Διανύουμε αισίως τό 2011 καί ο ελληνικός λαός, μέσα σέ μία διεφθαρμένη κοινωνία καί ζώντας σέ μία χρεωκοπημένη χώρα, παρακολουθεί τίς τουρκικές σειρές,
τίς εκδηλώσεις της ελληνοτουρκικής φιλίας, τήν τουρκική γλώσσα νά έχει γίνει γλώσσα επιλογής γιά τά ελληνόπουλα, τήν ιστορία να παραχαράσσεται
καί νά εξευμενίζει τήν οθωμανοκρατία, τόν Κεμάλ νά ηρωοποιείται, τήν Ορθοδοξία
νά χλευάζεται. Τό δόγμα Νταβούτογλου έχει γίνει δόγμα της κυβερνήσεως, της τηλεόρασης, των πανεπιστημίων, των προοδευτικών καί δημοκρατικών δυνάμεων.
Η Τουρκία πατάει μέσω
του προξενείου της γερά στή Θράκη, τό Αιγαίο θεωρείται θάλασσα ειρήνης καί συνεκμετάλλευσης των πετρελαίων του, ενώ ακόμα καί ο χώρος νοτίως της Κρήτης
διεκδικείται από τήν γειτονική μας χώρα. Οι τουρκικές φρεγάτες πλέουν ανενόχλητες στήν Εύβοια ενώ τά εκατομμύρια των εποίκων πού προωθεί ο Ερντογάν
τά υποδέχονται μέ ανοιχτές αγκάλες οι Αριστεροί της επιλεκτικής ευαισθησίας, εδραιώνοντας τήν ισλαμική παρουσία στήν χώρα μας.
«Οι δύο σημαντικοί βραχυπρόθεσμοι και μεσοπρόθεσμοι στόχοι της εξωτερικής πολιτικής της Τουρκίας στα Βαλκάνια είναι η ισχυροποίηση της
Βοσνίας και της Αλβανίας μέσα σε ένα πλαίσιο σταθερότητας και η δημιουργία ενός διεθνούς νομικού πλαισίου που θα θέτει υπό την προστασία του τις εθνικές
μειονότητες της περιοχής. Στο νομικό αυτό πλαίσιο η Τουρκία πρέπει να επιδιώκει συνεχώς την εξασφάλιση εγγυήσεων που θα της παρέχουν το δικαίωμα παρέμβασης
στα ζητήματα που αφορούν τις μουσουλμανικές μειονότητες των Βαλκανίων. Η νομιμότητα της επέμβασης
της Κύπρου, που αποτελεί ένα εντυπωσιακό παράδειγμα στη σύγχρονη εποχή, κατέστη δυνατή εντός ενός τέτοιου είδους νομικού πλαισίου.
Αφορμή γιά νά ασχοληθώ μέ τήν ελληνική επανάσταση, ήταν η αντίστοιχη εκπομπή σέ κανάλι ενός μεγιστάνα του Τύπου καί των Δημοσίων Εργων, σύμφωνα
μέ τήν οποία τό Εθνος μας γεννήθηκε τό ...1821, η Ελλάδα παρουσίασε τή μεγαλύτερη ανάπτυξη τόν 15ο καί 16ο αιώνα,
oι πασάδες ...έφτιαχναν δρόμους, γέφυρες, νοσοκομεία, λουτρά, τζαμιά, αγορές, οι Ελληνες ζούσαν υπέροχα μέ τούς Τούρκους ασκώντας
ελεύθερα τά θρησκευτικά τους δικαιώματα, πλουτίζοντας από τίς καλλιέργειες καί τό εμπόριο.
Oι οθωμανοί, σύμφωνα μέ τόν Βερέμη καί τό τουρκο - σκάϊ, δέν κατέστρεψαν καμμία ορθόδοξη εκκλησία, απλώς μετέτρεψαν ορισμένες σέ τζαμιά, στά χωριά υπήρχαν
κοινά νεκροταφεία
καί αρμονική συνύπαρξη μουσουλμάνων καί χριστιανών καί απλά υπήρχαν μερικοί εγκληματίες, ληστές, τυχοδιώκτες καί φοροφυγάδες, πού
κατέφυγαν στά βουνά καί ο κόσμος τούς ονόμαζε κλέφτες αφού κτυπούσαν τό χρηστό καί δίκαιο κράτος πού είχε δημιουργήσει ο πατισάχ στήν οθωμανική επικράτεια.
Οταν κάποιοι Ελληνες κοτζαμπάσηδες αγόρασαν πολλά κτήματα καί δημιούργησαν τσιφλίκια, τότε οι Ελληνες αγρότες, πάντα σύμφωνα μέ τό τουρκο - σκάϊ,
παρουσίασαν κάποιες οικονομικές δυσκολίες καί εξεγέρθησαν κατά του ... ανεκτικού καί φιλεύσπλαχνου σουλτάνου!
Η επανάστασις δηλαδή ήταν ταξική, όπως λένε οι αριστεροί. Είναι απορίας άξιον τό πόσο συμφωνούν οι Ελληνες αριστεροί μέ τούς Τούρκους φασίστες
σέ πληθώρα θεμάτων! Φυσικά πριν από το 1821 δεν υπήρχε ελληνική εθνική συνείδηση, αλλά οι Γάλλοι Διαφωτιστές
μας διάλεξαν μία εθνική ταυτότητα, αφού σύμφωνα καί μέ τούς Γαβράδες καί όλους τούς βολεμένους αριστερούς καπιταλιστές, είμαστε Σλαβο-αλβανό-τουρκοι.
Ο πολυπολιτισμός διαβρώνει τούς εγκεφάλους των παιδιών μας καί τά ετοιμάζει γιά τήν ανασύσταση της οθωμανικής
αυτοκρατορίας όπως ονειρεύεται μέσα από τά βιβλία του ο Υπουργός Εξωτερικών της Τουρκίας, ο οποίος καμαρώνει γιά τό πετυχημένο παράδειγμα της Κύπρου.
Αφού γιά μερικές δεκάδες χιλιάδες μουσουλμάνους, μας άρπαξαν τήν μισή Κύπρο, φανταστείτε τί θά γίνει μέ τά εκατομμύρια των μουσουλμανων πού μας φορτώνει
ο Σόρος, τό Ισλάμ
καί ο Συνασπισμός! Η Ελλάδα θά γίνει βιλαέτι της Υψηλής Πύλης καί μάλιστα αναίμακτα. Τό άφθονο χρήμα, οι άφθονοι μουσουλμάνοι έποικοι καί οι άφθονοι προδότες
θά ζωντανέψουν τό
δόγμα Νταβούτογλου πού θέλει τά Βαλκάνια κάτω από τήν οθωμανική εξουσία.
Μπορεί να προταθεί επίσης μία συνεργασία για την εξασφάλιση των πολιτισμικών και εκπαιδευτικών δικαιωμάτων των εθνικών κοινοτήτων, που διαθέτουν διαφορετικές
κουλτούρες στους κόλπους των βαλκανικών κρατών.
Μία τέτοια συμφωνία μπορεί να διαμορφώσει ένα κατάλληλο έδαφος κυρίως για το Κόσσοβο και τη Δυτική Θράκη.»
H παραπάνω εικόνα είναι από τό βιβλίο της Ιστορίας Γ' Γυμνασίου πού διανέμει τό τουρκ.. συγγνώμη τό Ελληνικό Υπουργείο αντεθνικής Παιδείας στά παιδιά μας.
Τό εν λόγω βιβλίο απαξιώνει τελείως τήν ελληνική επανάσταση καί τήν παραθέτει τελείως περιληπτικά ως ένα ασήμαντο γεγονός. Φυσικά, δέν υπάρχει ούτε ένας άσχημος
χαρακτηρισμός ή όρος γιά τήν οθωμανοκρατία. Λείπουν λέξεις όπως: βαρβαρότητα, φόροι, χαράτσι, τζερεμέδες, μπαξίσια, ραγιάδες (κτήνη χριστιανοί),
γκιαούρηδες (άπιστοι χριστιανοί), κόψιμο γλώσσας,
αγγαρείες, διακρίσεις, πείνα, εξαθλίωση, χαρέμια, σκλαβοπάζαρα, παιδομάζωμα, βιασμοί, πειρατές, γενίτσαροι,
πυρπολήσεις, σφαγές, τρομοκρατία, φόβος, διωγμοί, μαρτύρια, ζυγός, βασανιστήρια, παλούκωμα, ψήσιμο σέ σούβλα, καρατομήσεις, γδάρσιμο, πριόνισμα, αγχόνες,
τσιγκέλια,
εξισλαμισμοί, εκτελέσεις, ατιμώσεις, φυλακίσεις, μποστατσήμπασης, μπουντρούμια, ταπεινώσεις, αμάθεια, αγραμματοσύνη, αυθαιρεσίες, αδικίες, ερήμωση,
μείωση πληθυσμού, κτλ,
Υπάρχουν βέβαια απαξιωτικοί όροι αλλά μόνο γιά τήν ...Ορθόδοξη Εκκλησία η οποία στά χρόνια της επανάστασης ...εναντιωνόταν στίς φιλελεύθερες ιδέες.
Οι Κλέφτες καί στά σχολικά βιβλία, εμφανίζονται σάν εγκληματίες οι οποίοι απλώς βγήκαν στά βουνά γιά αρπαγή καί ληστεία, ενώ ο χριστιανικός πληθυσμός ζούσε σέ
αρμονία μέ τόν μουσουλμανικό πληθυσμό αφού ...πλούτιζε από τό εμπόριο καί τή
ναυτιλία. Σέ ένα σημείο αναφέρεται "ο κατακτητής ορθόδοξος βαλκάνιος έμπορος" γιά νά τονιστεί η ευμάρεια των χριστιανών, ενώ σημειώνεται καί η ...πληθώρα
των σχολείων αφού "δέν υπάρχει πόλη πού νά μήν έχει δύο καί τρία σχολεία". Καί γιατί είπαν "Ελευθερία ή Θάνατος" οι ραγιάδες; Διότι τούς επηρέασε η
Γαλλική Επανάσταση, ο Ευρωπαϊκός Διαφωτισμός καί οι Ρώσσοι πράκτορες Υψηλάντης, Κατσώνης καί Καποδίστριας. Αλλιώς δέν υπήρχε λόγος επανάστασης.
Ετσι τά Ορλωφικά πού υποκινήθηκαν από τούς Ρώσσους, καταπνίγηκαν (σκέτο), οι Σουλιώτες απλά εγκατέλειψαν τήν περιοχή τους, όπως εγκαταλείπουν οι Αθηναίοι
τό κλεινόν άστυ τό καλοκαίρι γιά νά τρέξουν στά νησιά καί ο Διάκος απλώς πολέμησε στήν Αλαμάνα.
Στόν παρόντα δικτυακό τόπο, η παρουσίαση των γεγονότων της Ελληνικής Επαναστάσεως θά γίνει μέσα από κείμενα αυτοπτών μαρτύρων, καί από ιστορικούς του παρελθόντος
οι οποίοι δέν ήξεραν τί είναι ο Σόρος, η λέσχη Μπίλντεμπεργκ, τό Παρατηρητήριο Ελσίνκι, τό ΕΛΙΑΜΕΠ καί η παγκόσμια διακυβέρνηση του Γιωργάκη.
