http://www.agiasofia.com



Ελληνική Επανάστασις 1821, Μέρος ΚΖ'







||Α'|-|Β'|-|Γ'|-|Δ'|-|Ε'|-|ΣΤ'|-|Ζ'|-|Η'|-|Θ'|-|Ι'|-|ΙΑ'|-|ΙΒ'|-| ΙΓ'|-|ΙΔ'|-|ΙΕ'|-|ΙΣΤ'|-|ΙΖ'|-|ΙΗ'|-|ΙΘ'|-|Κ'|-|ΚΑ'|-|ΚΒ'|-|ΚΓ'|-|ΚΔ'|-| ΚΕ'|-|ΚΣΤ'|-|ΚΖ'|-|ΚΗ'|-|ΚΘ'|-|Λ'|-|ΛΑ'|-|ΛΒ'|-|ΛΓ'|-|ΛΔ'|-|ΛΕ'|-|ΛΣΤ'||




Ναυμαχία τού Καφηρέα (20 Μαΐου 1825)



Στίς αρχές Μαΐου 1825, επικρατούσε έντονα η φήμη ότι ο τουρκικός στόλος είχε ξεκινήσει από τόν ναύσταθμο τής Πόλης μέ κατεύθυνση τήν "Μικράν Αγγλίαν" (Ύδρα), γιά νά επαναλάβει τό κατόρθωμά του στά Ψαρά, τά οποία είχε καταφέρει πλέον νά εξαφανίσει ως ναυτική δύναμη. Στήν Ύδρα επικράτησε πανικός καί η κυβέρνηση τού Κουντουριώτη, σέ αντίθεση μέ τίς περιπτώσεις τών Ψαρών καί τής Κάσου, επέδειξε ιδιαίτερη δραστηριότητα καί στρατολόγησε άμεσα χιλιάδες ενόπλους Μακεδόνες καί Ρουμελιώτες τούς οποίους καί απέστειλε στό νησί γιά νά τό υπερασπιστούν σέ περίπτωση επίθεσης.

Εκείνη τήν εποχή, η μόνη διαθέσιμη μοίρα τού ελληνικού στόλου πού έπλεε στήν περιοχή τού βορείου Αιγαίου αποτελείτο από 35 πολεμικά πλοία καί 3 πυρπολικά καί είχε αρχηγούς τόν Υδραίο Γεώργιο Σαχτούρη, τόν Σπετσιώτη Γεώργιο Ανδρούτσο καί τόν Ψαριανό Αποστόλη Αποστόλη (γιό τού Νικολή). Ο σουλτανικός στόλος, αποτελούμενος από 51 μεγάλα τουρκικά πολεμικά πλοία καί 40 ευρωπαϊκά φορτηγά πλοία πού μετέφεραν στρατεύματα καί προμήθειες, εμφανίστηκε στά μέσα Μαΐου ανοικτά τής Εύβοιας. Αρχηγός του ήταν ο καπουδάν Χοσρέφ πασάς, ο επονομαζόμενος καί Τοπάλ (χωλός).



Ο Χοσρέφ διέπραξε τό σφάλμα νά διέλθει μέσω τού στενού τού Καφηρέα, εκεί όπου οι Έλληνες αποκτούσαν τήν υπεροχή λόγω τού μικρού μεγέθους καί τής ευκινησίας τών πλοίων τους. Έτσι, στίς 20 Μαΐου 1825, τά πλοία του βρέθηκαν νά πλέουν στή θαλάσσια λωρίδα μεταξύ Εύβοιας, Κέας, Άνδρου καί Αττικής. Οι Έλληνες πού τόν παρακολουθούσαν από μικρή απόσταση αποφάσισαν νά επιτεθούν. Ο Τούρκος ναύαρχος χώρισε τή δύναμή του σέ τρείς σχηματισμούς καί διέταξε τόν πρώτο νά προσεγγίσει τά παράλια τής Αττικής, τόν δεύτερο νά κινηθεί μεταξύ Κέας καί Γυάρου καί τόν τρίτο νά κατευθυνθεί στήν Άνδρο.

Η ναυμαχία τού Καφηρέα άρχισε στίς εννέα τό πρωί καί κράτησε έως αργά τό απόγευμα. Λόγω τής νηνεμίας πού επικρατούσε δέν μπόρεσαν νά πάρουν μέρος όλα τά πλοία τών δύο παρατάξεων. Αμέτοχα επίσης έμειναν αρκετά τουρκικά πλοία λόγω έλλειψης χώρου. Ο Γεώργιος Σαχτούρης μέ τά μπροστινά πλοία εκμεταλλεύτηκε τό ελαφρύ βορειοδυτικό αεράκι καί κτύπησε μαζί μέ τόν Ιωάννη Κυριακό καί τόν Γεώργιο Ανδρούτσο τήν εμπροσθοφυλακή τού εχθρού. Οι κανονιοβολισμοί ήταν σφοδροί καί δέν επέτρεπαν γιά πολλή ώρα στούς δύο αντιπάλους νά επιχειρήσουν κάποια παράτολμη ενέργεια.

Γύρω στίς τρείς τό απόγευμα δύο πυρπολικά, διοικούμενα από τόν Υδραίο Ιωάννη Ματρόζο καί τόν Σπετσιώτη Λάζαρο Μουσού κυνήγησαν τήν ολοκαίνουργια ναυαρχίδα τού καπουδάν πασά τών 62 κανονιών πού μετέφερε καί τό ταμείο τού στόλου καί αφού τής μετέδωσαν τή φωτιά, κατάφεραν νά τήν τινάξουν στόν αέρα μαζί μέ τούς 800 άνδρες πού επέβαιναν σέ αυτή. Ο Χοσρέφ είχε προλάβει νά τήν εγκαταλείψει πρίν από τή στιγμή τής έκρηξης. Τήν ίδια ώρα τό πυρπολικό τού Υδραίου Μανώλη Μπούτη κόλλησε σέ μία κορβέτα 32 κανονιών καί αφού τής μετέδωσε τό πύρ, τήν έκανε χίλια κομμάτια παρασύροντας στόν βυθό 300 άνδρες τού εχθρού.


«Τετράδη 20 Μαΐου 1825

Εξημερόθημεν έχοντες υπ όψιν τόν εχθρόν όντα κατά τήν Άνδρον, ημείς ορτζάρομεν μέ μαϊστραλάκι (βορειοδυτικός άνεμος) τόν εχθρόν όντα κατά τόν κάβο Δόρον (ακρωτήριο Κάβο Ντόρος) μέ σύσημον (σήμα) όλα τά πλοία νά κρατούν πολλά πανιά, προχωρούντες είδομεν όλην τήν μικρήν αρμάδα ήτις ήτον ήδη απερασμένη τόν κάβο τής Άνδρου, αλλ' ευρίσκετο εις γαλήνην είδομεν δέ καί έως 20 κομμάτια μεγάλα περιμαζευμένα εις ένα αυλάκι τής Άνδρου, όθεν καί αυξήσαμεν πανιά προχωρούμεν εμπρός μέ λεπτόν άνεμον μαϊστραλάκι.

Εφάγαμεν τά σενιάλα μέ ταίς σάγουλες κάμνοντες ακαταπαύστως σημείον. Τά οπισινά πλοία νά φορτζάρουν (δυναμώνουν) πανιά, δύο σπετζιώτικα τού καπετάν Γιάννη Αναστάση καί τού Ανάργυρου επροπορεύοντο, ημείς όμως σοταβέντο (υπήνεμα) καί πλησιέστερον εις τόν εχθρόν, καί μέ μουραρισμένα πανιά τρέχομεν κατά τού εχθρού. Ένα αγγλικό βρίκι διέρχεται απομακρυνθέν από τόν εχθρικόν στόλον, οι Σπετζιώται τού τραβούν μίαν κανονιά καί πηγαινάμενοι κοντά διά νά τό βιζητάρουν έμειναν ολίγον οπίσω. Ημείς προπορευόμενοι έχοντες κατόπιν τόν Πινότσην μέ ένα πυρπολικόν, όθεν καί περί τάς εννέα ώρας κάμνοντες σημείον: "Νά ετοιμασθούν διά πόλεμον καί νά φορτζάρουν πανιά τά οπισινά" ορμούμεν κατά τού εχθρού.

Μία φρεγάτα έρχεται καθ' ημών μέ μίαν κορβέτα, ημείς τάς πολεμούμεν μέχρι μανίας καί απολαμβάνομεν νά τάς τρέψωμεν εις φυγήν καί τότε πλησιάζομεν εις τήν φρεγάταν τής οποίας τά κατάρτια ήτον σπασμένα από τίς κόφες καί επάνω. Αύτη είχε δύο βάρκες έτοιμαις διά τά μπουρλότα διά τούτο καί οι πυρπολισταί μας εφοβούντο νά ριφθούν κατ' αυτής, αλλ' ενισχυόμενοι παρ' ημών τά συνοδεύομεν έως τίρας τουφεκιάς (βολής τουφεκιού) στεκόμενοι εις τήν πρύμνην της, δι' ό καί τά πυρπολικά μουράρουν πανιά καί πηγαίνουν κατ' αυτής, όθεν καί περί τάς τρείς ώρας τής έπεσαν επάνω καί τά δύο, καί παρευθύς άναψεν.

Οι εν αυτή εχθροί δέν ήξευραν τί νά κάμουν, τότε καί πολλοί ερρίπτοντο εις τήν θάλασσαν, πολλοί εσυνάχθησαν εις τήν πρύμνην καί ετουφέκιζον ταίς βάρκαις τών μπουρλότων, αλλά τό πύρ διεδόθη πανταχού καί μετά δέκα λεπτά εσκόρπισεν η φρεγάτα ήτις έκαμε τόσον κρότον, ώστε επέταξεν εις τόν αέρα διαφόρους τούρκους, κανόνια, ξύλα, αγκύρας καί λοιπά, μέ τό νά ήτον δέ γεμάτη πολεμοφόδια, η θάλασσα εγέμισε από ανθρώπους σκοτωμένους καί λαβωμένους, καί ζώντας γυμνούς.

Εν τοσούτω η αριστερά πτέρυξ τού εχθρού βλέποντας τήν καυθείσα φρεγάταν άρχισε νά δηλιά, ο καπουδάν πασάς όστις είχε πλησιάσει διά βοήθειαν τήν αριστεράν του πτέρυγα ετράπη εις φυγήν οπόταν ειδών εις τήν αριστεράν του πτέρυγα ένα άλλο κορβέτο καιόμενον, εις τό οποίον επέπεσε τό πυρπολικόν "Κέρβερος" τού καπετάν Μανώλη Μπούτη, εν τοσούτω ένα φεργαδόνι τού Ταχήρ πασά ομού μέ δύο τρία βρίκια καί κορβέτα έρχεται κατ' επάνω μας. Ημείς σοπράρομεν καί τού αντιστεκόμεθα, αλλά τέλος πάντων ετράπησαν καί αυτά εις φυγήν, όθεν καί η νίκη μας επεκυρώθη. Η δίκροτος φρεγάτα ήτον η "Χαζνέ Γκεμισί" 62 κανονιών, τό δέ κορβέτο 32.»


Ιστορικά ημερολόγια τού ναυτικού αγώνος 1821 - Γεώργιος Σαχτούρης






Γεώργιος Σαχτούρης


Η θάλασσα ανάμεσα στήν Κέα, τή Μακρόνησο καί τή Γυάρο γέμισε από τά συντρίμμια τών καραβιών καί από τά πτώματα τών Τούρκων. Τά εχθρικά πλοία μέσα στόν πανικό τών απανωτών εκρήξεων άρχισαν νά υποχωρούν καί νά πλέουν πρός διάφορες διευθύνσεις. Είκοσι γολέτες καί μπρίκια μαζί μέ φορτηγά, κρύφτηκαν μέσα στόν Ευβοϊκό Κόλπο, αλλά δέχθηκαν τήν επίθεση από τά πλοία τού Αναγνώστη Κυριακού καί τού Αθανασίου Πάνου, πού κυρίευσαν πέντε φορτηγά γεμάτα μέ εξοπλισμό καί πολεμοφόδια.

Τά υπόλοιπα τουρκικά πλοία τού Χοσρέφ κατευθύνθηκαν πρός τό νότο καί τήν ασφάλεια τού αιγυπτιακού στόλου, πού ελλιμενιζόταν στή Σούδα. Μία τουρκική κορβέτα 33 κανονιών, στήν προσπάθειά της νά διαφύγει από τούς διώκτες της, εξώκειλε στή Ντελαγκράτσια τής Σύρου καί τελικώς πυρπολήθηκε από τό πλήρωμά της. Οι Έλληνες τής Σύρου έσφαξαν, σύμφωνα μέ τόν Αμερικάνο Σάμιουελ Χάου, καί τούς 250 άνδρες πού βγήκαν στήν στεριά, συμπεριλαμβανομένων καί τών Ευρωπαίων ναυτών.

