας το ξαναπούμε. Είχαν πληρώσει ακριβά για την Ελλάδα. Ήταν
αποφασισμένοι να κρατήσουν με κάθε τρόπο αυτό που τόσο ακριβά είχαν πληρώσει...
Και οι Σοβιετικοί; Ποια ήταν η στάση των Σοβιετικών τον
Δεκέμβρη;
Ο Στεττίνιους, ο Αμερικανός υπουργός των Εξωτερικών την
περίοδο εκείνη, στο βιβλίο του «Η Γιάλτα, ο Ρούσβελτ και οι Ρώσοι», γράφει στη
σελ. 217:
«Η Διάσκεψη της Γιάλτας αρχίζει ενώ τα όπλα μόλις έχουν
σωπάσει στην Αθήνα. Στη συνάντηση της 8ης Φεβρουαρίου ο Στάλιν δηλώνει στους
άλλους πολιτικούς ότι "θα ήθελε να ρωτήσει... τι συμβαίνει στην
Ελλάδα". Εξηγεί αμέσως όμως ότι "δεν έχει πρόθεση να κρίνει τους Βρετανούς
στην Ελλάδα αλλά ήθελε μάλλον να πληροφορηθεί". Ο Τσόρτσιλ απαντά πως
ελπίζει ότι γρήγορα θα εγκαθιδρυθεί η ειρήνη και προσθέτει πως η Βρετανική
κυβέρνηση είναι εξαιρετικά υποχρεωμένη στον στρατάρχη Στάλιν που "δεν έδειξε
υπερβολικά μεγάλο ενδιαφέρον για τις ελληνικές υποθέσεις". Ο Στάλιν
επαναλαμβάνει πως δεν έχει πρόθεση να κριτικάρει την Βρετανική δράση στην
Ελλάδα, ούτε να παρέμβει σε αυτή τη χώρα. Την άλλη μέρα, όταν ο Τσόρτσιλ
προσκαλεί επίσημα τον Στάλιν να στείλει ένα Σοβιετικό παρατηρητή στην Ελλάδα, ο
Στάλιν απαντά σαρκαστικά πως αυτό του φαίνεται επικίνδυνο, δεδομένου ότι ο Τσόρτσιλ
δεν επέτρεπε σε κανέναν άλλον να μπει στην Ελλάδα, παρά μόνο στις βρεταννικές
δυνάμεις. Προσθέτει όμως αμέσως, σε σοβαρό τόνο, πως έχει "πλήρη
εμπιστοσύνη" στη Βρετανική πολιτική στην Ελλάδα".»
Μνημείο υποκρισίας και κυνισμού αποτελούν αυτά που λέει ο
Στάλιν. Δεν έχει ιδέα για «το φόνο», και «θα ήθελε να ρωτήσει τι συμβαίνει στην
Ελλάδα». Κι ενώ έγινε, υποτίθεται, μία ωμή ιμπεριαλιστική επέμβαση σε βάρος
ενός συμμάχου λαού και το αίμα των Ελλήνων αγωνιστών έτρεξε ποτάμι στην Αθήνα,
ο Στάλιν δηλώνει πως έχει «πλήρη εμπιστοσύνη στη Βρετανική πολιτική στην
Ελλάδα»... Θα μπορούσε βέβαια να αντιτείνει κανείς πως δεν πρέπει να παίρνουμε
τοις μετρητοίς όσα γράφει ένας Αμερικανός υπουργός. Θα μπορούσε, αν ... αν δεν
υπήρχαν τα καταραμένα τα γεγονότα. Τα γεγονότα που επικυρώνουν «του λόγου το
αληθές». Και είναι γεγονός αναμφισβήτητο πως σε όλη τη διάρκεια του Δεκέμβρη οι
Σοβιετικοί δεν έβγαλαν τσιμουδιά. Ούτε μία απλή διαμαρτυρία, ούτε ένα σχόλιο.
Οι σοβιετικές εφημερίδες δεν έγραψαν λέξη για το Δεκέμβρη. Για τους Σοβιετικούς
ΔΕΝ ΥΠΗΡΞΕ Δεκέμβρης.