Θά στηριχτώ στίς μαρτυρίες ανθρώπων πού μάτωσαν, πόνεσαν, έχυσαν δάκρυ, έχασαν δικούς τους ανθρώπους καί στό τέλος τήν ίδια τους τήν ζωή, γιά νά μπορούμε σήμερα
νά κάνουμε τόν σταυρό μας καί νά μιλάμε τή γλώσσα του Ομήρου. Οι πηγές μου είναι τά
απομνημονεύματα των Κολοκοτρώνη, Μακρυγιάννη, Κοσομούλη, Περραιβού,
Κουτσονίκα, Φωτάκου, γραπτά των Αινιάν, Φερραίου, Τερτσέτη, Ιωσήφ Μάγιερ, Πουκεβίλ, Χάου, Φιλήμωνος
βιβλία των Παπαρρηγόπουλου, Τρικούπη, Βακαλόπουλου, Κοκκίνου κλπ.
«H επανάστασις η ειδική μας δεν ομοιάζει με καμίαν απ' όσες γίνονται σήμερα εις την Ευρώπην. Της Ευρώπης οι επαναστάσεις εναντίον των διοικήσεων των είναι
εμφύλιος πόλεμος. Ο δικός μας πόλεμος ήταν ο πλέον δίκαιος: ήταν έθνος με έθνος».
«Τό κίνημά μας δέν είναι, κραταιοί της Ευρώπης, ανταρσίας επιχείρημα, όχι! Είμεθα λείψανα έθνους νικημένου, κατακτηθέντος, υποδουλωθέντος, αλλά ουδέποτε
μετά του Οθωμανικού Κράτους συσσωματωθέντος. Ναί! διότι πώποτε οι τύραννοί μας δέν μας εγγυήθησαν διά τήν ζωήν, τιμήν, ιδιοκτησίαν καί πάν ό,τι συνιστά
τήν νόμιμον των ανθρώπων κοινωνίαν.
Είμεθα έθνος Χριστιανικόν, τέσσαρας ήδη αιώνας προσπαθούντες ν' αποδιώξωμεν της ιεράς μας γής τούς άρπαγας, τό έθνος
τούτο αξιούμενον ενώπιον Θεού καί της συνειδήσεώς σας τήν συμμαχίαν σας, πολλάκις από τό 1461 σας έδωκε τάς ευγενείς αφορμάς νά δέσετε γενικήν υπέρ αυτού
συμμαχίαν, υποχρεούντες δέ αυτής τόν Χριστιανισμόν όλον νά συντρέξη εις ελευθέρωσιν της Ανατολικής Εκκλησίας καί της γης του ανατολικού των Ρωμαίων Βασιλείου...»
«Γέρων τίς ιερομόναχος επιάσθη από τούς εχθρούς πλησίον της Ναυπάκτου. Τόν ύβριζον οι Τούρκοι καί τόν ερράβδιζον, καί επειδή τόν εβίαζον νά μαρτυρήσει
πού έχει καταθεμένα τά ιερά σκεύη καί αυτός δέν εμαρτύρει, τού έκοψαν τήν μύτην καί τά ώτα, αμετάτρεπτος ο σεβάσμιος πατήρ εις τήν σταθεράν του απόφασιν
νά μή δώση εις τάς χείρας των απίστων τά ιερά σκεύη διά νά τά καθυβρίζωσι καί τά μεταχειρίζονται μέ τόν αισχρόν της βαρβαρότητος τρόπον, ησύχως καί μέ
αφοβία τούς λέγει:
"Καθώς μου εκόψατε τήν ρίνα καί τά ώτα, ούτω καί ψήσατέ με εις τήν σούβλαν διά νά δώσω τό ανήκον πέρας της ζωής μου, καθώς οι νόμοι
της πατρίδος μου διατάττουσιν, τό οποίον καί έγεινεν...»
«Οι Τούρκοι, θεωρούντες εαυτούς κυρίους της χώρας, υποβάλλουν τούς Ελληνας εις απόλυτον τυραννίαν. Μέ τάς καταχρήσεις αυτάς κατέστησαν μισητοί καί επικίνδυνοι,
καί ουδέποτε εξέρχονται από τά σπίτια των, ούτε περιπατούν εις τούς δρόμους χωρίς νά φέρουν επάνω των μαχαίρι καί πολλά πιστόλια...
Η αμάθεια καί η έλλειψις κάθε
ενδιαφέροντος επροξένησαν εις τάς αρχαιότητας περισσοτέρας βλάβας παρά η επίδρασις του χρόνου. Διά νά μή κοπιάσουν διά τήν μεταφορά υλικού από τά λατομεία,
καταστρέφουν λαμπρά μνημεία της αρχαιότητος καί μεταχειρίζονται κομμάτια των διά τήν κατασκευήν αθλίων σπιτιών. Είδα τά ερείπια ενός ναού μέ υπέροχον αρχιτεκτονικήν,
όγκου γρανίτου, μάρμαρα πολύτιμα, ανάγλυφα καί κοσμήματα λεπτότατα, νά χρησιμοποιούνται διά νά κατασκευασθή ένα πρόχωμα καί νά διοχευτευθή αλλού τό νερό
του αυλακιού ενός μύλου...
Ενα άγαλμα, πού δέν ήτο δυνατόν νά μετατοπισθή, κατεστράφη από τούς φανατικούς οπαδούς του Κορανίου, πού προγράφει κάθε ανθρώπινον
ομοίωμα. Τέλος, εις ένα εργαστήριο είδα έναν κατασκευαστήν τάφων νά καταγίνεται νά εξαλείψη από αρχαία μάρμαρα τάς επιγραφάς διά νά τά χρησιμοποιήση ως τύμβον
κάποιου αθλίου απογόνου του Μωάμεθ...»
«Η Ελλάς κατακτηθείσα εξεπολίτισε τήν Ρώμην, αλλ' οι κατακτηταί ήσαν Ρωμαίοι. Η αυτή όμως Ελλάς κατακτηθείσα ουδόλως τήν Τουρκίαν εξεπολίτισε, διότι οι
κατακτηταί είνε Τούρκοι. Η αηδία των βαρβάρων τούτων μόλις κατανοείται. Πάσα του πνεύματος λάμψις θαμβοί τούς οφθαλμούς αυτών, καί ουδ' ελάχιστον εξ αυτού
έλαβον σπινθήρα. Βλέπει τις αυτούς παρατηρούντας μετ' αγρίας ηλιθιότητος τά αριστουργήματα της τέχνης, φανταζομένους ότι δαίμονες υπήρξαν οι αρχιτέκτονες καί
καταστρέφοντας τά μάρμαρα πρός κατασκευήν ασβέστου καί κόνεως δι' ών επιχρίουσι τάς οικίας των.
Ενταύθα ενοικούσιν η αμάθεια, η τυραννία, η δεισιδαιμονία καί υλισμός βάναυσος. Μανιωδώς ριπτόμενος ο άγριος Τούρκος επί της δυστυχούς ταύτης χώρας, ήν υπόζυγον
κρατεί, λεηλατεί αυτήν καί σφάζει ανηλεώς καί άνευ τύψεως συνειδότος τούς εστερημένους υπερασπίσεως κατοίκους αυτής. Ούτω ο ωραιότερος του κόσμου τόπος
κατέστη ερημία...»
«Kι ο παπά Θύμιος ο πικρός οϊδίζει του σεϊτάνη
κι ότι τού λέγ' ο δαίμονας αρχίνησε νά κάνη.
Ο,τι τού λεγ' ο δαίμονας, κι' ό,τι τόν εξετάζει
εκείνο πάντα αγαπά κ' εκείνο πάντα πράζει.
Ο δαίμων λέγει του παπά "εσείς τί καρτερείτε;
Δέν στέλνεις σ' όλο τόν ραγιά όλοι ν' αρματωθήτε;
τόν Τούρκο νά βαρέσετε εκείνον τόν αβάνη;
όπου παιδεύει τόν ραγιά κι' ότι αγαπά του κάνει;
Ν' αρματωθ' όλος ο ραγιάς τόν Τούρκο νά κτυπήση.
Στή Λαρσα καί στά Τρίκκαλα αβάνη μήν αφήση."
Κι' ο Τούρκος εφοβήθηκε δέν βγαίνει στό μεϊδάνι...»
Ο Ρήγας Βελεστινλής γεννήθηκε τό 1757 στό Βελεστίνο, κοντά στήν αρχαία πόλη των Φερών.
Κήρυκας του ξεσηκωμού κατά της τυραννίας, αφού καί ο Μακρυγιάννης τόν σχεδίασε νά σπέρνει τόν σπόρο της ελευθερίας, πνεύμα φιλελεύθερο και ανυπότακτο,
με ανεξάντλητο ψυχικό σθένος. Τον αφήνουν αδιάφορο τα πλούτη του πατέρα του. Το μίσος κατά των Τούρκων, το πάθος για τη ελευθερία της πατρίδας και η δίψα
για μάθηση φωλιάζουν στην παιδική του ψυχή. Ο ιερέας του χωριού, που ήταν ο πρώτος του δάσκαλος, θα τον εμποτίσει με το μίσος κατά των τυράννων και θα του
μεταδώσει τον παθιασμένο έρωτα για την ελευθερία.
«Mέ τον Ρήγαν εξεδηλώθη όλη η καλλιεργηθείσα επί αιώνας επαναστατική διάθεσις του ελληνικού έθνους, η εξελιχθείσα εις θέλησιν καί
απόφασιν
διά τόν αγώνα της ελευθερίας. Αυτή η προσωπική του ιστορία φαντάζει ως σύμβολον του ελληνικού δράματος. Ο Ρήγας έφυγεν από τήν πατρίδα του ενωρίς, διότι δέν ήθελε
νά μένη δούλος, επέρασεν από τόν Όλυμπον, όπου εγνωρισεν αρματολούς, απήγγειλε εκεί τραγούδια του διά τήν πατρίδα, διέβη από τά μεγάλα ελληνικά κέντρα,
εγνώρισε τόν ελληνικόν λαόν καί τά βάσανά του, εμορφώθη εις τήν Κωνσταντινούπολιν κοντά εις ένα Φαναριώτην...
Το 1790 μετέφερε τίς επαναστατικές του δραστηριότητες στη Βιέννη. Η θέση της Βιέννης στον ευρωπαϊκό
χώρο και τά μέσα τυπογραφίας πού βρήκε στήν Αυστρία, εξυπηρετούσαν τόν Ρήγα. Συνέχισε τήν επικοινωνία μέ τόν Βοναπάρτη, τόν οποίο έβλεπαν όλοι οι ευρωπαϊκοί λαοί, σάν μία αχτίδα
σωτηρίας κατά των απολυταρχικών τους καθεστώτων. Εγραψε αμέτρητες επιστολές προς ηγεμόνες, ιερωμένους, λόγιους, πολιτικούς διπλωμάτες, στρατιωτικούς ακόμη
και σε πασάδες όπως τον πασά του Βιδινίου Πασβάνογλου, αποστάτη κατά του Σουλτάνου, καί τόν Αλή Πασά της Ηπείρου.
Στη Βιέννη εξέδωσε τό "Σχολείο των Nτελικάτων Eραστών" και το "Φυσικής Aπάνθιμα". Στην ίδια εποχή μετέφρασε το "Πνεύμα των Nόμων" του
Montesquieu. Από το όλο συγγραφικό έργο του Ρήγα διαπιστώνονται η πολυγνωσία, η πίστη στα ανθρώπινα ιδεώδη καί στό δημοκρατικό πολίτευμα.