Στίς 29 Μαΐου 1825, ο ενωμένος πλέον ελληνικός στόλος, μέ αρχηγό τόν Ανδρέα Μιαούλη απέπλευσε από τή Μήλο καί στίς 31 τού μηνός έφθασε έξω από τή Σούδα τής Κρήτης, όπου έτρεψε σέ φυγή μερικά περιπολικά τού αιγυπτιακού στόλου. Οι Έλληνες, σοφά αλλά καθυστερημένα, περιφέρονταν έξω από τή Σούδα, ώστε νά εμποδίσουν τόν εχθρικό στόλο νά αποβιβάσει νέα στρατεύματα καί προμήθειες στήν Πελοπόννησο. Στίς 2 Ιουνίου 1825, 30 πλοία τού ενωμένου μουσουλμανικού στόλου προσπάθησαν νά σπάσουν τόν κλοιό, αλλά έχασαν από τήν επίθεση τών πυρπολικών, μία φρεγάτα 14 κανονιών μέ 300 άνδρες. Ο πυρπολητής Πολίτης, σέ μία παράτολμη ενέργεια, κυνήγησε μία φρεγάτα μέσα στόν όρμο τής Σούδας, αλλά εμπρός στόν σφοδρό κανονιοβολισμό, αναγκάστηκε νά κάψει άσκοπα τό πυρπολικό του καί νά διαφύγει μέ τήν σκαμπαβία (βάρκα διαφυγής) τού πλοίου του.

Η σφοδρή θαλασσοταραχή ανάγκασε τόν ελληνικό στόλο νά εγκαταλείψει τόν αποκλεισμό τής Σούδας καί τά πλοία του σκόρπισαν σέ διάφορες κατευθύνσεις. Τά περισσότερα βρήκαν καταφύγιο στά Βάτικα Λακωνίας, όπου έριξαν άγκυρα καί προμηθεύτηκαν τά αναγκαία εφόδια. Στίς 12 Ιουνίου 1825 ακούστηκε μία φοβερή έκρηξη, η οποία διέλυσε τό πλοίο Νηρεύς, πού κυβερνούσε ο Αθανάσιος Κριεζής, μέ αποτέλεσμα νά βρεί τόν θάνατο ο πλοίαρχος καί 48 ναύτες. Εκ τών υστέρων έγινε γνωστό, ότι κάποιος μουσουλμάνος αιχμάλωτος, ο οποίος είχε ξυλοκοπηθεί από τόν πλοίαρχο Κριεζή, είχε βάλει φωτιά στήν πυριτιδαποθήκη τού πλοίου. Η είδηση τού γεγονότος αυτού, εξόργισε τούς κατοίκους τής Ύδρας καί τών Σπετσών, οι οποίοι έτρεξαν στούς δρόμους, έβγαλαν από τίς φυλακές περίπου 200 Τούρκους αιχμαλώτους καί τούς έσφαξαν. Η σφαγή αυτή προκάλεσε αντίποινα στή Μικρά Ασία, όπου οι Τούρκοι βγήκαν μέ τή σειρά τους στούς δρόμους σκοτώνοντας περίπου 300 Χριστιανούς.


«Ο δέ εις τόν λιμένα τής Μήλου λιμενισθείς ελληνικός στόλος υπό τούς Ανδρέαν Μιαούλην, Γεώργιον Ανδρούτσον καί Νικολή Αποστόλη, απάρας εκείθεν τήν 29ην Μαΐου 1825 ενωμένος, έφθασεν έμπροσθεν τού λιμένος τής Σούδας τήν 31η τού αυτού, όπου ευρών έξω τού λιμένος περιφερομένας τάς προφυλακίδας αυτού εκ τινων κορβετών καί βρικίων, ηνάγκασεν αυτάς μετά δίωρον μάχην ν' αποσυρθώσιν εντός τού λιμένος, όπου ήσαν ελλιμενισμένοι αμφότεροι οι στόλοι ο τε τουρκικός καί ο τής Αλεξανδρείας.

Μετά δύο ημέρας ο εχθρός διέταξε τήν έξοδον διπλασίου αριθμού πολεμικών πλοίων εκ φρεγατών καί βρικίων περί τά τριάκοντα, αλλά μόλις καί τούτων εμφανισθέντων, ισάριθμα ελληνικά πλοία, ορμήσαντα κατ' αυτών, ήλθον μετ' αυτών εις συμπλοκήν, οπόταν ο πυρπολητής Ιωάννης Στύπας Υδραίος, διευθύνας τό πυρπολικόν του κατά τινος κορβέτας πρώτης τάξεως απέτυχε, καί εκάη επί ματαίω τό πυρπολικόν του. Αλλ' αμέσως ορμήσας κατά τής αυτής εχθρικής κορβέτας έτερος πυρπολητής Υδραίος, ο Αντώνιος Βώκος, εκόλλησεν επ' αυτής τό πυρπολικόν του καί κατέκαυσεν αυτήν.

Ο πυρπολητής Γεώργιος Πολίτης Υδραίος καί ούτος, διώκων μέ τό πυρπολικόν του ετέραν εχθρικήν φρεγάταν, τοσούτον επροχώρησεν εντός τού λιμένος τής Σούδας, εις όν η διωκόμενη φρεγάτα κατέφευγεν, ώστε επλησίασε πολύ υπό τά τείχη τού επί τής νήσου φρουρίου, υπό τού οποίου αδιακόπως καί επυροβολείτο, καί μή δυνάμενον πλέον μήτε νά οπισθοχωρήση διά τήν επελθούσαν γαλήνην, μήτε άλλο τι νά πράξη κατά τών πυκνώς εν αγκύρα ισταμένων εχθρικών πλοίων, βλέπων δέ καί τήν εν ή ευρέθη επικίνδυνον θέσιν υπό πολλών περικυκλωθείς εχθρικών λέμβων, κατέκαυσε τό πυρπολικόν του, καί επιβάς μετά τού πληρώματός του εις τήν λέμβον του, πυροβολούμενος δέ υπό τών εχθρικών λέμβων καί αντιπυροβολών, διέσχισεν αυτάς καί διεσώθη επί τών ελληνικών πλοίων, τέσσαρες μόνον εφονεύθησαν καί τρείς επληγώθησαν εκ τών Ελλήνων πυρπολητών κατά τήν ναυμαχίαν ταύτην.

Τήν δ' επιούσαν, ελθόντα πάλιν τά ελληνικά έμπροσθεν τού λιμένος τής Σούδας, εύρον πρό αυτού περιπλέοντα δέκα εχθρικά πλοία ως πρόσκοπα, κατά τών οποίων ορμήσαντα τά υπεχρέωσαν νά εισέλθωσιν αύθις εις Σούδαν, αλλά τήν νύκτα εκείνην, νότιος σφοδρός άνεμος πνεύσας, εβίασε τόν ελληνικόν στόλον ν' απομακρυνθεί τής θέσεως εκείνης, καί εννέα μέν πλοία διευθύνθησαν πρός τήν Σαντορίνην, τά πλείστα δέ μετά τών ναυάρχων προσωρμίσθησαν εις τά Βάτικα (Νεάπολις Λακωνίας), ως έχοντα καί ανάγκην ύδατος καί ανάγκην επισκευασίας.»


Ναυτικά Ορλάνδος Αναστάσιος - 1869






Ναυμαχία Καφηρέα 1825


Στίς 16 Ιουνίου 1825 φάνηκαν νά πλέουν νότια από τό Τσιρίγο (Κύθηρα), 80 εχθρικά πλοία. Τότε η υδραϊκή μοίρα επιτέθηκε μαζί μέ τά δύο πυρπολικά τών Μπουντούρη καί Ματρόζου εναντίον τού υπέρτερου εχθρικού στόλου. Η ναυμαχία έγινε στόν κάβο Ματαπά (ακρωτήριο Ταίναρο) καί διήρκεσε δύο περίπου ώρες. Έχασαν όμως οι Έλληνες καί τά δύο πυρπολικά πού διέθεταν, τά οποία κάηκαν χωρίς αποτέλεσμα. Ο κυβερνήτης τού ενός πυρπολικού Ιωάννης Ματρόζος σκοτώθηκε από μία σφαίρα, όταν προσπαθούσε νά ανάψει τό φυτίλι. Τελικώς, ο τουρκοαιγυπτιακός στόλος κατάφερε νά φθάσει στό Νεόκαστρο καί νά αποβιβάσει 4000 πεζούς, 700 ιππείς καί 1200 εργάτες μέ αρχηγό τόν Χουσεΐν μπέη. Ο ελληνικός στόλος κατάφερε νά συλλάβει μόνο τρία αυστριακά μεταγωγικά, τά οποία μετέφεραν αλεύρι καί κριθάρι γιά τίς ανάγκες τού αιγυπτιακού στρατού.


Ο Κανάρης στήν Αλεξάνδρεια



Ο ατρόμητος Κανάρης είχε σκεφθεί νά κάψει τόν τουρκικό στόλο στό ναύσταθμο τής Κωνσταντινούπολης, αλλά τόν απέτρεψε ο Άγγλος πλοίαρχος Hamilton, ο οποίος ήταν γνώστης τής περιοχής καί τών θέσεων τών οθωμανικών πυροβόλων στά Δαρδανέλια. Τότε αποφάσισε νά επιχειρήσει αντίστοιχο εγχείρημα γιά τόν αιγυπτιακό στόλο, ο οποίος ήταν καί περισσότερο επικίνδυνος. Αφού πήρε τήν έγκριση τού Λάζαρου Κουντουριώτη, αναχώρησε από τήν Ύδρα, μαζί μέ τά πυρπολικά τών Αντωνίου Βώκου καί Εμμανουήλ Μπούτη καί τά πλοία συνοδείας τών Αντωνίου Κριεζή καί Εμμανουήλ Τομπάζη.


Μπουρλότο - fire ship


Ο Κανάρης, στίς 29 Ιουλίου 1825, ύστερα από ένα ταξείδι έξι ημερών, βρέθηκε έξω από τήν πρωτεύουσα τού Μωχάμετ Άλυ. Χωρίς νά περιμένει τούς άλλους δύο μπουρλοτιέρηδες πού καθυστερούσαν υπερβολικά, καί έχοντας ευνοϊκό άνεμο, κατευθύνθηκε πρός τό λιμάνι τής πόλης πού κάποτε ήταν η κοιτίδα τού ελληνικού πολιτισμού. Ο Αιγύπτιος πλοηγός πού ήρθε νά συνοδεύσει τό ξένο πλοίο, αντιλήφθηκε ότι κάτι ύποπτο συμβαίνει. Όταν προσπάθησε νά αντιδράσει ήταν πλέον αργά, γιατί ο Κανάρης τόν συνέλαβε καί τόν έριξε στό αμπάρι τού καραβιού του. Ακάθεκτος ο Ψαριανός όρμησε στή ναυαρχίδα τού Μωχάμετ Άλυ πού ήταν αραγμένη στήν αποβάθρα τού παλατιού του, πλαισιωμένη από δεκάδες άλλες φρεγάτες.

Τή στιγμή πού προσπαθούσε ο Κανάρης νά κολλήσει τό μπουρλότο του στή ναυαρχίδα, γύρισε ο άνεμος. Εν τώ μεταξύ είχε γίνει αντιληπτός, αφού είχε σηκώσει τή σημαία τού Σταυρού καί οι Αιγύπτιοι στρατιώτες άρχισαν νά μπαίνουν στίς βάρκες γιά νά τόν κυνηγήσουν καί νά τόν συλλάβουν. Ο Κωνσταντής έβαλε τελικά φωτιά στό πυρπολικό, τό οποίο όμως κάηκε άσκοπα, αφού ήταν αδύνατη πλέον η πρόσδεσή του στήν εχθρική φρεγάτα. Κατόπιν, τελευταίος ανέβηκε στήν βάρκα διαφυγής καί οι σύντροφοί του άρχισαν νά κωπηλατούν, μέσα σέ μία βροχή από σφαίρες πρός τήν έξοδο τού λιμανιού, όπου τούς περίμεναν τά υδραίικα μπρίκια.


