Κρήτη

Ήταν Μάρτιος τού 961, όταν ο μετέπειτα αυτοκράτορας τής ελληνικής αυτοκρατορίας Νικηφόρος Β΄ Φωκάς (963-969) μαζί μέ τόν Ιωάννη Τσιμισκή, επιτύγχαναν μέ μία γιγαντιαία στρατιωτική επιχείρηση 200000 άνδρών καί 3000 δρομώνων, νά εκδιώξουν τούς μουσουλμάνους κατακτητές (Σαρακηνούς) από τή γή τού βασιλιά Μίνωα. Ο Νικηφόρος Φωκάς κατέσφαξε τόν αραβικό πληθυσμό, ο οποίος αντιστάθηκε μέ πείσμα, ενώ μέ τό υγρό πύρ έκαυσε τόν στόλο τών Σαρακηνών πού ήταν αραγμένος στό λιμάνι τού Χάνδακα (Ηράκλειο). Έχοντας παρά τώ πλευρώ του τόν μοναχό Αθανάσιο, ο οποίος μετέπειτα θά ίδρυε τήν μοναστική πολιτεία στό όρος Άθως, επανέφερε τόν ελληνοχριστιανικό πολιτισμό στό νησί τής Κρήτης. Πρός τιμήν του υψώθηκε τεράστιο άγαλμα γιά νά θυμίζει τόν απελευθερωτή τής Κρήτης καί τόν νικητή τών μουσουλμάνων εισβολέων. Oι περισσότεροι Κρητικοί είχαν αλλαξοπιστήσει καί ο Άγιος Νίκων ο "Μετανοείτε", ήταν αυτός πού ανέλαβε νά τούς επαναφέρει στόν αληθινό Λόγο τού Θεού. Καί βέβαια γνώριζαν οι Βυζαντινοί ότι όποιος βαπτίζεται Χριστιανός Ορθόδοξος, ταυτόχρονα εξελληνίζεται. Γνώριζαν οι προγόνοι μας ότι όποιος εγκαταλείπει τό κοράνι καί τή μαντήλα γιά νά μυηθεί στήν ελληνική παιδεία, γνωρίζει τίς αξίες πού εξυψώνουν τόν άνθρωπο. Αξίες οι οποίες είναι μισητές στόν ισλαμικό κόσμο.



Η Κρήτη αργότερα θά βρισκόταν υπό ξενική κατοχή η οποία θά κρατούσε γιά πολλούς αιώνες. Οι Κρητικοί βέβαια καί ιδιαίτερα οι Σφακιανοί, ουδέποτε ανέχθηκαν τόν ξένο ζυγό στό σβέρκο τους καί σέ κάθε περίσταση έστρεφαν τό σπαθί τους κατά τού δυνάστη είτε Βενετσιάνος ήταν αυτός είτε Οθωμανός. Όχι όμως όλοι οι Κρητικοί. Όσοι εξόμωσαν καί ασπάστηκαν τόν ισλαμισμό (τουρκοκρητικοί), στράφηκαν κατά τών Χριστιανών καί αποδείχθηκαν πιό σκληροί καί πιό απάνθρωποι ακόμα καί από τούς ίδιους τούς Οθωμανούς.

«Καί τώρα φτάσαμε στήν Κρήτη, όχι μονάχα στό μεγαλύτερο από τά ελληνικά νησιά, παρά καί στό πιό πολυθρύλητο από τήν αρχαιότητα ως τώρα. Στάθηκε πολυβασανισμένη καί όποιος τήν είχε, κράταγε τό κλειδί όχι μονάχα τού Αιγαίου, αλλά καί τής Ανατολικής Μεσογείου.

Όταν ξέσπασε η επανάσταση τού 1821, 152 χρόνια βρίσκονταν οι Τούρκοι σ' αυτήν. Πρίν τή χαιρόταν, μισή σχεδόν χιλιετηρίδα, 465 χρόνια, η θαλασσοκράτειρα Βενετία. Δούλοι οι Κρητικοί κάτω από τούς Βενετσιάνους, σκλάβοι γίνηκαν κάτω από τήν τούρκικη κατάχτηση. Από τή μία κόλαση πέρασαν στήν άλλη. Φαμέγιοι, κολίγοι δηλαδή, δούλευαν στά κτήματα τών Βενετσιάνων, φαμέγοι μείνανε καί κάτω από τούς Τούρκους κατακτητές, όταν τήν πήρανε τό 1669.

Ίσως πουθενά αλλού η τούρκικη κατάκτηση νά μή στάθηκε τόσο απάνθρωπη. Στό 1821 η Κρήτη μέτραγε 265000 ψυχές. Απ΄ αυτούς, οι 140000 ήταν Χριστιανοί καί οι 123000 Οθωμανοί. Οι τελευταίοι από πού είχαν έρθει; Από πουθενά. Στήν παμψηφία τους ήταν κι αυτοί κάποτε Χριστιανοί πού τούρκεψαν καί γι' αυτό ονομάστηκαν τουρκοκρητικοί. Όσοι από τούς πρώτους Τούρκους κατακτητές απόμειναν στήν Κρήτη απόκτησαν μέ τή βία Ρωμηές γυναίκες. Έπειτα ακολούθησε τό παιδομάζωμα. Η ζωή τών ραγιάδων κατάντησε αβάστακτη.»

Δημήτρης Φωτιάδης - Επανάσταση τού 21


Τά Σφακιά υπήρξαν γιά τήν Κρήτη ότι η Μάνη γιά τόν Μοριά καί τό Σούλι γιά τήν Ήπειρο. Οι Σφακιανοί ήταν ασυμβίβαστοι, ατίθασοι καί πάνω από όλα ελεύθεροι. Τό 1648, ενώ είχαν υποταχθεί όλες οι γύρω επαρχίες καί τά κάστρα ήταν γκρεμισμένα, δίχως τό Μεγάλο, δηλαδή τό Ηράκλειο, οι Σφακιανοί βοηθούσαν τόν Ματθαίο Καλλέργη και τούς Ενετούς στίς επιχειρήσεις τού Αλμυρού. Ο Δελή Χουσεΐν Πασάς τούς πολέμησε σκληρά καί κατάφερε νά κάνει τά Σφακιά φέουδό του, αλλά γιά μικρό χρονικό διάστημα. Έκτοτε κανείς Τούρκος δέν πάτησε τό πόδι του σέ αυτή τήν περιοχή. Τούς φόρους τους, πότε τούς πλήρωναν οι Σφακιανοί καί πότε όχι. Οι πασάδες τής Κρήτης λυσσομανούσαν κατά τών Σφακιανών αλλά δέν μπορούσαν νά τούς τιθασεύσουν.

"Οι ραγιάδες τής επαρχίας Σφακίων συνεργαζόμενοι στενώς μετά τών απίστων εχθρών κουρσάρων καί όντες λίαν πανούργοι καί δόλιοι, βασιζόμενοι δέ καί εις τό δύσβατον τών οδών των καί τό απρόσιτον τής επαρχίας των καί συμπεριφερόμενοι πάντοτε μετά σκαιότητος, αρνούνται τήν καταβολήν τών φόρων των, προβάλλοντες άρνησιν καί εμμονήν καί αντίστασιν, συγκεντρωθέντων ούτω εις χείρας των άνω τών 40000 γροσίων."

Όταν τούς απειλούσαν οι Τούρκοι, οι μισοί Σφακιανοί έμπαιναν στά καράβια καί ανοίγονταν στό πέλαγος καί οι άλλοι μισοί ανέβαιναν στά απάτητα βουνά καί στά άγρια φαράγγια. Στόν όρμο τού Λουτρού, πού ήταν τό κεντρικό λιμάνι τών Σφακίων, υπήρχε πλούτος καί μεγαλείο. Στήν Ανώπολη, τής οποίας επίνειο ήταν τό Λουτρό, η αρχοντιά ήταν έκδηλη. Καί όχι μόνον εκείνη τήν εποχή. Στά χαρτιά τών Ενετών αναφέρεται ένα μεγαλοπρεπές γεύμα τού καπετάν Κατσούλη Πατεροζάπα στόν γενικό προβλεπτή Κρήτης Γερώνυμο Καπέλο, ο οποίος επιχειρούσε επίσκεψη φιλίας στά Σφακιά τό 1608. Στό τραπέζι αυτό, σύμφωνα μέ τά χαρτιά τών Ενετών, ο Ανωπολίτης καπετάνιος άπλωσε τριακόσια αργυρά σκεύη.

Στά Σφακιά υπήρχε μία ή καί περισσότερες ομάδες καταδρομέων, όπως αυτή τού Μάρκου τού γιού τού καπετάν Γιωργάκη. Η ομάδα τού Γιωργακομάρκου ρήμαζε τά υποστατικά τών αγάδων, πέρα από τά Σφακιά, στά αποκορωνιώτικα καί τά ρεθεμνιώτικα χωριά. Ορμούσαν μέσα στό μαύρο σκοτάδι, εξόντωναν τούς αγάδες καί τούς ανθρώπους τους καί γύριζαν στά Σφακιά φορτωμένοι μέ κούρσος. Ήταν δεινοί πολεμιστές τής νύκτας καί οδοιπόροι. Οι Τούρκοι τούς αποκαλούσαν "Σεϊτάν τακιμί" και τόν αρχηγό τους Δαιμονάρχη.






Δασκαλογιάννης

Ο Ιωάννης Βλάχος γεννήθηκε στήν Ανώπολη Σφακίων τό 1730, ένα ορεινό χωριό, κοντά στή θάλασσα τού Λιβυκού Πελάγους, στή θέση τής αρχαίας ομώνυμης πόλης, φέουδο τών Σκορδιλών κατά τή βυζαντινή περίοδο. Ο Ιωάννης έμεινε περισσότερο γνωστός στήν ιστορία μέ τό προσωνύμιο "Δασκαλογιάννης", λόγω τής υψηλής του μόρφωσης καθώς όλοι οι συμπατριώτες του τόν αποκαλούσαν "Δάσκαλο".

Ο Δασκαλογιάννης υπήρξε ένας από τούς πλέον εγγράμματους, μορφωμένους καί πολυταξιδεμένους Σφακιανούς. Ο πατέρας του ήταν ένας πλούσιος καραβοκύρης καί είχε άλλα τέσσερα αγόρια, τόν Νικόλαο ή Χατζή Σγουρομάλλη, τόν Παύλο, τόν Μανούσο καί τόν Γεώργιο. Τόν Γιάννη τόν σπούδασε στήν Ιταλία όπου έμαθε νά ομιλεί τήν ιταλική γλώσσα καί τόν νύμφευσε μέ τήν Σγουρομαλλίνη ή Ξανθομαλλίνη, η οποία ήταν από τό Ρέθυμνο. Ο "Δάσκαλος" απέκτησε μαζί της τέσσερεις κόρες καί δύο γιούς.

Ο Δασκαλογιάννης εξελίχθηκε σέ μεγάλο καραβοκύρη καί μέ τά τέσσερα τρικάταρτα καράβια πού διέθετε ταξίδεψε στά λιμάνια τής Μεσογείου καί τής Μαύρης Θάλασσας, όπου έμαθε νά ομιλεί επίσης καί τά ρωσικά. Oι συμπατριώτες του είχαν καί αυτοί καράβια πού όργωναν τή Μεσόγειο καί είχαν σάν βάση τους τόν όρμο Λουτρό. Τά ταξίδια πού έκανε τόν έκαναν νά ανοίξει τούς πνευματικούς του ορίζοντες καί νά κατανοήσει τήν ανάγκη νά ζήσουν καί οι συμπατριώτες του ελεύθεροι καί νά προοδεύσουν, όπως όλοι οι πολιτισμένοι λαοί τής Ευρώπης. Η σκληρή μοίρα τών υπόδουλων Χριστιανών τόν προβλημάτιζε καί προέβλεπε ότι άν συνεχιστεί αυτή η κατάσταση θά είχε σάν αποτέλεσμα τήν ολοκληρωτική εξαφάνιση τής Ρωμηοσύνης από τήν Κρήτη. Δέν άργησε λοιπόν νά βρεθεί στίς συσκέψεις τών Ελλήνων πού ζούσαν στήν Τεργέστη καί μέ τήν υποκίνηση τού Ορλώφ, αποδέχτηκε αμέσως τήν πρόταση γιά επανάσταση στή σκλαβωμένη Ελλάδα δίνοντας βάση στά μεγάλα λόγια καί τίς κούφιες υποσχέσεις περί ρωσικής βοήθειας καί συμπαράστασης.

Οι πρώτες φήμες τής επανάστασης έφθασαν στή λεβεντομάνα Κρήτη καί οι Τούρκοι έντρομοι κρύφτηκαν στά αρχοντικά τους καί περίμεναν τήν έκρηξη. Ο Δασκαλογιάννης γύρισε στά Σφακιά γεμάτος όνειρα καί ενθουσιασμό γιά τήν απελευθέρωση τού τόπου του. Οι ομογενείς του τόν άκουσαν καί πίστεψαν ότι ήγγικεν επιτέλους ή ώρα νά απελευθερωθεί τό Γένος τών Ρωμηών Δασκαλογιάννης από τούς Αγαρηνούς μέ τή βοήθεια τών Ρώσων (ξανθού γένους).

Ο Δασκαλογιάννης αφού ξεπέρασε κάποιους από τούς ενδοιασμούς τών καπεταναίων καί αφού τούς βεβαίωσε ότι ο Μόσκοβος μάχεται κιόλας στά ελληνικά νερά, έφυγε γιά τήν Αδριατική καί γύρισε τά Χριστούγεννα τού ίδιου χρόνου φορτωμένος μέ όπλα καί ελπίδες. Ήδη ο ρωσικός στόλος γιά πρώτη φορά στήν ιστορία του περνούσε τό στενό τού Γιβραλτάρ μέ κατεύθυνση τό Αρχιπέλαγος. Οι πασάδες τής Κρήτης πανικόβλητοι απαγόρευσαν στούς Χριστιανούς νά φορούν ρούχα όμοια μέ τών Τούρκων καί στίς πόρτες τους χάραξαν διακριτικά σημάδια.

Ο Αλέξιος Ορλώφ, έστειλε ξανά επιστολή στόν Δασκαλογιάννη προτρέποντάς τον νά κτυπήσει τόν Αγαρηνό. Η ομόδοξη αυτοκρατορία θά στέκονταν στό πλευρό τών Ρωμηών αρκεί αυτοί νά έπαιρναν τά όπλα. Δέν υπήρχε περίπτωση νά τούς αφήσει αβοήθητους στά νύχια τού αιμοβόρου θηρίου!

Οι Σφακιανοί εγκατέλειψαν τά κάστρα καί συγκεντρώθηκαν στά Σφακιά όπου οργάνωσαν επαναστατικά σώματα. Τό στρατόπεδό τους τό έστησαν στό οροπέδιο Κράπη, στήν έξοδο τού φαραγγιού τού Κατρέ, στά σύνορα μέ τόν Αποκόρωνα.

Τήν 25η Μαρτίου 1770, δύο χιλιάδες επαναστάτες μέ τούς καπετάνιους τους, αμέσως μετά τήν πανηγυρική λειτουργία, κήρυξαν τήν επανάσταση, υψώνοντας τήν επαναστατική σημαία στήν Ανώπολη. Αρχηγοί τών επαναστατών, εκτός από τόν Δασκαλογιάννη ήταν ο Μανούσακας, ο Γιωργάκης, ο Βουρδουμπάς, ο Χούρδος, ο Μπουνάτος, ο παπα Σήφης, ο Βολούδης, ο Μωράκης καί ο Σκορδίλης.