Το σημειώνω με κεφαλαία γιατί αυτό και μόνο αποτελεί
συντριπτική απάντηση στην διατυπούμενη άποψη ότι οι Σοβιετικοί δεν αντέδρασαν
τον Δεκέμβρη για να μη διασπαστεί η αντιχιτλερική συμμαχία, για να ολοκληρωθεί
η συντριβή του φασιστικού Άξονα. Ωραία, λοιπόν, δεν μπορούσαν να επέμβουν οι
Σοβιετικοί γιατί κινδύνευε η αντιφασιστική συμμαχία. Δεν μπορούσαν όμως να πουν
μία λέξη, δεν μπορούσαν να στείλουν μία απλή διαμαρτυρία για τη βάναυση αυτή
καταπάτηση των αρχών για την κατίσχυση ακριβώς των οποίων έχυναν το αίμα τους
οι λαοί στον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο; Δεν μπορούσαν να πιέσουν στο πολιτικό και
διπλωματικό πεδίο;
Δεν έκαναν τίποτα. Και αντί για οποιαδήποτε συμπαράσταση,
για οποιαδήποτε βοήθεια, κι ενώ συνεχίζονται οι μάχες στην Αθήνα, η Σ. Ένωση,
στις 30 Δεκεμβρίου, αναγγέλλει την αποστολή πρεσβευτή στην κυβέρνηση
Παπανδρέου...
Τα γεγονότα μιλούν με τη δική τους αδυσώπητη λογική. Η
σοβιετική σιωπή το Δεκέμβρη δεν ήταν ένδειξη αδυναμίας. Ήταν και παραμένει
ακλόνητη απόδειξη ενοχής. Κι αν οι Σοβιετικοί δεν ήθελαν τον Δεκέμβρη γιατί
δημιουργούσε κινδύνους για τη συμμαχική ενότητα, θα μπορούσαν κάλλιστα να τον
σταματήσουν οποιαδήποτε στιγμή. Αρκεί να κουνούσε λίγο το δαχτυλάκι του ο
Στάλιν. Ή μήπως θα είχαν αντιρρήσεις οι Σιάντος - Ιωαννίδης;...
Η άποψη ότι οι Σοβιετικοί υπέκυψαν στον βρετανικό εκβιασμό
και δεν αντέδρασαν τον Δεκέμβρη για να μη διασπαστεί η συμμαχική ενότητα, είναι
αβάσιμη και για τον απλό λόγο ότι οι Βρετανοί δεν ήταν σε θέση να ασκήσουν
κανέναν εκβιασμό. Αν μπορούσαν, δεν θα άφηναν τον Στάλιν να καταβροχθίσει την
Πολωνία και μαζί ολόκληρη την Κεντρική και την Ανατολική Ευρώπη. Τον άφησαν γιατί
απλούστατα δεν μπορούσαν να κάνουν διαφορετικά...
Και το τηλεγράφημα; Τι μπορούμε να πούμε όταν υπάρχει το
περίφημο τηλεγράφημα του Δημητρώφ που προσδιορίζει, υποτίθεται, χωρίς ν' αφήνει
περιθώρια παρερμηνειών, τη σοβιετική στάση στα Δεκεμβριανά;
Είναι γνωστό το τηλεγράφημα Δημητρώφ, αξίζει όμως να το
ξαναδούμε. Παραθέτω ό,τι ακριβώς αναγράφεται σχετικά στα «Επίσημα Κείμενα του
ΚΚΕ», σελ. 324-326:
«... Κατά την διάρκεια των γεγονότων του Δεκέμβρη η
ηγεσία του ΚΚΕ είχε τακτική επαφή με τις ηγεσίες του Κομμουνιστικού Κόμματος
Βουλγαρίας και του Κομμουνιστικού Κόμματος Γιουγκοσλαβίας και έμμεσα, μέσω του
Γκιώργκη Δημητρώφ, που σε όλο αυτό το διάστημα βρισκόταν στη Μόσχα, με την
ηγεσία του Κομμουνιστικού Κόμματος της Σοβιετικής Ένωσης. Το Πολιτικό Γραφείο
της ΚΕ του ΚΚΕ με τηλεγραφήματά του (βλ. κείμενα υπ' αριθμόν 715, 718, 721,
725, 730, 732, 733, 734, 744, 747, 748, 749, 750 και 751 αυτού του τόμου)
ενημέρωνε τα παραπάνω αδελφά κόμματα για τις εξελίξεις των γεγονότων στην
Ελλάδα και τις πιο άμεσες ανάγκες του κινήματος. Επί πλέον, κατά την διάρκεια
του Δεκέμβρη 1944, είχαν σταλεί στις ηγεσίες των παραπάνω κομμάτων
αντιπροσωπείες της ηγεσίας του ΚΚΕ για άμεση επαφή και συζήτηση της κατάστασης
που είχε δημιουργηθεί και των σχετικών προβλημάτων.