«Περί τήν αυτήν εποχήν ο Κανάρης συλλαβών τό τολμηρόν σχέδιον του νά πυρπολήση τούς τουρκικούς στόλους εντός τού λιμένος Αλεξανδρείας απηυθύνθη τή συμβουλή τού φιλέλληνος Αμιλτώνος (captain of Cambrian G.W. Hamilton) πρός τόν εν Ύδρα Εμμανουήλ Τομπάζην, όστις ασπασθείς τήν γνώμην του, συγκαταθέσει καί τού Λαζάρου Κουντουριώτη ανεκοίνωσε αυτήν εις τόν Αντώνιον Κριεζήν. Ενώ δέ ητοίμαζον εν Ύδρα τά πλοία, ο Κανάρης φθάς εις Σπέτζας ηγόρασε δι' εξόδων τής κυβερνήσεως τό πλοίον τού Φιλίνη Ψαριανού, καί μετασκευάσας αυτό εις πυρπολικόν απήλθεν εις Ύδραν, καί εκείθεν μετά τών πλοίων τού Τομπάζη, Κριεζή καί τών πυρπολικών τών Βώκου καί Μπούτη εξέπλευσαν τήν 23ην Ιουλίου 1825 δι' Αλεξάνδρειαν.

Οι άνεμοι τής εποχής ταύτης είναι πάντοτε ευνοϊκοί διά τόν διάπλουν τής Αλεξανδρείας, διά τούτο δέ μεθ' ημέρας έξ έφθασαν πλησίον τού Αράπ - Κουλέ. Εκεί συσκεφθέντες απεφάσισαν, ίνα, τά μέν πολεμικά μείνωσιν εκτός τού λιμένος, διά νά σώσωσι τάς λέμβους τών πυρπολικών, τά πυρπολικά δέ νά εισέλθωσιν εντός τού λιμένος όπως πυρπολήσωσι τούς εχθρικούς στόλους. Καί αμέσως τά τελευταία προυχώρησαν προπορευομένου τού Κανάρη. Αλλ' οι συναγωνισταί τών πυρπολικών εβραδυπόρουν δι' άγνωστον λόγον. Ο Κανάρης λοιπόν μόνος συλλαβών παρά τήν είσοδον τού λιμένος τόν οδηγόν, προυχώρει διά νά φθάση εις τό κέντρον τού στόλου, όπου ήν καί η ναυαρχίς, διά νά ανάψη τό ηφαίστειόν του, αλλ' έμπροσθεν τών ανακτόρων τού Μεχμέτ Αλή, ενάντιος άνεμος εμπόδισε τόν είσπλουν τού πυρπολικού.

Επομένως υπό σημαίαν ελληνικήν εστράφη κατά μιάς φρεγάτας καί τινων βρικίων, δούς δέ πύρ εις τό πυρπολικόν του, επέβη τής λέμβου πολεμών καί πολεμούμενος διά νά σωθή, καθόσον τό μέν πυρπολικόν εκάη μόνον, χωρίς νά προσγίνη άλλη τίς ζημία τώ εχθρικώ στόλω, τά δέ λοιπά πλοία, άτινα απετέλουν τόν μικρόν εκείνον ελληνικόν στολίσκον, αναχωρήσαντα εκείθεν, αφού παρέλαβον τόν Κανάρην καί τό πλήρωμα τού πυρπολικού, έφθασαν τήν 13ην Αυγούστου 1825 εις Ύδραν. Κατά τήν ατυχή ταύτην επιχείρησιν δύο μέν εφονεύθησαν, πέντε δέ επληγώθησαν, άπαντες ανήκοντες εις τό πλήρωμα τού πυρπολικού τού Κανάρη,»


Συνοπτική ιστορία τών υπέρ τής ελευθερίας της Ελλάδος ναυμαχιών, Βιβλίον Δεύτερον



Οι νεκροί από τό παράτολμο εκείνο εγχείρημα ήταν οι Παντελής Τζιτζάς καί Ιωάννης Χούντας. Ο Μωχάμετ Άλυ, εξοργίσθηκε σέ μεγάλο βαθμό καί διέταξε τόν στόλο νά καταδιώξει αμέσως τά ρωμέϊκα πλοία. Ακόμα καί ο ίδιος ανέβηκε σέ μία κορβέτα γιά νά πάρει μέρος στήν καταδίωξη, η οποία όμως τελικά δέν έφερε κανένα αποτέλεσμα.


«Στίς 23 Ιουλίου 1825, ο Αντώνης Κριεζής μέ τόν Μανώλη Τομπάζη σαλπάρανε τά καράβια τους "Θεμιστοκλής" καί "Επαμεινώνδας", μαζί μέ τά μπουρλότα τών Κανάρη, Βώκου καί Μπούντη. Σ' έξη μέρες φτάσανε έξω απ' τήν Αλεξάνδρεια. Οι πέντε καπεταναίοι σκέφτηκαν πώς θά μπορέσουν νάμπουν στό λιμάνι καί νά κολλήσουν τά μπουρλότα τους στίς τρείς φρεγάτες πού ήταν αραγμένες κάτω απ' τό σαράγι τού Μωχάμετ Άλη.

Ο αέρας ήταν πρίμος γιά τό παράτολμο σχέδιό τους. Τό δειλινό αρμενίζει γιά μέσα πρώτος ο Κανάρης. Στήν είσοδο τού λιμανιού, ζυγώνει ο λιμενάρχης μέ τή βάρκα του καί τού κάνει νόημα νά σταθή. Ανεβαίνει στό μπουρλότο νά εξετάση τά χαρτιά. Οι συντρόφοι τού Κανάρη τού βουλώνουν τό στόμα, τόν ξαρματώνουν καί τόν δένουν χειροπόδαρα. Ο καπετάνιος προστάζει.

- "Πετάξτε τον κάτω στ' αμπάρι".

Καί τό μπουρλότο ξακολουθάει τό δρόμο του, μέ σκοπό νά κολλήση στήν καπιτάνα τού Αλή. Ξαφνικά ο πρίμος αέρας σταματάει. Απομένει τό μπουρλότο. Σέ λίγο ο καιρός γυρίζει ανάπλωρος. Ανώφελα προσπαθεί ο Κανάρης νά τό κολλήση σ' άλλο καράβι.

Στό μεταξύ τό λιμάνι αναστατώθηκε. Πήραν είδηση γιά τό μπουρλότο. Τά αραγμένα καράβια βιαστικά κόβουν τά σκοινιά τής στεριάς. Θέλουν νά είναι έτοιμα, νά ξεμακρύνουν σέ κάθε κίνδυνο. Αρχίζουν νά κτυπούν τό μπουρλότο τού Κανάρη. Ακόμα κι ένα γαλλικό πολεμικό καράβι πού έτυχε αραγμένο στό λιμάνι κι αυτό τού ρίχνει.

Ο καπετάν Κωνσταντής γιά νά φέρη αναταραχή βάζει φωτιά στό μπουρλότο. Ο αέρας τό φέρνει πότε δώ, πότε κεί. Ο Κανάρης καί οι σύντροφοί του γλυτώνουν στό μπουρλότο τού Βώκου πού μέ τόν Μπούντη φεύγουν άπραγα. Ο Κριεζής μέ τόν Τομπάζη τρέχουν καί τά προστατεύουν. Τήν άλλη μέρα συναντάνε μεσοπέλαγα πέντε εχθρικά μπρίκια πού συνώδευαν σαρανταπέντε τζιρίμια (σιτοκάραβα). Πέφτουν καταπάνω τους οι Έλληνες καί βουλιάζουν τό ένα μπρίκι. Πιάνουν καί ογδόντα αιχμαλώτους.»


Τάκη Λάππα - Τό ναυτικό στήν επανάσταση



Τά υδραίικα πλοία, κατά τήν επιστροφή τους, επιτέθηκαν σέ τουρκική μοίρα, η οποία είχε ξεκινήσει από τήν Αττάλεια καί κατάφεραν νά βυθίσουν ένα εχθρικό πλοίο καί νά συλλάβουν 80 ναύτες. Όλους τούς αιχμαλώτους, μαζί μέ τόν πλοηγό πού είχαν συλλάβει στήν Αλεξάνδρεια, τούς άφησαν ελεύθερους. Στή συνέχεια επέστρεψαν στήν Ύδρα, όπου έγιναν δεκτά μέ τιμές από τό πλήθος καί τούς νοικοκυραίους, αφού η παράτολμη ενέργειά τους, είχε ήδη γίνει γνωστή σέ ολόκληρη τήν Ευρώπη καί κυρίως στή Γαλλία, όπου η κοινή γνώμη ήταν εξοργισμένη μέ τό γαλλικό πολεμικό πλοίο πού είχε ρίξει βολές κατά τού πλοίου τού Κανάρη.

Τήν ίδια εκείνη περίοδο, έγινε μία άλλη παράτολμη ενέργεια εκ μέρους τών Ελλήνων, αυτή τή φορά στήν Κρήτη, η οποία ήταν πλημμυρισμένη από τακτικό αιγυπτιακό στρατό. Ο Εμμανουήλ Αντωνιάδης καί ο Δημήτριος Καλλέργης, γόνος τού άρχοντα τού Μυλοποτάμου Αλεξίου Καλλέργη πού είχε επαναστατήσει κατά τών Ενετών τό 1283, ναύλωσαν μικρά πλοιάρια στή Μονεμβασιά καί ξεκίνησαν γιά τό νησάκι Γραμβούσα, πού βρίσκεται στό δυτικό άκρο τής Κρήτης, στόν κόλπο Κισσάμου. Τήν 1η Αυγούστου 1825, αποβιβάστηκαν απέναντι από τήν Γραμβούσα καί ο Καλλέργης έστειλε μερικούς Σφακιανούς, μέ αρχηγό τόν Βρατσόλη, πού γνώριζαν τά τουρκικά, στήν παραλία γιά νά τούς δούν από τό νησάκι. Οι Σφακιανοί προσποιήθηκαν ότι αποτελούσαν τή νέα φρουρά τού κάστρου καί άρχισαν νά μιλούν τουρκικά δίνοντας ο ένας στόν άλλον μουσουλμανικά ονόματα. Ο φρούραρχος πού είχε βγεί μαζί μέ τήν γυναίκα του γιά νά τούς προϋπαντήσει, τούς έβαλε σέ μία μεγάλη βάρκα καί όλοι μαζί ξεκίνησαν γιά τό νησί. Στήν πορεία, όμως κάποιος Κρητικός φώναξε τόν σύντροφό του "Γιάννη" καί τό πρόσεξε η Τουρκάλα, αλλά ήταν πλέον αργά. Μέ τήν απειλή τού όπλου, ο φρούραρχος έδωσε εντολή στή φρουρά νά ανοίξει τίς πύλες τού κάστρου καί νά τό παραδώσει. Κατόπιν ήρθε καί ο Καλλέργης μέ τούς άνδρες του πού ήταν κρυμμένοι στήν απέναντι ακτή καί αφού άφησαν ελεύθερους τούς αιχμαλώτους, κατέλαβαν τό φρούριο τής Γραμβούσας. Τό συγκεκριμένο κάστρο θά ήταν τό μοναδικό πού θά κατείχαν οι Έλληνες στήν Κρήτη, καθ' όλη τή διάρκεια τής επανάστασης.


Θάνατος Μπουμπουλίνας



Ένα ακόμα θλιβερό γεγονός πού ήρθε νά προστεθεί στά δεινά πού έφερε τό έτος 1825, ήταν ο θάνατος τής ατρόμητης Σπετσιώτισσας καπετάνισσας, τής Μπουμπουλίνας. Δυστυχώς ο θάνατος προήλθε όχι από βόλι τούρκικο αλλά από βόλι ελληνικό. Παραθέτω τό τέλος τής ηρωΐδας όπως τό περιγράφει τό Μουσείο Μπουμπουλίνας στόν σχετικό δικτυακό τόπο.


Μπουμπουλίνα





«Μετά τήν πτώση τού Ναυπλίου στίς 30 Νοεμβρίου τού 1822, η Μπουμπουλίνα εγκαθίσταται εκεί γιά περίπου δύο χρόνια, σέ κλήρο γής πού τής παραχωρείται από τό κράτος σάν αντάλλαγμα τών υπηρεσιών της πρός τό Έθνος. Πρός τά τέλη τού 1824 η χώρα σπαράζεται από τά δεινά τού δεύτερου καί καταστροφικότερου εμφυλίου. Η κυβέρνηση τών Κοτζαμπάσηδων τών νησιών (κυβέρνηση Κουντουριώτη) υπερισχύει τού Συνασπισμού τών Καπεταναίων καί τών Στρατιωτικών τής Πελοποννήσου. Ο Πάνος Κολοκοτρώνης, τότε φρούραρχος τού Ναυπλίου δολοφονείται καί ο ίδιος ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης συλλαμβάνεται καί κατόπιν φυλακίζεται μέ άλλους οπλαρχηγούς στόν Προφήτη Ηλία, μοναστήρι τής Ύδρας.