Ο Δασκαλογιάννης μέ τούς δικούς του κατέβηκε στόν Αποκόρωνα έχοντας στό κεφάλι μαύρο κεφαλομάντιλο στή θέση τού ναυτικού καλπακιού. Άλλοι καπετάνιοι πέρασαν στά Ρεθεμνιώτικα. Ο Δασκαλογιάννης έφτασε στή Μαλάξα καί μέ τό ναυτικό κανοκιάλι του ερευνούσε τό κρητικό πέλαγος μήπως εντοπίσει τά "ρούσικα" καράβια πού περίμενε. Μάταια! Ο Αλέξιος Ορλώφ μέ τό ρώσικο στόλο, αντί νά πλεύσει πρός τά Χανιά, όπως είχε υποσχεθεί μέ τήν επιστολή του πρός τόν Δασκαλογιάννη, έπλευσε πρός τό Τσεσμέ.

Ο Δασκαλογιάννης, μετά τήν εγκατάλειψη τών Ρώσων έβλεπε τά σχέδιά του νά καταρρέουν. Εν τούτοις δέν εγκατέλειψε τόν αγώνα. Αγνόησε τό αυτοκρατορικό φιρμάνι που ζητούσε τή σφαγή καί τόν αφανισμό όλων τών Σφακιανών σέ περίπτωση εξέγερσης καί άναψε πρώτος τή φωτιά, σκοτώνοντας τούς Τουρκοκρητικούς τού κάμπου καί πολιορκώντας τίς φρουρές τών μικρών πύργων.

Οι Τούρκοι πασάδες δέν άργησαν νά οργανωθούν καί αφού συγκέντρωσαν 15000 άνδρες κατάφεραν νά αποκλείσουν τήν επαρχία τών Σφακιών. Οι συγκρούσεις συνεχίζονταν μέρα καί νύκτα κυρίως στά απρόσιτα όρη καί τό φαράγγι τού Κατρέ. Οι πρώτοι νεκροί όμως δέν ήταν ούτε Τούρκοι, ούτε επαναστάτες. Ήταν Χριστιανοί άμαχοι πού οι Τούρκοι χρησιμοποιούσαν γιά μεταφορείς (σακουλιέρηδες) καί τούς έστηναν μπροστά από τά δικά τους τμήματα γιά νά δεχθούν πρώτοι τά πυρά τών επαναστατών.

Η υπεροχή τών Τούρκων σέ αριθμό καί η απουσία βοήθειας ανάγκασαν τόν Δασκαλογιάννη νά αναδιπλωθεί στά βουνά καί τά περάσματα. Ο αρχηγός, απογοητευμένος από τήν απατηλή στάση τών Ρώσων, συγκέντρωσε όλα τά τμήματα στίς πύλες τών Σφακιών. Παρά τήν τεράστια αριθμητική υπεροχή τού εχθρού, έδωσε φονικότατη μάχη στά στενά τής Νίμπρου που κράτησε δύο ολόκληρες μέρες. Ο σκοπός του δέν ήταν μόνο νά εμποδίσει τήν προέλαση τού εχθρού αλλά καί νά δοθεί καιρός στά γυναικόπαιδα νά επιβιβασθούν στά καράβια καί νά μεταφερθούν σέ ασφαλή μέρη.

Ο αγώνας ήταν σκληρός καί άνισος. Αλλά ο τόπος ευνοούσε τούς επαναστάτες. Οι Τούρκοι έπρεπε νά περάσουν από φαράγγια καί αφιλόξενα όρη, αλλά οι Σφακιανοί τούς αιφνιδίαζαν από παντού, τούς πετούσαν ακόμα καί βράχους καί τούς αποδεκάτιζαν. Οι μουσουλμάνοι στρατιώτες δέν κατάφερναν νά επιβιώσουν στόν κλεφτοπόλεμο πού τούς έκανε ο Δασκαλογιάννης. Οι ημέρες περνούσαν χωρίς αποτέλεσμα, η δίψα καί η ζέστη βασάνιζε τούς εισβολείς πού γέμιζαν μέ τά πτώματα τους τά δάση καί τά λαγκάδια τών Σφακιών.

Όταν 6000 Τούρκοι έφθασαν στήν Ανώπολη όπου βρίσκονταν τά γυναικόπαιδα έτοιμα νά αποπλεύσουν μέ τά καράβια, έγινε μία φοβερή μάχη, στήν οποία οι Σφακιανοί πολέμησαν πλέον όχι γιά τούς εαυτούς τους, αλλά γιά νά σώσουν τίς οικογένειες τους από τόν χαμό. Στό Λουτρό τά όπλα δέν πρόλαβαν νά τά ξαναγεμίσουν καί ο πόλεμος εξελίχθηκε σέ μάχη σώμα μέ σώμα καί μόνο μέ τά μαχαίρια. Οι λιγοστοί Σφακιανοί δέν κατάφεραν νά απωθήσουν τούς βαρβάρους, οι οποίοι επικράτησαν καί αφού κατέσφαξαν όλους τούς άνδρες σκλάβωσαν τά γυναικόπαιδα. Από τούς 800 άνδρες τού Δασκαλογιάννη δέν επέζησε ούτε ένας. Οι Τούρκοι προχώρησαν σέ ένα όργιο βιασμών καί δολοφονιών, γκρεμίζοντας από τά βράχια τά παιδιά καί τούς γέρους, ενώ στή συνέχεια έκοψαν τά δένδρα καί ξερίζωσαν τά αμπέλια, γιά νά ερημώσει τελείως η επαρχία τών Σφακιών.

Στή διάρκεια αυτής τής αιματηρής σύγκρουσης, ο Δασκαλογιάννης είχε στείλει τή γυναίκα του μαζί μέ τίς δύο μεγάλες του κόρες, τή Μαρία καί τήν Ανθούσα, στό Λουτρό γιά νά μπούν στό καράβι του. Όμως στό δρόμο τραυματίστηκε η Σγουρομαλλίνη καί οι κόρες της, νομίζοντας ότι σκοτώθηκε, έτρεξαν πανικόβλητες καί έπεσαν κατευθείαν στά χέρια τών Τούρκων στρατιωτών, οι οποίοι τίς παρέδωσαν στόν αρχηγό τους.

Σφακιά - χάρτης


Ο Δασκαλογιάννης, κλονισμένος μέ τήν αρπαγή τών θυγατέρων του, πρός στιγμήν σκέφτηκε νά παραδοθεί, αλλά οι υπόλοιποι αρχηγοί τόν έπεισαν νά συνεχίσει τόν αγώνα. Η επόμενη φονική μάχη έγινε στό φαράγγι τής Αράδαινας, ένα από τά πιο ωραία φαράγγια τής Κρήτης. Οι Τούρκοι στρατοπέδευσαν στό Φραγκοκάστελλο, όπου υπήρχε καθαρό νερό, αφού οι Σφακιανοί είχαν δηλητηριάσει όλα τά πηγάδια τής περιοχής. Από τό καστέλι ξεκίνησαν επιδρομές γιά νά βρούν καί νά συλλάβουν τόν Δασκαλογιάννη.

Οι Σφακιανοί βρίσκονταν σέ τραγική θέση. Όλα τά χωριά ήταν καμμένα, τά κοπάδια καί οι σοδειές λεηλατημένες καί οι απώλειες σέ νεκρούς τεράστιες. Βλέποντας τήν καταστροφή τής αγαπημένης ιδιαίτερης πατρίδας του ο Δασκαλογιάννης αποφάσισε νά παραδοθεί.

"Σάν έρθεις νά μιλήσωμε καί σάν ανταμωθούμε, ούλα θέ νά συμπαθηστούν καί φίλοι θά γενούμε."

Ο πασάς τόν δέχτηκε φιλικά καί τού παρουσίασε καί τήν κόρη του Μαρία γιά νά τόν ευχαριστήσει. Στή συνέχεια τού ζήτησε νά πεί στούς υπόλοιπους αρχηγούς νά σταματήσουν τίς μάχες καί νά αναγνωριστεί η εξουσία τού σουλτάνου πληρώνοντας 5000 γρόσια τόν χρόνο. Οι οπλαρχηγοί πίστεψαν τόν Χασάν πασά καί αφού τού έστειλαν δώρο 500 πρόβατα πήγαν στόν Χάνδακα (Ηράκλειο) καί παραδόθηκαν. Ο Τούρκος πασάς αυτό ακριβώς περίμενε. Αφού τούς διοπόμπευσε στούς δρόμους τού Ηρακλείου, ανάμεσα στά πλήθη τών μουσουλμάνων, τούς κρέμασε όλους. Γιά τόν Δασκαλογιάννη όμως είχε ετοιμάσει ειδική μεταχείριση.

Στίς 17 Ιουνίου 1771, ημέρα Παρασκευή, αργία τών μουσουλμάνων, ο Δασκαλογιάννης παραδόθηκε σέ ένα βάρβαρο γενίτσαρο ειδικό στά βασανιστήρια. Τά μπουλούκια τών μουσουλμάνων είχαν συγκεντρωθεί από όλες τίς γειτονιές γιά νά απολαύσουν τό θέαμα. Ήρθαν οι ξυλουργοί καί κατασκεύσαν μία καρέκλα μαρτυρίου.

"- Γιάε πού θά σέ κάτσω, Δάσκαλε. Στό θρόνο, σάν τό μητροπολίτη."

Όταν τελείωσε ο"θρόνος" τόν σήκωσαν καί τόν κάθισαν επάνω καί τού έδεσαν τά χέρια καί τά πόδια. Τότε ήρθε ο γενίτσαρος μέ τό ξυράφι στό χέρι. Ανέβηκε στόν "θρόνο", άρπαξε τόν μάρτυρα από τά μαλλιά καί άρχισε νά τόν γδέρνει αργά καί μέ τέχνη πού μόνο ο τουρκικός πολιτισμός μπορεί νά εμπνεύσει. Ο δήμιος έκοβε λουρίδες από τό κεφάλι μέχρι τό στήθος καί ύστερα άλλες από τήν πλάτη. Οι μουσουλμάνοι πανηγύριζαν σέ κάθε μουγκρητό τού Δασκάλου. Τά αίματα πλημμύρισαν τό χώμα καί τά χέρια τών βασανιστών του. Ο Τούρκος έπαιρνε τά κομμάτια από τό δέρμα καί τά πετούσε στό πλήθος.

"- Τζάμπα πετσί γιά τά στιβάνια σας!"

Μπροστά του έβαλαν ένα καθρέπτη γιά νά μεγαλώσουν τήν οδύνη του. Έπειτα έφεραν δεμένο τόν αδερφό του, Χατζή Σγουρομάλλη ο οποίος όταν τόν είδε τρελλάθηκε. Εκείνο, όμως, πού περίμεναν οι Τούρκοι αξιωματούχοι, δέν έγινε. Μάταια λογάριαζαν πώς ο δάσκαλος θά παρακαλούσε νά γίνει μουσουλμάνος γιά νά γλυτώσει τό μαρτύριο. Τό μόνο πού έβγαινε από τά σπλάχνα του ήταν ένα μουγκρητό. Τίποτε άλλο. Ο δήμιος συνέχιζε νά τόν γδέρνει καί αφού ο Δασκαλογιάννης είχε παραδώσει τήν ψυχή του στόν Ιησού. Τόν άφησαν πάνω στή μαρτυρική του καρέκλα ώσπου σάπισε καί όταν η μυρωδιά έγινε ανυπόφορη κάποιοι Χριστιανοί σκλάβοι τόν έθαψαν σέ ένα λάκκο.

Η είδηση τού μαρτυρικού θανάτου τού Δασκαλογιάννη συγκλόνισε τά Σφακιά. Οι καπετάνιοι, πού έμειναν μέ τό τουφέκι στά χέρια πάνω στά ερείπια, ορκίστηκαν εκδίκηση. Συνέχισαν τίς επιδρομές κατά τών αγάδων καί τρία χρόνια αργότερα εξόντωσαν καί τόν πανίσχυρο Αληδάκη καί τίς εκατοντάδες τών ανθρώπων του πυρπολώντας τόν πύργο του καί καταστρέφοντας τά υποστατικά του. Οι κόρες τού ήρωα έγιναν σκλάβες σέ χαρέμια αγάδων καί γέννησαν τουρκόπουλα, όπως έκαναν άλλωστε όλες οι Ελληνίδες τής πολυπολιτισμικής εκείνης εποχής πού τίς άρπαζαν οι μουσουλμάνοι.



«Εγώ πασά δέν προσκυνώ, σουλτάνο δέν γνωρίζω,

κ' εις τσή μαδάρες τώ Σφακιώ θά υπάω νά γυρίζω,

κ' ακόμη κ' όποιος μ' ακλουθά αδέρφια νά γενούμε,

νά πολεμούμε τήν Τουρκιά, όσο καιρό κ' άν ζιούμε

Εις τήν κορφή τσή Σβουριχτής καλλιά νά κατοικούμε

παρά νά δώσωμ' άρματα, Τούρκους νά προσκυνούμε,

παρά νά δώσωμ' άρματα χαράτσι τού σουλτάνο,

καλλιά νά ξεκληρίσωμε' ς τό κόσμο τόν απάνω.



Λουρίδες τήν εβγάλασιν οι σκύλοι τήν προβέν του,

κ' όντε τόν απογδέρνασι, έτριξ' η μιά του χέρα,

καί τότες ετουρκεύγασι τή μιάν του θυγατέρα,

τουρκεύγου καί τήν άλλην τού χανούμισσα τήν κάνου,

Τό Δάσκαλο εγδάρασι κ΄άλλους πολλούς έπνιξα,

καί τσ' άλλους τσ' αποδέλοιπους εις τή φυλακή τσ' ερρίξα

καί ο πασάς επρόσταξε καλά νά τσοί σφαλίξου,

νά κάμουσι χρόνους εφτά κ΄όξω νά μή ξανοίξου.»

Τό έπος τού Δασκαλογιάννη, τού μπάρμπα Παντζελιού από τό Μουρί Σφακιών











Επανάσταση στήν Κρήτη

Η επανάσταση στήν Κρήτη έμελλε νά αντιμετωπίσει πολλά καί δύσκολα προβλήματα. Οι ιδιαίτερες συνθήκες τής νήσου συντελούσαν σέ αυτό. Ο μουσουλμανικός πληθυσμός υπερτερούσε έναντι τού χριστιανικού καί επικρατούσε τρομερή καταπίεση. Οι σφαγές τών Χριστιανών ήταν καθημερινές καί η τρομοκρατία καθόλη τήν τουρκοκρατία συνεχής. Ενώ ολόκληρη η Πελοπόννησος βρισκόταν υπό τήν διοίκηση ενός καί μόνο πασά, η Κρήτη είχε τρείς πασάδες, οι οποίοι βρίσκονταν στό Μεγάλο Κάστρο (Ηράκλειο), στά Χανιά καί στό Ρέθυμνο. Μέ τήν παραμικρή υποψία ανταρσίας καί οι τρείς πασάδες αντιδρούσαν άμεσα, παίρνοντας σκληρά μέτρα.