»Στις 20 Δεκέμβρη 1944 ο Γραμματέας της ΚΕ του ΚΚΕ
Βουλγαρίας Τράικο Κοστώφ που χρησιμοποιούσε το ψευδώνυμο
"Σπυριδόνωφ", διαβίβασε στον Γραμματέα της ΚΕ του ΚΚ Γιώργη Σιάντο
τηλεγράφημα του Γκ. Δημητρώφ που χρησιμοποιούσε το ψευδώνυμο
"Παππούς" από την Μόσχα, στο οποίο διατυπώνονται οι γνώμες του για το
τι θα ήταν καλύτερο να κάνει το ΚΚΕ στην τότε κατάσταση. Διαβιβάζοντας αυτό το
τηλεγράφημα ο Τρ. Κοστώφ διατυπώνει ταυτόχρονα και την σχετική γνώμη της ΚΕ του
ΚΚ Βουλγαρίας.
»Το τηλεγράφημα του "Παππού" (Γκ. Δημητρώφ) και
του "Σπυριδόνωφ" (Τρ. Κοστώφ), με ημερομηνία 19 Δεκέμβρη 1944, ώρα
8.00, ελήφθη στις 20 του Δεκέμβρη 1944 από τον Λεωνίδα Στρίγκο, μέλος του Π.Γ.
της ΚΕ και Γραμματέα της Επιτροπής Περιοχής Μακεδονίας - Θράκης του ΚΚΕ που
κρατούσε αυτή την επαφή. Είχε όμως γίνει κάποιο λάθος στον κώδικα και δεν
κατορθώθηκε η αποκρυπτογράφηση του τηλεγραφήματος αυτού. Γι' αυτό, ο Λ.
Στρίγκος (Λεωνίδας) το ξαναζήτησε. Η εκ νέου μετάδοση και λήψη του
τηλεγραφήματος έγινε στις 15 του Γενάρη του 1945, οπότε και αποκρυπτογραφήθηκε
αμέσως και στάλθηκε στο Πολιτικό Γραφείο της ΚΕ του ΚΚΕ.
»Σε συνέχεια παραθέτουμε αυτό το τηλεγράφημα.
»Από Μακεδονίαν Π.Γ.
»Σας μεταδίδουμε τηλ/μα που στάλθηκε από ... στοπ.
Αρχίζει στοπ.
»Ο Παππούς νομίζει ότι με την σημερινή διεθνή κατάσταση,
η ένοπλη ενίσχυση προς τους Έλληνες συντρόφους απ' έξω γενικά αδύνατη. Βοήθεια
από μέρους της Βουλγαρίας ή Γιουγκοσλαβίας η οποία να τους δέσμευε με το μέρος
του ΕΛΑΣ εναντίον ένοπλων αγγλικών δυνάμεων, σήμερα λίγο θα βοηθήσει τους
Έλληνες συντρόφους ενώ πάρα πολύ θα μπορούσε να βλάψει την Γιουγκοσλαβία και
Βουλγαρία. Όλα αυτά πρέπει να τα υπολογίζουν οι φίλοι μας οι Έλληνες.
»Έλληνες και ΕΛΑΣ πρέπει να καθορίσουν τα περαιτέρω
βήματά τους, ξεκινώντας από αυτή ακριβώς την κατάσταση, όχι ευνοϊκή γι' αυτούς.