Η Μπουμπουλίνα αντιδρά στή σύλληψη τού Κολοκοτρώνη καί ζητά τήν αποφυλάκισή του. Κρίνεται επικίνδυνη από τό κυβερνών κόμμα καί συλλαμβάνεται δύο φορές από τό Υπουργείο Αστυνομίας μέ εντολή νά φυλακιστεί. Έγγραφη διαμαρτυρία της, υπάρχει στά Γενικά Αρχεία τού κράτους πρός τό τότε Βουλευτικό Σώμα. Τελικά η Μπουμπουλίνα σχεδόν εξορίζεται στίς Σπέτσες, αφού χάνει καί τόν κλήρο γής πού τής είχε παραχωρήσει τό κράτος στό Ναύπλιο.

Ο Φεβρουάριος τού 1825 βρίσκει τή Μπουμπουλίνα νά ζεί στό σπίτι της στίς Σπέτσες, άνευ σχεδόν περιουσίας, πικραμένη μέ τίς έριδες τών πολιτικών καί τήν έκβαση τού αγώνα. Στίς 12 Φεβρουαρίου αποβιβάζεται σχεδόν ανενόχλητος στην Πελοπόννησο ο Ιμπραήμ μέ 4400 άντρες, δύναμη πού οι Έλληνες ευκολότατα μπορούσαν νά κατατροπώσουν εάν δέν σπαράσσονταν τότε μεταξύ τους από τόν δεύτερο εμφύλιο πόλεμο. Η δύναμη αυτή τού Ιμπραήμ, ήταν τό προγεφύρωμα τής κύριας εισβολής πού ακολούθησε καί είχε σάν αποτέλεσμα τήν ανακατάληψη από τούς Τούρκους τού μεγαλύτερου καί πάλι μέρους τής Πελοποννήσου καί τή σφαγή καί τυραννία τού πληθυσμού της γιά σχεδόν ακόμη τρία χρόνια. Μετά τήν αποβίβαση τού Ιμπραήμ, οι πολιτικοί τρομοκρατημένοι βγάζουν τόν Κολοκοτρώνη από τήν φυλακή καί τού αναθέτουν τήν αρχιστρατηγία.

Η φιλοπατρία τής Μπουμπουλίνας υπερισχύει όλων τών άλλων συναισθημάτων της, τής πικρίας της δηλαδή, καί ενώ κάνει πάλι προετοιμασίες για νά λάβει μέρος στόν καινούργιο αγώνα εναντίον τού Ιμπραήμ, έρχεται τό αναπάντεχο τέλος της. Η ηλιοκαμένη κόρη τής θάλασσας πέφτει νεκρή από σπετσιώτικο βόλι, στις 22 Μαΐου 1825 στό σπίτι τού πρώτου άντρα της, τού Γιάννουζα. Αιτία; Μία λογομαχία της μέ άτομα από τήν οικογένεια Κούτση, λόγω τής απαγωγής τής κόρης τού Χριστόδουλου Κούτση, Ευγενίας, από τόν γιό τής Μπουμπουλίνας Γεώργιο Γιάννουζα. Τά σκληρά καί αμείλικτα λόγια τής Καπετάνισσας είναι αρκετά γιά νά οπλίσουν τελικά τό χέρι, τού αγνώστου λόγω σκότους, δολοφόνου.

Ήταν λοιπόν τραγικό καί άδοξο τό τέλος αυτής τής γυναίκας πού μέσα της ξεχείλιζε, πιό ισχυρή από όλα τά άλλα, η αγάπη γιά τήν πατρίδα. Τό όνομά της τού οποίου η φήμη απλώθηκε σέ όλο τόν κόσμο καί συνδέθηκε τόσο μέ τήν πολιορκία τού Ναυπλίου, αντηχεί ακόμα επάνω από τόν κρότο τών τηλεβόλων.»


Μουσείο Μπουμπουλίνας




Θυσία στό Μανιάκι (20 Μαΐου 1825)



Η λαίλαπα πού ήρθε από τό Μισίρι (Αίγυπτο) έβγαλε τόν Παπαφλέσσα (Γρηγόριο Δικαίο) από τό λήθαργο. Τό προηγούμενο έτος είχε αναμιχθεί ενεργά στόν εμφύλιο πόλεμο καί είχε ταχθεί στό πλευρό τού Κωλέττη. Αναδείχθηκε σέ έναν από τούς μεγαλύτερους διώκτες τού Θεόδωρου Κολοκοτρώνη, ενώ είχε απειλήσει ότι θά καταστρέψει τά χωριά τής Καρύταινας πού έμεναν πιστά στόν Γέρο τού Μωριά. Καί όλα αυτά τά έκανε εκ τών υστέρων, αφού αρχικά είχε ταχθεί μέ τό μέρος τών στρατιωτικών. Στήν πορεία όμως άλλαξε στρατόπεδο καί πήγε μέ τό μέρος τών πολιτικάντηδων, γεγονός πού τού αποδίδει τεράστια ευθύνη γιά τίς συμφορές πού θά επέφερε στόν Μοριά ο Ιμπραήμ μέ τούς αραπάδες του.

Η συντριβή τών ελληνικών δυνάμεων από τόν αραβικό στρατό, έκανε τόν Υπουργό Εσωτερικών νά ξαναβρεί τόν παλιό του εαυτό, τόν "μπουρλοτιέρη τών ψυχών" καί ήταν αυτός ο πρώτος πού απαίτησε τή χορήγηση αμνηστίας στούς φυλακισμένους καί τούς διωγμένους οπλαρχηγούς καί τήν άμεση απόδοση τής αρχιστρατηγίας στόν Θεόδωρο Κολοκοτρώνη. Αφού παράτησε τό Ναύπλιο τών ραδιουργιών τού Κωλέττη καί τού Μαυροκορδάτου, έτρεξε στόν Μοριά γιά νά εμψυχώσει τούς Έλληνες καί νά τούς ξεσηκώσει. Ήταν μία αποστολή χωρίς γυρισμό.


«Περί τά τέλη δέ Απριλίου 1825 ανεχώρησεν ο Φλέσσας από τό Ναύπλιον εις Τρίπολιν, συνοδευόμενος υπό τών οικείων του. Καθ' οδόν απήντησε τόν Καρατάσσον κατά τόν Αχλαδόκαμπον, γνωστόν καπετάνιον καί επίσημον μέ τούς Μακεδόνας καί λοιπούς, καί τινας καπεταναίους τής Στερεάς, φυγόντας από τό στράτευμα τού Γεωργίου Κουντουριώτου. Τούς καπεταναίους τούτους ο Φλέσσας πολύ παρακάλεσε νά επιστρέψουν διά νά συστήση εκ νέου τό στρατόπεδον, αλλ' εστάθη αδύνατον νά εισακουσθή. Μάλιστα ούτοι τού είπον πολλά παράπονα κατά τών Πελοποννησίων, ότι τάχα οι σύντροφοι τούς παρήτησαν, καί άλλοι τούς έβαλαν τό τουφέκι διά νά τούς πάρουν τά ζώα τους, καί τά χαλκώματα καί άλλα πράγματά των, τά οποία είχον λαφυραγωγήσαντες τήν Πελοπόννησον.

Ιδών δέ ο Φλέσσας ότι δέν κατορθώνει τίποτε τούς είπεν:

- "Αν δώση ο Θεός καί έβγω πέρα, όπου καί άν πάτε θά σάς εύρω."

Ηγανάκτησε πολύ εναντίον τους, καί τούς είπε αχαρίστους, διότι παρήτησαν τήν πατρίδα εις τήν διάκρισιν τού Ιμβραΐμ, καί προσέτι αυτόν τόν ίδιον, όστις τούς είχε κάμει πολλάς ευεργεσίας, καί συντρόφους πολιτικούς τούς είχεν εις τό κόμμα τού Κουντουριώτου, καί διά τούτων κατεδίωξαν τούς στρατιωτικούς τής Πελοποννήσου, τούς λεγομένους αντάρτας, επίθετον παλαιότερον, τό οποίον πρώτος ο Μαυροκορδάτος απέδωκεν εις τόν Βαρνακιώτην.

Φθάσας δέ εις Τρίπολιν, έμεινεν εκεί τρείς ημέρας, περιμένων τούς διαταχθέντας καπεταναίους νά έλθουν. Ήλθον λοιπόν οι εξής καπεταναίοι τού Άργους, ο Πάνος Πανανικολάου Οικονόμου, ο Αδριανός Νέζος από Κουτσοπόδι καί ο Κωνσταντής Κακάνης, έχοντες έως 150 στρατιώτας. Έπειτα ήλθεν ο Αλέξιος Νικολάου Λεβιώτης (από τό Λεβίδι), έχων καί αυτός 50 στρατιώτας. Τούτον διώρισεν υπασπιστήν του εις τήν εκστρατείαν. Ήλθεν προσέτι καί ο περίφημος παπά Γιώργης Πουρνάρας από τό Περιθώρι, έχων καί αυτός έως 70 στρατιώτας. Μετά τούτον έλθεν ο Γιάννακας από ταίς Κερασιαίς, έχων έως 100 στρατιώτας. Ενταύθα ήλθεν ο Λάμπρος Ριζιώτης, και άλλοι από τήν πεδιάδα τής Τριπόλεως, έχοντες περί τούς 80 στρατιώτας. Έλαβε δέ μεθ' εαυτού καί τόν Παναγιώτην Στάϊκον μετά 20 Τριπολιτών, έχων πρός τούτοις εις τήν συνοδείαν του τόν Γιαννάκην, υιόν τού γνωστού καί επισήμου Εμμανουήλ Παππά από τάς Σέρρας, έχοντα 50 στρατιώτας. Εϊχε δέ πρός τούτοις καί τόν Κωνσταντίνον Περγαμελήν, έχοντα καί αυτόν 40 στρατιώτας, καί τόν Γεώργιον Μητρόπουλον από Κανδύλαν (Κανδήλα αρκαδίας) μέ 30 Κανδυλιώτας.

Εκ τής Τριπόλεως εξεστράτευσεν εις Λεοντάριον, καί καθ' οδόν απήντησε τόν ανεψιόν του Δημήτριον Ηλία Φλέσσαν, εις τόν οποίον παρήγγειλε πρίν ν' αναχωρήση από τήν πολιορκίαν τών Πατρών, έχοντα καί τούτον έως 150 στρατιώτας. Μεγαρείς, Δερβαινοχωρίτας καί τινας Σαμπαζιώτας. Εις τό Λεοντάριον έμεινε δύο ημέρας, εκεί ήρχοντο οι καπεταναίοι τής επαρχίας εκείνης, από τήν οποίαν κατήγετο. Ήλθεν ο Αναστάσιος Κουμουνδούρος, ο Δήμος Αλεξόπουλος, ο καί Δημαράς επονομαζόμενος, ο Χρίστος Πατρινέλης καί άλλοι πολλοί από τά χωρία καί από τόν Κραμποβόν (Καστανοχώρι Αρκαδίας), μετά 150 στρατιωτών.

Εκείθεν δέ διευθύνθη εις Λάκκους Μεσσηνίας, όπου τόν ηκολούθησαν ο Γέωργιος Μπούτος από Μελιγαλά, έχων καί αυτός έως 50 στρατιώτας, τόν παρηκολούθησε καί ο Καρακίτσος από τό χωρίον Κατσαρού μέ ολίγους στρατιώτας. Εκείθεν δέ εκίνησε διά τού Φουρτζάλα, καί καθ' οδόν απήντησε τούς προσκυνημένους Έλληνας τών Παλαιοναβαρίνων (αυτούς πού παρέδωσαν τό Παλαιόκαστρο) αόπλους, ως ερρέθη. Εις δέ τόν Άγιον Φλώρον απήντησε τήν φρουράν τού Νεοκάστρου, ήτις είχε προσκυνήσει καί παραδώσει τό φρούριον εις τόν Ιμβραΐμ, ο οποίος τούς επέρασεν επί τών πλοίων του εις Καλάμας (Καλαμάτα), κατά τήν μεταξύ τών γενομένην συνθήκην.