«Η Κρήτη κατά τάς παραμονάς τού αγώνος

Αι επιθέσεις τών γενιτσάρων καί η σκληρότης των απέναντι τών χριστιανικών πληθυσμών έφθασαν εις τήν φρενίτιδα. Η κατάστασις έγινε τόσον αφόρητος, ώστε εξεδηλώθησαν μεταξύ τού χριστιανικού πληθυσμού αλλόκοτα κρούσματα ομαδικής απελπισίας. Χωριά ολόκληρα αποκαμωμένα προσήρχοντο εις τόν ισλαμισμόν. Καί πάντοτε οι νέοι εξωμόται, διά νά κερδίσουν τήν θέσιν των μεταξύ τών παλαιοτέρων, εφρόντιζαν νά τούς υπερβάλλουν εις τάς επιθέσεις κατά τών μέχρι τής χθές ομοδόξων των. Αι λεηλασίαι, οι εμπρησμοί, αι σφαγαί, αι ατιμώσεις ήσαν καθημεριναί. Η κατάστασις ανησύχησε τότε καί αυτήν τήν Πύλην.

Διά νά περισταλή αυτή η αναρχία εστάλη κατά τό 1812 από τήν Κωνσταντινούπολιν ο Χατζή Οσμάν πασσάς μέ τήν διαταγήν νά περιορίση τούς γενιτσάρους. Ο Οσμάν, αφού προέβη εις ήπια περισταλτικά μέτρα, τά οποία δέν είχαν αποτέλεσμα, εζήτησε τήν σύμπραξιν τών ορεινών τής Κρήτης καί ωργάνωσεν ένα εικοσιτετράωρον Αγίου Βαρθολομαίου διά τούς μπέηδες, τούς αγάδες καί τούς γενίτσαρους. Πεντακόσιοι από αυτούς απεκεφαλίσθησαν κατά τό ημερονύκτιον εκείνο καί οι γενίτσαροι περιωρίσθησαν.

Η κατάστασις όμως επεδεινώθη εκ νέου. Η Κρήτη παρεδόθη εντελώς εις τούς δημίους της. Δέν ήτο έγκλημα πλέον ο φόνος τού Χριστιανού. Οι γενίτσαροι έφθασαν νά μεταχειρίζονται τούς Χριστιανούς διαβάτας ως στόχους διά νά δοκιμάσουν τήν ευθοβολίαν τών πιστολιών των. Τά στοιχήματα μεταξύ δύο γενιτσάρων περί τού ποιός θά κατορθώση πρώτος νά σκοτώση ένα διαβαίνοντα Έλληνα ήσαν συχνά.

Η ληστεία εγίνετο κατά τρόπον σχεδόν φανερόν εντός αυτών τών κέντρων. Οι γενίτσαροι δέν είχαν παρά νά στείλουν εις τόν εύπορον Έλληνα ολίγα σπειριά σιτάρι μέσα εις ένα μαντήλι διά νά τόν κάμουν νά εννοήση ότι έπρεπε νά τούς στείλη χρήματα. Άν ο Έλλην δέν έστελλε χρήματα, εσήμαινεν ότι έπρεπε νά ετοιμάση τά κόλλυβά του.

Πολλοί εννοούσαν νά οργιάζουν μέ Χριστιανάς πρό τών οφθαλμών τών ανδρών των μέσα εις τάς εστίας των, εις γλέντια οργανούμενα κατά παραγγελίαν των μέσα εις χριστιανικά σπίτια. Άνθρωποι τολμώντες ν' αρνούνται νά φέρουν τάς γυναίκας των εις τά αναγκαστικά αυτά γλέντια εφονεύοντο επάνω εις τό τραπέζι. Άλλοι κατεπυροβολούντο, διότι δέν είχαν κρασί τής αρεσκείας τού γενίτσαρου. Αυτή είναι η ιστορία τής Κρήτης από τού 1770 μέχρι τού 1821. Γραμμένη μέ αίμα.»

Διονύσιος Κόκκινος - Ελληνική Επανάστασις


Λόγω τής απομόνωσής τής Κρήτης από τίς υπόλοιπες επαναστατημένες περιοχές, η Φιλική Εταιρεία δέν μπόρεσε νά δημιουργήσει ισχυρούς πυρήνες στήν περιοχή. Η Αίγυπτος ήταν κοντά καί ο μουσουλμανικός στόλος μπορούσε άμεσα νά απειλήσει τό νησί, χωρίς νά προλάβουν νά τόν αντιμετωπίσουν οι ναυτικές δυνάμεις τών τριών νήσων (Ύδρας, Σπετσών,Ψαρών). Καί όμως, παρόλες τίς αντίξοες συνθήκες, οι Κρητικοί, μόλις έμαθαν γιά τόν ξεσηκωμό τών ομοθρήσκων τους, δέν δίστασαν ούτε στιγμή.

Στά Σφακιά, στίς 7 Απριλίου 1821 έγινε η πρώτη σύσκεψη μεταξύ τών Σφακιανών αρχηγών καί τών προκρίτων ολόκληρης σχεδόν τής Κρήτης. Συγκροτήθηκε μία τοπική εφορία μέ τήν ονομασία "Καγκελλαρία" τήν οποία αποτελούσαν ο πρωτοπαπάς τών Σφακιών Γεώργιος, ο Χατζή Ιωάννης Πωλιουδάκης, ο Ιωσήφ Λάκκοι Κρήτης Παπαδάκης, ο Ρούσσος Βουρδουμπάς, ο Ανδρέας Κριαράς, ο Αναγνώστης Ψαρουδάκης καί ο Δημήτριος Φλαμπουριάρης. Η σφραγίδα τής Καγκελλαρίας ήταν μία εικόνα τής Παναγίας πού έφερε τήν επιγραφή "Παναγία τού Λουτρού".

Από τά 1200 όπλα πού υπήρχαν γιά τήν επανάσταση, τά 800 προέρχονταν από τά Σφακιά. Οι Σφακιανοί διέθεταν λίγα πλοία, κυρίως βρίκια καί γολέττες, αλλά δέν ήταν δυνατόν μόνο μέ εκείνα νά σηκώσουν τό βάρος τής επανάστασης στό νησί. Γι' αυτό απευθύνθηκαν στήν Ύδρα καί στίς Σπέτσες, γιά νά τούς προμηθεύσουν 2000 τουφέκια καί 15 πλοία. Επίσης, όρισαν τούς αρχηγούς τών όπλων κάθε επαρχίας, όπως τόν Δεληγιαννάκη στήν επαρχία Αμαρίου Ρεθύμνης, τόν Αναγνώστη Μανουσέλη στό Ρέθυμνο, τόν Αναγνώστη Παναγιώτου (Παναγιωτάκη) στήν Κυδωνία, τούς Ρούσσο Βουρδουμπά καί Πωλογιώργη στίς ανατολικές από τόν Ψηλορείτη επαρχίες, τόν Γεώργιο Τσελεπή - Δασκαλάκη στίς περιοχές Σέλινο καί Κίσσαμο καί τόν Σήφακα στήν Μαλάξα. Στίς δυνάμεις τής θάλασσας όρισαν υπεύθυνους τούς καπετάνιους Αναγνώστη Παναγιώτου ή Πωλίδη καί Αναγνώστη Αναγνωστάκη.

Τόν Μάρτιο τού 1821 είχε δοθεί εντολή στούς πλοιάρχους Δασκαλάκη Μανούσο καί Λαδά Ανδρέα πού κυβερνούσαν τό μπρίκι τού παπά Πωλάκη από τήν Ανώπολη, νά αγοράσουν πολεμοφόδια καί νά τά μεταφέρουν στό Λουτρό. Τό μπρίκι τών Σφακιών απέπλευσε από τό Μεγάλο Κάστρο μέ ειδική άδεια πού εξασφάλισε μία καλόγρια πού ήθελε νά ταξιδεύσει στήν Τήνο. Η καλόγρια αυτή ήταν κόρη τού ηρωικού Δασκαλογιάννη, τήν οποία οι Τούρκοι είχαν χρησιμοποιήσει ως όμηρο γιά νά συλλάβουν τόν πατέρα της. Σέ ηλικία 18 ετών η κόρη τού Δασκαλόγιαννη Μαρία, είχε παντρευτεί μέ τό ζόρι τόν δευτεντάρη τού Κάστρου καί έκαμε μαζί του δύο παιδιά τά οποία πέθαναν όπως καί ο άνδρας της. Λέγεται ότι τά σκότωσε η ίδια η μάνα τους γιά νά μήν γίνουν γενίτσαροι. Μετά τόν θάνατο τών παιδιών της, έγινε καλογριά καί ευκαιρίας δοθείσης μέ τό πλοίο τού παπά Πωλάκη, στό οποίο βρισκόταν καί ο συγγενής της Γεωργάκης Τσελεπής Δασκαλάκης (εγγονός τού Δασκαλογιάννη), πήγε νά προσκυνήσει στήν Τήνο. Η καλόγρια στρατολόγησε μέ δικά της έξοδα τριάντα άνδρες από τή Σάμο καί ανέθεσε τήν αρχηγία τους στόν υπηρέτη της Νικολα Ζερβό, ο οποίος αργότερα εξελίχθηκε σέ στρατηγό μέ τό όνομα Ζερβονικόλας.

Στήν Κρήτη ζούσαν οι Αμπαδιώτες, οι οποίοι ήσαν οι μουσουλμάνοι τής περιοχής Αμαρίου, μέ ρίζες από τούς Σαρακηνούς. Ο ηγούμενος τής μονής Πρέβελης Μελχισεδέκ Τσουδερός από μητέρα Σφακιανός - η μητέρα του ήταν κόρη του Γεωργακομάρκου ή Δαίμονος - πρότεινε στούς Σφακιανούς νά διαπραγματευτούν τήν ουδετερότητα τών φοβερών Αμπαδιωτών. Πράγματι οι Σφακιανοί έστειλαν ως διαπραγματευτές τούς Αναγνώστη Μανουσέλη καί τόν Σήφη Δασκαλάκη. Οι Αμπαδιώτες, αρχικά υποκρίθηκαν ότι θά πήγαιναν μέ τό μέρος τών Σφακιανών καί τούς ζήτησαν πολεμοφόδια. Όπως έγινε όμως σέ όλες τίς επαναστατημένες περιοχές, οι μουσουλμάνοι συμμάχησαν τελικά μέ τούς Τούρκους γιά νά κτυπήσουν τούς Ρωμηούς.

Μία ομάδα από 200 Αμπαδιώτες μέ επικεφαλής τους τόν Ψαροσμαήλη προέβη σέ σφαγές κατοίκων τής περιοχής καί έφθασε μέχρι τό Φραγκοκάστελλο, όπου φοβέρισε τούς Σφακιανούς. Στό Φραγκοκάστελλο είχε φθάσει ο Κάσιος καπετάν Θοδωρής μέ τό πλοίο του καί από τόν ενθουσιασμό του χάρισε όλο τό φορτίο του μέ τρόφιμα στήν Καγκελλαρία. Δέκα Σφακιανοί προσήλθαν γιά συνομιλίες μέ τόν Ψαροσμαήλη. Εκεί οι Αμπαδιώτες τούς ζήτησαν τά όπλα αλλά δέν είχαν καταλάβει ότι ήταν κυκλωμένοι από άλλους Χριστιανούς. Χωρίς νά γίνει μάχη οπισθοχώρησαν οι Αμπαδιώτες, αλλά στήν αναδίπλωση τους κατέστρεψαν τή μονή Πρέβελη, ενώ μία ομάδα τους είχε ανέβει στό μητάτο τής μονής στά Τσιλίβδικα καί είχε σκοτώσει τρείς μοναχούς πού έβοσκαν αμέριμνοι τά κοπάδια τους. Ο ηγούμενος τής Μονής Μελχισεδέκ ή Νείλος Τσουδερός μόλις κατάφερε νά δραπετεύσει καί νά μεταβεί στόν Καλλικράτη.

Ο πασάς τού Ηρακλείου έστειλε τρείς υψηλόβαθμους αξιωματικούς μέ εντολή νά μήν φύγουν από τά Σφακιά άν δέν τούς παραδώσουν τά όπλα τους οι άπιστοι. Απειλούσε μέ ολοσχερή εξόντωση τού χριστιανικού πληθυσμού καί εποικισμό τής Κρήτης μέ μουσουλμάνους. Ηγούμενος τής μονής Πρέβελης Μελχισεδέκ Τσουδερός Ταυτόχρονα ανάγκασε τόν μητροπολίτη Γεράσιμο νά γράψει στούς Σφακιανούς επιστολή γιά νά παραδώσουν τά όπλα. Η απάντηση τών Σφακιανών ήταν η ακόλουθη:

«Σεβασμιώτατε τήν ευχήν σου θέλομεν καί τάς ευλογίας σου αποδεχόμεθα, αλλά τούς αφορισμούς καί τάς κατάρας σου στέλλομεν οπίσω διά νά τάς μεταχειρισθής εις όσους πρέπει. Άν δέ οι πασάδες σέ υποχρεώνουν νά μάς στείλης τάς κατάρας σου, τότε δέν μάς πιάνουν, διότι δέν είναι από τήν καρδιά σου. Παραδεχόμεθα όμως καί τάς συμβουλάς σου, αλλ' εις άλλα, όπου είναι δίκαιον.

Θά έκανε δέ φρόνιμα η πανιερότης σου νά ακούσης τάς ιδικάς μας συμβουλάς καί νά φύγης απ' αυτού τώρα όπου έχεις καιρόν, διότι γυρεύουν μικράν αφορμήν νά σάς σφάξουν ως αρνία. Μήν βραδύνετε λοιπόν νά φύγετε όλοι σας από κοντά των.»


Μετά τήν σύναξη στήν Παναγιά τήν Θυμιανή οι επικεφαλής τής Καγκελλαρίας εγκαταστάθηκαν στήν έδρα τους τό Λουτρό. Οι καπετάνιοι συγκεντρώθηκαν στό Ασκύφου γιά πολεμικό συμβούλιο, όπου καί αποφασίσθηκε ο τρόπος καί ο χρόνος έναρξης τών εχθροπραξιών. Στά Χανιά, από τίς αρχές Ιουνίου είχε δημιουργηθεί μία πολύ ηλεκτρισμένη ατμόσφαιρα εξαιτίας τών κινήσεων τών Χριστιανών. Άρχισε τότε άγρια καταδίωξη τών ραγιάδων από τούς γενίτσαρους, η οποία συνοδεύτηκε από λεηλασίες καί καταστροφές σπιτιών. Στίς 11 Ιουνίου 1821, οι Τούρκοι κατακρεούργησαν τόν αρχηγό τών σιδηρουργών Αντώνη από τό Μελισσουργιό τής Κισσάμου καί τόν αρχηγό τών ραπτών Μανώλη Ζυμβρακάκη από τά Περιβόλια. Ακολούθησαν αναρίθμητες σφαγές ανύποπτων Χριστιανών πού έμπαιναν στήν πόλη γιά νά πάνε στίς εργασίες τους.

Τά ίδια συνέβησαν καί στήν επαρχία Σελίνου. Ένας Τούρκος Σελινιώτης ναυτικός, έτυχε νά βρίσκεται στό λιμάνι τής Καλαμάτας, όταν οι Έλληνες κατέλαβαν τήν πόλη. Μόλις επέστρεψε στήν Κρήτη ανήγγειλε τά γεγονότα στούς ομοθρήσκους του, οι οποίοι ξέσπασαν τό μίσος τους στόν χριστιανικό πληθυσμό τού Σελίνου.