«Οραματίζεται τότε νά ξεσηκώση τούς Έλληνες καί τούς άλλους βαλκανικούς λαούς εναντίον των Τούρκων καί νά τούς ενώση σέ μία μεγάλη
πολιτική ενότητα. Τίς πρώτες θετικές ενδείξεις της μεταφοράς του οράματος αυτού στήν πράξη τίς βρίσκουμε στήν περίφημη "Χάρτα της Ελλάδος", έργο
πραγματικά πολύμοχθο καί μεγαλόπνοο, προορισμένο νά συνειδητοποιήση στούς συμπατριώτες του τό μεγάλο ιστορικό τους παρελθόν καί τίς εθνικές καί πολιτικές
τους επιδιώξεις στό μέλλον, καθώς καί στόν "Θούριο" καί σέ άλλα επαναστατικά τραγούδια, στόν "Πατριωτικό Ύμνο" κ.λ. Χαρακτηριστικά έγραφε στό
πολίτευμά του: "..ο Βούλγαρος πρέπει νά κινήται, όταν πάσχη ο Έλλην, καί τούτος πάλιν δι' εκείνον καί αμφότεροι διά τόν Αλβανόν καί Βλάχον". Επιφύλασσε όμως
ηγετική θέση στό ελληνικόν έθνος.
Ο Ρήγας Φεραίος εξέδωσε τό δικό του Σύνταγμα, τό οποίο ονόμασε: "Πολιτική Διοίκησις των κατοίκων της Ρούμελης (χώρα των Ρωμιών, Ρούμ-ιλί), της Μικράς
Ασίας, των Μεσογείων νήσων και της Βλαχομπογδανίας". Τό πολίτευμα της απελευθερωμένης πατρίδας από τόν τυραννικό ζυγό, όπως επανειλλημένως
χαρακτήριζε τό οθωμανικό καθεστώς ο Ρήγας, θά είναι δημοκρατικό, με κύρια αρχή την ανεξιθρησκία. Χριστιανοί και Μουσουλμάνοι θα απολαμβάνουν τα ίδια δικαιώματα.
Όλες οι εξουσίες θα πηγάζουν από το λαό. Τα σύνορα της "Νέας Πολιτείας" θα συμπίπτουν μέ τά σύνορα της Βυζαντινής αυτοκρατορίας καθώς θά
περιλαμβάνουν τη χερσόνησο του Αίμου (Βαλκανική), τα νησιά του Αιγαίου και τήν Μικρά Ασία. Όλους τους κατοίκους τους αποκαλεί "απογόνους των Ελλήνων", όλοι
πρέπει να ξέρουν γράμματα καί ως γλώσσα εγγραφής των νόμων καθοριζόταν η Ελληνική γλώσσα. Ιδιαίτερα τονίζεται η ανάγκη της διδασκαλίας των αρχαίων
Ελλήνων συγγραφέων.
Φοίτησε στις σχολές της Ζαγοράς του Πηλίου, καί στά Αμπελάκια πνευματικό κέντρο της σκλαβωμένης Ελλάδας.
Οι καλοί του δάσκαλοι του δημιουργούσαν το ενδιαφέρον για κάποιες επιστημονικές γνώσεις. Νεαρός δάσκαλος ήταν στον Κισσό, χωριό του Πηλίου, όταν άκουσε
μια μέρα από ένα θρασύτατο Αγά την προσταγή να τον περάσει στους ώμους από ένα ορμητικό χείμαρρο. Δέν υπάκουσε καί όρμησε κατά του
αγά καί τόν έπνιξε μέσα στά ορμητικά νερά του χειμάρρου, για να
βρεθεί αμέσως μετά, στο αντάρτικο σώμα του θείου του Σπύρου Ζήρα, πάνω στον Όλυμπο.
Στα λημέρια των Κλεφτών έκανε τα πρώτα σχέδια του ξεσηκωμού του γένους. Είχε ήδη ζήσει τίς σφαγές και καταστροφές των Τούρκων στην
Πελοπόννησο, στη Στερεά και στη Θεσσαλία, μετά από την αποτυχία της εξέγερσης των Ελλήνων (Ορλωφικά), πού είχε γίνει με την υποκίνηση
της Μεγάλης Αικατερίνης, η οποία τελικά, με την Συνθήκη του Κιουτσούκ Καϊναρτζή (9 Ιουλίου 1774), παρέδωσε στους Τούρκους τα
κατεχόμενα από αυτήν νησιά του Αιγαίου καί εγκατέλειξε τούς Ρωμιούς στή μοίρα τους.
Εφοδιασμένος με συστατικές επιστολές ταξίδεψε στην Κωνσταντινούπολη. Εμαθε γαλλικά, γερμανικά και αργότερα στο Βουκουρέστι και στη
Βιέννη ιταλικά και ρωσικά. Στην Κωνσταντινούπολη γνώρισε τόν Αλέξανδρο Υψηλάντη (1726-1807) - παππού του αρχηγού της Φιλικής -
καί τόν ακολούθησε στή Μολδοβλαχία.
Σύμφωνα μέ τόν Περαιβό, ο Ρήγας δούλεψε στόν Νικόλαο Μαυρογένη (1735-1790), ηγεμόνα της Μολδοβλαχίας ο οποίος του παραχώρησε σημαντικά αξιώματα.
Αργότερα, τον Μαυρογένη τόν αποκεφάλισαν οι Τούρκοι για κάποιες στρατιωτικές αποτυχίες κατά των Αυστριακών.
Ο Φεραίος, στό Βουκουρέστι επικοινώνησε με τους διανοούμενους του Γαλλικού διαφωτισμού και με τον ίδιο το Ναπολέοντα Βοναπάρτη.
Η Γαλλική Επανάσταση και οι νίκες του Ναπολέοντα τον παροτρύνουν στην επίσπευση της εξέγερσης του Έθνους, οργανώνοντας τούς απανταχού Ελληνες γύρω
από τό άτομό του. Η αθρόα κατάταξη εθελοντών από όλες τίς βαλκανικές εθνότητες στο Ρωσικό Στρατό, κατά το Ρωσοτουρκικό πόλεμο
(1787-1792), τον έπεισε ότι όλοι οι δούλοι, οποιασδήποτε φυλής και θρησκείας, πρέπει νά ξεσηκωθούν κατά της τυραννίας.
«Βούλγαροι και Αρβανίτες, Αρμένιοι και Ρωμιοί, Αράπηδες και άσπροι με μια κοινή ορμή. Για την ελευθερία να ζώσουμε σπαθί
να σφάξουμε τους λύκους που το ζυγό βαστούν και Χριστιανούς και Τούρκους σκληρά τους τυραννούν.»
Συνεργάτες του στό όραμά του ήταν λόγιοι, έμποροι, ιερωμένοι, υπάλληλοι, σπουδαστές, οι οποίοι ζούσαν διασκορπισμένοι σέ πολές ευρωπαϊκές πόλεις, αλλά καί
στήν σκλαβωμένη Ελλάδα.
Τό σχέδιόν του ήτο ευρύ. Συνεργασία όλων των λαών της Βαλκανικής - εις τό σύνταγμά του περιελαμβάνετο καί η Μικρά Ασία - καί δημιουργία ανεξαρτήτου κράτους
υπό τήν ελληνικήν ηγεσίαν. Η φωνή του είχε απήχησιν. Ωμίλησε πρός τόν λαόν μέ τό Θούριον. Δέν υπάρχει ελληνικόν τραγούδι πού νά ήχησε όπως αυτός εις τήν εποχήν
του. Εγινε τό μυστικό τραγούδι των παιδιών των πόλεων, ο ηχηρός στεναγμός των λεοντόθυμων ενόπλων των βουνών, έφθασεν εις τά νησιά...
Ευρίσκετο εις ανταπόκρισιν μυστικήν καί είχεν αλληλογραφίαν μέ τούς εμπόρους Κολόρον, Κωνσταντίνον Παπαδημήτρην, Νικήταν καί Ιωάννην Χατζηβασίλην εις
τά Ιωάννινα, μέ τούς Ελληνας του Βουκουρεστίου Μανωλάκην, Πολέσκον, Πολυζάκην, Λατιανόν, Τσαούσην, μέ τόν κληρικόν Κύριλλον εις τάς Πάτρας,
μέ τόν Ιωάννην Καψούλην εις τήν Κωνσταντινούπολιν, τόν Αγον Μουχουρδάρη εις τήν Αλβανίαν...
Όπου επήγαινεν ο Ρήγας είχεν εις τήν ζώνην του τό σουρούβλι μέ τό οποίον έπαιζε τόν επαναστατικόν του ύμνον. Τόν ήκουαν όλοι μαγευμένοι.
Ητο ο κήρυξ της επαναστάσεως καί ο οργανωτής αυτής. Έγραφε τό σύνταγμά του. Εμποτισμένος από τάς δημοκρατικάς ιδέας του καιρού του, μέ τά πρότυπα πού
παρείχεν η κατακτήσασα τάς λαϊκάς ελευθερίας Γαλλία, παρεσκεύαζε καί τούς νέους νόμους του νέου κράτους. Τό σύνταγμα εκείνον φέρει τόν τίτλον:
"Νέα πολιτική διοίκησις των κατοίκων της Ρούμελης, της Μικράς Ασίας, των μεσογείων νήσων καί της Βλαχομπογδανίας. Υπέρ των νόμων της πατρίδος.
Ελευθερία. Ισοτιμία, Αδελφότης.»
Τό 1797 εξέδωσε τή "Χάρτα της Ελλάδος", βιβλίο πού ήθελε νά ξυπνήσει τά εθνικιστικά φρονήματα των Ελλήνων καί νά καταδείξη τήν έκταση πού είχε κάποτε
ο Ελληνισμός, νά θυμίσει όλα τά ιστορικά γεγονότα, πολέμους καί νίκες κατά των βαρβάρων, νά αναγράψει όλα τά αρχαία ελληνικά ονόματα των πόλεων, νά
υπενθυμίσει κάστρα καί λείψανα της προγονικής δόξας, ηρωϊκές πράξεις ενδόξων ανδρών, βυζαντινών αυτοκρατόρων κλπ. Ακολουθεί απόσπασμα από τήν
Ιστορία του Νέου Ελληνισμού του Απόστολου Βακαλόπουλου:
Οι ιδέες του Ρήγα γιά παμβαλκανική συνενόηση γεννήθηκαν βέβαια από τό καθημερινό αντίκρυσμα του κοινού ζυγού των χριστιανικών λαών, αλλά ωρίμασαν από τήν θερμή πνοή της
διακηρύξεως των δικαιωμάτων του ανθρώπου. Επίσης οι αντιλήψεις του ότι οι πρόκριτοι καί ο ανώτερος κλήρος είναι όργανα της τουρκικής τυραννίας (τέτοια ήταν καί η γνώμη ενός μεγάλου
μέρους των σκλάβων Ελλήνων) δέν προήλθαν μόνον από τήν ψυχικήν του αντίδραση εναντίον των συχνών αυθαιρεσιών τους καί των κυρηγμάτων ραγιαδοσύνης, αλλά καί από τήν επίδραση
των εχθρικών πρός τόν κλήρο καί τούς ευγενείς, ιδεών της γαλλικής επαναστάσεως.»