Δεν πρέπει να τραβήξουν σχοινί, αλλά να δείξουν εξαιρετική ευλυγισία και
ικανότητα χειρισμών για να διατηρήσουν όσο το δυνατόν τις δυνάμεις τους και να
περιμένουν ευνοϊκώτερη στιγμή για πραγματοποίηση δημοκρατικού τους
προγράμματος. Για ελληνικό κόμμα, το σπουδαιότερο είναι να μην επιτρέψει να
απομονωθεί από μάζες ελληνικού λαού και από δημοκρατικές ομάδες που ανήκουν στο
ΕΑΜ.
»Γιατί ΕΑΜ, ΓΣΕΕ και χωριστές προσωπικότητες ηγέτες δεν
απευθύνονται επίσημα στα Συνδικάτα και κοινή γνώμη εξωτερικού για να
διαφωτίσουν για σκοπούς και χαρακτήρα πάλης τους, για να ξεσκεπάσουν ελληνική
αντιδραστική κλίκα και τους καλέσουν ενίσχυσή τους; Αυτό θα 'πρεπε να κάνουν με
όλους τους δυνατούς τρόπους και μέσα ακατάπαυστα στοπ. Πρωτότυπο στείλαμε με
σύνδεσμο στοπ. 15 Γενάρη.
Λεωνίδας»
Αυτό είναι το τηλεγράφημα, μπρος στο οποίο με αμηχανία
στέκονται σοβαροί και αξιόλογοι κατά τα άλλα ερευνητές. Στην πραγματικότητα
όμως δεν υπάρχει εδώ κανένα αίνιγμα. Διότι οι ηγέτες του ΚΚΕ δεν περίμεναν το
τηλεγράφημα Δημητρώφ για να λάβουν εντολές και κατευθύνσεις από τη Μόσχα. Οι
απεσταλμένοι του Κρεμλίνου ήταν παρόντες, καλυμμένοι με τον μανδύα της
Σοβιετικής Στρατιωτικής
Αποστολής. Και είχαν ασυρματιστή τον μετέπειτα γνωστό από την υπόθεση των
ασυρμάτων Βαβούδη, που τους εξασφάλιζε άμεση και συνεχή επαφή με το Κέντρο.
Γιατί, λοιπόν, στάλθηκε το τηλεγράφημα αυτό; Δύο είναι οι
πιθανές εκδοχές:
Ή ο Δημητρώφ το έστειλε αγνοώντας το παρασκήνιο και το
σκοτεινό παιχνίδι που έπαιζε το Κρεμλίνο στην Αθήνα το Δεκέμβρη. Και φυσικά οι
εδώ απεσταλμένοι του Στάλιν το κατακράτησαν ως "ανεπίκαιρο" και το
εμφάνισαν όταν έκριναν πως ήρθε η στιγμή να εμφανιστεί.
Ή -και το θεωρώ εξίσου πιθανό- το τηλεγράφημα Δημητρώφ δεν
είχε παραλήπτες τους Σιάντο - Ιωαννίδη αλλά την ιστορία... Ο μελλοντικός
ιστορικός, ελλείψει άλλων στοιχείων, θα σκόνταφτε αναγκαστικά στο τηλεγράφημα
Δημητρώφ και θα έβγαζε το αναπόφευκτο συμπέρασμα: Οι Σοβιετικοί συμβούλευαν
διαλλακτικότητα, οι Σοβιετικοί δεν ήθελαν τον Δεκέμβρη, οι Σοβιετικοί δεν
αναμίχθηκαν στον Δεκέμβρη... Έτσι εξηγείται και γιατί το τηλεγράφημα του
Δημητρώφ είναι το μοναδικό που είδε το φως της δημοσιότητας. Αλλά είναι
αυτονόητο ότι, αφού υπήρχε καθημερινή επικοινωνία με τον ασύρματο, θα είχαν
αποσταλεί και άλλα τηλεγραφήματα. Γιατί δεν δημοσιεύονται;
Ο Κ. Δεσποτόπουλος, προσωπικός σύμβουλος του Σιάντου,
βεβαιώνει (βλ. Φ. Οικονομίδη, "Οι Προστάτες", σελ. 388) ότι στις
13-14 Δεκέμβρη 1944 ο Σιάντος του έδειξε ένα τηλεγράφημα του Δημητρώφ, στο
οποίο αναγράφονταν επί λέξει: «Παππούς, επαναλαμβάνουμε, Παππούς συμβουλεύει
συνεχίσετε αντίσταση. Κάνουμε ό,τι είναι δυνατόν προς βοήθειά σας».