Ο Θερισός Χανίων στέναζε κάτω από τήν σκληρή συμπεριφορά τού σούμπαση Σκυλομεμέτη. Ο Σκυλομεμέτης επέβαλε στούς Ρωμηούς σκληρή δουλειά στά χωράφια ολόκληρη τήν ημέρα καί κατόπιν τούς έπαιρνε όλη τήν παραγωγή τους. Ενίοτε καλούσε τίς γυναίκες τους στά γλέντια του καί τίς ανάγκαζε νά συμμετέχουν σέ χορούς καί όργια. Ο Ιωάννης Παπαδογεωργάκης ή Γερανιώτης, ειδοποιημένος από τούς κατοίκους γιά τήν συμπεριφορά τών σουμπασίδων, επιτέθηκε στούς Τούρκους τού Θερίσου καί έσφαξε αρκετούς από αυτούς. Μόλις μαθεύτηκε τό γεγονός στά Χανιά, ο πασάς έστειλε στίς 14 Ιουνίου εναντίον του 60 γενίτσαρους μέ επικεφαλής τόν Ιμπραήμ Ταμπουρατζή, γνωστό γιά τήν αγριότητά του. Τούς γενίτσαρους αυτούς αντιμετώπισαν στά Κεραμειά ο Ιωάννης Χάλης, ο Ιωάννης Παπαδογεωργάκης, ο Παπανδρέας, ο Μουτσογιάννης καί ο Σηφάκας. Οι Χριστιανοί τούς είχαν στήσει ενέδρα καί αφού τούς άφησαν νά πλησιάσουν, όρμησαν εναντίον τους μέ υψωμένη τή βυζαντινή σημαία μέ τό δικέφαλο αετό.

"Τίμιε Σταυρέ, βοήθα μας. Φωθιά στούς εχθρούς τών ανθρώπων καί τού Θεού. Φωθιά στούς εχθρούς τής πίστεως καί τής πατρίδος. Κανείς Τούρκος νά μή γλυτώση. Φωθιά!"

Οι γενίτσαροι, μολονότι κατελήφθησαν εξ απροόπτου, αντιστάθηκαν μέ πείσμα, αλλά στό τέλος αναγκάστηκαν νά καταφύγουν στό χωριό τών Κεραμειών Λούλο. Στό χωριό συνεχίστηκε η μάχη μέ σφοδρότητα καί μίσος από τίς δύο πλευρές καί όταν εμφανίστηκε ο καπετάνιος Βαρδουλομανούσος μέ 20 άνδρες, οι εχθροί τράπηκαν σέ φυγή, αφήνοντας νεκρό τόν τρομερό Ταμπουρατζή.

Τόν θάνατο τού Ταμπουρατζή, εκδικήθηκαν οι Τούρκοι τών Χανίων, χωρίς νά χάσουν χρόνο. Ο Λατίφ πασάς τών Χανίων εξέδωσε φετφά γιά ένοπλη επίθεση τών μουσουλμάνων κατά τών γκιαούρηδων. Μέ αυτόν τόν φετφά όλες οι επιθέσεις κατά τών Χριστιανών νομιμοποιούνταν στό όνομα τού Μωάμεθ καί προφήτη τού Αλλάχ. Τριακόσιοι άμαχοι χάθηκαν μέσα σέ λίγες ώρες, ενώ κατεστράφησαν όλες οι εκκλησίες καί τά ρωμέϊκα σπίτια τής πόλεως.

«Σφαγαί εις τά Χανιά

Ο φετφάς ανεγνώσθη καί αμέσως οι γενίτσαροι ήρχισαν τήν σφαγήν. Αυτήν τήν φοράν δέν περιωρίσθησαν εις τά επιφανέστερα πρόσωπα καί εις εκείνους πού συνελάμβαναν εις τούς δρόμους. Ερρίφθησαν κατά τών σπιτιών. Θύραι καί παράθυρα ισογείων κατερρίπτοντο μέ τσεκούρια καί οι μαινόμενοι γενίτσαροι συνελάμβαναν τούς ενοίκους, έσφαζαν τούς άνδρας καί ηχμαλώτιζαν τάς προτιμωμένας γυναίκας καί τά παιδιά, ωσάν νά ευρίσκοντο εις πόλεμον καί νά κατέκτησαν εχθρικήν πόλιν, όπου είχεν επιτραπή εις κάθε στρατιώτην ν' αποκομίση καί έμψυχον λείαν.

Τά εργαστήρια τών τεχνιτών, τά εμπορικά καταστήματα καί τά σπίτια διηρπάγησαν. Ο γνωστός εις τήν πόλιν διά τά φιλάνθρωπα αισθήματά του βαθύπλουτος Κασσίμ αγάς επροσπάθησε νά προστατεύση ογδοήντα άτομα πού κατέφυγαν έντρομα εις τό σπίτι του, αλλ' οι γενίτσαροι επήγαν καί εκεί, εισήλασαν εις τό καταφύγιον, εκατάβασαν τά θύματά των εις τόν δρόμον καί τά έσφαξαν πρό τής θύρας τού αγά.

Τά διαδραματισθέντα ήσαν απερίγραπτα. Απέσπασαν από τήν αγκάλην μιά γυναικός, ανηκούσης εις τήν οικογένειαν τών Λευθεραίων, τά δύο της αγόρια καί τά κατέσφαξαν εμπροστά της. Απήγαγαν από αυτό τό διοικητήριον τόν διερμηνέα τού πασσά καί γραμματέα του Αποστολάκην καί τόν κατέσφαξαν μαζί μέ τόν επιφανή Χανιώτην Σταυρουλάκην Σομαρρίπαν καί έσυραν τά πτώματά των εις τούς δρόμους. Συνέλαβαν καί μετέφεραν εις τήν φυλακήν ανυποδήτους τόν επίσκοπον Κυδωνίας καί Αποκορώνου Καλλίνικον Σαρπάκην καί τόν διάκον του Αρτέμιον. Εφυλάκισαν καί εβασάνισαν μέ διαφόρους τρόπους τούς ηγούμενους τών μονών Γωνιάς καί Γουβερνέτου καί πολλούς άλλους κληρικούς καί λαϊκούς. Αι εκκλησίαι διηρπάγησαν καί εβεβηλώθησαν.

Εις τριακοσίους περίπου υπελογίσθησαν οι κρεουργηθέντες εντός τής πόλεως κατ' εκείνην τήν ημέραν. Εις τό Ακρωτήρι εσφάγησαν, καταληφθέντες εις τόν δρόμον, επτά μοναχοί φεύγοντες από τήν μονήν τού Γουβερνέτου πρός τήν τής Αγιάς Τριάδος διά νά κρυβούν. Ο διάκος Γαλακτίων Ψαρομήλιγγος εκ τού Πελεκάνου τού Σελίνου κατεδιώκετο από ομάδα εφίππων γενιτσάρων. Ο ένας από αυτούς τόν κατέφθασεν επί τέλους, ενώ οι άλλοι εφώναζαν:

- "Ζωντανό μωρέ τόν παπά!".

Τότε ο διάκος πού ήτο, ευτυχώς δι' αυτόν, ένοπλος, είχε τήν ψυχραιμίαν κατά τήν κρίσιμον στιγμήν νά πέση κατά γής καί νά υποκριθή τόν αποκαμωμένον, καί όταν επλησίασε ο διώκτης του, ύψωσε τό όπλον του καί τόν επυροβόλησε καί τόν έρριψε νεκρόν από τό άλογό του. Έως ότου συνέλθουν από τήν κατάπληξιν οι άλλοι γενίτσαροι, ο διάκος ήρχισε νά τρέχη πρός τήν ανωφέρειαν καί κατόρθωσε νά φθάση σώος εις τό Σέλινον.»

Διονύσιος Κόκκινος - Ιστορία τής Επανάστασεως τού 1821


Τήν ίδια μοίρα είχαν οι κάτοικοι τού Ρεθύμνου. Οι προύχοντες Χ. Καλλέργης καί Ιωάννης Ντεληγιώργης εκτελέστηκαν. Πλήθη από γυναικόπαιδα αιχμαλωτίστηκαν. Επί τρείς ημέρες, όπως αναφέρει ο Διονύσιος Κόκκινος, έτρεχαν οι Τουρκοκρητικοί μέ τίς σημαίες τής ημισελήνου υψωμένες καί κατέσφαζαν, έκαιγαν καί βίαζαν. Σέ 500 υπολογίζονται τά θύματα τής περιφέρειας τού Ρεθύμνου. Διεπομπεύθηκε στούς δρόμους καί μετά φυλακίστηκε ο επίσκοπος Ρεθύμνου Γεράσιμος Περδικάρης καί τόν επόμενο χρόνο απαγχονίστηκε στήν πλατεία τού Πλατάνου.

Στό Κάστρο (Ηράκλειο), επαναλήφθηκαν οι ίδιες θηριωδίες μέ πρωταγωνιστή τόν Χασάν Τσελεπή τού Χασεκή. Κομματιάστηκε ο γιατρός Λευθεραίος, ο μητροπολίτης Γεράσιμος Παρδάλης καί πλήθος ιερέων. Στίς 24 Ιουνίου 1821, κατέπλευσε στό λιμάνι τού Μεγάλου Κάστρου ο τουρκοκρητικός πλοίαρχος Μπιλάλ Πουλάκας, προερχόμενος από τήν Αλικαρνασσό. Ο Πουλάκας μετέφερε μέ τό πλοίο του ένα δερβίση καί ένα τάταρη από τήν Κωνσταντινούπολη, οι οποίοι μετέφεραν σουλτανικά διατάγματα γιά τόν Σερίφ πασά. Μόλις αυτοί διέδωσαν ότι έγιναν σφαγές στήν Κωνσταντινούπολη καί τήν Σμύρνη επειδή είχαν σηκώσει κεφάλι οι γκιαούρηδες, οι μουσουλμάνοι ξεχύθηκαν στούς δρόμους τής πόλης. Όσους Χριστιανούς συναντούσαν, τούς έσφαζαν επιτόπου σάν αρνιά. Σέ 800 υπολογίζονται οι νεκροί Ρωμηοί τής ημέρας εκείνης. Στή Σητεία σκοτώθηκαν 300 Χριστιανοί, μόνο από τόν αρχιγενίτσαρο Ιμπραήμ Αφεντακάκη, ενώ η Μονή Τοπλού κάηκε ολοσχερώς καί πολλοί μοναχοί σφαγιάστηκαν.

Στό μεταξύ οι πασάδες οργάνωσαν τμήματα στρατού γιά νά καταπνίξουν τήν επανάσταση στήν περιφέρεια. Στίς 17 Ιουνίου 1821 οι Τούρκοι τού Ρεθύμνου κατευθύνθηκαν πρός τόν Άγιο Κωνσταντίνο καί στά Ρούστικα. Στή μάχη όμως πού έγινε στό Ζουρίδι, ο Πέτρος Μανουσέλης, ο Γ. Δεληγιαννάκης, ο Κωστόπουλος, ο Ιωάννης Δρουλίσκος καί ο Μανώλης Ρουστικιανός κατεδίωξαν τούς εχθρούς νικώντας τους καί καταστρέφοντας ένα πύργο στό χωριό Επισκοπή. Οι απώλειες τών εχθρών ήταν περίπου 55 άνδρες.

Τήν ίδια μέρα, οι Βουρδουμπάς Κωστόπουλος, Πωλογεωργάκης καί Τσουδερός συνεπλάκησαν μέ τούς Αμπαδιώτες σέ σφοδρή καί αμφίρροπη μάχη. Οι Μανουσέλης καί Δεληγιαννάκης προσέτρεξαν σέ βοήθεια, αλλάζοντας τήν έκβαση τής μάχης υπέρ τών Ελλήνων. Οι Αμπαδιώτες άφησαν 300 νεκρούς μαζί καί τόν αρχηγό τους Κουντουροσμαΐλη, ενώ οι Σφακιανοί είχαν 7 νεκρούς καί αρκετούς τραυματίες.

Στίς 26 Ιουνίου 1821, ο Τσελεπής έκαψε τά παλάτια τών αγάδων έξω από τά τείχη τών Χανίων, αιχμαλώτισε γυναικόπαιδα καί τά αντάλλαξε μέ Χριστιανούς αιχμαλώτους. Ταυτόχρονα έκοψε τήν ύδρευση στήν πόλη αποφέροντας μεγάλη σύγχυση στούς εντός τών τειχών Τούρκους. Όλη η Κυδωνία καί ο Αποκόρωνας ελευθερώθηκαν από τούς Τούρκους. Κουρμούλης Στίς 28 Ιουνίου 1821 έγινε μία σφοδρή σύγκρουση ανάμεσα στούς Σφακιανούς καί στούς Αμπαδιώτες στό Βαθειακό τής Ίδης. Μέ πείσμα πολεμούσαν ολόκληρη ημέρα καί οι δύο αντίπαλοι χωρίς νά υποχωρεί κανείς. Τήν επομένη οι μουσουλμάνοι μέ επικεφαλής τόν αρχηγό τους Ντελή Μουσταφά έκαναν επίθεση εναντίων τών Ελλήνων. Οι καπετάνιοι Ρούσσος Βουρδουμπάς, Γ. Τσουδερός, Πωλογεωργάκης, Μεληδόνης καί Μιχάλης Κουρμούλης τελικά έτρεψαν τούς αντιπάλους σέ φυγή αιχμαλωτίζοντας καί τόν αρχηγό τους Μουσταφά.

Ο Κουρμούλης ανήκε στήν οικογένεια τών Κουρμούληδων τής Μεσσαράς, οι οποίοι είχαν εξισλαμισθεί φανερά, αλλά στά κρυφά κράτησαν τήν χριστιανική τους πίστη. Οι κρυπτοχριστιανοί αυτοί, αμέσως μόλις ξέσπασε η επανάσταση πέταξαν τό κοράνι καί άδραξαν τά τουφέκια γιά νά πολεμήσουν μέ τήν σημαία του Σταυρού.

Οι συνεχείς νίκες τών Χριστιανών είχαν εξοργίσει τούς πασάδες, πού έστρεψαν τή μανία τους εναντίον τών αμάχων. Στά τέλη Ιουνίου οι "ξεκουκούλωτοι" τών Χανίων κατέσφαξαν τούς κατοίκους τών χωριών τού Ακρωτηρίου καί λεηλάτησαν τά μοναστήρια τής Αγίας Τριάδος καί τού Γουβερνέτου. Ωστόσο μέ τή βοήθεια τών πλοίων τών Κασίων, πολλά γυναικόπαιδα μπόρεσαν νά ξεφύγουν, ενώ άλλα κρύφτηκαν σέ σπήλαια.

«Ξεκουκούλωτοι εκαλούντο ούτω πρό τής Επαναστάσεως τού 1821 οι θηριωδέστεροι τών εν Χανίοις Τούρκων, διότι κατά τάς ανά τάς επαρχίας επιδρομάς των, ίνα ληστεύσωσι καί φονεύσωσι τούς αόπλους χριστιανικούς πληθυσμούς, απέβαλλον τό "κουκούλι" των, δηλαδή τό φέσι των, ίνα εκλαμβάνονται ως Χριστιανοί.»

Στίς αρχές Ιουλίου 1821, 1500 περίπου ένοπλοι Τούρκοι ξεκίνησαν από τό Ρέθυμνο, μέ κατεύθυνση τά Σφακιά, μέ σκοπό νά καταστείλουν τήν επανάσταση. Στήν πορεία τους γιά τό χωριό Καλλικράτη, συνάντησαν στή θέση Γάλλου τά σώματα τού Π. Μανουσέλη καί τού Γ. Δεληγιαννάκη. Η μάχη συνεχίστηκε όλη τήν ημέρα χωρίς νικητή. Τό απόγευμα ήλθαν σέ βοήθεια τών Ελλήνων ο Πρωτοπαπαδάκης, ο Κωστόπουλος καί ο Τσουδερός. Στίς 4 Ιουλίου ομάδα 150 νέων καί τολμηρών Τούρκων άφησαν τήν μάχη καί αθέατοι κινήθηκαν μέχρι τόν αφύλακτο Καλλικράτη καίγοντας μία συνοικία του. Τήν τέταρτη ημέρα τής μάχης οι Ανδρέας Μανουσέλης, Πέτρος Παπαδάκης, Κωνσταντής Βενιέρης, Μανόλης Ντουλαβέρης καί Μουντομανούσος κινήθηκαν στά νώτα τών εχθρών. Οι Τούρκοι, θεωρώντας ότι είχαν περικυκλωθεί από υπέρτερες δυνάμεις υποχώρησαν πανικόβλητοι πρός τό Ρέθυμνο. Οι απώλειες τών Χριστιανών ήταν 9 νεκροί καί τών μουσουλμάνων άνω τών 100.