Ο Ρήγας Φερραίος σκοπεύοντας νά έρθη στήν υπόδουλη πατρίδα του συσκεύασε κιβώτια μέ βιβλία καί μαζί μέ ένα γράμμα τά έστειλε στόν φίλο του
Αντώνιο Κορωνιό, στήν Τεργέστη, απ' όπου θά τά παραλάμβανε αργότερα ο ίδιος. Ο Κορωνιός όμως απουσίαζε καί τό γράμμα τό άνοιξε ο Δημήτριος Οικονόμου από
τήν Κοζάνη. Ο τελευταίος, - προφανώς πολυπολιτισμικός καί ευχαριστημένος από τήν
οθωμανική διοίκηση, - κατέδωσε τούς συμπατριώτες του στήν αυστριακή αστυνομία
καί αυτή συνέλαβε τόν Ρήγα, κατά τήν άφιξή του στήν Τεργέστη τόν Δεκέμβριο του 1797, μαζί μέ τόν Χριστόφορο Περραιβό πού τόν συνόδευε στό ταξίδι του.
Οι αυστριακοί, πολέμιοι
όλων όσων μάχονταν τά μοναρχικά καθεστώτα, ανακρίνουν τόν Ρήγα μαζί μέ τούς επτά συντρόφους του Ευστράτιο Αργέντη (έμπορο από τη Χίο),
Δημήτριο Νικολίδη (γιατρό από τα Ιωάννινα), Αντώνιο Κορωνιό (έμπορο από τη Χίο), Ιωάννη Καρατζά (λόγιο από τη Λευκωσία της Κύπρου), Θεοχάρη Τουρούντζια
(έμπορο από τα Σιάτιστα), Ιωάννη καί Παναγιώτη Εμμανουήλ αδέλφια από τήν Καστοριά.
Η απάντησις του Ρήγα γιά τούς συνεργάτες του ήταν: "Συνεργάτες μου είναι το Έθνος όλον, όλοι οι Έλληνες που ποθούν τη λευτεριά..."
Ματαίως προσπάθησε νά βάλει τέλος στήν ζωή του
Στις 10 Μαΐου 1798, οι Αυστριακοί παρέδωσαν τούς Ελληνες επαναστάτες στήν "Υψηλή Πύλη". Τούς παρέλαβε ο Καϊμακάμης του Βελιγραδίου και από
εκεί τούς οδήγησε στο Πύργο Νεμπόιζα (Neboisa), στις όχθες του ποταμού Σάβου, παραπόταμου του Δούναβη.
Επειτα από φρικτά βασανιστήρια 45 ημερών, στίς 24 Ιουνίου 1798 ο Ρήγας Βελεστινλής και οι 7 συνεργάτες του στραγγαλίστηκαν.
Τα πτώματά τους οι Τούρκοι τα πέταξαν στόν ποταμό. Λέγεται ότι ο Ρήγας, όντας ρωμαλέος, αντιστάθηκε καί ο δήμιος αναγκάστηκε νά τόν πυροβολήσει.
«Οι Έλληνες δεν ανακατεύονται εις την διοίκηση των άλλων εθνών, αλλά ούτε είναι εις αυτούς αποδεκτό να ανακατωθούν άλλα έθνη εις την δική τους.
Οι Έλληνες δεν κάνουν ποτέ ειρήνη με έναν εχθρόν, όπου κατακρατεί ελληνικόν τόπον. Οι Έλληνες απαρνούνται και δεν δίδουν υποδοχήν και περιποίησην εις τους
τυράννους.»
Ρήγας Φεραίος Βελεστινλής
«Ως πότε παλικάρια, να ζούμε στα στενά,
μονάχοι σα λεοντάρια, σταις ράχαις στα βουνά;
Σπηλιαίς να κατοικούμε, να βλέπωμεν κλαδιά,
να φεύγωμ' απ' τον κόσμον, για την πικρή σκλαβιά;
Να χάνωμεν αδέλφια, πατρίδα και γονείς,
τους φίλους, τα παιδιά μας, κι όλους τους συγγενείς;
Καλλιο 'ναι μίας ώρας ελεύθερη ζωή,
παρά σαράντα χρόνοι, σκλαβιά και φυλακή.
Τι σ' ωφελεί αν ζήσεις, και είσαι στη σκλαβιά;
στοχάσου πως σε ψαίνουν, καθ' ώραν στην φωτιά.
Ελάτε μ' έναν ζήλον, σε τούτον τον καιρόν,
να κάμωμεν τον όρκον, επάνω στον σταυρόν.
Συμβούλους προκομμένους, με πατριωτισμόν
να βάλωμεν εις όλα, να δίδουν ορισμόν.
Οι νόμοι ναν' ο πρώτος, και μόνος οδηγός,
και της πατρίδος ένας, να γένη αρχηγός.
Γιατί κ' η αναρχία, ομοιάζει την σκλαβιά,
να ζούμε σαν θηρία, είν' πλιο σκληρή φωτιά.
Και τότε με τα χέρια, ψηλά στον ουρανόν
ας πούμ' απ' την καρδιά μας, ετούτα στον Θεόν.
Ν' ανάψωμεν μια φλόγα, σε όλην την Τουρκιά,
να τρέξ' από την Μπόσνα, και ως την Αραπιά.
Ψηλά στα μπαϊράκια, συκώστε τον σταυρόν,
και σαν αστροπελέκια, χτυπατε τον εχθρόν.
Ποτέ μη σταχασθήτε, πως είναι δυνατός,
καρδιοκτυπά και τρέμει, σαν τον λαγόν κι' αυτός.»
Θούριος Ρήγα
«Οποιος ελεύθερα συλλογάται συλλογάται καλά. Το ηθικόν σύνορον της Ελευθερίας είναι τούτο το ρητόν:
Μη κάμης εις τον άλλον εκείνο οπού δεν θέλεις να σε κάμουν.»
Ρήγας Φεραίος Βελεστινλής
«Υπό την τυραννίαν του Οθωμανικού δεσποτισμού κανένας, οποιασδήποτε τάξεως και θρησκείας,
δεν είναι σίγουρος μήτε δια την ζωήν του, μήτε δια την τιμήν του, μήτε δια τα υποστατικά του.»
Ρήγας Φεραίος Βελεστινλής
Ο ραγιάς από τά πρώτα χρόνια της τουρκοκρατίας, ζούσε μέ τό όνειρο της ελευθερίας καί της ανασύστασης του κράτους πού του άρπαξε ο Αγαρηνός.
Οι Οθωμανοί ήταν όμως πανίσχυροι καί οι Ρωμιοί τούς έβλεπαν μέ δέος καί τρόμο. Πάντοτε προσέβλεπαν σέ βοήθεια από τούς χριστιανούς αδελφούς, γιά νά μπορέσουν
νά αποτινάξουν τόν τουρκικό ζυγό. Στά πρώτα χρόνια έστελναν επιστολές στόν πάπα ή στήν Γαληνοτάτη Δημοκρατία της Βενετίας, στή συνέχεια στόν Ισπανό ή στό Γάλλο
βασιλιά ή σέ όποια δύναμη θεωρούσαν ικανή ότι θά παρείσχε βοήθεια. Πάντοτε στίς μάχες χριστιανών καί μουσουλμάνων τάσσονταν στό πλευρό των ομοθρήσκων τους,
οι οποίοι στό τέλος τούς εγκατέλειπαν στό έλεος καί τήν εκδικητική μανία του Οθωμανού.
«Η γενναία σύλληψις καί η γενναιοτέρα έναρξις της εφαρμογής της ελληνικής ενότητος απέκειτο τη μέση τάξει, τη εμπορική ιδίως. Νικόλαος
Σκουφάς, Αθανάσιος Τσακάλωφ, Αθανάσιος Σέκερης, Εμμανουήλ Ξάνθος, Παναγιώτης Αναγνωστόπουλος, Παναγιώτης Σέκερης, Αντώνιος Κομιζόπουλος καί οι τοιούτοι
έμποροι ήσαν καί γραμματείς εμπόρων...
Οι τρείς ιδρυτές φρόντισαν βεβαίως εξ' αρχής, νά δημιουργήσουν κρυπτογραφικό κώδικα
γιά τήν αλληλογραφία των μελών της οργάνωσης, ενώ χρησιμοποιούσαν πολύπλοκες ιεροτελεστίες μυήσεως πού θύμιζαν τόν τεκτονισμό.
Αλλά τά πρώτα χρόνια η μυστική οργάνωση δέν είχε επιτυχία ούτε είχε μυήσει πολλά μέλη. Ο Σκουφάς σέ ταξίδι του
στήν Μόσχα απευθύνθηκε σέ εύπορους Έλληνες καί συνάντησε τήν ειρωνεία καί τόν σαρκασμό. Τότε συνειδητοποίησε ότι τά βασικά εμπόδια ήταν οικονομικής καί
οργανωτικής φύσεως. Σέ τρία χρόνια, τά μέλη της Εταιρείας ήταν μόλις 42 ενώ τό σύνολο των συνεισφορών ανερχόταν σέ 302 φλορίνια.
«Τό δέ 1817 ο Αθανάσιος Τσακάλωφ κατέρχεται προηγηθείς εις Κωνσταντινούπολιν, παρακολουθούσιν ό,τε ο
Παναγιώτης Αναγνωστόπουλος καί
ο Σκουφάς, καί αυτόθι συμπεριλαμβάνουν τόν Παναγιώτην Σέκερην, τόν Εμμανουήλ Ξάνθον, τόν Αρχιμανδρίτην Γρηγόριον Δικαίον καί άλλους, καί
επομένως πέμπουσιν εις τήν Βλαχομολδαυίαν, εις τάς νήσους του Αιγαίου Πελάγους, εις τήν Πελοπόννησον, εις τήν Επτάνησον καί εις τήν Στερεάν Ελλάδα αποστόλους νά κοινοποιήσωσιν
εις τούς Ελληνας τό μυστήριον, αφ' ού δ' επολλαπλασιάσθησαν εις όλα τά μέρη οι φιλικοί, καί συγκαταλέγοντο ήδη μεταξύ αυτών καί πατριάρχαι καί αρχιερείς καί προεστώτες
πολιτικοί των επαρχιών καί πολεμικοί αρχηγοί, καί όσοι δυνάμενοι νά προπαρασκευάσωσι καί νά διϊθύνωσι τά της επαναστάσεως, τέλη του 1818 στέλλουσι τόν Ξάνθον
εις Πετρούπολιν πρός τόν Καποδίστριαν νά τόν προσκαλέση ως αρχηγόν της επαναστάσεως...»
Οι απόστολοι πλέον μυούν κατά δεκάδες τούς Ελληνες όλων των ηλικιών καί των επαγγελμάτων:
Γεώργιος Αινιάν, Κυριάκος Κουμπάρης,
Παντιάς Ράλλης, ο Ψαριανός πλοίαρχος Μαμούνης, ο Υδραίος Αντώνιος Κριεζής, οι Σπετσιώτες Γεώργιος Πάνου καί Αναστάσιος Ανδρούτσος, ο Σπύρος Μαύρος
από τήν Πάρο, Ιάκωβος Τομπάζης, Θεόδωρος Κολοκοτρώνης, κατά τήν παραμονή του στή Ζάκυνθο μαζί μέ τούς Πετμεζαίους, τόν Πλαπούτα, τό Νικηταρά τόν
Χαράλαμπο Βιλαέτη.