Περισσότερα, όμως, από όσα λέει το ίδιο το τηλεγράφημα και
πολύ πιο αποκαλυπτικά, λένε οι ημερομηνίες:
Το τηλεγράφημα στέλνεται στις 19 Δεκεμβρίου, όταν οι μάχες
μαίνονται στους δρόμους της Αθήνας. Γιατί δεν στέλνεται πριν ή στις αρχές του
Δεκέμβρη; Τόσο ασήμαντη υπόθεση ήταν η ένοπλη σύγκρουση με τους Άγγλους τις
κρίσιμες εκείνες μέρες του Β' Παγκοσμίου Πολέμου;
Αλλά έστω, το στέλνουν καθυστερημένα. Και έστω, γίνεται
«λάθος» στον κώδικα και γυρίζει πίσω. Γιατί δεν το ξαναστέλνουν την άλλη μέρα
αφού, όπως προκύπτει κι απ' τα «Επίσημα Κείμενα του ΚΚΕ», είχαν καθημερινή
επικοινωνία με τον ασύρματο; Γιατί το στέλνουν ύστερα από 26 μέρες, στις 15
Γενάρη 1945, όταν πια οι μάχες έχουν τελειώσει κι ο ΕΛΑΣ έχει εγκαταλείψει την
Αθήνα; Με τη χελώνα το 'στειλαν; Πρόκειται για φαιδρότητες. Η αλήθεια είναι
καθαρή. Στο «διεθνές ζατρίκιον» που παίχτηκε πάνω στην πλάτη του ελληνικού
λαού, οι Σοβιετικοί με τον Δεκέμβρη έκαναν απλώς μία κίνηση τακτικής. Ήταν μία
«περιορισμένη βαριάντα», που δεν απέβλεπε στην ανατροπή των συμφωνιών της
Μόσχας και στη βίαιη υπαγωγή της Ελλάδας στο σοβιετικό μπλοκ.
Και έτσι εξηγούνται όλα.
Έτσι εξηγείται γιατί το κύριο βάρος του Δεκέμβρη το σήκωσε ο
εφεδρικός ΕΛΑΣ. Σ' έναν αγώνα ζωής και θανάτου είναι αυτονόητο ότι θα ρίξεις
στη μάχη τις δυνάμεις που χρειάζονται για να νικήσεις. Αυτό λέει η στοιχειώδης
λογική κι αυτό θα 'κανε κι ένας λοχίας. Και όμως οι Σιάντος - Ιωαννίδης
έστειλαν τις πιο εμπειροπόλεμες και τις καλύτερα οπλισμένες δυνάμεις του ΕΛΑΣ
να κυνηγούν τον Ζέρβα στα κατσάβραχα της Ηπείρου κι άφησαν τον εφεδρικό ΕΛΑΣ να
τα βγάλει πέρα μόνος του στην Αθήνα με τις αγγλικές μεραρχίες. Δεν ήταν ηλίθιοι
οι άνθρωποι. Απλώς εκτελούσαν εντολές.
Έτσι εξηγείται γιατί η σύγκρουση περιορίστηκε μόνο στην Αθήνα,
ενώ στην υπόλοιπη Ελλάδα οι αγγλικές δυνάμεις έμειναν ανενόχλητες. Θα ήταν ευκολότατο
π.χ. για τον ΕΛΑΣ Μακεδονίας να αφοπλίσει την αγγλική φρουρά Θεσσαλονίκης και
να εφοδιαστεί με πολύτιμο πολεμικό υλικό. Και όμως, δεν έγινε αυτό που η
στοιχειώδης λογική επέβαλλε να γίνει.