Στίς 4 Ιουλίου, ο Λατίφ πασάς μέ 8000 άνδρες ξεκίνησε από τά Χανιά μέ κατεύθυνση τούς Λάκκους κρατώντας καί αλυσίδες γιά νά φέρει πίσω δεμένους τούς Σφακιανούς, όπως πίστευε. Οι Τούρκοι προχωρούσαν αργά παίρνοντας όλες τίς αναγκαίες προφυλάξεις. Στίς 15 Ιουλίου 1821, η τουρκική εμπροσθοφυλακή συγκρούσθηκε μέ τούς ενόπλους τού Βασίλη Χάλη καί Ανδρέα Φασούλη, τούς οποίους ενίσχυσε αργότερα ο Γεώργιος Δασκαλάκης (Τσελεπής) καί ο Σήφακας μέ τούς Αποκορωνιώτες.

Τελικά οι Κρήτες αναγκάσαν τόν πασά ταπεινωμένο νά γυρίσει τρέχοντας καί ασθμαίνοντας στό κάστρο του στά Χανιά, αφήνοντας 500 νεκρούς. Οι Έλληνες είχαν 28 νεκρούς, αλλά έπεσαν στά χέρια τους φορτώματα ολόκληρα από πολεμοφόδια καί πολλά ζώα. Μετά από αυτή τή μάχη στερεώθηκε η επανάσταση στήν Κρήτη καί ιδιαίτερα στήν περιοχή τών Σφακιών.

«Ριζοκυδωνιάτες

Όταν οι Τούρκοι μάθανε τά όσα έτρεξαν βάλανε μαχαίρι γιά νά τρομοκρατήσουν. Τά Χανιά, τό Ρέθυμνο, τό Ηράκλειο ζήσανε μέρες γεμάτες αίμα καί θάνατο. Στήν πρώτη μονάχα φάση τού σηκωμού στήν Κρήτη ίσαμε δύο χιλιάδες αθώοι - όλοι οι μητροπολίτες καί οι ηγούμενοι τών μοναστηριών, γυναίκες, γέροι, παιδιά, τεχνίτες καί χωριάτες - χάσανε τή ζωή τους. Πλήθος οι παντρεμένες καί τά κορίτσια πού πουλήθηκαν νά πλουτίσουν τά χαρέμια. Πουθενά σ' όλη τήν άλλη Ελλάδα ο πόλεμος δέ στάθηκε πιό άγριος απ' όσο στήν Κρήτη. Καί τά δύο μέρη, ραγιάδες κι αφέντες, χτύπαγαν ανελέητα. Άν καί μίλαγαν τήν ίδια γλώσσα, τούς χώριζε άβυσσος καί μίσος, όπως γίνεται πάντα ανάμεσα σ' εκείνους πού αλλαξοπίστησαν καί σ' αυτούς πού μένουν πιστοί στόν εθνισμό τους.

Οι Ριζοκυδωνιάτες, όπως ονόμαζαν όσους κατοικούσαν στούς βόρειους πρόποδες τών Λευκών Ορέων, πού λογαριάζονταν όμοια μαχητικοί ωσάν τούς Σφακιανούς, βλέποντας πώς η παθητική αντίσταση δέν οδηγούσε πουθενά, άνοιξαν πρώτοι τό ντουφέκι σκοτώνοντας δέκα Τούρκους στόν πύργο τής Χαρβάτας. Λύσσαξαν οι ξεκουκούλωτοι τών Χανίων καί μ' αρχηγό τόν Ιμπραήμ Ταμπουρατζή βγαίνουν νά πάρουν εκδίκηση. Η μάχη δόθηκε στίς 14 τού Ιούνη τού 1821, σιμά στό χωριό Λούλου. Σ' αυτήν πήρε μέρος κι ο αντρειωμένος Σφακιανός καπετάνιος Τσελεπής. Όταν τούς είδε ν' ανεβαίνουν στή θέση Διγενή, πρόσταξε νά μή κεντήσει κανείς τό ντουφέκι του, άν δέν δώσει ο ίδιος τό σινιάλο. Αφήνει τούς ξεκουκούλωτους νά σιμώσουν λίγες δρασκελιές καί φωνάζει:

- "Φωθιά, παιδιά στούς εχθρούς ούλης τής ανθρωπότης! Κανείς τους νά μή γλιτώσει! Φωθιά. παιδιά, φωθιά!"

Καί οι ξεκουκούλωτοι μέ τόν τρομερό Ταμπουρατζή τό βάζουνε στά πόδια νά βρούνε σωτηρία μέσα στά τείχη τών Χανίων. Τά ίδια ακολούθησαν καί μέ τούς τουρκορεθυμνιώτες. Ο αρχηγός τους Κουντουροσμαΐλης χτυπήθηκε από τούς Σφακιανούς στίς 16 τού Ιούνη στόν Άη Γιάννη. Γύρεψε κι αυτός σωτηρία στό Ρέθυμνο.

Στίς 5 τού Ιούλη εκστρατέψανε σύγκαιρα οι Χανιώτες καί οι Ρεθυμνιώτες μέ κεφαλή τους τόν Λατίφ πασά. Μά απότυχαν χειρότερα από πρίν. Στή θέση Καμπιά τούς σύντριψαν οι δικοί μας. Κι ανάμεσα στά λάφυρα πού πήραν ήταν τά σκοινιά καί οι αλυσίδες πού κουβαλούσε ο πασάς γιά νά δέσει τούς Σφακιανούς.»

Δημήτρης Φωτιάδης - Επανάσταση τού 21









Εισβολή τών Τούρκων στά Σφακιά



O Σερίφ πασσάς, ευθύς μετά τίς άγριες σφαγές τών Ρωμηών τού Μεγάλου Κάστρου καί τίς ειδήσεις τών αποτυχιών τών πασσάδων τού Ρεθύμνου καί τών Χανίων, άρχισε νά προετοιμάζει εκστρατεία κατά τών επαναστατών. Οι αγάδες καί οι ξεκουκούλωτοι τόν παρακινούσαν γιά άμεσο κτύπημα κατά τών γκιαούρηδων, ευελπιστώντας σέ Χανιά 1900 αρπαγές περιουσιών καί γυναικών. Πράγματι, ο πασσάς ετοίμασε 8000 ασκέρι καί τό έθεσε κάτω από τίς οδηγίες τού Καούνη, μέ τήν εντολή νά εξοντώσει τά Σφακιά. Ο Καούνης πέρασε από τό Ρέθυμνο, όπου παρέλαβε άλλους 4000 ενόπλους καί στίς 14 Ιουλίου 1821 διανυκτέρευσε μέ τό στρατό του στά Αγκουσελιανά.

Ο Πωλογεωργάκης μέ λίγους άνδρες στίς τοποθεσίες Αμυγδαλόπορο καί Ασπροκεφάλι σκότωσε μερικούς προπορευόμενους, αλλά οι εχθροί ήσαν πάρα πολλοί καί αναγκάστηκε νά αποσυρθεί γιά νά μήν κυκλωθεί. Τήν επομένη, οι Τούρκοι εισέβαλαν καί έκαψαν τό χωριό Καλλικράτης χωρίς μάχη, αφού οι Σφακιανοί τό εγκατέλειψαν γιά νά μεταφέρουν τίς οικογένειες τους στίς σπηλιές καί τά φαράγγια.

Στή συνέχεια δόθηκε μία σύντομη μάχη στή θέση Άσφενδος, όπου σκοτώθηκε ο πεντακοσίαρχος Κωστόπουλος. Τή θέση του τήν πήρε ο Αναγνώστης Μανουσογιαννάκης. Τό χωριό Άσφενδος ομοίως κάηκε ολοσχερώς καί ο τουρκικός στρατός τήν επομένη κατέλαβε τό χωριό Άσκυφος, πάλι χωρίς μάχη. Αυτό τό χωριό όμως βρίσκεται σέ οροπέδιο καί είναι περικυκλωμένο από ψηλά βουνά. Αποτελούσε παγίδα γιά ένα στρατό πού είχε καταλύσει σέ αυτό καί οι Σφακιανοί άρπαξαν αμέσως τήν ευκαιρία.

«Ευθύς μετά τήν άφιξιν τών Τούρκων εις τό Άσκυφον, έσπευσαν εις τά γύρω οι αρχηγοί Μανουσέλης, Γ. Δεληγιαννάκης, Μανουσογιαννάκης, Ρ. Βουρδουμπάς, Πωλογεωργάκης καί Πρωτοπαπαδάκης καί τήν 18ην Ιουλίου 1821 αρκετοί επαναστάται ώρμησαν κατά τών Τούρκων, έφθασαν μέχρι τής συνοικίας τού Ασκύφου Στραβόρραχη καί εκείθεν ήρχισαν νά πυροβολούν τούς Τούρκους τούς ωχυρωμένους εις τόν Ληνόν. Η εφόρμησις αυτή τών τολμηρών εκείνων ανδρών εφείλκυσε καί άλλους πολλούς επαναστάτας πρός τό ίδιον σημείον καί ήρχισε μάχη, κατά τήν οποίαν οι Τούρκοι μετεχειρίσθησαν καί τό πυροβολικόν διά νά καταπτοήσουν τούς επελθόντας. Αλλά τούτο δέν εκλόνισε τούς ωχυρωμένους εις τήν Στραβόρραχην. Τουναντίον οι επαναστάται ενισχύοντο διαρκώς καί από άλλους ορμώντας πρός τά εκεί καί οι Τούρκοι ήρχισαν ν' ανησυχούν.

Εφοβήθησαν μήπως καταφθάσουν ισχυραί επαναστατικαί δυνάμεις, οπότε θά εκινδύνευαν σοβαρώς αποκλεισμένοι εις τό οροπέδιον εκείνο καί απεφάσισαν ν' αποχωρήσουν εκείθεν. Οι Σφακιανοί αντελήφθησαν τούς σκοπούς των καί ενώ οι Τούρκοι συνεσωματούντο διά νά φύγουν εξήλθαν από τάς αρχικάς θέσεις των καί τούς επυροβολούσαν εκ μικρών αποστάσεων. Οι Τούρκοι ηναγκάσθησαν νά στρέψουν τά νώτα καί νά φύγουν τό ταχύτερον διά τής μεταξύ τού Ασκύφου καί τής Κράπης κοιλάδος τού Κατρέως.

Αι διαβάσεις ήσαν στεναί καί επέτρεψαν εις τούς επαναστάτας νά καταλάβουν υψηλάς θέσεις επί τών αποκρήμνων κατωφερειών καί νά κτυπούν εκείθεν εκ τού ασφαλούς τούς φεύγοντας καί συμπυκνωμένους Τούρκους. Κάθε σφαίρα Σφακιανού είχε καί αποτέλεσμα. Οι Τούρκοι επροχωρούσαν κατ' ανάγκην υπό τά φονικώτατα αυτά πυρά εις δρόμον στενόν καί κρημνώδη, πού τόν καθιστούσαν περισσότερον δύσβατον ακόμη οι όγκοι τών νεκρών καί τών ζώων πού κατέπιπταν. Τότε κατέφθασε πρό τού στομίου τής κοιλάδος καί ο Δασκαλάκης από τήν Μαλάξαν μέ αρκετήν δύναμιν καί ηνάγκαζε τούς φθάνοντας εκεί καί ευρισκομένους πρό τών απροόπτων εκείνων ελληνικών πυρών νά στρέφωνται πρός τά οπίσω. Επήλθεν εκ τούτου μεταξύ τών Τούρκων, πού εβάλλοντο από όλα τά μέρη, σύγχυσις πού έφθασεν εις αλλοφροσύνην. Αποκλεισμένοι εντός τής χαράδρας, χωρίς νά ημπορούν νά φύγουν πρός τά εμπρός, ούτε νά στραφούν πρός τά οπίσω, ήρχισαν νά ανεβαίνουν κατά ομάδας πρός τάς ανωφέρειας, δεκατιζόμενοι διαρκώς, άλλοι βαλλόμενοι καί εκεί καί άλλοι καταπίπτοντες από τούς αβάτους εκείνους κρημνούς.

Καθένας εσκέπτετο πώς νά σωθή. Αλλά δέν ήτο δυνατόν νά φύγουν όλοι καί η επίθεσις εξηκολούθησεν εις τήν φάραγγα εκείνην τού θανάτου επί πολύ. Οι διασωθέντες κατώρθωσαν νά φθάσουν εις τό Μπρόσνερο, όπου παρέλαβαν τούς αποκλεισμένους εις τόν πύργον τού Αλιδάκη καί έφυγαν εκείθεν εις τόν Αλμυρόν εις αθλίαν κατάστασιν, αφήνοντες εις τόν δρόμον τούς τραυματίας των. Άλλοι από τούς διασκορπισθέντας έφθασαν εις τήν λίμνην τού Κουρνά καί άλλοι εις τήν Ασιγονίαν. Από εκεί οι περισσότεροι από αυτούς, πού ήσαν Αμπαδιώται καί Τούρκοι τής Ρεθύμνου, ετράπησαν πρός διαφυγήν εις τήν δύσβατον Σκαλωτήν, αλλ' εκεί κατώρθωσαν νά τούς ανιχνεύσουν οι Καλλικρατιανοί καί ερρίφθησαν εναντίον των.

Οι διασωθέντες Τούρκοι επέρασαν από τό Αποκόρωνον εις ελεεινήν κατάστασιν καί επέστρεψαν εις τό Ρέθυμνον, αφού διέπραξαν κατά τόν δρόμον των όσα ημπόρεσαν κατά τών αμάχων πληθυσμών. Ηπείλησαν τότε νά προβούν εις σφαγάς τών Χριστιανών πού είχαν υπολειφθή εις τάς πόλεις, αλλ' εξηγέρθησαν αι ίδιαι αι γυναίκες τών Τούρκων:

- "Άν είσθε άνδρες, θά εδείχνατε τήν παλληκαριά σας κατά τών Σφακιανών καί θά εσκοτώνατε εκείνους καί όχι τούς ξαρμάτωτους ραγιάδες σάν αρνία σφαγμένα."»


Ιστορία τής Ελληνικής Επαναστάσεως - Διονύσιος Κόκκινος






Τούρκοι Θηριωδίες 1821


Η συντριβή τών Τουρκοκρητικών συμπληρώθηκε μέ τήν καταστροφή τής υπόλοιπης στρατιάς πού ακολούθησε καί αυτή γιά νά εισβάλλει στήν επαρχία τών Σφακιών. Ο Ομέρ Εφένδης αγάς από τά Βέβελα τής Σητείας, διοικητής τού συντάγματος τών Γερλήδων τό οποίο αποτελείτω από 960 άνδρες, ξεκίνησε από τό Ηράκλειο μέ κατεύθυνση τά Σφακιά. Τήν 20η Ιουλίου 1821, διανυκτέρευσε στό καμμένο χωριό Καλλικράτης. Τήν επομένη στήν θέση Άμπελος Ασκύφου οι καπετάνιοι Μανουσέλης, Δεληγιαννάκης, Μανουσογιαννάκης, Βουρδουμπάς, Πωλογεωργάκης καί Πρωτοπαπαδάκης μέ 350 άνδρες αντιλήφθηκαν τήν παρουσία τής νέας στρατιάς καί έσπευσαν νά τής φράξουν τόν δρόμο. Ο Ομέρ αγάς θεώρησε αρχικώς, ότι πρόκειται γιά απόσπασμα τού στρατού τού Κούνη καί προχώρησε αμέριμνος.