Επίσης ακολούθησαν οι Διονύσιος Ρώμας καί ο Διονύσιος Σολωμός από τή Ζάκυνθο, ο Βιάρος Καποδίστριας, ο Ιωάννης Ζαμπέλιος, ο Παλαιών Πατρών Γερμανός πού μυήθηκε από τόν Αντώνιο Πελοπίδα, ο Ιωάννης
Παπαρρηγόπουλος. Στόν Μοριά σύμφωνα μέ τόν Φιλήμωνα μυήθηκαν οι πρόκριτοι Δημήτριος Ζαήμης, Χαράλαμπος Περρούκας, Ασημάκης Φωτήλας,
Κανέλλος Παπαγιαννόπουλος (Δεληγιάννης), Γεώργιος Σισίνης, Αγγελής Μελετόπουλος, Ιωάννης Καμαρηνός, Παναγιώτης Γιατράκος.
Μέσα στήν απόγνωσή τους έτρεφαν μύθους γιά τήν σωτηρία τους, όπως εκείνη του ξανθού γένους, δηλαδή των Ρώσων Ορθοδόξων, οι οποίοι θά κατέβαιναν στό νότο νά
διώξουν τούς βαρβάρους από τά εδάφη καί νά δημιουργήσουν πάλι τό Ανατολικό Ρωμαϊκό Κράτος. Τό 1770 όμως, τούς πρόδωσαν οι αδελφοί Ορλώφ, αφού
τούς παρέσυραν σέ επανάσταση καί μετά τούς εγκατέλειψαν στή μοίρα τους. Στίς αρχές του 19ου αιώνα, οι Ρωμιοί ματαίως, περίμεναν τόν επαναστάτη καί
πολέμιο των μοναρχικών καθεστώτων, Ναπολέοντα νά αποβιβάσει τόν πανίσχυρο γαλλικό στρατό καί νά πολεμήσει τόν σουλτάνο. Ολες οι ελπίδες
γιά βοήθεια από τήν πολιτισμένη Ευρώπη αποδείχθηκαν μάταιες. Τό πέρασμα των αιώνων καί οι αδιάκοπες αιματοχυσίες είχαν πείσει τό έθνος μας ότι η
ελευθερία θά ερχόταν μόνο μέ τόν αγώνα των ιδίων των Ελλήνων καί χωρίς τήν βοήθεια των ξένων. Αυτό τό πίστεψαν καί τρείς έμποροι, τέκτονες οι οποίοι ίδρυσαν
τό 1814 στήν Οδησσό τήν "Εταιρεία των Φιλικών", μέ μόνο σκοπό τήν αποτίναξη του τουρκικού ζυγού από τόν τράχηλο των Ελλήνων. Ηταν
ο Εμμανουήλ Ξάνθος από τήν Πάτμο, ο Αθανάσιος Τσακάλωφ από τά Ιωάννινα καί ο Νικόλαος Σκουφάς από τήν Αρτα.
Κύριον είχεν αύτη σκοπόν τήν επανάστασιν, τό όλον μέν περιλαμβάνουσαν των διαφόρων υπό τό σύμβολον της Ορθοδοξίας ενουμένων εθνικοτήτων της πεπτωκυίας
ελληνικής αυτοκρατορίας, σημείον δέ κυριώτατον έχουσαν τήν καθέδραν ταύτης, τήν Κωνσταντινούπολιν. Υπό τό αυτό ορθόδοξον καί περιληπτικώτατον πνεύμα καί ο
Ρήγας Φεραίος συνέταξε τούς Θουρίους αυτού, καί ο Κωνσταντίνος Υψηλάντης εκανόνισε τήν διαγωγήν αυτού...
Απολύτως δέ η Φιλική Εταιρία συνεκροτήθη ουχί πρός κατήχησιν, διότι κατηχήσεως ανάγκην διά τήν ελευθερίαν καί ανεξαρτησίαν αυτού, ούτε ο Έλλην, ούτε ο Βούλγαρος
ή ο Σέρβος είχον, αλλά πρός τήν μόρφωσιν ενός του γενικού πνεύματος κέντρου, εις ό απέκειτο η προπαρασκευή πρός τόν πόλεμον καί επειδή η τοιαύτη εργασία
αδύνατος ην εν τω φανερώ, διά τούτον επήλθεν η υποχρεωτική προσφυγή εις μέτρα εν τω κρυπτώ...»
Τό 1817 οι τρείς φίλοι όντας απογοητευμένοι, είχαν αποφασίσει ακόμα καί νά διαλύσουν τήν Εταιρεία. Ο Σκουφάς όμως επέμεινε νά συνεχίσουν τό έργο πού ανέλαβαν
καί έπεισε τόν Τσακάλωφ νά μεταφέρουν τήν έδρα της οργάνωσης στήν Κωνσταντινούπολι. Ετυχε τότε νά συναντήσει ο Σκουφάς τρείς
Μανιάτες οπλαρχηγούς
τόν Ηλία Χρυσοσπάθη, τόν Παναγιώτη Δημητρόπουλο καί τόν Παναγιώτη Παπαγεωργίου ή Αναγνωσταρά καί έναν Μακεδόνα τόν Ιωάννη Φαρμάκη, οι οποίοι
προθύμως μυήθησαν στήν Εταιρεία. Οι τύχες της Εταιρείας άλλαξαν ριζικά καί μέ τήν μύηση των αδελφών Σέκερη καί ιδιαιτέρως του Παναγιώτη ο οποίος προσέφερε στήν οργάνωση
10.000 γρόσια, σημαντικό γιά τήν εποχή ποσό. Δυστυχώς ο Σκουφάς πέθανε τόν 1819. Τίς δραστηριότητες τίς συνέχισαν οι τρείς Μανιάτες οπλαρχηγοί οι
οποίοι πίστευαν ότι ο Ιωάννης Καποδίστριας ήταν ο μυστικός αρχηγός της Εταιρείας καί ότι καί ο ίδιος ο Τσάρος στήριζε τούς σκοπούς της οργάνωσης.
Η αλήθεια είναι ότι ούτε ο Καποδίστριας ούτε ο Ανθιμος Γαζής ήταν σύμφωνοι μέ τούς σκοπούς της οργάνωσης, - οι σφαγές του 1770 δέν είχαν λησμονηθεί -
καί πρότειναν αναμονή. Αλλοι όμως Ελληνες πιό ενθουσιώδεις, ενήργησαν ως απόστολοι της Εταιρείας καί ταξίδεψαν σέ όποιο μέρος του κόσμου ανάσαινε η Ρωμιοσύνη.
Ο Ολύμπιος ταξίδεψε στήν Σερβία, ο Βατικιώτης στήν Βουλγαρία, ο Πεντεδέκας στήν Μολδοβλαχία, ο Λουριώτης στήν Ιταλία, ο Αναγνωσταράς στά νησιά, ο Χρυσοσπάθης
στή Μάνη, ο Φαρμάκης στή Μακεδονία καί τή Θράκη. Ο Ασημάκης Κροκίδας, επίτροπος του Αλή εις τήν Πύλην, μυήθηκε από τόν Αναγνωστόπουλο καί θά αναλάμβανε
μέ τή σειρά του νά μυήσει πρόσωπα πού περιστοίχιζαν τόν Αλή πασά των Ιωαννίνων, όπως τόν Αλέξιο Νούτσο, τόν Τουρτούρη, τόν αρματολό Οδυσσέα Ανδρούτσο,
τήν φίλη του Αλή, Βασιλική Κίτσου Κονταξή καί άλλους.
Η μεταφορά της έδρας της Εταιρείας στήν πρωτεύουσα της Ρωμιοσύνης, τήν Κωνσταντινούπολη, απ' όπου περνούσε πλήθος Ελλήνων, είχε
σάν αποτέλεσμα τό μυστικό της Εταιρείας νά διαδοθεί σέ χιλιάδες καρδιές πού ποθούσαν γιά ελευθερία καί εθνική ανεξαρτησία. Ολα τά έξοδα της οργάνωσης τά
κάλυπτε ο Παναγιώτης Σέκερης. Οταν ο Πετρόμπεης, πού πίστευε ότι ο αρχηγός ήταν ο Καποδίστριας μέ τήν ηθική καί υλική στήριξη του ίδιου του τσάρου ζητούσε
υπέρογκα ποσά γιά μισθούς καί πολεμοφόδια, ο Σέκερης αναγκαζόταν νά καλύπτει μέ κάποια ποσά τίς ανάγκες του Μανιάτη οπλαρχηγού.
Ο Τσακάλωφ αναγκάστηκε εν τω μεταξύ νά δολοφονήσει τόν Γαλάτη, ο οποίος δρούσε αλλοπρόσαλα καί εκβίαζε ότι θά αποκαλύψει τήν Εταιρία στούς Τούρκους.
Ένα άλλο μέλος της Εταιρείας πού δρούσε αλλοπρόσαλα καί μέ υπέρμετρο ζήλο ήταν ο Γρηγόριος Δικαίος - ο μπουρλοτιέρης των ψυχών - ο οποίος είχε
αποφασίσει νά ξεκινήσει τήν επανάσταση σέ συννενόηση με τόν Ολύμπιο καί τόν Φαρμάκη, χωρίς νά γνωρίζουν τίποτα τά ηγετικά στελέχη της Εταιρείας.
Μάλιστα απείλησε καί τόν Αναγνωστόπουλο προκειμένου νά μάθη ποιά ήταν η Αόρατος Αρχή, καθότι καί αυτός πίστευε ότι πίσω από τήν οργάνωση βρίσκονταν ο
Καποδίστριας καί οι Ρώσσοι.
Τό μυστικό της "Φιλικής Εταιρείας" ύστερα από επτά χρόνια τό γνώριζαν εκατοντάδες χιλιάδες Ελληνες, ακόμα καί ο Αλή πασάς πού σκεφτόταν τρόπους νά τό
εκμεταλλευτεί γιά νά δημιουργήσει ανεξάρτητο από τήν Υψηλή Πύλη κράτος. Η κουβέντα πού είχε αρχίσει στήν Οδησσό τό 1814, μεταξύ τριών φίλων κατέληξε νά
γίνει φλόγα στίς καρδιές όλων των Ελλήνων καί τελείωσε ως πυρκαγιά πού κατέκαψε τήν οθωμανική τυραννία.
Καί όπως γράφει ο Διονύσιος Κόκκινος η Εταιρεία ξεχώρισε γιά δύο σημεία: Πρώτον ότι στήριξε τήν επανάσταση μόνο σέ ελληνικές δυνάμεις καί δεύτερον
ότι απευθύνθηκε σέ όλες τίς τάξεις των Ελλήνων, διότι η ιδέα καί τό κίνημά της είχαν εθνικό χαρακτήρα.
Αφού ο Ιωάννης Καποδίστριας απέρριψε τήν αρχηγία αλλά καί τήν φιλοσοφία της Εταιρείας, λέγοντας στόν Ξάνθο ότι η επανάσταση δέν ήταν τό κατάλληλο μέσο γιά τήν
απελευθέρωση των Ελλήνων, ο Ξάνθος μέσα στήν μεγάλη του λύπη καί απογοήτευση στράφηκε αμέσως στόν Αλέξανδρο Υψηλάντη.
«ΟΡΚΙΖΟΜΑΙ ενώπιον του αληθινού θεού οικειοθελώς, ότι θέλω είμαι επί ζωής μου πιστός εις την Εταιρείαν κατά πάντα. Να μη φανερώσω το παραμικρόν από τα σημεία και
λόγους της, μήτε να σταθώ κατ'ουδένα λόγον η αφορμή του να καταλάβωσιν άλλοι ποτέ, ότι γνωρίζω τι περί τούτων, μήτε εις συγγενείς μου, μήτε εις πνευματικόν ή φίλον
μου.