Τούτων δέ γινομένων διεδόθη είδησις ότι οι Τούρκοι ετοιμάζονται πρός εκστρατείαν. Τότε ο Φλέσσας ηρώτησε τούς εντοπίους ποίος τόπος, βουνόν ή χωρίον είναι υψηλόν ώστε νά βλέπη τό Νεόκαστρον, καί όλοι τού είπον ότι είναι τού Πεδεμένου καί Μανιάκη


Βίος τού Παπαφλέσσα - Φωτάκου 1868



Ο Παπαφλέσσας διέσχισε τήν Αρκαδία καί τή Μεσσηνία καί σέ κάθε χωριό πού σταματούσε έσπευδαν ένοπλοι νά τόν ενισχύσουν. Όλοι οι οπλαρχηγοί τής περιοχής ένωσαν τίς δυνάμεις τους μέ τόν αρχιμανδρίτη καί οι Έλληνες κατάφεραν νά συγκεντρώσουν τελικά 2000 άνδρες. Οι γέροι καί οι γυναίκες, κουβαλώντας τά παιδιά καί τά ζώα τους, είχαν βρεί καταφύγιο στά βουνά καί στίς σπηλιές. Οι Μανιάτες όμως είχαν χάσει τόν παλιό τους εαυτό. Ο Πετρόμπεης Μαυρομιχάλης, πού έπασχε από ποδάγρα καί δέν μπόρεσε νά συναντήσει τόν Παπαφλέσσα, τού έστειλε επιστολή μέ τήν οποία τού εφιστούσε τήν προσοχή γιά τόν Ιμπραήμ, ο οποίος διέθετε ανώτερα στρατεύματα από αυτά πού είχαν έρθει μέχρι τώρα νά σβήσουν τήν επανάσταση. Τόν παρομοίαζε μέ νέο Πύρρο τής Ηπείρου πού διέθετε τό καλύτερο πυροβολικό τής εποχής υπό τήν εποπτεία Γάλλων αξιωματικών.

Ο Αρχιμανδρίτης, από τή Φρουτζάλα (Θουρία Μεσσηνίας) έφθασε στό χωριό Δραΐνα Μεσσηνίας καί εκεί έλαβε γράμμα από τόν αδελφό του τόν Νικήτα πού τόν συμβούλευε νά πιάσει ορεινές θέσεις καί νά περιμένει εκεί τόν Ιμπραήμ. Τού έλεγε επίσης νά φροντίσει νά έχει στίς πλάτες του τήν Μάνη, ώστε νά γλυτώσει σέ περίπτωση ήττας από τούς τουρκαραπάδες. Ο αρχιμανδρίτης τού έστειλε επιστολή μέ τήν οποία τόν πληροφορούσε ότι ήταν αποφασισμένος νά μείνει νά πολεμήσει καί νά πεθάνει γιά τήν ελευθερία τής πατρίδος. Ο Νικήτας Δικαίος μιλούσε μέ τή λογική καί είχε δίκιο όταν προέτρεπε τόν αδελφό του νά υποχωρήσει. Αλλά η Ιστορία δέν γράφεται μέ τή λογική καί ο Παπαφλέσσας τό γνώριζε αυτό. Τού τό είχε πεί μιά μέρα πρίν καί η σπάλα τού αρνιού, στήν οποία είχε διαβάσει τή λέξη "θάνατος".


«Από τή Φρουτζάλα τραβά στή Δραΐνα, ίσαμε εφτά ώρες δρόμο. Εκεί παίρνει γράμμα από τόν αδελφό του Νικήτα όπου σ' αυτό τού έλεγε πώς δέν έπρεπε, πρίν συγκεντρώσει όσες πιότερες δυνάμεις μπορούσε, νά περάσει τά Κοντοβούνια, μά νά κράταγε τίς ορεινές θέσεις στά βουνά τής Καλαμάτας γιά νάχει έτσι πίσω του ανοιχτό δρόμο πρός τή Μάνη. Ο Παπαφλέσσας τού αποκρίνεται:

"Νικήτα,

Έλαβα τήν επιστολήν σου καί εις απάντησιν σού λέγω ότι δέν είμαι σάν καί σέ καί σάν τόν κουμπάρο σου τόν Παναγιώτη Κεφάλα, όπου τρέχετε από ράχη σέ ράχη στούς Αηλιάδες.

Εγώ άπαξ ωρκίσθην νά χύσω τό αίμα μου εις τήν ανάγκην τής πατρίδoς, καί αυτή είναι η ώρα. Εύχομαι δέ εις τόν Θεόν η πρώτη μπάλα τού Ιμπραήμ νά μέ πάρει εις τό κεφάλι, διότι σάς γράφω νά ταχύνετε τόν ερχομόν σας καί σείς μού γράφετε κoυρoυφέξαλα.

Νικήτα, πρώτη καί τελευταία επιστολή μου είναι αυτή. Βάστα την νά τήν διαβάζης καμμία φορά νά μέ θυμάσαι καί νά κλαίς.

Παπαφλέσσας"


Είναι φανερό, από τό γράμμα αυτό, πώς ο Παπαφλέσσας είχε συνείδηση πώς τράβαγε στό χαμό του. Ο στρατός του ανέβαινε τώρα σέ 1500 άντρες. Δύναμη βέβαια ολότελα ασήμαντη γιά ν' αντιβγεί στ' ασκέρι τού Ιμπραήμ. Μά νά, παίρνει ευχάριστες ειδήσεις: από τόν Δημήτρη Πλαπούτα από τόν Αετό (χωριό τής Μεσσηνίας) πώς έρχεται νά τόν συντρέξει μέ 1600 νοματαίους, από τούς καπεταναίους τής Αρκαδίας, από τό χωριό Μάλι, εφτά ώρες δρόμο από τή Δραΐνα, πώς βρίσκονταν εκεί μέ 2000 αγωνιστές, από τόν αδερφό του Νικήτα Δικαίο πώς έφτασε στή Φρουτζάλα κι ερχόταν μέ 700 νοματαίους κι από τόν Ηλία Καζάκο από τήν Καλαμάτα πώς είχε κάτω από τίς προσταγές του 1000 πολεμιστές. Όλοι μαζί ίσαμε 5000.

Όσο κι άν τούς αριθμούς αυτούς τούς λογαριάσουμε παραφουσκωμένους, στεκόταν σημαντική επικουρία, όπως τά στρατεύματα κι εμπειροπόλεμα ήταν καί είχαν καί άξιους αρχηγούς. Τί θά έπρεπε λοιπόν νά κάνει ο Παπαφλέσσας; Ό,τι θά έκανε κι όποιος άλλος πολεμάρχης νά καρτερέψει στά ορεινά τίς δυνάμεις αυτές πού ερχόταν σέ βοήθειά του. Κι όμως έπραξε τ' αντίθετο.

Τή στιγμή πού ο Παπαφλέσσας ετοιμαζόταν νά φύγει από τή Δραΐνα φτάνουν σέ βοήθειά του ο Ηλίας Κέρμας μέ 120 Κοντοβουνίσιους, ο Θανασούλας Καπετανάκης μέ 80, ο Παναγιώτης Κεφάλας μέ 20, ο Πιέρος Βοϊδής Μαυρομιχάλης κι ο Ηλίας Τσαλαφατίνος από τό Οίτυλο μέ 120 Μανιάτες, ο Σταυριανός Καπετανάκης μέ 20, ο Παναγιώτης Λίβας από τά Αρφαρά, ο Αναγνώστης Μπιτσιάνης από τήν Πολιανή κι ο αδερφός του Γιώργης Δικαίος μέ 80. Έτσι όταν έφτασε στό Μανιάκι ο Παπαφλέσσας είχε μαζί του ίσαμε 2000 άντρες.

Τήν άλλη μέρα τό πρωί έταξε καραούλια (σκοπιές) στό βουνό Μαμλαβά, πάνω από τό χωριό Βλαχόπουλο, απ' όπου βλέπανε όλο τόν κάμπο καί πρός τό Ναβαρίνο. Έπειτα κοίταξε μέ τούς άλλους καπεταναίους τίς θέσεις, λίγο πιό ψηλά από τό χωριό Μανιάκι, όπου λογάριαζε νά ταμπουρωθούν γιά ν' αντικρούσουν τόν εχθρό. Κατά τό δειλινό τά καραούλια κάνανε σημεία πώς ο στρατός τού Ιμπραήμ φάνηκε καί τράβαγε γιά τά Χίλια Χωριά. Ο Παπαφλέσσας τότε πρόσταξε ν' ανάψουν όσες μπορούσαν πιότερες φωτιές γιά νά νομίσει ο εχθρός πώς δυνατό καί πολυάριθμο ήταν τό στρατόπεδό μας. Πραγματικά ο Ιμπραήμ σταμάτησε καί πέρασε τή νύχτα στά Χίλια Χωριά.

Τήν άλλη μέρα τό πρωί, 20 Μαΐου 1825, οι δικοί μας άρχισαν νά φτιάνουν τρία ταμπούρια. Τό πρώτο, τό πιό βορεινό, θά τό έπιανε ο Παπαφλέσσας, τό δεύτερο ο ανεψιός του Δημήτρης Φλέσσας καί τό τρίτο, τό πιό νότιο, ο Πιέρος Βοϊδής μέ τούς Μανιάτες. Έπειτα από δυό ώρες πού βγήκε ο ήλιος τ' ασκέρι τού Ιμπραήμ έφτασε στό βουνό πάνω από τό χωριό Σκάρμιγκα (Μεταμόρφωση Σωτήρος), μισή ώρα δρόμο από τά ταμπούρια μας.

"Αφού οι Έλληνες είδαν τό πολυπληθές στράτευμα τών Τούρκων, τό οποίον εσκέπασεν όλον τόν τόπον, όσον βλέπει τό μάτι τού ανθρώπου, ενταύθα άρχισαν νά μουρμουρίζουν καί κάποιος είπεν ότι:

- Έχετε άλoγoν, καβαλάτε ύστερον καί φεύγετε !..."

Τ' ακούει ο Παπαφλέσσας κι αμέσως φωνάζει τόν γραμματικό του Τισαμενό καί τόν προστάζει νά πάρει τ' άλογά του κι όλους τούς ψυχογιούς του εξόν από τόν Μιχάλη Σταϊκόπουλο καί νά πάει στήν αντικρινή ράχη. Μά νά, κάμποσοι στρατιώτες, λογαριάζοντας πώς ήταν χαμένοι άν έμεναν στά πόστα πού κράταγαν, πέφτουν στό Κρυόρεμα κι αρχίζουν νά λακάνε. Τό σκάζει τότε, μ' όλους τούς δικούς του, κι ο Σταυριανός Καπετανάκης.

"Τούτον δέ βλέποντες καί άλλοι φεύγοντας παρεκινήθησαν καί αυτοί καί εδόθησαν εις φυγήν διά τού αυτού ρεύματος. Έφυγαν δέ υπέρ τούς χιλίους".

Μόλις πρόλαβαν νά ξεφύγουν καί κινήθηκε η καβαλαρία τού Ιμπραήμ. Μπήκε, από τά δεξιά, στό ρέμα καί προχώρησε πέρα από τό ταμπούρι πού κράταγε ο Παπαφλέσσας. Από τ' αριστερά χωρίστηκε σέ δυό κολόνες. Εκείνη πού τράβηξε πιό δυτικά είχε σκοπό νά εμποδίσει τυχόν επικουρίες πού θάφταναν. Οι δικοί μας βρίσκονταν πιά κυκλωμένοι.

Διατάζει νά μετρήσουν πόσοι είχαν απομείνει καί βρίσκονται λιγότεροι από χίλιοι. Καθώς ήταν συναγμένοι τούς βγάζει φλογερό λόγο θυμίζοντάς τους τίς νίκες στό Βαλτέτσι, στό Λεβίδι, στή Γράνα, στά Βέρβενα καί τήν καταστροφή τής στρατιάς τού Δράμαλη.

- "'Οπου νάναι φτάνουν, δεκαπέντε χιλιάδες πατριώτες σέ βοήθειά μας, ο Πλαπούτας κι όλοι οι Αρκαδινοί, ο αδερφός μου Νικήτας, ο Καζάκος κι άλλοι Μανιάτες. Σέ μία ώρα θάναι εδώ. Θά τριγυρίσουν τ' ασκέρι τού Ιμπραήμ καί θά τό χτυπάνε από τίς πλάτες. Αδέρφια! η πατρίδα καρτεράει από μάς νά δοξαστεί ξανά από τή νίκη μας!"