Ο στρατός του Ομέρ αγά περικυκλώθηκε καί έπαθε πανωλεθρία. Από τούς 960 Τουρκοκρητικούς επέζησαν μόνο 54, μεταξύ τών οποίων καί ο ίδιος ο αγάς. Τελικώς οι αιχμάλωτοι μουσουλμάνοι σφαγιάστηκαν ενώ τόν Ομέρ αγά τόν σκότωσε ένας νέος από τήν Άσκυφο ο Γ. Διακονιάρης, τού οποίου οι ξεκουκούλωτοι είχαν σφάξει τόν πατέρα.

"Στό λάκκον εις τόν Άμπελο τό παίξαν τό παιχνίδι
κι ετότες τό 'νοιωσ' ο Γερλής πώς δέν θά ξαναφύγει,
τρείς μέρες κάνουν πόλεμο καί τρείς αργαδινάδες
μά τήν απρωτοσπάσανε οι γιανιτσαραγάδες
εικοσιέξε κι ο Γερλής μέ ένα αγαδάκι
δέν είχεν ομορφότερο ούλο τό μπαιράκι.
Στήν κούρτα μέσα μπήκασιν οι σκύλοι νά σωθούσι.
Γιείς Σφακιανός ήτο κοντά, σάν ετός σιμώνει
καί μίλησέ ντού κι ο Γερλής, κοντύτερα σιμώνει."


Kατά τά τέλη τού Ιουλίου 1821 οργανώθηκε νέα εκστρατεία κατά τών Σφακιανών, μέ τελικό σκοπό τήν πλήρη καταστροφή τής πατρίδας τους. Ο Σερίφ πασσάς τού Ηρακλείου, πού είχε τόν τίτλο τού βεζύρη καί τόν βαθμό τού σερασκέρη ολόκληρης τής Κρήτης, ξεκίνησε μέ ισχυρές δυνάμεις από τό Μεγάλο Κάστρο καί εισήλθε στήν πόλη τού Ρεθύμνου. Εκεί όρισε τόν Οσμάν πασσά καί τόν Καούνη αρχηγούς τών 15000 ανδρών πού αποτελούσαν τό στράτευμα καί τούς έδωσε εντολή νά ξεκινήσουν τή νέα εκστρατεία στίς 28 Ιουλίου.

Οι επαναστάτες πού συγκεντρώθηκαν στά χωριά Κάστελλον, Κουρνά καί Πάτημα, γιά νά αντιμετωπίσουν τόν τουρκικό στρατό, ήταν περίπου 2000 καί είχαν αρχηγούς τούς: Αναγνώστης Μανουσογιαννάκης Πρωτοπαπαδάκη, Βουρδουμπά, Μανουσέλη, Αναγνώστη Μανουσογιαννάκη, Καυκαλοσήφη, Δεληγιαννάκη, Πωλογεωργάκη, Τσουδερό, Ρουστικιανό, Αντώνη Μελεδόνη, Σηφάκα καί Ιωάννη Χάλη. Γιά αρκετές ημέρες κανένας από τούς αντιπάλους δέν μπορούσε νά κάμψει τίς θέσεις τού άλλου.

Στό τουρκικό στρατόπεδο έγινε τότε συμβούλιο, μέ τό οποίο αποφασίστηκε νά εγκαταλειφθεί ή άμεση επίθεση κατά τών Σφακιών καί νά γίνει προέλαση πρός τά Χανιά γιά νά συνενώσουν όλοι οι τουρκοκρητικοί τίς δυνάμεις τους καί από εκεί νά κινηθούν κατά τών επαναστατών. Τούς δισταγμούς τού Οσμάν πασά πληροφορήθηκαν οι Ρωμηοί καί τούς θεώρησαν ως δειλία καί αδυναμία τών Τούρκων. Αποφάσισαν νά επιτεθούν πρώτοι καί τήν 1η Αυγούστου 1821 κτύπησαν τούς Τούρκους στήν Επισκοπή Ρεθύμνης. Ο παπά Γιάννης Σκορδίλης πέρασε πρώτος μέ τούς άνδρες του τόν ποταμό Μουσέλα καί έδωσε μάχη στή θέση Τσιβαρά. Οι λίγοι τολμηροί Κρητικοί είχαν νά αντιμετωπίσουν τό ιππικό καί τό ισχυρό πυροβολικό τού εχθρού. Στό τέλος περικυκλώθηκαν καί έπεσαν σχεδόν όλοι. Αυτή η μάχη άλλαξε τώρα τήν ψυχολογία υπέρ τών μουσουλμάνων, οι οποίοι άρχισαν νά επιτίθενται μέ θάρρος σέ όλες τίς θέσεις τών Σφακιανών.

Στίς 6 Αυγούστου 1821, τό τουρκικό ιππικό απώθησε τούς επαναστάτες στή θέση Αλμυρό καί μπόρεσε έτσι τό πεζικό νά προελάσει ανενόχλητο πρός τό Αποκόρωνο. Οι κάτοικοι δέν πρόλαβαν νά αποσυρθούν στά ορεινά καταφύγιά τους καί κατελήφθησαν εξ απροόπτου. Οι Τουρκοκρητικοί προέβησαν σέ μία άνευ προηγουμένου σφαγή. Ο πληθυσμός τού χωριού Βαφέ εξοντώθηκε πλήρως όταν οι Τούρκοι έκαψαν όλους τούς κατοίκους του πού είχαν καταφύγει στό σπήλαιο Κρυονερίδα. Ομοίως εξοντώθησαν οι κάτοικοι τών χωριών Κόκκινα καί Κεφαλάδες. Εκατόν πενήντα γυναικόπαιδα πού είχαν κρυφτεί στήν παραλία τού Κόκκινου Χωριού, ανακαλύφθηκαν καί κατεσφάγησαν. Ο παπα Γρηγόρης ή Γρηγόρης Δαμινός μέ δώδεκα ενόπλους προστάτεψε ογδόντα γυναικόπαιδα πού είχαν καταφύγει σέ έναν κάθετο βράχο πάνω από τήν θάλασσα. Σαράντα μερόνυχτα άντεξαν τίς επιθέσεις τών Τούρκων υπό τήν αρχηγία τού ίδιου τού Οσμάν πασσά. Τελικά γλύτωσαν αλλά η επαρχία τού Αποκόρωνου σβήστηκε από τό χάρτη. Τά χωράφια γέμισαν μέ τά πτώματα τών 3000 κατοίκων της, ενώ όλα τά σπίτια έγιναν στάχτη.

Μετά από τίς καταστροφές τόσων χωριών οι Σφακιανοί άρχισαν νά στέλνουν επιστολές σέ όλα τά μέρη, στά οποία είχαν επαναστατήσει οι Έλληνες, ζητώντας επειγόντως βοήθεια.

"Ευγενέστατοι καί φιλογενείς προύχοντες τής θεοσώστου νήσου Σπετσών, τόν αδελφικόν ασπασμόν εκ ψυχής απονέμομεν.

Σφακιά τή 14 Αυγούστου 1821.

Δέν μάς έμεινε πλέον ούτε καιρός ούτε νούς διά νά σάς διηγηθώμεν τήν άθλιαν κατάστασιν τής πατρίδος μας. Ο ήδη ερχόμενος εις τήν αγαπητήν σας Παύλος Μπελιβανάκης θέλει σάς εκτραγωδήσει διά ζώσης φωνής τόν τέλειον αφανισμόν τής πατρίδος. Οι εχθροί εβγήκαν καί από τάς τρείς χώρας έως εικοσιπέντε χιλιάδες ομού μέ τρείς βεζύρηδες τής Κρήτης καί περιεκύκλωσαν από τήν στεριάν καί ώρα τή ώρα ορμούσι καί εις τό καστέλλιόν μας. Ετοιμάζουν καί τό κορβέτον οπού σάς προεγράψαμεν, ομού καί άλλα ιδικά των εντόπια, οπού ευρίσκονται καί εις τά τρία κάστρα, διά νά εβγάλωσι νά μάς πολιορκήσουν καί από τήν θάλασσαν.

Λοιπόν δι' αγάπην Χριστού, κάμετε μερικά από τά ευλογημένα πλοία σας, όσα κρίνετε εύλογον νά απαντήσωμεν εις τήν ορμήν τών εχθρών. Αδελφοί, η βοήθεια αύτη δέν θέλει γίνει εις ημάς τούς Σφακίους μόνον, αλλά καί εις τούς πολλά ολίγους Χριστιανούς οπού έως τώρα ευρίσκονται εδώ ελευθερωμένοι από τήν μάχαιραν τών τυράννων."


Ο τουρκικός στρατός αναθάρρησε από τίς επιτυχίες του καί εισέβαλε στό Θερισό. Πολλοί από τούς μετριοπαθείς αγάδες, όπως ήταν ο Τσουρούνογλου αγάς, κρεμάστηκαν από τούς φανατικούς γενίτσαρους. Τίποτε δέν φαινόταν ικανό νά σταματήσει τούς πασάδες από τήν εξολόθρευση όλων τών Χριστιανών τής Κρήτης. Αφού έκαυσαν τόν Θέρισο, εισέβαλαν στούς Λάκκους, όπου επανέλαβαν τίς ίδιες θηριωδίες.

Στή θέση Αλιάκες Θερίσου, προσπάθησαν νά τούς αναχαιτίσουν οι Σφακιανοί οπλαρχηγοί Δασκαλάκης, Παναγιώτου καί Χάληδες. Οι οπλαρχηγοί προσέβαλαν τόν εχθρό, ταυτοχρόνως από τά δεξιά καί από τά αριστερά, αιφνιδιάζοντάς τους. Μετά από λίγο η υποχώρηση μετεβλήθη σέ άτακτη φυγή τών Τούρκων τού Μεγάλου Κάστρου, τούς οποίους οι Χανιώτες Τούρκοι άφησαν στή μοίρα τους, επειδή οι πρώτοι τούς είχαν προηγουμένως λοιδωρήσει σάν δειλούς καί ανίκανους σέ προηγούμενες μάχες. 200 Τούρκοι σκοτώθηκαν μεταξύ τών οποίων ήταν καί ο αρχηγός τούς ο Καούνης. Πλήθος από πολεμοφόδια, ζώα καί τρείς τουρκικές σημαίες έπεσαν στά χέρια τών νικητών.

Στίς Αλιάκες έπεσε ο ηρωϊκός Στέφανος Χάλης πού ήταν ο νεώτερος από τούς αδελφούς Χάληδες καί ο πλέον μορφωμένος. Είχε υπηρετήσει στό αγγλικό προξενείο καί από αυτή του τή θέση είχε κάνει ταξίδια στήν υπόλοιπη Ελλάδα καθώς καί στήν Πάτρα, όπου είχε μυηθεί στήν Φιλική Εταιρεία. Ήταν τραγουδιστής μέ πάθος καί μελοποιούσε δικούς του στίχους όπως ο Ρήγας Φεραίος:

"Πότε θά κάνει ξαστεριά
πότε θά Φλεβαρίσει νά πάρω τό τουφέκι μου
τήν όμορφη πατρώνα νά κατεβώ στόν Ομαλό
στήν στράτα τών Μουσούρων νά κάνω μάνες δίχως γιούς
γυναίκες δίχως άντρες νά κάνω καί μικρά παιδιά
μαύρα σκοτεινιασμένα."


Μετά τή μάχη αυτή, ο Σερίφ πασσάς στρατοπέδευσε στό Μπρόσνερο τού Αποκορώνου καί στή συνέχεια κινήθηκε στά στενά τής Κράπης καί τού Κατρέως. Δυστυχώς δέν υπήρξε οργανωμένη αντίσταση τών Σφακιανών καί οι πασάδες πάτησαν στίς 29 Αυγούστου 1821 τά Σφακιά. Η καταστροφή τής επαρχίας ήταν πρωτόγνωρη ανάλογης τού 1770. Tά χωριά Ίμβρος, Μπροσγιαλός, Κομητάδες καί Μουρί καταστράφηκαν πλήρως. Πολλές κοπέλλες προτίμησαν τήν αυτοκτονία από τήν ατίμωση. Η κόρη τού Χ. Θεοδώρου Μουριώτου ξέφυγε από τά χέρια τού Τούρκου πού τήν είχε αρπάξει, έπεσε στό ποτάμι καί πνίγηκε.

Οι πιό τυχεροί επιβιβάζονταν σέ πλοία στό Λουτρό καί εύρισκαν καταφύγιο στή γειτονική Γαύδο. Καταφύγιο επίσης βρήκαν τά γυναικόπαιδα στό φαράγγι τής Αγίας Ρούμελης, στό οποίο δέν τόλμησαν νά διεισδύσουν οι Τούρκοι. Μερικοί πού προσπάθησαν νά περάσουν από τό στενό τού Αγίου Παύλου σκοτώθηκαν καί οι υπόλοιποι υποχώρησαν. Όταν ο οθωμανικός στρατός κατέλαβε τό Λουτρό, πού θεωρείτω τό κέντρο τής επανάστασης, τό κατέκαψαν μαζί μέ τίς αποθήκες τών τροφίμων καί τών πυρομαχικών.

Ο πασάς δέν πίστευε στήν τύχη του καί ήταν σίγουρος ότι οι Σφακιανοί κάτι ετοιμάζουν. Είχε μπεί στό άντρο τών επαναστατών χωρίς νά συναντήσει ενόπλους καί αυτό ήταν κάτι πού τόν φόβιζε. Βρέθηκε τότε σέ μία σπηλιά μία γριά Χριστιανή καί τήν φέρανε μπροστά στόν πασά. Αυτός τήν ρώτησε πού είναι οι άνδρες καί η γριά τού απάντησε τά ακόλουθα:

"- Αφέντη, άκουσα νά λέσιν πώς σάν κρύψουσι τά κοπέλια τσου στή Γαύδο, γή όπου καθένας μπορέση, θά γυρίσουσιν ούλοι μαζί νά σάς κάμουσιν όσα σάς έκαμαν στήν Κατρέ καί στήν Αμπελο, γή θά υπάσιν στά Κατωμέρια, εδά πού δέν είστε εκεί, μέ τά καράβια τσου νά κάψουσι τά σπίτια σας, νά πάρουσι τά γυναικόπεδα σας καί όσα οζά βρούν όξω από τά κάστρη."

Τελικώς ο πασάς αποφάσισε ότι η εκστρατεία είχε φθάσει στόν σκοπό της καί ανεχώρησε μέσω τού Φραγκοκάστελλου πρός τόν Άγιο Βασίλειο, εγκαταλείποντας τήν επαρχία τών Σφακιών. Η πρώτη του φροντίδα ήταν νά γράψει στόν σουλτάνο ότι η επανάσταση στήν Κρήτη είχε σβήσει καί οι επαναστάτες είχαν εξολοθρευτεί.

«Σφακιά.

Επίμηκες σχήμα έχουσα αύτη, κείται μεσημβρινώς τής Κρήτης πρός τό Λιβυκόν πέλαγος. Πρός άρκτον δέ έχει όρια τά Λευκά Όρη μέ τάς παρακείμενας επαρχίας τής Κυδωνίας, Αποκορώνου καί Ρεθύμνης, όλα σχεδόν άβατα καί υψηρεφή, άτινα αρχόμενα από τό πρός δυσμάς αυτής Σέλινον, απολήγουσιν εις τήν κατ' ανατολάς Ρεθύμνην.