«Ορκιζόμεθα ως τίμιοι άνθρωποι, ως άνθρωποι οι οποίοι δέν κινούμεθα από κανέν άλλο αίσθημα, ειμή από τό πρός τήν Ελευθερίαν της ταλαιπώρου Πατρίδος μας, ίνα
συντρέξωμεν μέ τόν νούν, μέ τήν καρδίαν καί μέ τό σώμα μας εις τήν ελευθερίαν της, μή πτοούμενοι μήτε πύρ, μήτε σίδηρον, μήτ' οποιανδήποτε βάσανον ως από μέρους
ουτινοσδήποτε, όστις ήθελε τολμήσει νά μάς αποκόψη από τήν ιερότητα του σκοπού μας. Οι κόποι καί αγώνες θέλουν λογίσεζεσθαι ως μηδέν ως πρός τήν απόφασίν μας.
«While the prudent but sincere friends of Greece were labouring to establish her future independence by the slow but certain means of enlightening the people; other impatient
and fierce, but perhaps not less generous spirits, were burning to hurry her into an immediate struggle with her tyrant; counting more upon their own ardour, and the justice of the cause,
that upon the means provided. Such were the men first known as members of the secret society called the Hetaria...
«Από εκείνους όπου ήλθαν κατά τάς αρχάς του έτους 1821 εις τήν Πελοπόννησον είναι καί ο Αρχιμανδρίτης Γρηγόριος Φλέσας. Αυτός κατηχών επί πολλά έτη εις άλλα
μέρη εφάνη εις τήν Πελοπόννησον καί περνών από Ύδραν καί Σπέτσας επήγεν εις Αργος, εκείθεν εις Κόρινθον καί Βοστίτσαν, όπου έμεινεν εις τό σπίτι του Αναγνώστη
Αλεξανδροπούλου.
«Διά τοσούτων καί τηλικούτων προσπαθειών η Φιλική Εταιρία περιήλθεν εν καταστάσει, υπισχνουμένη προόδους ανωτέρας. Οταν σκεφθή τίς, ότι απητείτο θεία τις
εγκαρτέρησις πρός τήν εφαρμογήν της εθνικής ιδέας, ης τήν γλυκύτητα ησθάνοντο μέν άπαντες γευομένοι του μυστηρίου, εγνώριζoν όμως καί τάς μεγάλας συνεπείς
πικρίας όταν ίδη τις, ότι η μάχαιρα της τουρκικής θηριωδίας καί αυθαιρεσίας απαιωρείτο κατά πάσαν στιγμήν επί της κεφαλής εκάστου, καί αρχηγοί δέ καί μέλη πρό
των οφθαλμών αυτών είχον εν μέν τη Κωνσταντινουπόλει τήν φοβεράν ειρκτήν (ζιντάνιον) καί τήν φοβερωτέραν φυλακήν (τόν φούρνον του Μποσταντσήμπαση),
καθ' όλας δέ τάς επαρχίας τάς ποδοκάκκας (τομπρούκια) καί τά τοιαύτα, βεβαίως θαυμάζει περί του θείου ζήλου, οίος ενέπνεε τούς πάντας...»
ΟΡΚΙΖΟΜΑΙ, ότι θέλω τρέφει εις την καρδίαν μου αδιάλλακτον μίσος εναντίον των τυράννων της πατρίδος μου, οπαδών και των ομοφρόνων με τούτους.
Θέλω ενεργεί κατά πάντα τρόπον προς βλάβην και αυτόν τον παντελή όλεθρόν των, όταν η περίστασις το συγχωρήση.
ΟΡΚΙΖΟΜΑΙ να μην ωφελώμαι κατ'ουδένα τρόπον από τα χρήματα της Εταιρείας, θεωρών αυτά ως ιερόν πράγμα και ενέχυρον ανήκον εις όλον το έθνος μου. Να
προφυλάττωμαι παρομοίως και εις τα λαμβανόμενα και στελλόμενα εσφραγιαμένα γράμματα.
ΟΡΚΙΖΟΜΑΙ να προσέχω πάντοτε εις την διαγωγήν μου, να είμαι ενάρετος. Να ευλαβώμαι την θρησκείαν μου, χωρίς να καταφρονώ τας ξένας. Να δίδω πάντοτε το καλόν
παράδειγμα. Να συμβουλεύω και να συντρέχω τον ασθενή, τον δυστυχή και τον αδύνατον. Να σέβωμαι την διοίκησιν, τα έθιμα, τα κριτήρια και τους διοικητάς του τόπου, εις
τον οποίον διατρίβω.
ΤΕΛΟΣ ΠΑΝΤΩΝ ΟΡΚΙΖΟΜΑΙ ΕΙΣ ΣΕ, Ω ΙΕΡΑ ΠΛΗΝ ΤΡΙΣΑΘΛΙΑ ΠΑΤΡΙΣ, ΟΡΚΙΖΟΜΑΙ εις τους πολυχρονίους βασάνους Σου, ορκίζομαι εις τα πικρά δάκρυα, τα οποία
τόσους αιώνας έχυσαν και χύνουν τα ταλαίπωρα τέκνα Σου, εις τα ίδια μου δάκρυα, χυνόμενα κατά ταύτην την στιγμήν, και εις την μέλλουσαν ελευθερίαν των ομογενών μου,
ότι αφιερώνομαι όλως εις Σε. Εις το εξής Συ θέλεις είσαι η αιτία και ο σκοπός των διαλογισμών μου. Το όνομά Σου ο οδηγός των πράξεών μου και η ευτυχία Σου η ανταμοιβή
των κόπων μου.»
Όρκος των Φιλικών
Ορκιζόμεθα δέ πρό πάντων, ότι μεταξύ ημών καί των τυράννων της πατρίδος μας, τό πύρ καί ο σίδηρος είναι τά μόνα μέσα της διαλλαγής καί τίποτ' άλλο.
Αν δέ τουναντίον ηθέλομεν αναιρέσει τήν ιερότητα των χρεών μας, κινούμενοι από αισχροκέρδειαν τινά ή δειλίαν ή άλλην οποιανδήποτε αιτίαν, τό όνομά μας νά
παραδίδηται εις τό αιώνιον ανάθεμα καί εις τήν κατάραν των ομογενών μας, τό αίμα μας νά χυθή ως χύνεται αυτήν ταύτην τήν στιγμήν ο οίνος τούτος, τό δέ σώμα μας,
μή αξιούμενον ταφής νά γίνη βορρά των θηρίων καί των ορνέων αμήν.»
Νικόλαος Σκουφάς - Eκδόσεις: Αγαπητός Αγαπητού 1877
The founders and first directors of the Εταιρεία, knew human nature well; and wrapped their institution in that solemn mystery, so imposing upon all men, but calculated to make
a deep impression upon the young and enthousiastic spirits, whom it was their object to select as their members. They constitued themselves into an imagery power, under the name
of Αρχή; their persons were unknown; but they made all the inferior grades look up to the Αρχή with reverence and submission...»
Historical sketch of the Greek revolution - Samuel Gridley Howe 1828
Εκεί εσυνάχθησαν κατά πρώτον ο Ανδρέας Λόντος, ο Σπυρίδων Χαραλάμπης, ο Αγγελής Μελετόπουλος, ο Σωτήρης Ιωάννου καί άλλοι εντόπιοι.
Εις αυτούς εφανέρωσε τόν ερχομόν του, τόν τίτλον του ως απεσταλμένου παρά της Γενικής Αρχής κτλ. καί ότι
η 25η Μαρτίου είναι η πρώτη ημέρα της επαναστάσεως.»
Φώτιος Χρυσανθόπουλος - Φωτάκος Υπασπιστής Κολοκοτρώνη
Ιωάννης Φιλήμων
Ο Αλέξανδρος Υψηλάντης (1792 - 1828), γιός του ηγεμόνα της Βλαχίας καί Μολδαβίας Κωνσταντίνου Υψηλάντη και της Ελισάβετ το γένος Βακαρέσκου,
κατατάχθηκε τό 1810 στό σώμα των έφιππων
σωματοφυλάκων του τσάρου μέ τόν βαθμό του ανθυπολοχαγού. Πολέμησε κατά των Γάλλων μέ αποτέλεσμα νά χάσει τό δεξί του χέρι στή μάχη της Δρέσδης (1813).
Κληρονόμος των μεγάλων παραδόσεων της οικογένειας των Υψηλαντών, η οποία καταγόταν από τά Υψαλα της Τραπεζούντας στον Πόντο, είχε βάλει ως σκοπό της
ζωής του
τήν απελευθέρωση του ελληνικού έθνους καί τήν εκδίκηση της δολοφονίας του παππού του Αλέξανδρου, τόν οποίο σέ ηλικία 80 ετών, συνέλαβαν οι Τούρκοι καί
αφού τόν βασάνισαν τόν αποκεφάλισαν. Σύμφωνα μέ τόν Φιλήμονα, η οικογένεια Υψηλάντη είχε καταφύγει μαζί μέ τήν οικογένεια Μουρούζη
στην αυλή των Κομνηνών της Τραπεζούντας, αμέσως μετά την άλωση της Κωνσταντινούπολης.
Ο πατέρας του Αλέξανδρου, Κωνσταντίνος Υψηλάντης, υπήρξε μέγας διερμηνέας, και μεταφραστής στρατιωτικών εγχειριδίων. Ηγεμόνας της Μολδαβίας, ήρθε σε επαφή
με τους Ρώσους για να εξυπηρετήσει τα ελληνικά συμφέροντα και όταν το 1806 πληροφορήθηκε ότι οι Οθωμανοί θα το αποκεφάλιζαν κατέφυγε στη Ρωσία.
Στόν Αλέξανδρο Υψηλάντη στράφηκε λοιπόν ο Ξάνθος, μετά τήν απόρριψη της αρχηγίας από τόν Ιωάννη Καποδίστρια, ο οποίος μέ τήν υψηλή θέση πού κατείχε στήν τσαρική αυλή,
είχε αντίστοιχο κύρος μέ τόν Καποδίστρια. Ο νεώτερος Υψηλάντης - 28 ετών - δέχτηκε μέ ενθουσιασμό τήν πρόταση του Ξάνθου (Αγία Πετρούπολη, 12 Απριλίου 1820),
τήν οποία εξέλαβε ως διαταγή της Πατρίδος.
Φανταζόμαστε τήν ψυχή αυτού του υπέροχου νέου, ο οποίος αποφάσιζε νά αντιμετωπίσει τήν πανίσχυρη καί ανελέητη Οθωμανική αυτοκρατορία πού απλωνόνταν από τόν
Δούναβη μέχρι τήν Υεμένη. Αντί νά προτιμήσει τά πλούτη καί τίς οικονομικές ανέσεις υπηρετώντας κάποιον από τούς ισχυρούς της γής, είτε τόν τσάρο είτε τόν σουλτάνο,
προτίμησε νά θυσιάσει τήν περιουσία του καί στό τέλος τήν ίδια του τή ζωή, γιά τά ιδανικά του.
Ακόμα πιό δύσκολη ήταν η απόφαση γιά Επανάσταση, όταν στήν Ευρώπη είχε εγκαθιδρυθεί η Ιερά Συμμαχία, η οποία ελέω Μέτερνιχ, είχε αρνητική διάθεση σέ κάθε
επαναστατική κίνηση. Επομένως, η Επανάσταση των Ελλήνων είχε νά αντιμετωπίσει εκτός από τήν πανίσχυρη οθωμανική αυτοκρατορία καί τήν αντίδραση των ευρωπαϊκών
κυβερνήσεων πού δέν επιθυμούσαν επ'ουδενί λόγω νά θέσουν σέ κίνδυνο τά μοναρχικά τους καθεστώτα.