Ο Μάρκος Βαφειάδης βεβαιώνει πως ζήτησε την άδεια να
χτυπήσει τους Άγγλους στη Θεσσαλονίκη άλλα οι Σιάντος - Ιωαννίδης δεν το
επέτρεψαν. Γιατί; Και μόνο στο τέλος, στις 30 Δεκεμβρίου 1944, έξι μέρες πριν ο
ΕΛΑΣ εγκαταλείψει την Αθήνα, ο Σιάντος στέλνει τα παρακάτω σήματα που
περιλαμβάνονται στα «Επίσημα Κείμενα του ΚΚΕ» (σελ. 316-317):
740
ΡΑΔΙΟΤΗΛΕΓΡΑΦΗΜΑ Λεωνίδα (Στρίγκον) Έχει μεγάλην σημασίαν χτυπηθούν Άγγλοι Θεσσαλονίκης. Παρακαλούμε μελετήσατε επειγόντως επιχείρησιν και πληροφορήστε μας υπάρχουσαν δυνατότητα.
30-12-44
Γέρος
(Γιώργης Σιάντος)
* * *
741
ΡΑΔΙΟΤΗΛΕΓΡΑΦΗΜΑ
Κώσταν (Μπλάναν)
δια Παπασταματιάδη (Νίκον)
Διοικητήν ΕΛΑΣ Πελοποννήσου
Πελοπόννησον
Κτύπημα Άγγλων Πάτρας έχει μεγάλην σημασίαν. Παρακαλούμε
μελετήσατε και γνωρίσατε μας επειγόντως δυνατότητα επιχειρήσεως ταύτης.
30-12-1944 Γέρος
(Γιώργης Σιάντος)
Στις 30 Δεκεμβρίου όλα σχεδόν έχουν τελειώσει. Και πάλι
όμως ο Σιάντος δεν λέει «χτυπήστε». Απλώς, «μελετήσατε επειγόντως
επιχείρησιν και πληροφορήσατέ μας υπάρχουσας δυνατότητας»!
Είναι φανερό ότι και τα τηλεγραφήματα αυτά δεν απευθύνονται
στους Μπλάνα και Στρίγκο, αλλά στην Ιστορία...
Έτσι εξηγείται, ίσως, και η «ανεξήγητη» περικύκλωση και ο
αφοπλισμός του 2ου Συντάγματος του ΕΛΑΣ από τους Άγγλους, χωρίς να πέσει ντουφεκιά,
χωρίς ν' ανοίξει μύτη. Κι όμως, ήταν ένα από τα καλύτερα Συντάγματα του ΕΛΑΣ κι
έμπαινε στην Αθήνα για να πάρει μέρος στις μάχες...
Έτσι εξηγείται και γιατί δεν χρειάστηκε να αποφασίσει το
Π.Γ. ή η Κ.Ε. για το Δεκέμβρη και γιατί ο Σιάντος αντιμετώπιζε τον Μπαρτζώτα
και τη Χρύσα σαν «περαστικούς».
Έτσι εξηγείται και η αδιαλλαξία του Σιάντου στη σύσκεψη με
τον Τσόρτσιλ και τους άλλους πολιτικούς αρχηγούς τα Χριστούγεννα του 1944.
Ας θυμηθούμε τα γεγονότα. Ανήμερα τα Χριστούγεννα του '44
φτάνουν στην Αθήνα ο Τσόρτσιλ και οι στενοί επιτελείς του. Πιεζόμενος από τη
βρετανική και την παγκόσμια κοινή γνώμη ο Τσόρτσιλ κάνει μία προσπάθεια να
σταματήσει η αιματοχυσία στην Αθήνα. Καλεί σε σύσκεψη όλους τους πολιτικούς
αρχηγούς. Είναι μία μοναδική και έσχατη ευκαιρία για το ΚΚΕ να πετύχει κάποιο
συμβιβασμό, να βγει από το αδιέξοδο. Η μάχη της Αθήνας ουσιαστικά έχει κριθεί,
σε δέκα μέρες θα γίνει η άτακτη υποχώρηση. Κι όμως, ο Σιάντος εμφανίζεται
προκλητικός και αδιάλλακτος. Μιλώντας ως από θέση ισχύος, επαναλαμβάνει στη
σύσκεψη όλες τις θέσεις κι όλες τις παλιές αξιώσεις του ΚΚΕ. Και επί πλέον
ακόμα μία: Στή νέα κυβέρνηση που θα σχηματιστεί, το ΚΚΕ να πάρει τα μισά
υπουργεία συν ένα!