Η μάλλον βατή οδός είναι η εκ τού Προσνέρου άγουσα εις Κράπην, μετά τό τέλος τής οποίας άρχεται ο Κατρεύς καί μετά τό Σκύφος, η λεγομένη φάραγξ τής Ίμβρου. Διά τής οδού ταύτης εισέβαλλον οι Τούρκοι καί τώ 1770 εις Σφακιά, μετά τήν παύσιν τού ρωσσοτουρκικού πολέμου, ότε καί κατέστρεψαν τόν τόπον ολοτελώς, στρατοπεδεύσαντες εις τά κατά τό τμήμα τής Ανωπόλεως χωρία Άγιον Ιωάννην καί Αράδεναν.

Απέναντι πρός δυσμάς τής περιγραφείσης οδού υπάρχει η κατ' ευφημισμόν λεγομένη Αγγελόστρατα, κειμένη εντός δυσχερεστάτης φάραγγος, από δέ τό Θέρισον στενωπός τίς τά νήν λεγομένη Μονοπάτι καί αμφότερα ταύτα διεξέρχονται εις Ανώπολιν. Πρός δυσμάς δέ τών Σφακιών κείται η επίσης ορεινή επαρχία τού Σελίνου, μεταξύ τών δύο τούτων υπάρχει η οχυροτάτη φάραγξ τής Αγίας Ρούμελης, ονομασθείσα ούτως από τινος εκκλησίας επ' ονόματι αυτής τιμωμένης, ένθα διεσώζοντο κατά τήν επανάστασιν χιλιάδες ανθρώπων. Η φάραγξ αύτη έχεις τρείς στενωπούς, μίαν πρός τά Σφακία, ονομαζομένην Άγιον Παύλον, ετέραν πρός άρκτον τήν Κακήν Σκάλαν καί άλλην πρός δυσμάς.

Πρός ανατολάς δέ τών Σφακίων κείται η επαρχία Λάμπης (Άγιος Βασίλειος), ήτις επίσης έχει στενωπούς πρός είσοδον εις Σφακία τήν Σκαλωτήν, τό Ροδάκινον καί τό Κακοσκάλι, ένθα εκινδύνευσεν ο Μουσταφά πασάς εις τήν κατά τού Φραγκοκάστελλου εκστρατείαν. Ο λαός τής ορεινοτάτης καί τραχείας ταύτης επαρχίας, έφερε πάντοτε τά όπλα, εξησκημένος δέ ών εις τά τού πολέμου, καθίστατο αείποτε επίφοβος εις τούς κατά καιρόν κρατούντας τής Κρήτης.»


Ιστορία τών Επαναστάσεων τής Κρήτης υπό Ζαμπελίου καί Κριτοβουλίδου
















Schlumberger Gustave Γάλλος βυζαντινολόγος

«Cette expedition de Crete (εκστρατεία στήν Κρήτη) est un des plus interessants episodes de un des grands efforts de l'empire grec (ελληνικής αυτοκρατορίας); pour la seconde fois peut-etre depuis des siecles (la premiere fois, ce fut sous Basile I, on vit se rassembler un veritable armement imperial, une veritable flotte d' Etat; jusqu'alors on s'etait contente de reunir les contingents maritimes de tel ou tel theme ou de plusieurs themes a la Νικηφόρος Φωκάς - βυζαντινοί στρατιώτες fois. Leon Diacre et d'autres chroniqueurs ont parle avec quelque detail de ce brillant episode de la lutte seculaire entre Grecs et Sarrasins (πόλεμος μεταξύ Ελλήνων καί Σαρακηνών).

Mais ce qui rendait tous ces navires infiniment redoutables aux Sarrasins, ce qui leur avait fait donner le nom effrayant de vaisseaux porte-feu ou pyrophores, c'etait l'appareil special dont chacun etait muni, appareil propre a jeter le "feu liquide", l'epouvantable feu gregeois (τρομερό ελληνικόν πύρ), cette mysterieuse decouverte apportee, dit-on, au septieme siecle a Byzance, par Callinicus (Καλλίνικος), mise au rang des plus precieux secrets d'Etat et demeuree la terreur des barbares (προξενούσε τόν τρόμο στούς βαρβάρους) aux corps nus d' Orient comme d' Occident.

Nicephore se decida sur-le-champ a frapper un grand coup, en marchant droit sur Chandax (Χάνδαξ), la capitale meme des Sarrasins de Crete, cette citadelle fameuse reputee imprenable, clef de l'ile entiere. L'armee s'avanca a travers un pays superbe couvert d'immenses moissons, parseme d'arbres fruitiers dont l'abondance et la variete semblent avoir fait la plus vive impression sur l'esprit des guerriers byzantins. De toutes parts aussi, les descendants des anciens habitants chretiens, (οι προηγούμενοι Χριστιανοί κάτοικοι) auxquels leurs maitres idolatres avaient impose la conversion a l'Islam (τούς οποίους εξανάγκασαν νά εξισλαμιθούν), accouraient joyeux a la rencontre de l'armee liberatrice (έτρεχαν νά συναντήσουν τόν απελευθερωτικό στρατό).

Les Byzantins, les Arabes, avaient a cette epoque perfectionne a l'exces l'art de ces machines de guerre si variees, destinees les unes a jeter bas les plus puissantes murailles, les autres a couvrir les soldats ennemis des plus dangereux comme des plus divers projectiles. Plusieurs empereurs grecs (Έλληνες αυτοκράτορες) n'ont pas dedaigne dans leurs ecrits de nous renseigner eux-memes a ce sujet. L'enumeration et la description de toutes les varietes de ces formidables engins prendraient bien des pages.

Nicephore, a cheval, dans son plus riche accoutrement de guerre, entoure de pretres et des principaux chefs, levant les bras au ciel, invoquait le pieux et illustre congres, protecteur des guerriers orthodoxes, suppliant tous ces saints glorieux et le Christ Pantocrator avec eux de faire tomber les tours et les murs de Chandax. (Ο Νικηφόρος πάνω στό άλογο προστάτης τών ορθοδόξων πολεμιστών παρακαλούσε τόν Χριστό νά πέσουν τά τείχη τού Χάνδακα).»

Συμβάντα εν Κρήτη επί τής ελληνικής επαναστάσεως Λάμπρου Κουτσονίκα

«Η νήσος Κρήτη πρό τής ελληνικής επαναστάσεως κατωκείτο από εκατόν εξήκοντα χιλιάδας Χριστιανούς καί εκατόν τριάκοντα χιλιάδας Οθωμανούς. Οι δεύτεροι ούτοι ήσαν εξ αρνησιθρήσκων Χριστιανών, αλλ' ήσαν φανατικώτεροι καί τών Οθωμανών αυτών, διψώντες χριστιανικού αίματος. Τά αιμοβόρα ταύτα θηρία, πληροφορηθέντα περί τής επαναστάσεως τής Πελοποννήσου καί τών νήσων, ήρχισαν νά πράττωσι κατά τών Χριστιανών τούς τραγικώτερους φόνους.

Ο δέ Λουτφά Πασάς τών Χανίων κατ' αίτησιν τού όχλου τών Οθωμανών εφυλάκισε περί τάς αρχάς Μαΐου τόν επίσκοπον Κισσάμου, τόν οποίον έπειτα παρέδωκεν είς τόν οθωμανικόν όχλον, όστις τόν εβασάνισε καί εθεάτριζε, περιφέρων ημίγυμνον εις τάς οδούς, ακολούθως δέ τόν εκρέμασεν έξωθεν τής πόλεως καθώς καί τόν αλληλοδιδακτικόν διδάσκαλον.

Μετά ταύτα ο θηριώδης όχλος εζήτει νά σφάξη όλους τούς εν τή πόλει Χριστιανούς, τό οποίον ανέβαλον μετά τό ραμαζάνιον. Τήν δέ 17η Ιουλίου 1821 ηνοίχθησαν αι οπλοθήκαί καί ωπλίσθησαν άπαντες οι Οθωμανοί υψώσαντες τήν σημαίαν τού πολέμου, καί περιφερόμενοι εις τήν πόλιν προητοίμαζον τόν φόνον καί τήν καταστροφήν. Τήν τελευταίαν τού ραμαζανίου εξεδόθη ορισμός τού πασσά καί φετφάς τού καδή πρός εξολόθρευσιν τών Χριστιανών. Τριάκοντα Χριστιανοί μείναντες υπό τήν προστασίαν τών αγάδων, αυθημερόν εφονεύθησαν, οι δ' άλλοι είχον φύγει.

Τήν επιούσαν εξελθόντες τής πόλεως έκαυσαν είκοσι χωρία καί μοναστήρια, όσους δέ Χριστιανούς εύρισκον, έσφαζον, έπνιγον, έκαιον καί εκρέμων, τάς δέ γυναίκας επώλουν εν τή αγορά τών Χανίων. Ηκολούθουν δέ αύται αι φρικταί σκηναί επί ένα ολόκληρον μήνα. Η δεινή αύτη τών Χριστιανών θέσις τούς ηνάγκασεν, αποσυρθέντες από τά πεδινά μέρη καί χωρία νά καταφύγωσιν εις τά όρη καί πρό πάντων εις τά Σφακιά πρός ασφάλειάν των.

Εν τή Κρήτη υπήρχον πλουσιώταταί τινες οικογένειαι τού Μεγάλου Κάστρου, αίτινει, πρός ασφάλειαν τής ζωής, τιμής καί περιουσίας των είχον δεχθή πρός τό φαινόμενο τόν ισλαμισμόν, μυστικώ, όμως επρέσβευον τόν χριστιανισμόν, καθ' όν ανέτρεφον καί τά τέκνα των. Επελθούσης τής επαναστάσως, ότι ασπάζονται τόν χριστιανισμόν καί δράξαντες τά όπλα εκ τής πεδιάδος τής Μεσαράς μετέβησαν εις τά Σφακιά, εγκαταλιπόντες τάς μεγάλας περιουσίας των καί έτοιμοι νά χύσωσι τό αίμα των υπό τήν σημαίαν τού Σταυρού.»

Διονύσιος Κόκκινος - Η Ελληνική Επανάστασις (Κρήτη)

«Όταν κατά τήν τετάρτην σταυροφορίαν ο Βονιφάτιος μαρκήσιος τού Μονφερράτου, ο Βαλδουΐνος κόμης τής Φλάνδρας καί ο Ερρικός Δάνδολος δόγης τής Ενετίας κατέλαβον τόν Απρίλιον τού 1204 τήν Κωνσταντινούπολιν καί διεμοίρασαν μεταξύ των τήν βυζαντινήν αυτοκρατορίαν, η Κρήτη υπήρξε λάφυρον τών Γενοβέζων. Αλλ' ο αρχηγός των Βονιφάτιος τήν επώλησε εις τήν Ενετίαν αντί δέκα χιλιάδων αργυρών μάρκων. Αλλ' εχρειάσθη εκστρατεία διά ν' αποκτήσουν πραγματικήν κυριότητα οι Ενετοί επί τήν νήσου, όπου οι εκ τού Βυζαντίου πρερχόμενοι από ενός αιώνος γεωδεσπόται καί αι ισχυραί οικογένειαι επροσπάθησαν ν' αντιστούν.

Αδιάκοπαι ταραχαί, επαναστάσεις, νέαι εκστρατείαι τών Ενετών καί συνεχής βία κατά τών κατοίκων εχαρακτήρισαν ολόκληρον τήν μακράν περίοδον τής ενετοκρατίας. Καί η καταδυνάστευσις τού λαού είχε καταστεί τόσον αφόρητος, ώστε όταν κατά τάς αρχάς τού 17οι αιώνος νέα δύναμις, η Τουρκία, ευρισκομένη τότε είς τό κορύφωμα τών επιτυχιών της, έστρεφε τά κατακτητικά της βλέμματα πρός τήν Κρήτην, αρκετοί εκ τών σημαινόντων κατοίκων ηυχήθησαν τήν διά τών Τούρκων αποδίωξιν τών Ενετών.

Οι Τούρκοι, από τάς πρώτας των αποβάσεις τήν 24ην Ιουνίου τού 1645 εις τά μεσόγεια τής Κισσάμου, εξετράπησαν εις σφαγάς τών κατοίκων πού ευρίσκοντο τότε διά τόν θερισμόν καί τήν συγκομιδήν τών σπαρτών εις τά χωράφια. Η άλωσις τών Χανίων εσήμανε καί τήν σφαγήν καί τήν αιχμαλωσίαν τού πληθυσμού πού ευρέθη εντός τής πόλεως καί δέν κατόρθωσε νά διάφύγη. Καί αμέσως αι εκκλησίαι όλαι μετετράπησαν εις τζαμιά. Εφάνη ευθύς εξ αρχής ο σκοπός τών Τούρκων όχι μόνον νά κατακτήσουν, αλλά καί νά εξισλαμίσουν τήν ζωήν τού νησιού. Εις τό Ρέθυμνον έγινε κλαυθμός κάι οδυρμός. Η πόλις ελεηλατήθη, αι εκκλησίαι έγιναν καί εκεί τζαμιά καί ο ελληνικός λαός εσφάγη ή αιχμαλωτίσθη. Αιχμαλωσία εσήμαινεν δουλείαν, μεταφοράν τών ωραιοτέρων γυναικών εις τάς σκηνάς τών πασσάδων καί τών αξιωματικών καί πώλησιν τών υπολοίπων εις τούς σωματεμπόρους.

Όταν κατά τόν Σεπτέμβριον τού 1669 υπεγράφη η συνθήκη τής παραδόσεως τού Χάνδακος, η οποία εσήμαινε καί τήν παράδοσιν τής Κρήτης, ο κρητικός λαός ήτο πλέον αποδεκατισμένος καί ωλιγόστευεν ακόμη περισσότερον εκ τής αποδημίας πλείστων τών κατοίκων, οι οποίοι επροτίμησαν νά εκπατρισθούν διά νά μή μείνουν δούλοι τών Τούρκων. Η φθορά τού πληθυσμού υπήρξε μεγάλη.

Οι μπέηδες καί οι αγάδες ήρχισαν κατά πρώτον νά διαρπάζουν τάς αγροτικάς περιουσίας καί νά τάς μοιράζουν μεταξύ των, βιαζόμενοι νά δημιουργήσουν καθεστώς ιδιοκτησίας πρός επικύρωσιν κατά τήν νέαν διανομήν τής γής. Πολύ ολίγα κτήματα καί από τά ολιγώτερον προσοδοφόρα απέμειναν εις τούς εντοπίους καί αυτά φορολογούμενα πολυειδώς. Δούλοι εις τάς ιδίας περιουσίας απέμειναν οι Χριστιανοί. Οι νικηταί, κατακτητές καί εξομώτες, διά νά χαρούν τάς λείας των είχαν ανάγκην δημιουργίας οικογενειών. Καί όσοι δέν είχαν αιχμαλωτίσει γυναίκας κατά τήν διάρκειαν τού πολέμου ήρχισαν ν' αρπάζουν τά κορίτσια τών εντοπίων. Από τάς γυναίκας αυτάς προήλθεν η πρώτη μετά τήν κατάκτησιν μουσουλμανική γενεά.