Καί όμως ο Φαναριώτης πρίγκηπας αποφάσισε τόν Ιούνιο του 1820 ότι είχε έλθει τό πλήρωμα του χρόνου γιά τήν επανάσταση. Ο πόλεμος του Αλή πασά των Ιωαννίνων μέ
τόν σουλτάνο Μαχμούτ Β', η επαναστατική φλόγα των Σέρβων καί των Μαυροβουνίων καί οι χιλιάδες Ρωμιοί πού αδημονούσαν νά χτυπήσουν τόν τύραννο, τόν είχαν πείσει ότι δέν υπήρχε χρόνος γιά αναβολή.
Ο υπασπιστής του τσάρου Αλέξανδρου Α', αφού πήρε άδεια από τήν ρωσική κυβέρνηση γιά λουτροθεραπεία, ταξίδεψε μέ συνοδούς τόν Ξάνθο, τόν Μάνο, τόν Περραιβό, τόν
Γεώργιο Καντακουζηνό καί τόν Πέτρο Ηπίτη σέ πόλεις της Ρωσίας, γιά νά συγκεντρώσει χρηματικά ποσά καί νά οργανώσει σέ συνεργασία μέ άλλα μέλη της
Φιλικής Εταιρείας σχέδια στρατιωτικής φύσεως.
«... ο Υψηλάντης συνέστησε τήν εφορείαν Κωνσταντινουπόλεως συγκειμένην από τόν Κουμπάρην, Μαύρον, Σπυρίδωνα Κωνσταντάν καί Ιωάννην Μπάρμπαν, καί έχουσαν επιθεωρητήν τόν Δημήτριον Σχινάν, οι οποίοι ενεπιστεύθησαν νά εκτελέσωσι τό σχέδιον της επαναστάσεως εις αυτήν τήν εστίαν της τυραννίας, ώφειλον δέ κατ' αυτό πρό πάντων νά βάλωσι πύρ εις τήν Χρυσούπολιν, δραμόντας δέ εις τήν πυρκαϊάν κατά τό σύνηθες τόν Σουλτάνον μέ τόν μέγαν Βεζύρην καί τούς υπουργούς του, ναυτικοί νησιώται Επτανήσιοι καί άλλοι Έλληνες, ενεδρεύοντες εις τήν θάλασσαν, ήθελον τούς φονεύσει, καί αμέσως ήθελον ορμήσει εις τόν νάυσταθμον, καί συμπραττόντων των εις τήν υπηρεσίαν του στόλου υπό τόν Υδραίον Μανώλην Γκιούστον Ελλήνων ναυτών, ήθελον τόν κυριεύσει ή τόν πυρπολήσει, άλλοι δέ ήθελον καταλάβει τό Βυζάντιον καί εξουσιάσει τόν δημόσιον θησαυρόν...»
Απομνημονεύματα Νικολάου Σπηλιάδου
Γιά τίς απαιτούμενες προετοιμασίες ο Υψηλάντης όρισε αποστόλους (Περραιβό, Ίπατρο, Θέμελη, Κανούση) γιά νά μεταβούν μέ επιστολές σέ περιοχές πού θά αποτελούσαν
κέντρα εξεγέρσεως. Η σπουδαιότερη αποστολή ανατέθηκε στόν αρχιμανδρίτη Γρηγόριο Δικαίο, εκπρόσωπο του αρχηγού στόν Μοριά. Ο ίδιος ο Υψηλάντης ήρθε σέ
συνεννόηση μέ τόν ηγεμόνα της Μολδαβίας Μιχαήλ Σούτσο,
τόν Ιάκωβο Ρίζο Νερουλό, πολιτικό της Βλαχίας καί τόν αρχηγό των Σέρβων Μιλόσχη γιά ταυτόχρονη εξέγερση.
Εν τω μεταξύ μέ επιστολές τους, από Μόσχα ο Κομιζόπουλος, από Βουκουρέστι οι Ολύμπιος, Λασσάνης καί Φαρμάκης καί από Κωνσταντινούπολη ο Σέκερης εξέφραζαν τήν
αδημονία τους καί τόνιζαν τήν αναγκαιότητα γιά τήν άμεση έναρξη της επανάστασης, καθώς υπήρχαν φόβοι ότι η Υψηλή Πύλη γνώριζε αρκετά γιά τήν Φιλική Εταιρεία.
« .. εμελέτα ν' αρχίση τά ένοπλα κινήματά του τήν 25η Μαρτίου, ημέραν του Ευαγγελισμού ως ευαγγελιζομένην τήν πολιτικήν λύτρωσιν του ελληνικού έθνους, αλλ' εν ώ κατεγίνετο παρασκευάζων τήν εις Ελλάδα κατάβασίν του, τινές των περί αυτόν υπερίσχυσαν συμβουλεύοντές τον νά μεταβή εις Μολδοβλαχίαν,
Σπυρίδων Τρικούπης - Ελληνική Επανάστασιςκαί εκείθεν ν' αρχίση τόν αγώνα. Εις υποστήριξιν δέ της γνώμης των τώ έλεγαν, ότι αι δύο αύται ηγεμονείαι εθεωρούντο ως άλλη Ελλάς, διότι καί ηγεμόνες καί αυλικοί ήσαν Έλληνες, καί ο λαός ομόδοξος ήτο πρόθυμος νά συναγωνισθή τόν υπέρ πίστεως αγώνα, ότι ο ηγεμών της Μολδαυΐας (Μιχαήλ Σούτσος Βόδας) τόν εδέχετο προθύμως...
Τόν εβεβαίουν δέ εξ ών είχαν πληροφοριών, ότι έτοιμοι ήσαν νά συναγωνισθώσιν όλοι οι Αρβανίται. Αρβανίται δέ ελέγοντο οι εν ταίς δύο ηγεμονείαις σύμμικτοι Έλληνες, Βούλγαροι καί Σέρβοι συνδεόμενοι διά του αυτού δόγματος καί ποριζόμενοι τά πρός τό ζήν δι' οπλοφορίας, τινές δέ διά μισθώσεως προσόδων. Οι Φαναριώται αυθένται, εξ ότοι η ηγεμονία μετέπεσεν εις χείρας των, τούς μετεχειρίζοντο εις ιδίαν φρουράν καί εις δημόσιαν υπηρεσίαν...
Διέτριβαν εν Βλαχία δύο σημαντικοί οπλαρχηγοί Έλληνες, ο Γεωργάκης Ολύμπιος καί ο Πάτμιος Σάββας Καμινάρης, έχοντες αμφότεροι ικανόν αριθμόν οπλοφόρων, αμφότεροι δέ ούτοι, μέλη όντες της Εταιρίας των Φιλικών ειδοποίησαν τόν Υψηλάντην, ότι ήσαν καί έτοιμοι καί ευέλπιδες νά κινήσωσιν εις επανάστασιν τούς τόπους εκείνους. Εκτός τούτου, απηγορεύετο κατά τάς συνθήκας Τουρκίας καί Ρωσσίας πάσα εισβολή τουρκικών στρατευμάτων εις τάς ηγεμονείας άνευ προηγουμένης συγκαταθέσεως της Ρωσσίας, καί ευλόγως εσυλλογίζετο ο Υψηλάντης ότι αν ετάραττε τάς ηγεμονίας, η Πύλη μανθάνουσα τάς ταραχάς ή θά έστελλεν αμέσως διά τό κατεπείγον της περιστάσεως κατά των αποστατών δυνάμεις καί τότε παρέβαινε τάς συνθήκας καί έδιδε δικαίαν αφορμήν πολέμου μέ τήν Ρωσσίαν...»
Τόν Αύγουστο του 1820, ο αρχηγός της Φιλικής Εταιρείας συναντήθηκε μέ τόν γραμματέα του ρωσικού προξενείου των Πατρών, Ιωάννη Παπαρρηγόπουλο, ο οποίος
πληροφόρησε τόν πρίγκηπα ότι η Πελοπόννησος από στρατιωτικής απόψεως δέν ήταν έτοιμη νά ξεσηκωθεί. Ο Υψηλάντης όμως είχε ήδη επηρεασθή από τόν ορμητικό
καί φλογερό Δικαίο (Παπαφλέσσα), ο οποίος μέ τήν ασυγκράτητη ορμή του καί τό ανήσυχο πνεύμα του, είχε
πείσει τόν Αρχηγό της Εταιρείας νά ξεκινήσει τό συντομώτερο τήν Επανάσταση.
Εν τω μεταξύ η Υψηλή Πύλη είχε σίγουρες πληροφορίες γιά τήν Φιλική Εταιρεία καί τούς σκοπούς της. Ήδη, ο απόστολος της Εταιρείας Αριστείδης Παπάς, δάσκαλος
είχε εντοπιστεί στη Σερβία έχοντας πάνω του πολύτιμα έγγραφα τά οποία αφού κατέστρεψε, στή συνέχεια αυτοκτόνησε.
Ο υπασπιστής του Υψηλάντη Ύπατρος, πηγαίνοντας στον Αλή Πασά, δολοφονήθηκε στην Μακεδονία
Ο Ασημάκης Θεοδώρου από τη Ζάτουνα, γραμματικός του Πασόμπεη είχε προδώσει απευθείας το μυστικό στο Σουλτάνο.
Ο Υψηλάντης, τό φθινόπωρο του 1820 βρισκόταν στήν Οδησσό, φιλοξενούμενος από τόν Γεώργιο Καντακουζηνό, απόγονο της περίφημης βυζαντινής οικογένειας.
Είχε επαφές μέ πολλά μέλη της Φιλικής Εταιρείας (Δημήτριο Ιγγλέση, Γρηγόριο Μαρασλή, Αλέξανδρο Μαύρο, Ηλία Μάνεση κ.ά.).
Σύμφωνα όμως μέ τόν Βακαλόπουλο καί μέ άλλες πηγές τά εσωτερικά της Εταιρείας δέν πήγαιναν καλά. Οι εγωϊσμοί, οι διαφωνίες, οι προστριβές μεταξύ των μελών
καί του ηγεμόνα, οι εκνευρισμοί καί ο φθόνος, γνωρίσματα των Ελλήνων, είχαν παραλύσει τήν ομαλή εξέλιξη των εργασιών. Οι μέν κατηγορούσαν τούς δέ καί αντιστρόφως.
Ο Σούτσος παραπονιόταν ότι τά χρήματα ξοδεύονταν αλόγιστα, ενώ μέλη της Εταιρείας του απέδιδαν έλλειψη ζήλου.
Πολλοί σύγχρονοι ιστορικοί κατηγορούν τόν Υψηλάντη γιά κωλυσιεργία καί ανικανότητα, τά οποία αναπόφευκτα θά έφερναν τήν καταστροφή της εξέγερσης.
Από τήν Οδησσό, ο Υψηλάντης κινήθηκε νοτιότερα πρός τό Ισμαήλιο της Βεσσαραβίας (ρωσικής επαρχίας). Νέες επαφές καί συζητήσεις καί συνέχεια του
ταξιδιού στό Κισνόβιο (Κισνάου), πόλη ευρισκόμενη ανατολικά από τόν ποταμό Προύθο. Εκεί στίς 16 Φεβρουαρίου 1821 ο κύβος ερίφθη. Η
Ελληνική Επανάσταση θά ξεκινούσε από τήν Μολδαβία.