Μά πρίν καλά καλά τελειώσει τήν ομιλία του, μερικοί από τούς καπεταναίους παρακινούσαν τόν ανεψιό του Δημήτρη νά τού πεί νά κάνουνε γιουρούσι καί διασπώντας τίς γραμμές τής εχθρικής καβαλαρίας νά γλιτώσουν όσοι τούς ευνοήσει η τύχη. Τόν σιμώνουν τέλος ο Κεφάλας κι ο Παπά - Γιώργης, γνωστοί καί οι δυό γιά τήν παλικαριά τους, καί τού λένε, από μέρος όλων τών καπεταναίων, πώς αυτή στεκόταν η τελευταία τους ευκαιρία νά σωθούν. Τότε ο Παπαφλέσσας αποκρίνεται στόν Κεφάλα:

- "Έχασα τίς ελπίδες πού στήριζα πάνω σου. Καί μαζί μ' αυτές καί τήν υπόληψη πού είχα γιά σένα."

Έπειτα γυρνά, πιάνει τόν Παπαγιώργη από τά γένια καί τραβώντας τά τού λέει:

- "Μού τά ντρόπιασες, Παπαγιώργη!»


Φωτιάδης Δημήτριος - Επανάσταση τού 1821



Ο Παπαφλέσσας, παρά τούς ενδοιασμούς τών υπολοίπων ήταν αποφασισμένος νά δώσει τήν τελική μάχη μέ τόν Ιμπραήμ. Ρώτησε τούς χωρικούς από ποιό σημείο μπορούσε νά βλέπει τό Νεόκαστρο καί εκείνοι τού έδειξαν έναν λόφο στή θέση Μανιάκι. Πράγματι ανέβηκε στόν λόφο καί αφού τόν επιθεώρησε αποφάσισε νά τόν οχυρώσει. Εν τώ μεταξύ, δέν σταμάτησε νά στέλνει επιστολές, ζητώντας ενισχύσεις, οι οποίες ήλπιζε νά κτυπήσουν από τά νώτα τόν εχθρό. Σέ όλους μιλούσε μέ μεγάλα λόγια όπως συνήθιζε, γιά νά τούς ανυψώσει τό ηθικό, λέγοντάς τους ότι όπου νάναι φτάνουν 2000 άνδρες μέ τόν Δημήτριο Πλαπούτα, τόν Ηλία Καζάκο καί τόν αδελφό του Νικήτα γιά νά βάλουν στή μέση τούς Αραπάδες καί νά τούς λιανίσουν.

Όταν ο Ιμπραήμ έφθασε στά Χίλια Χωριά γιά νά διανυκτερεύσει, ο Παπαφλέσσας έδωσε εντολή στούς άντρες του νά ανάψουν φωτιές στούς λόφους γιά νά νομίσουν οι εχθροί ότι τό στρατόπεδο ήταν μεγάλο. Οι άντρες τού Παπαφλέσσα ήξεραν ότι δέν υπήρχε ελπίδα καί η ατμόσφαιρα στό ελληνικό στρατόπεδο ήταν πένθιμη. Ήδη είχαν φύγει κρυφά οι περισσότεροι άνδρες παρασυρόμενοι από τόν Σταυριανό Καπετανάκη, μέ αποτέλεσμα νά έχουν πιά απομείνει λιγότεροι από τούς μισούς. Κανείς δέν τολμούσε νά παρουσιαστεί μπροστά στόν Παπαφλέσσα καί νά τού πεί νά φύγουν όσο είναι ακόμα καιρός εκτός από τόν Παναγιώτη Κεφάλα καί τόν παπά Γιώργη. Ο Παπαφλέσσας τούς μίλησε απότομα καί όταν σταμάτησε τόν λόγο του, ο Μανιάτης Βοϊδής είπε:

- "Πάμε στά ταμπούρια μας κι όποιος θά μείνει γιαμά, ας ακούει τών γυναικών τά μοιρολόγια!"

Ο αρχηγός, όταν άκουσε κάποιους νά ψιθυρίζουν ότι όσοι έχουν άλογα μπορεί καί νά τούς εγκαταλείψουν, έδωσε εντολή στόν γραμματικό του Τισαμενό νά πάρει όλα τά άλογα καί νά τά πάει σέ μία ρεματιά γιά νά τά ποτίσει. Ο νεαρός γραμματέας τού Παπαφλέσσα πρόλαβε καί έφυγε από τή ρεματιά πρίν βρεθεί αποκλεισμένος από τό αιγυπτιακό ιππικό. Οι υπόλοιποι ταμπουρώθηκαν σέ τρείς σειρές οχυρώσεων. Στήν πρώτη σειρά τοποθετήθηκε επικεφαλής ο ανιψιός του, ο Δημήτριος Φλέσσας, μέ τούς Μεσσηνίους, στή δεύτερη ο Βοϊδής Μαυρομιχάλης μέ τούς Μανιάτες καί στό τρίτη πού βρισκόταν βορειότερα καί ήταν η πιό εκτεθειμένη, έμεινε ο ίδιος μέ τά παλληκάρια του.





Στίς 20 Μαΐου 1825, ο Ιμπραήμ έφθασε απέναντι από τούς Έλληνες καί αμέσως έδωσε εντολή στό ιππικό του νά τούς περικυκλώσει, ώστε νά αποκλείσει κάθε έξοδο διαφυγής. Μετά πήρε τό τηλεσκόπιό του καί άρχισε νά παρατηρεί τά αδύνατα σημεία τής άμυνας, έχοντας πάντα στό πλευρό του τόν Γάλλο εξομώτη Σουλεϊμάν μπέη. Ο Παπαφλέσσας όρθιος καί φορώντας τήν περικεφαλαία του, γυρνούσε στά ταμπούρια εμψυχώνοντας τούς άντρες πού δέν τόν είχαν εγκαταλείψει καί οι οποίοι δέν ξεπερνούσαν τούς 900 σέ αριθμό. Τούς φώναζε ότι πλησίαζε η βοήθεια καί ότι σίγουρα θά νικήσουν. Εάν ό μή γένοιτο καί έχαναν από τόν εχθρό, τούς είπε ότι αυτή τή μάχη πού θά έδιναν θά τήν αποκαλούσε αργότερα η Ιστορία: "Λεωνίδειον μάχην".


«"Αδελφοί! εάν μετά τήν μάχην αυτήν δέν ανταμωθώμεν εδώ ζώντες θέλομεν ανταμωθή εις τόν άδην, ενώπιον δέ τού Υψίστου θέλομεν ομολογήσει ότι εξεπληρώσαμεν τό πρός τήν πατρίδα καί τήν πίστιν χρέος μας, καί ως δίκαιος θέλει μάς κατατάξει μετ' εκείνων τών ενδόξων μαρτύρων, οίτινες έχυσαν τό αίμα τους υπέρ πίστεως."

'Εχων δέ τά όπισθέν του πρός τό μέρος τών εχθρών, τό δέ πρόσωπον του πρός τό μέρος τών Ελλήνων, άμα ότε ηκούσθη ο κρότος τών τυμπάνων τής μάχης, γελών καί μέ πρόσωπον χαρίεν ευθύς ετοποθετήθη εις τόν προμαχώναν του. Μετά δέ τούς λόγους αυτούς αφ' ού κατεφίλησε τούς καπιτάνους καί τούς οπλαρχηγούς όλους κατέλαβεν έκαστος τήν θέσιν του.

Αλλ' όταν οι εχθροί ήρχισαν νά πλησιάζωσιν εις τούς προμαχώνας τών Ελλήνων, καί ο τών τυμπάνων κρότος ηχούσε αδιακόπως, τό δέ βάδισμα τού εχθρικού στρατού πεζών τε καί ιππέων, ο χρεμετισμός τών ίππων, καί τά λοιπά επαρουσίαζον μίαν τρομεράν θέαν εις τούς ορώντας, οίτινες ενόμιζον ότι καί η γή εκλονείτο ως από τινος σεισμού, ώστε αι στιγμαί εκείναι μόναι ήσαν ικαναί νά φέρωσιν εις τήν εσχάτην δειλίαν καί τόν πλέον γενναίον Έλληνα.

Ο δέ Ιμπραχήμης, μετ' ολίγον έκαμε τό σημείον τής μάχης, καί ευθύς κατά πρώτον έλαβον έναρξιν νά μάχωνται τά άτακτα στρατεύματα πρώτον μέ τό σώμα τών 650 Αρκαδίων, εις τά οποία οι Έλληνες ανθίσταντο μέ απαραδειγμάτιστον καρτερίαν καί γενναιότητα, φονεύοντες καί πληγώνοντες πλήθος εξ αυτών, ο δέ Ιμπραχήμης, θεωρών τήν θραύσιν καί τόν αφανισμόν τών στρατιωτών του, έκαμε σημείον νά επιπέσωσιν επί τών Ελλήνων όλα τά τακτικά καί τά άτακτα στρατεύματα πανταχόθεν, τά οποία καί επέπεσαν, πλησιάσαντος καί τού ιππικού ταυτοχρόνως. Οι δέ τά όπισθεν κατέχοντες αξιωματικοί τού εχθρικού στρατού ξιφήρεις δέν επέτρεπον κανένα νά οπισθοδρομήση, αλλά τόν εθανάτωναν εξ εναντίας, διά νά προχωρούν εμπρός όλοι οι στρατιώται.

Εν τοσούτω κατά τήν στιγμήν εκείνην τής γενικής ορμής του πολυαρίθμου εχθρικού κατ' ολίγων Ελλήνων στρατού, οι Άραβες εφονεύοντο σωρηδόν, σφαζόμενοι παρά τών Ελλήνων ανηλεώς, καί όμως έτρεχον τυφλοίς όμμασιν εις τόν θάνατον, μή δυνάμενοι νά οπισθοδρομήσωσι, φονευόμενοι άλλως παρά τών ιδίων αξιωματικών των, ώστε βεβιασμένοι τελευταίον οι εχθροί επέπεσον εκ τών όπισθεν εις τούς προμαχώνας τών Ελλήνων, ότε καί οι Έλληνες αφήνοντας πλεόν τόν πυροβολισμόν, όσοι εξ αυτών είχον σπαθία καί γιαταγάνια κατέσφαζον τούς εχθρούς.»


Επιτομή τής Ιστορίας τής Αναγεννηθείσης Ελλάδος, Αμβρόσιος Φραντζής 1835, Τόμος Β'



Ξαφνικά άρχισαν νά ηχούν τά τουμπερλέκια καί ακούστηκαν οι δερβίσηδες νά ουρλιάζουν γιά νά εμψυχώσουν τούς στρατιώτες. "Ο Αλλάχ είναι μεγάλος, Θάνατος στούς άπιστους!". Ο Παπαφλέσσας έδωσε εντολή νά μήν πυροβολήσει κανείς, αλλά νά περιμένουν όλοι νά πλησιάσει πολύ κοντά ο εχθρός. Πρώτος έδωσε τή φωτιά, καί ακολούθησαν τά όπλα όλων τών Ελλήνων τά οποία ξέρασαν τό θάνατο, σωριάζοντας εκατοντάδες μουσουλμάνους στό χώμα. Οι Τουρκοαιγύπτιοι καλύφθηκαν καί άρχισαν μέ τή σειρά τους νά πυροβολούν, ενώ τά κανόνια πού χειρίζονταν οι Γάλλοι έστελναν τίς βολές τους εύστοχα στά πρόχειρα οχυρώματα τών Ελλήνων. Στό πρώτο γιουρούσι πήραν μέρος τά άτακτα στρατεύματα τού Ιμπραήμ, όπως συνηθίζονταν καί τά οποία ήταν αναλώσιμα, απλώς γιά νά κουράζουν τόν αντίπαλο. Τά τακτικά καί καλύτερα γυμνασμένα στρατεύματα, ο Αιγύπτιος στρατηγός τά φύλαγε γιά τήν τελική έφοδο. Οι αξιωματικοί, μέ γυμνά τά γιαταγάνια, έκοβαν τά κεφάλια σέ όσους λιγοψυχούσαν καί έτρεχαν πρός τά πίσω.


Παπαφλέσσας


Τό μεσημέρι κάλεσαν οι σάλπιγγες τού εχθρού τόν αιγυπτιακό στρατό νά πάψει τήν επίθεσή του καί ν' αποσυρθεί γιά νά γευματίσει. Πάλι οι καπεταναίοι προσπάθησαν νά αλλάξουν γνώμη στόν Παπαφλέσσα καί πάλι βρήκαν μπροστά τους τήν άρνησή του.