Έπειτα διά νά δημιουργηθή τό ταχύτερον πυρήν μωαμεθανικός καί γηγενής δύναμις γενιτσάρων, ενηργήθη άγριον παιδομάζωμα εις όλην τήν νήσον. Δεκαπέντε χιλιάδες παιδιά ηρπάγησαν κατά τό διάστημα μιάς ημέρας καί εξισλαμίσθησαν. Εκ τούτων προήλθαν οι φοβεροί γενίτσαροι τής Κρήτης, πού απέβησαν ο τρόμος τού ελληνικού πληθυσμού.»

Ο Πούκεβιλ περιγράφει τήν επανάσταση στά Χανιά

«Τά Χανία αντικατέστησαν τάς Κυδονίας. Η πόλις ανεγερθείσα υπό τών Βενετών έχει καί τώρα υδραγωγεία, τείχος κατά τό σύστημα τής οχυρωματικής, όπερ ηκολούθουν κατά τόν 17ον αιώνα. Η χώρα περιλαμβάνει 9000 Τούρκους, 3000 Εβραίων καί 1200 Χριστιανούς, αντικείμενα καταφρονήσεων καί μίσους τών δύο πολεμίων τού Σταυρού αιρέσεων. Οι Τούρκοι σφάξαντες τούς κληρικούς αυτής ησχολούντο εις λεηλασίας, ότε έμαθον ότι οι Σφακιανοί ευρίσκοντο εν τή πεδιάδι. Έδραμον εις συνάντησιν αυτών καί οι άπιστοι γενομένοι δεκτοί διά χαλάζης σφαιρών ετράπησαν εις φυγήν αλλαλάζοντες, χωρίς νά αποκομίσωσιν ουδέ τούς νεκρούς των.

Οι Τούρκοι ηναγκάσθησαν νά καταφύγωσιν εις τό φρούριον τών Χανίων. Τής αιφνιδίου ταύτης αποφάσεως, άμα γνωσθείσης, οι Έλληνες απανταχόθεν εδράξαντο τών όπλων. Άμα δ' ως εκλήθησαν εις μάχην υπό τινος τών ιστορικής καταγωγής Κρητών εκείνων, ών οι πρόγονοι προσεποιήθησαν ότι ησπασθησαν τόν μωαμεθανισμόν από τής υποδουλώσεως, ο Κουρμούλης σχίσας τό σαρίκιον αυτού, διακηρύττει τήν θεότητα τού Ιησού Χριστού καί τήν βασιλείαν τού Σταυρού.

Οι Σφακιανοί, καίτοι ήσαν σφόδρα παροργισμένοι πρός τούς Τούρκους, εδείκνυον όμως εν ταίς μάχαις τόσην γενναιότητα, όσην εκείνοι σκληρότητα καί βαρβαρότητα. Ουδένα Τούρκον εκακοποίουν συλλαμβανόμενον εν αρχή άοπλον. Εις τούς οπλισμένους όμως δέν εχαρίζοντο. Αλλ' ότε είδον ότι οι εντός τών πόλεων αδελφοί των εσφάζοντο καί αδιακρίτως εκρεμούντο εις τάς επάλξεις τών φρουρίων, δέν εβράδυναν καί ούτοι νά επηρεασθώσιν υπό τίς εκείνων θηριωδίας καί νά βλάπτωσιν, ούς δέν έβλαπτον εως τότε εξερχομένους εκ τών φρουρίων αόπλους πρός ζήτησιν χρειωδών.»




Δημήτρης Φωτιάδης - Αφεντούλιεφ καί Κρήτη

«Τόν Αύγουστο τού 1821, ξεκίνησαν πανστρατιά οι Τουρκοκρητικοί καί στίς αρχές τού Σεπτέμβρη πάτησαν τά Σφακιά, φτάσανε ώς τό λιμάνι τού Λουτρού καί τό κάψανε. Κείνο πού δέν μπόρεσαν όμως νά κάνουν ήταν νά χαλάσουν τούς Σφακιανούς. Είχαν χαθεί από τό πρόσωπο τής γής. Άλλοι κρύφτηκαν στ' απάτητα βουνά, άλλοι στή Γαύδο κι άλλοι σ' άλλα νησιά. Κι όταν αποτραβήχτηκαν οι Τούρκοι ξαναγύρισαν.

Σκέφτηκαν τότε πώς έπρεπε νά γυρέψουν από τήν κεντρική επαναστατική διοίκηση τού Μοριά νά τούς στείλει αρχηγό. Καί πραγματικά τούς δόθηκε. Καί στάθηκε ο χειρότερος απ' όσους μπορούσαν νά βρούν. Τόν έλεγαν Μιχαήλ Αφεντούλιεφ. Είχε γεννηθεί στό Νίζνι τής Ρωσίας καί σπούδασε στή στρατιωτική σχολή τής Αγίας Πετρούπολης. Όταν όμως τήν τελείωσε ακολούθησε όχι τό στρατιωτικό παρά τό διπλωματικό στάδιο. Όλοι οι ιστορικοί υπογραμμίζουν τήν ανικανότητά του καί τή ματαιοδοξία του. Είχε τήν πετριά πώς καταγόταν από τή βυζαντινή αυτοκρατορική οικογένεια τών Κομνηνών. Μόνη του φροντίδα νά σφραγίζει προσεχτικά τό βουλοκέρι τών εγγράφων του μέ τή βούλα του πού είχε τ' αυτοκρατορικά σύμβολα!

Σάν έφτασε στό Λουτρό φορώντας μεγάλη στολή Ρώσου ταγματάρχη - μέ πλάκα τίς χρυσές σπαλέτες καί δάσος τά παράσημα στό στήθος - οι Κρητικοί τόν λογάριασαν ως άγγελον εξ ουρανών. Μά όλους τόσο τούς θάμπωσε η στολή του, πού νόμισαν πώς πιά σίγουρα θά γλύτωνε από τή σκλαβιά η Κρήτη.

Καί όμως χρειάστηκε νά χυθεί ποτάμι τό αίμα ώσπου νά ξαστερώσει καί η λευτεριά στήν Κρήτη. Καί όταν ήρθε η ώρα ν' αναστηθεί η Ελλάδα, η Κρήτη θά έμενε σκλάβα, όπως τό ήθελε η Αγγλία. Ο λόρδος Αμπερτίν, υπουργός τών Εξωτερικών τής Αγγλίας, έγραφε στόν Κάνιγκ:

"Η βρεταννική κυβέρνησις, ουδέποτε θά επιτρέψη, ώστε η σπουδαία αυτή νήσος νά περιέλθη εις τό κράτος τού κόμητος Καποδιστρίου ή οιασδήποτε άλλης Δυνάμεως."»

Σπυρίδωνος Τρικούπη - Ιστορία τής Ελληνικής Επαναστάσεως

«Σφαγές στό Ηράκλειο (Ιούνιος 1821)

Έδρευαν εν τώ μεγάλω Κάστρω (Ηράκλειο) ο αρχιεπίσκοπος τής νήσου Γεράσιμος Πάρδαλης καί ο επί ψιλώ ονόματι επίσκοπος Διουπόλεως. Είχαν προσέλθει επί τή προσκλήσει τής τουρκικής Αρχής καί οι επίσκοποι τών ανατολικών επαρχιών, ο Κνωσσού, ο Χερσονήσου, ο Λάμπης καί ο Σιτείας. Τήν 23η Ιουνίου 1821, πρό τής ανατολής τού ηλίου εκλείσθησαν αίφνης αι πύλαι, ώρμησε πλήθος αιμοχαρών Τούρκων φρυαττόντων εις τήν μητρόπολιν, καί απαντήσαντες καθ' οδόν δύο Χριστιανούς, Χαλκωματάδες επονομαζομένους, πορευομένους καί αυτούς εις τό αυτό μέρος, εφόνευσαν.

Εντεύθεν προοιμιάσαντες εχύθησαν εντός τής μητροπόλεως καί κλείσαντες τόν πυλώνα έπεσαν κατά τών εν αυτή Χριστιανών ως λέοντες ορυόμενοι καί πρώτον μέν εφόνευσαν 75 κοσμικούς, προσμένοντας εν τή αυλή τούς αρχιερείς, ίνα συναπέλθωσιν εις τάς συνήθεις εργασίας των. Μετά ταύτα δέ ανέβησαν άλλοι μέν εις τό επάνω, άλλοι δέ εις τό κάτω συνοδικόν καί εφόνευσαν τόν αρχιεπίσκοπον καί τούς πέντε επισκόπους (Κνωσού Νεόφυτο, Χερρονήσου Ιωακείμ, Λάμπης Ιερόθεο, Σητείας Ζαχαρία, Διοπόλεως Καλλίνικο).

Μεθύσαντες από τού αίματος αυτών, επάτησαν καί αυτήν τήν εκκλησίαν, εν ώ εψάλλετο η ακολουθία καί ο τόπος τών θείων δοξολογιών, τών οικτιρμών καί τής αγιότητος έγεινε τόπος βλασφημιών, αιμάτων καί πάσης βδελυρίας. Εισήλθαν μετά ταύτα εις τά άγια τών αγίων καί αιματόβαψαν τό αναίμακτον θυσιαστήριον, μαχαιροκόψαντες τόν ιερουργούντα καί τά μέν σώματα τών αρχιερέων καί λοιπών κληρικών εισέτι σπαράττοντα έρριψαν εις τάς οδούς, έκοψαν δέ τήν γηραιάν κεφαλήν τού αρχιεπισκόπου καί άλλοι μέν εμπήξαντες αυτήν επί ξύλου τήν επόμπευσαν διά τής πόλεως καί τήν έφεραν ενώπιον τού βαζίρη Σερήφπασα, άλλοι δέ εχύθησαν εις τάς οδούς τής πόλεως σπώντες τάς θύρας τών χριστιανικών οικιών καί τών εργαστηρίων καί τούς μέν άνδρας φονεύοντες, εν οις καί τους δύο αδελφούς τού αρχιεπισκόπου, τάς δέ νέας γυναίκας καταισχύνοντες, πολλά δέ παιδία περιτέμνοντες. Η πόλις εν ενί λόγω ωμοίαζε τρείς ώρας πόλιν δορυάλωτον.

Μετά ταύτα ηνοίχθησαν αι πύλαι καί διεσπάρησαν οι ανθρωποκτόνοι εις τά χωρία, φονεύοντες όλους τους άνδρας όσοι δέν επρόφθασαν ν' αναβώσιν εις τά όρη. Σκοπός δέ αυτών ήτον ουδ' ένα άνδρα Χριστιανόν ζώντα ν' αφήσωσι, διά τούτο καταφθάσαντες 27 εν τω χωρίω Βενεράτω, καί τους 27 εθανάτωσαν. Μόλις τό δειλινόν εξέδωκεν ο βεζίρης ορισμόν νά παύση η ανθρωποκτονία, καί νά φυλακισθώσιν οι εναπομείναντες Χριστιανοί, ως αναγκαίοι νά εργάζωντα. Έκτοτε έπαυσαν οι εν τή πόλει φόνοι, αλλ' η διαρπαγή τών οικιών καί τών εργαστηρίων διήρκεσεν όλην τήν νύκτα καί όλην τήν επιούσαν ημέραν. 730 ελογίσθησαν οι εν τω Μεγάλω Κάστρω θανατωθέντες κατ' εκείνην τήν ημέραν. Παυσάσης δέ τής σφαγής, ήρχισεν η φυλάκισις, οι κρυπτόμενοι Χριστιανοί ανευρισκόμενοι εσύροντο εις τάς φυλακάς, καί τόσον απανθρώπως ερραβδίζοντο, ώστε τινές απέθαναν πρίν φυλακισθώσι, πολλοί δέ τών φυλακισθέντων εξεψύχησαν βασανιζόμενοι.

Τά συμβάντα ταύτα μαθών αγάς τις, έχων υπό τήν εξουσίαν του χωρία τινά εν τή ανατολική επαρχία τής Κρήτης, Σιτεία, ο Χατσή - αφεντάκης, εμάνδρευσεν εντός τής αυλής του τούς χωρικούς του Χριστιανούς ως διακοσίους, επί λόγω ότι ήθελε νά τοις λαλήση, καί κλείσας τήν αυλόθυραν τούς εφόνευσεν, έχων συνεργούς τούς συγγενείς του, τούς επιστάτας τών χωρίων του καί άλλους Τούρκους. Ο δέ πασάς, μαθών τό γεγονός, υπερεπήνεσε τόν πολύν ζήλον καί τήν αφιλοκέρδειαν του χριστιανοβόρου αγά.»

Βακαλόπουλος - Ιστορία τού Νέου Ελληνισμού

«Πρός τή σκληρότητα καί τήν αγριότητα τών Τούρκων τής Μακεδονίας μόνον η διαβόητη τυραννία τών ομοεθνών τους τής Κρήτης θά μπορούσε νά παραβληθεί. Αυτοί ήταν τόσο πιεστικοί καί δεσποτικοί, ώστε οι Έλληνες κάτοικοι ζούσαν φοβισμένοι καί ταπεινωμένοι σάν αληθινοί είλωτες.

Η διαρκής τρομοκρατία μάραινε τίς ρίζες όχι μόνο τής οικονομικής, αλλά καί τής πολιτικής καί τής πνευματικής ζωής τού τόπου. Γι' αυτό η Κρήτη ως τότε δέν είχε γνωρίσει ούτε τίς κοινοτικές ελευθερίες ούτε καί τά σχολεία ορισμένων άλλων ελληνικών χωριών. Μέ μεγάλους κινδύνους κατόρθωναν κάποτε νά ιδρύσουν ένα σχολείο πού λειτουργούσε λειψά. Δέν είναι λοιπόν καθόλου άξιο απορίας, άν η αμάθεια καί οι δεισιδαιμονίες θόλωναν καί σκοτείνιαζαν τόν ορίζοντα τού κρητικού λαού.

Η κατάσταση αυτή ήταν τέτοια, ώστε νά φέρνει τούς κατοίκους στήν απελπισία καί στή λήψη τών μεγάλων αποφάσεων πού θά μπορούσαν νά τούς λυτρώσουν από τά δεινά, τόν εξισλαμισμό πού θά τούς ανέβαζε στήν ίδια θέση μέ τούς αφέντες τους καί θά τούς εξασφάλιζε ήσυχη καί ανενόχλητη ζωή ή στήν ανυπακοή καί στήν ανταρσία γιά τήν ανάκτηση τής ελευθερίας τους.

Οι νεοφώτιστοι εξωμότες, όπως συμβαίνει πάντοτε, ήταν πιό φανατικοί καί πιό σκληροί από τούς Τούρκους. Από αυτή τήν κατηγορία πρέπει νά εξαιρέσουμε τούς κρυπτοχριστιανούς, πού στά φανερά ήταν μουσουλμάνοι, ενώ στά κρυφά λάτρευαν τόν Χριστό. Τέτοιοι ήταν πολλοί κάτοικοι τού Μεγάλου Κάστρου καί τών γειτονικών μερών, μεταξύ άλλων καί οι δυνατοί Κουρμούληδες, πού μόλις ξέσπασε η επανάσταση στήν Κρήτη παρουσιάστηκαν πάλιν ως Χριστιανοί.

Η καθυστερημένη αυτή κοινωνική δομή τού νησιού ήταν βέβαια δυσμενής παράγοντας γιά τόν προσηλυτισμό μελών στή Φιλική Εταιρεία. Στή διάδοση τής Φιλικής είχε συντελέσει ο Βαρνάβας Πάγκαλος από τή Τζιά, ο Λαυριώτης μοναχός Ανανίας, ο διάκος καί δάσκαλος Καλλίνικος ο Βεροιεύς, ο Νικόλαος Καρατζάς καί ο εγκαταστημένος στό Ιάσιο Κρητικός Μανουήλ Βερνάρδος.»