Τήν 22α Φεβρουαρίου 1821, ο Αλέξανδρος Υψηλάντης, φορώντας στολή Ρώσσου στρατηγού, συνοδευόμενος από τούς αδελφούς του Γεώργιο, Νικόλαο, τόν
Γεώργιο Μάνο, τόν Γεώργιο Καντακουζηνό
καί τόν Πολωνό αξιωματικό Γαρνόβσκυ, περνούσε τόν Προύθο ποταμό κοντά στό Σκουλένι.
Εισερχόταν έτσι σέ οθωμανικό έδαφος, αλλά οι δύο ηγεμονίες Μολδαβία καί Βλαχία, διέπονταν από ειδικό καθεστώς. Στρατός τουρκικός δέν υπήρχε καί δέν μπορούσε
νά εισέλθη άνευ αδείας από τήν Ρωσία. Αυτή ήταν καί η ελπίδα του αρχηγού της επανάστασης, δηλαδή ότι η Υψηλή Πύλη θά έστελνε στρατό χωρίς άδεια καί θά
προκαλούσε στρατιωτική παρέμβαση του τσάρου.
Στήν απέναντι όχθη τόν περίμενε η φρουρά του ηγεμόνα Μιχαήλ Σούτσου, διακόσιοι ιππείς μέ αρχηγούς τόν Γεράσιμο Ορφανό καί τόν Βασίλειο Θεοδώρου, η οποία
τόν συνόδευσε μέχρι τό Ιάσιο. Η τουρκική φρουρά σαράντα ανδρών παραδόθηκε. Στόν πρόξενο της Ρωσίας δήλωσε ότι δέν είχε σκοπό τήν κατάλυση του καθεστώτος
αλλά τήν κάθοδο ελληνικού στρατού στήν Ελλάδα. Ο τσάρος όμως αντίθετα μέ τίς προσδοκίες του υπασπιστή του, εκνευρίστηκε μέ αυτή τήν κίνηση δεδομένου ότι
δέν ήθελε περιπέτειες μέ τήν Οθωμανική Αυτοκρατορία. Ο Αλέξανδρος Υψηλάντης, από τό σπίτι του πρωθυπουργού Ρίζου, προέβη σέ στρατολόγηση εθελοντών, κυρίως νέων
φοιτητών καί στήν σύνταξη της προκήρυξης της επανάστασης: "Μάχου υπερ Πίστεως καί Πατρίδος".
«Μάχου υπέρ πίστεως και πατρίδος
Η ώρα ήλθεν, ω Ανδρες Έλληνες! Πρό πολλού οι λαοί της Ευρώπης, πολεμούντες υπέρ των ιδίων δικαιωμάτων και ελευθερίας αυτών, μας επροσκάλουν εις μίμησιν.
Αυτοί, καίτοι οπωσούν ελεύθεροι, επροσπάθησαν όλαις δυνάμεσι να αυξήσωσι την ελευθερίαν, και δι' αυτής πάσαν αυτών την ευδαιμονίαν.
Οι αδελφοί μας και φίλοι είναι πανταχού έτοιμοι. Οι Σέρβοι, οι Σουλιώται, και όλη η Ηπειρος, οπλοφορούντες μας περιμένωσιν. Ας ενωθώμεν λοιπόν με ενθουσιασμόν!
Η Πατρίς μάς προσκαλεί.
Η Ευρώπη, προσηλώνουσα τους οφθαλμούς της εις ημάς, απορεί διά την ακινησίαν μας, ας αντηχήσωσι λοιπόν όλα τα όρη τής Ελλάδος από τον ήχον τής πολεμικής μας
σάλπιγγος, και αι κοιλάδες από την τρομεράν κλαγγήν των αρμάτων μας. Η Ευρώπη θέλει θαυμάση τας ανδραγαθίας μας, οι δε τύραννοι ημών, τρέμοντες και ωχροί
θέλουσι φύγει απέμπροσθέν μας...
Ποία ελληνική ψυχή θέλει αδιαφορήση εις την πρόσκλησιν της Πατρίδος; Εις την Ρώμην ένας του Καίσαρος φίλος σείων την αιματομένην χλαμύδα του τυράννου εγείρει
τον λαόν. Tι θέλετε κάμη Σεις ω Έλληνες, προς τους οποίους η Πατρίς γυμνή δεικνύει μεν τας πληγάς της και με διακεκομμένην φωνήν επικαλείται την βοήθειαν των
τέκνων της; Η θεία πρόνοια, ω φίλοι Συμπατριώται, ευσπλαγχνισθείσα πλέον τας δυστυχίας μας ηυδόκησεν ούτω τα πράγματα, ώστε με μικρόν κόπον θέλομεν απολαύση
με την ελευθερίαν πάσαν ευδαιμονίαν. Αν λοιπόν από αξιόμεμπον αβελτηρίαν αδιαφορήσωμεν, ο τύραννος γενόμενος αγριώτερος θέλει πολλαπλασιάση τα δεινά μας, και
θέλομεν καταντήση διά παντός το δυστυχέστερον πάντων των εθνών.
Στρέψατε τους οφθαλμούς σας, ω Συμπατριώται, και ίδετε την ελεεινήν μας κατάστασιν! ίδετε εδώ τους Ναούς καταπατημένους! εκεί τα τέκνα μας αρπαζόμενα διά χρήσιν
αναιδεστάτην της αναιδούς φιληδονίας των βαρβάρων τυράννων μας! τους οίκους μας γεγυμνωμένους, τον αγρούς μας λεηλατισμένους και ημάς αυτούς ελεεινά ανδράποδα!
Είναι καιρός να αποτινάξωμεν τον αφόρητον τούτον ζυγόν, να ελευθερώσωμεν την Πατρίδα, να κρημνίσωμεν από τα νέφη την ημισέληνον να υψώσωμεν το σημείον,
δι' ου πάντοτε νικώμεν! λέγω τον Σταυρόν, και ούτω να εκδικήσωμεν την Πατρίδα, και την Ορθόδοξον ημών Πίστιν από την ασεβή των ασεβών καταφρόνησιν...
Ας κινηθώμεν λοιπόν μέ εν κοινόν φρόνιμα, oι πλούσιοι ας καταβάλωσιν μέρος της ιδίας περιουσίας, oι ιερoί ποιμένες ας εμψυχώσωσι τον λαόν με το ίδιόν των παράδειγμα,
και oι πεπαιδευμένοι ας συμβουλεύσωσιν τα ωφέλιμα...
Ας καλέσωμεν λοιπόν εκ νέου, ω ανδρείοι και μεγαλόψυχοι Έλληνες, την ελευθερίαν εις την κλασικήν γην της Ελλάδος! Ας συγκροτήσωμεν μάχην μεταξύ του
Μαραθώνος και των Θερμοπυλών! Ας πολεμήσωμεν εις τους τάφους των Πατέρων μας, οι οποίοι, διά να μάς αφήσωσιν ελευθέρους, επολέμησαν και απέθανον εκεί!
Το αίμα των τυράννων είναι δεκτόν εις την σκιάν τον Επαμεινώνδου Θηβαίου, και του Αθηναίου Θρασυβούλου, οίτινες κατετρόπωσαν τους τριάκοντα τυράννους, εις
εκείνας του Αρμοδίου και Αριστογείτωνος, οι οποίοι συνέτριψαν τον Πεισιστρατικόν ζυγόν, εις εκείνην του Τιμολέοντος, όστις απεκατέστησε την ελευθερίαν εις την
Κόρινθον και τας Συρακούσας, μάλιστα εις εκείνας τον Μιλτιάδου και Θεμιστοκλέους, του Λεωνίδου και των τριακοσίων, οίτινες κατέκοψαν τοσάκις τους αναριθμήτους
στρατούς των βαρβάρων Περσών, των οποίων τους βαρβαροτέρους και ανανδροτέρους απογόνους πρόκειται εις ημάς σήμερον, με πολλά μικρόν κόπον, να εξαφανίσωμεν
εξ ολοκλήρου.
Εις τα όπλα λοιπόν φίλοι η Πατρίς μάς προσκαλεί!»
Προκήρυξις Αλεξάνδρου Υψηλάντου - 24 Φεβρουαρίου 1821, Ιάσιον
«Μεγαλειότατε! Αι γενναίαι επιβολαί των εθνών έρχονται από Θεού καί εξ εμπνεύσεως πάντως Θείας οι Έλληνες εξεγείρονται αθρόοι σήμερον, ίνα αποτινάξωσι
τόν στυγερόν ζυγόν τόν απ' αιώνων πιέζοντα αυτούς. Τά καθήκον΄τα μου πρός τήν πατρίδα καί πρός τά τελευταία θελήματα του πατρός μου μοί επιβάλλουσιν
επιτακτικώς ν΄αφιερωθώ μετά των αδελφών μου εις αγώνα ούτω δίκαιον, εις τήν ελευθέρωσιν της πατρίδος μου...
Σώσατε, Μεγαλειότατε, σώσατε τήν πίστιν ταύτην εναντίον των διωκτών αυτής καί απόδοτε ημίν τούς ναούς ημών καί τούς βωμούς, οπόθεν τό θείον του Ευαγγελίου
φώς εκπεμφθέν εφώτισε τό μέγα έθνος ού άρχετε. Ελευθερώσατε ημάς, Μεγαλειότατε, καθάρατε τήν Ευρώπην από των αιματηρών τούτων τεράτων καί αξιώσατε
νά προσθέσητε εις πάντα τά μεγάλα ονόματα άπερ η ευρωπαϊκή ευγνωμοσύνη παρέχει Υμίν καί τό όνομα του Ελευθερωτού της Ελλάδος.»
Επιστολή του Υψηλάντη στόν Τσάρο πασών των Ρωσιών Αλέξανδρο Α' Παύλοβιτς Ρωμανώφ
«Ως Χριστιανός Ορθόδοξος καί υιός της ημετέρας Εκκλησίας, ορκίζομαι εις τό όνομα του παντοδύναμου μας Θεού, εις τό όνομα του Κυρίου μας Ιησού Χριστού
καί της Αγίας Τριάδος νά μείνω πιστός εις τήν Θρησκεία μου καί εις τήν Πατρίδα μου. Ορκίζομαι νά ενωθώ μέ όλους τούς αδελφούς μου Χριστιανούς διά τήν
ελευθερίαν της Πατρίδος μας. Ορκίζομαι νά χύσω καί αυτήν τήν υστέραν ρανίδα του αίματός μου υπέρ της Θρησκείας καί της Πατρίδος μου.»
Όρκος Ιερολοχιτών
«Τι στοχάζεσαι, αυτό το Ρωμαίγικο θα κάμη άργητα να γένη; Θα κοιμηθούμε με τους Τούρκους και θα ξυπνήσουμε με τους Ρωμαίγους...»
Απομνημονεύματα Μακρυγιάννη, Πατρινός έμπορος πρός Μακρυγιάννη, παραμονές επαναστάσεως.
«Οταν δέ ο αυτοκράτωρ παρώτρυνεν αυτόν, μετά τήν απώλειαν της χειρός του, νά νυμφευθή καί ησυχάση, ο Υψηλάντης απεκρίθη, "η επιθυμία μου, Μεγαλειότατε είναι
νά νυμφευθώ τήν πατρίδα μου καί νά αποθάνω μαχόμενος υπέρ αυτής."»
Αγαπητός, Πάτραι 1877