Και βέβαια η σύσκεψη ναυαγεί. Ακόμα δέκα μέρες το αίμα
τρέχει άσκοπα στους δρόμους της Αθήνας. Και μετά η άτακτη φυγή...
Έτσι αποκτούν και το πραγματικό τους νόημα τα όσα
αναγράφονται σχετικά στο βιβλίο του Γ. Παπανδρέου «Η απελευθέρωση της Ελλάδος».
Στη σελ. 211 διαβάζουμε:
«Το απόγευμα της Πέμπτης, 30 Νοεμβρίου 1944, ο υπουργός
των Οικονομικών Αλ. Σβώλος επεσκέφθη εις την οικίαν του τον πρόεδρον της
Κυβερνήσεως Γ. Παπανδρέου. Η συνομιλία υπήρξε μακρά και διεξήχθη υπό το κράτος
βαθείας συγκινήσεως ενώπιον της επερχόμενης τραγικής εσωτερικής κρίσεως. Ο Αλ.
Σβώλος εξεμυστηρεύθη την εντύπωσίν του, ότι η μεταβολή της αποφάσεως του Κ.Κ.
υπήρξεν απότομος και οφείλεται εις εξωτερικάς υποδείξεις. Και προσέθεσεν ότι
δεν δύναται να ασκήση επ' αυτού καμμίαν αποφασιστικήν επιρροήν...».
«Οφείλεται εις εξωτερικός υποδείξεις»...
Μέσα στις λίγες αυτές λέξεις κρύβεται όλη η αλήθεια για την
τραγωδία του Δεκέμβρη.
Σημείωση του συγγραφέα: Στο σημείο αυτό
κλείνει το κεφάλαιο για το ΔΕΚΕΜΒΡΗ. Πολλά γράφτηκαν και ειπώθηκαν έκτοτε.
Ειδικό επιστημονικό Συμπόσιο με θέμα τον ΔΕΚΕΜΒΡΗ πραγματοποιήθηκε στην Αθήνα
το 1995. Για την πληρέστερη ενημέρωση του αναγνώστη θεωρώ αναγκαίο να παραθέσω
εδώ και το υπό τον τίτλο «ΚΑΙ ΠΑΛΙ Ο ΔΕΚΕΜΒΡΗΣ» κεφάλαιο του βιβλίου μου «ΑΠΛΑ
ΜΑΘΗΜΑΤΑ ΙΣΤΟΡΙΑΣ» που εκδόθηκε στα τέλη του 1998 από τις εκδόσεις «ΠΑΠΑΖΗΣΗ».
* * *
Αυτά έγραφα εδώ και δέκα χρόνια για τον Δεκέμβρη και αυτά θα
μπορούσα να επαναλάβω και σήμερα χωρίς ν' αλλάξω ούτε λέξη, προσθέτοντας απλώς
τα σημαντικότατα νέα στοιχεία που προσκομίζουν οι Θεοδωράκης - Οικονομίδης.
Ο Μ. Θεοδωράκης, νεαρός τότε Ελασίτης, πολέμησε και τραυματίστηκε
στα Δεκεμβριανά. Και αναφέρεται στο κρίσιμο ερώτημα γιατί οι Σιάντος -
Ιωαννίδης αντί να κηρύξουν πανστρατιά και να φέρουν στην Αθήνα -όπου υποτίθεται
δινόταν η κρίσιμη και αποφασιστική για τη μοίρα αυτού του τόπου μάχη- έστειλαν
όλες τις διαθέσιμες δυνάμεις του ΕΛΑΣ να κυνηγούν το Ζέρβα στα κατσάβραχα της
Ηπείρου, αφήνοντας τον εφεδρικό ΕΛΑΣ να τα βγάλει πέρα μόνος του με τα τανκς
και τα κανόνια του Σκόμπυ.