- "Εγώ σάς είπα καί πρώτα καί τώρα σάς τό λέγω τή φευγάλα νά μήν τή βάζετε διόλου στό νού σας, γιατί εμείς χανόμαστε άδικα άν πέσουμε πάνω στή φωτιά τού εχθρού. Έπειτα εμείς καρτεράμε τή βοήθεια πού, καθώς γνωρίζετε, θά φτάσει ώρα τήν ώρα. Παγαίνετε τώρα στά πόστα σας!.. "

Γύρισαν στά ταμπούρια τους καί σέ λίγο ακολούθησε τό δεύτερο γιουρούσι τού εχθρού. Πάλι έφτασαν σέ απόσταση αναπνοής από τούς Έλληνες καί πάλι αναγκάστηκαν νά υποχωρήσουν. Κι ενώ ετοιμάζονταν νά ξεχυθούν σέ τρίτο γιουρούσι, ακούστηκε μία μπαταριά. Ήταν ο Δημήτριος Πλαπούτας πού έφτανε μέ τά παλληκάρια του. Αλλά μία μπαταριά δέν θά πτοούσε τόν Ιμπραήμ, ο οποίος κατάλαβε ότι έρχονταν ενισχύσεις καί έριξε όλες του τίς δυνάμεις πάνω στούς Έλληνες.


«Μετά δέ ταύτα δέν παρήλθε πολύς χρόνος καί διετάχθη η γενική έφοδος τών τούρκων. Δίς ώρμησαν οι εχθροί εναντίον τών οχυρωμάτων, καί δίς απεκρούσθησαν, Ενώ δέ ητοιμάζοντο διά τήν τρίτην έφοδον, ηκούσθησαν τουφεκισμοί από τό μέρος όθεν ήρχετο ο Δημήτριος Πλαπούτας, ήτοι από τό βόρειο μέρος τών οχυρωμάτων. Αφού ο κρότος αυτός ηκούσθη, ευθύς ο ίδιος ο Ιμπραήμ μαζύ μέ τούς υπασπιστάς του καί όλον τό επιτελείον του εμβήκε μέσα εις τόν στρατόν του, καί εβίαζε τούς στρατιώτας νά επισπεύσωσι τήν έφοδον.

Τέσσαραις φοραίς πάλιν ώρμησαν οι τούρκοι εναντίον τών οχυρωμάτων, καί αι έφοδοι εγίνοντο συνεχείς καί αδιάκοποι, έως ού κατόρθωσαν νά πηδήσουν μέσα εις τού αρχιμανδρίτου τό οχύρωμα. Τούτο ιδών ο ανεψιός του Δημήτριος επετάχθη από τό ιδικόν του οχύρωμα καί έτρεξε διά νά βοηθήση τόν θείον του, ο οποίος εκινδύνευεν. Τότε ο Φλέσας τόν διέταξε νά γυρίση γρήγορα εις τό οχύρωμα του διά νά τό κρατήση, καί ενώ εγύρισεν οπίσω καί επλησίασεν εις τό οχύρωμά του, εύρε τούς τούρκους μέσα εις αυτό. Εκεί δέ κτυπών καί κτυπούμενος υπό πολλών τούρκων εχάθη καί αυτός καί οι στρατιώται του, οι οποίοι δέν ηξεύρομεν πόσοι ήσαν, καί άν από αυτούς εσώθησαν καί πόσοι.

Ο σημαιοφόρος του ονομαζόμενος Δημήτριος καί καταγόμενος από τήν Χίον, ιδών ότι οι τούρκοι επήδησαν εις τό οχύρωμα, αμέσως εκατέβασε τήν σημαίαν, έσχισεν αυτήν, έκοψε τό ξύλον, έβαλε εις τό ζωνάρι του τόν Σταυρόν αυτής, εξεσπάθωσε καί μέ τό σπαθί εις τό χέρι έτρεξε εις τό ταμπούρι τού Φλέσσα καί εκεί μέσα τούρκοι. Φεύγει οπίσω, καί ούτω πολεμών καί πολεμούμενος έσχισεν, ως αστραπή τόν τουρκικόν στρατόν καί διεσώθη. Η παληκαριά του είναι αμίμητος. Ο ατρόμητος αυτός Χίος έζη πρό ολίγων χρόνων εις τάς Αθήνας.

Όλα λοιπόν τά σώματα τών τούρκων βιαζόμενα από τόν ίδιον πασά έπεσαν μέσα εις τό οχύρωμα τού αρχιμανδρίτη. Τότε ανακατώθηκαν τούρκοι καί Έλληνες καί έγειναν όλοι ένα. Οι περισσότεροι τούρκοι τού πασά εφόρουν κόκκινα φορέματα, καί ο τόπος όλος εκοκκίνησεν από αυτά καί από τά αίματα. Όσοι εκ τών Ελλήνων ημπόρεσαν καί επήδησαν ή εκρημνίσθησαν έξω από τό οχύρωμα τού αρχιμανδρίτη, άλλοι μέν εμβήκαν εις τό τού Πιέρου Βοϊδή, τό οποίον ακόμη εμάχετο, διότι ήτο τό δυνατώτερον από τά άλλα δύο, καί τό οποίον έπειτα, αφού εχάθησαν εκείνα, τό επολέμησαν οι τούρκοι καί τό εκυρίευσαν. Οι δέ άλλοι καί όσοι εδυνήθησαν νά σωθώσιν από τό τελευταίον οχύρωμα έκαμαν κατά τό μέρος τής Ανδρούσης.

Έπειτα δέ από τήν μάχην καί τήν καταστροφήν ηκούοντο εδώ καί εκεί όπλων κρότοι. Ύστερον δέ όλα τά τουρκικά σώματα εμβήκαν εις τά οχυρώματα. Όλον δέ εκείνο τό μέρος όπου αυτά ήσαν είχε σκεπασθεί από τόν καπνόν τής μάχης. Οι δέ τούρκοι, οι οποίοι ήσαν εις τά οχυρώματα έψαχναν τούς νεκρούς Έλληνας καί τούρκους, καί ελαφυραγώγουν τά όπλα των. Τά όπλα δέ τών Ελλήνων όλα ευρέθησαν κομμάτια, καί τούτο φαίνεται διότι δι' αυτών απέκρουον τάς λόγχας τών επιπιπτόντων εις τά οχυρώματα τούρκων.

Αφού δέ οι τούρκοι ελαφυραγώγησαν τούς φονευθέντας ήρχισαν νά κόπτουν τά αυτία τών νεκρών Ελλήνων διά νά παρουσιάσουν αυτά εις τόν πασάν καί νά λάβωσι τήν συνηθισμένη αμοιβήν. Συνέβη δέ κατά τήν αποκοπήν τών αυτίων πολλάκις οι τούρκοι στρατιώται εμάλωναν μεταξύ των ποίος από αυτούς νά έχη περισσότερα. Ο πασάς μετέβη εις τό οχύρωμα τού αρχιμανδρίτου, εζήτησε καί εύρε τό σώμα του, τό οποίον δέν είχε τήν κεφαλήν. Εβεβαιώθη δέ ο Ιμπραήμ ότι τό ευρεθέν σώμα ήτο τού αρχιμανδρίτου από τόν ψυχογυιόν αυτού Μιχαήλ Σταϊκόπουλον εκ Τριπόλεως.

Αφού δέ ο νεκρός καί η κεφαλή του ευρέθησαν, ο πασάς διέταξε νά τόν σηκώσουν νά τού δέσουν τό κεφάλι εις τόν λαιμόν, νά πλύνωσι τά αίματα από τά γένεια του καί νά τόν επιστηρίξουν είς ένα ξύλον, ώστε νά φαίνεται ότι ίσταται ορθός. Αφού έγειναν όλα αυτά ο νεκρός εφαίνετο ως νά ήτο ζωντανός


Βίος τού Παπαφλέσσα - Φωτάκου 1868



Οι εχθροί πάτησαν πρώτο τό ταμπούρι τού Παπαφλέσσα. Μόλις τό είδε αυτό, ο ανηψιός του Δημήτρης, έτρεξε νά βοηθήσει τόν θείο του, αλλά ο Παπαφλέσσας τόν πρόσταξε νά επιστρέψει στούς άνδρες του. Μά όταν ο Δημήτρης Φλέσσας έφτασε πίσω στή θέση του, αυτή τήν είχαν πατήσει ήδη οι Τούρκοι καί σέ λίγο θά έβρισκε καί ο ίδιος τόν θάνατο μαζί μέ όλους τούς άνδρες του.

Τό ταμπούρι τού Παπαφλέσσα πλημμύρισε καί αυτό από τίς κόκκινες στολές τών Τουρκοαιγυπτίων, καί μαζί μέ τό αίμα τών Ελλώνων όλα φαίνονταν κόκκινα. Οι Έλληνες πλέον πολεμούσαν μέ τά γιαταγάνια τους, τούς υποκόπανους τών όπλων τους καί τίς πέτρες. Ένας ένας έπεφταν γιά νά μήν ξανασηκωθούν ποτέ πιά. O "μπουρλοτιέρης τών ψυχών", αφού άδειασε τίς πιστόλες του σέ δύο Αλβανούς, δέχτηκε πισώπλατα ένα βόλι από τό όπλο ενός άλλου Αλβανού καί έπεσε νεκρός. Αυτόν τόν Αλβανό τόν σκότωσε ο Αναγνώστης Γκότσης, ο οποίος λίγο αργότερα θά έπεφτε καί αυτός νεκρός. Ο ηρωϊκός καί ασυμβίβαστος παπάς θά ταξίδευε γιά τόν Αδη, γιά νά συναντήσει τούς υπόλοιπους αγωνιστές καί φίλους του πού είχαν χαθεί σέ αυτά τά πέντε χρόνια τής επανάστασης από τό τούρκικο σπαθί. Θά χανόταν καί αυτός γιά νά αποκτήσουμε όλοι εμείς ένα κράτος μονοεθνικό, μονοπολιτισμικό, ένα κράτος τού Χριστού χωρίς τζαμιά, ένα κράτος μέ σύνορα, όπου θά κυριαρχεί η δικαιοσύνη, η ισότητα καί η ελευθερία καί θά είμαστε εμείς οι Έλληνες κυρίαρχοι τού τόπου μας καί τής μοίρας μας.

Ο σημαιοφόρος τού Παπαφλέσσα, ο Δημήτρης από τή Χίο, πού είχε δεί τό νησί του ερημωμένο από τό πολυπολιτισμικό καί πολυεθνικό κράτος τού σουλτάνου, γιά νά μήν πέσει η σημαία στά χέρια τού εχθρού, τήν έχωσε στό στήθος του, καί μαζί μέ τό σταυρό τού κονταριού κατάφερε νά ξεφύγει από τόν κλοιό τών μουσουλμάνων. Ο σταυρός τόν προστάτεψε καί μαζί του προστάτεψε καί τίς λεπτομέρειες αυτής τής μάχης, ώστε νά μάς τήν διηγηθεί ο Φωτάκος καί μείς νά τήν διηγηθούμε στά παιδιά μας, εάν μάς τό επιτρέψει ο πολυπολιτισμός τής τηλεόρασης, τών σχολικών βιβλίων καί τών κομμάτων.

Τελευταίο έπεσε τό ταμπούρι τού Πιέρου Βοϊδή, πού τό κράταγαν οι Μανιάτες, καθώς ήταν τό πιό δυνατό απ' όλα. Όσoι από τούς δικούς μας απέμειναν ζωντανοί έτρεξαν στό ρέμα γιά νά φύγουν, αλλά εκεί τούς περίμενε τό εχθρικό ιππικό καί τούς κατέκοψε. Ελάχιστοι κατάφεραν νά φτάσουν στήν Ανδρούσα. Οι υπόλοιποι έμειναν εκεί στό Μανιάκι. Σιγά σιγά σκόρπαγε ο καπνός τής μάχης καί οι νικητές ξεχώριζαν τά πτώματα τών Ελλήνων από τά οποία αφαιρούσαν ότι πολύτιμο εκείνοι θεωρούσαν καί κυρίως τά κεφάλια καί τά αυτιά, τά οποία τά πήγαιναν στόν αρχηγό τους γιά νά πάρουνε τό μπαξίσι τους.

Κατέβηκε τέλος κι ο Ιμπραήμ στό ταμπούρι τού Παπαφλέσσα καί αφού έκανε ντουάδες στόν αλλάχ γιά τή νίκη, πρόσταξε τό στρατό του νά ρίξει τρείς νικητήριες μπαταριές. Μετά παρήγγειλε νά τού φέρουν τό κουφάρι τού Παπαφλέσσα. Βρήκαν τό ακέφαλο κορμί του. Δίπλα του κείτονταν νεκρός ένας νεαρός Γάλλος πού σέ όλη τή μάχη είχε πολεμήσει στό πλευρό τού Παπαφλέσσα. Λίγο πιό πέρα πέτυχαν καί τό κεφάλι τού ήρωα. Τό έφεραν στόν Ιμπραήμ, ο οποίος διέταξε νά χώσουν στή γή ένα ψηλό παλούκι καί νά στήσουν όρθιο τόν σκοτωμένο δένοντάς τον πάνω σέ αυτό. Ύστερα στερέωσαν στό κορμί καί τό κεφάλι, αφού πρώτα έπλυναν τά αίματα από τά γένια του. Έτσι δημιουργήθηκε ο θρύλος πού θέλει τόν Ιμπραήμ νά ασπάζεται τόν ήρωα. Καί φυσικά όλους τούς θρύλους θέλουμε νά τούς πιστεύουμε.

Περίπου 600 Έλληνες χάθηκαν στό Μανιάκι. Εκτός από τόν Γρηγόριο Δικαίο ή Παπαφλέσσα καί τόν ανηψιό του Δημήτρη, στό Μανιάκι έπεσαν οι Παναγιώτης Κεφάλας, παπα - Γιώργης Πουρναράς, Γιώργης Τσιλιμίγκρας, καπετάν Μπιλίδας, Αδριανός Γαλιώτος, Αναστάσιος Γυφτάκης, Μπουχανάς, Αναγνώστης Γκότσης, Αθανασούλης Καπετανάκης, Κουκάκης, τρία παιδιά τού ιερέως Οικονόμου από τή Λιγουδίστα, ο Πιέρος Βοϊδής Μαυρομιχάλης, ο Κακάνης καί ο Κουμουνδουράκης. Καί όμως εάν δέν εγκατέλειπαν τόν ηρωϊκό παπά, οι χίλιοι άνδρες του καί άν ο Πλαπούτας έφθανε εγκαίρως μέ τούς 2000 καί έπεφτε στά νώτα τών Αιγυπτίων, τώρα θά γράφαμε γιά μία μεγάλη νίκη, πού θά είχε ανατρέψει τήν κατάσταση υπέρ τών Ελλήνων. Αλλά η Ιστορία δέν γράφεται μέ "εάν".

Από τούς Τουρκαραπάδες σκοτώθηκαν καί τραυματίστηκαν περίπου 2000 καί οι περισσότεροι τραυματίες πέθαναν αργότερα στά νοσοκομεία τής Πύλου, σύμφωνα μέ τή μαρτυρία τού Κωνσταντίνου Ζαφειρόπουλου, πού ήταν αιχμάλωτος τού Ιμπραήμ. Οι απώλειες τών Αράβων ήταν πολλές, αλλά οι ενισχύσεις πού έρχονταν από τήν Αφρική ήταν ανεξάντλητες καί τόν Ιμπραήμ δέν τόν ενδιέφερε τό κόστος τής ανθρώπινης ζωής. Μάλιστα οι περισσότεροι Αιγύπτιοι στρατιώτες είχαν μία πάθηση στά μάτια, η οποία δέν τούς επέτρεπε νά βλέπουν καλά.

Ο Ιμπραήμ πασάς έδωσε αργότερα τήν εντολή στούς στρατιώτες του, νά σφάξουν όλους τούς αιχμαλώτους επ' απειλή τής ίδιας τους τής ζωής. Εάν δηλαδή έβρισκε κάποιον νά κρύβει αιχμάλωτο θά τόν σκότωνε επί τόπου. Ο μικρός Σταϊκόπουλος αιχμαλωτίστηκε από κάποιους Τριπολιτσιώτες Τούρκους, οι οποίοι είχαν βρεί καταφύγιο στήν οικογένειά του, μετά από τήν πτώση τής Τριπολιτσάς. Ανταπέδωσαν μέ κίνδυνο τής ζωής τους τήν ευεργεσία. Αφού έντυσαν τόν Ρωμιό μέ τουρκικά ρούχα, τού έδωσαν ένα άλογο καί τή νύκτα πού κοιμόταν όλο τό στρατόπεδο, ο μικρός κατάφερε νά δραπετεύσει καί είναι αυτός πού διέσωσε τόσες λεπτομέρειες γιά τή μάχη στό Μανιάκι. Ο Μιχάλης Σταϊκόπουλος πέθανε στήν Τρίπολη τό 1857.



Τού Φλέσσα η μάνα κάθεται
στήν Πολιανή στή ράχι,
τά Κοντοβούνια 'γνάντευε
καί τά πουλιά ρωτάει:

- "Πουλάκια μ' αηδονάκια μου,
πούρχεσθε στόν αέρα,
μήν είδατε τό στρατηγό
τόν Φλέσσα αρχιμανδρίτη;

- "Στά Κοντοβούνια 'πέρασε
καί στά Σουλιμοχώρια,
καί παλληκάρια μάζωνε
όλους Κοντοβουνίσιους,
τά μάζωξε, τά σύναξε,
τά καμε τρείς χιλιάδες.
Κάθονταν καί τ' αρμήνευε
σάν μάνα σάν πατέρας."

- "Εμπρός, εμπρός, μωρέ παιδιά,
στό Νιόκαστρο νά πάμε,
νά κάμωμ' έναν πόλεμο
μέ τούς στραβαραπάδες,
κι άν δέν σάς ντύσω μάλαμα
Φλέσσα νά μήν μέ πούνε".

Καί ο Κεφάλας τώλεγε,
καί ο Κεφάλας λέγει:

- "Τού Μισιριού η Αραπιά
στό Νιόκαστρο είν' φερμένη."

- "Σώπα, Κεφάλα, μήν τό λες,
καί μήν τό κουβεντιάζης,
νά μήν τ' ακούσ' η Διοίκησις,
λουφέδες (μισθούς) δέν μάς στείλη,
νά μήν τ' ακούσουν τά ορδιά (στρατόπεδα),
μεντάτι (ενισχύσεις) δέν ελθούνε
νά μήν τ' ακούσουν τά παιδιά,
καί τά λιγοκαρδίσης."

Ακόμη λόγος έστεκε
καί συντυχιά κρατιέται,
κι η Αραπιά τούς έζωσε
μιά 'κoσαργιά χιλιάδες.

- "Αϊντε, παιδιά, νά πιάσωμε
'στό Ερημομανιάκι".

Κι αρχίσανε τόν πόλεμο
απ' τήν αυγή ως τό βράδυ,
Μπραΐμης βάνει τήν φωνή,
λέγει τού παπά Φλέσσα.

- "Έβγα, Φλέσσα, προσκύνησε
μέ ούλο σου τ' ασκέρι."

- "Δέν σέ φοβούμ' Μπραήμ πασσά,
στό νούν μου δέν σέ βάνω
κ' εμέ μεντάτι μώρχονται
οι Κολοκοτρωναίοι."

Καί στά ταμπούρια πέσανε
αυτοί οι Αραπάδες.
Ο Φλέσσας βάνει μιά φωνή
καί λέγει τών στρατιωτών:

- "Τώρα παιδιά θά σάς ιδώ
άν είστε παλληκάρια."

Καί τά σπαθιά τραβήξανε
καί κάμνουν τό γιουρούσι.
Μιά μπαταριά τού 'ρίξανε
πικρή φαρμακωμένη.




Παπαφλέσσας


Ο Ιμπραήμ, μετά τή νίκη του στό Μανιάκι εξαπέλυσε τίς αφρικανικές ορδές του καί τούς Μαμελούκους ιππείς τού φοβερού Ρισβάν μπέη σέ όλη τή Μεσσηνία, καίγοντας σπίτια καί μοναστήρια, σφάζοντας κατοίκους καί λεηλατώντας πόλεις καί χωριά όπως τά Φιλιατρά, τούς Γαργαλιάνους, τήν Αρκαδιά (Κυπαρισσία), τήν Καλαμάτα, τό Μπισμπάρδι, τό Μαυρομάτι, τόν Άγιο Φλώρο καί πολλά άλλα. Ο Αθανάσιος Γρηγοριάδης, ο Διονύσιος Παπαθεοδώρου, ο Αντώνιος Δάρας, ο Γιαννάκης Γκρίτζαλης, καί ο ιερέας Δημήτριος Παπατσώρης μέ 700 άνδρες προσπάθησαν νά σταματήσουν τήν προέλασή του, αλλά μάταια. Ο Ιμπραήμ σκότωσε περίπου 300 Τριφυλλίους ενόπλους, καί άρπαξε 2000 γυναικόπαιδα γιά νά τά πουλήσει στά σκλαβοπάζαρα τής Αλεξάνδρειας. Είχε όμως καί αυτός 500 νεκρούς στρατιώτες. Χωρίς νά χάσει χρόνο ξεκίνησε γιά τήν Τριπολιτσά, αφού κανείς δέν μπορούσε πλέον νά σταθεί στόν δρόμο του.


«Ο Ιμπραήμ δέν έκατσε πολύ στού Σκάρμιγκα (Μεταμόρφωση Σωτήρος). Μέ τά χαράματα τής άλλης μέρας, γιορτή τού Αγίου Κωνσταντίνου (21 Μαΐου 1825), ξεκίνησε γιά τήν Αρκαδιά. Ήθελε νά πάει νά πατήσει τήν πρωτεύουσα εκείνων, πού τόσο σκληρά τόν πολέμησαν στό Νιόκαστρο καί στό Μανιάκι. Ο Παπατσώρης καί ο Γρηγοριάδης, τράβηξαν γιά τήν Αρκαδιά. Στήν πόλη αυτή καί οι δύο αντίπαλοι στρατοί, έφτασαν σχεδόν ταυτόχρονα. Ήταν η ώρα 11 τό πρωΐ. Οι ακροβολισμοί κράτησαν εως τίς 4 τό απόγευμα, οπότε αποφασίστηκε έξοδος τών Ελλήνων. Κατά τήν εν Κυπαρισσία γενομένην έξοδον καί τήν συγκροτηθείσαν μάχην, εφονεύθησαν από τούς Αρκαδίους 230, επληγώθησαν 43 καί εζωγρήσθησαν 27.

Ο Ιμπραήμ μέ τούς επιτελείς του, πέρασε τή νύχτα στό σπίτι τού Γρηγοριάδη. Τήν επομένη τό λεηλάτησε καί αυτό καθώς καί πολλά άλλα, καί μετά τό παρέδωσε στίς φλόγες. Έκαψαν τά σπίτια τού Γεράσιμου καί τού Νικόλαου Πονηρόπουλου, τού Αναστάση Κατσαρού, τού Κανέλλου Μελισσινού, τού Λουκόπουλου καί τού Ιωάννη Τομαρά, έκαψαν αντάμα μ' αυτά, τήν Αγία Τριάδα, τόν Άγιο Δημήτριο, καθώς καί τήν τόσο πλούσια εκκλησιαστική βιβλιοθήκη, η οποία περιείχε σπάνια καί πολύτιμα συγγράμματα


Οι Τριφύλιοι (Αρκαδινοί) στόν αγώνα τού '21, Στάθη Παρασκευοπούλου, 1973






Ο Κολοκοτρώνης αναλαμβάνει δράση (Μάχη τής Δραμπάλας)



Η κυβέρνηση Κουντουριώτη, Κωλέττη, Μαυροκορδάτου δίσταζε νά δώσει αμνηστία στόν Θεόδωρο Κολοκοτρώνη, αλλά η πίεση τού λαού γινόταν κάθε ημέρα καί πιό έντονη. Η ερήμωση τής Πελοποννήσου δέν ήταν ικανή νά τούς πείσει γιά τήν αποφυλάκισή του, ενώ σχεδίαζαν νά αντιμετωπίσουν τόν Ιμπραήμ μέ τακτικό στρατό μισθοφόρων, τούς οποίους θά έφερναν από τήν ...Αμερική. Μέχρι νά έφτανε αυτός ο στρατός πού ονειρεύονταν οι κυβερνήτες τής χώρας, ο Ιμπραήμ θά είχε σαρώσει καί τόν Μοριά καί τή Ρούμελη.

Τελικά μόλις στίς 17 Μαΐου 1825, υπογράφηκε τό διάταγμα γενικής αμνηστίας καί ο Κολοκοτρώνης διορίστηκε γενικός αρχιστράτηγος. Ο λαός υποδέχθηκε τόν Κολοκοτρώνη στό Ναύπλιο μέ μεγάλο ενθουσιασμό, ενώ ο ίδιος καί τό Εκτελεστικό έδωσαν όρκους στό Ευαγγέλιο ότι θά ξεχάσουν τά περασμένα καί θά αφοσιωθούν ολόψυχα στήν σωτηρία τής πατρίδος. Από τόν άμβωνα τής εκκλησίας ο Σπυρίδων Τρικούπης εκφώνησε πανηγυρικό λόγο λέγοντας τά αληθινά τούτα λόγια:

"Κινδυνεύει η Πατρίς. Καί δέν κινδυνεύει βέβαια, διότι δέν έχει στρατεύματα φιλοκίνδυνα καί εμπειροπόλεμα, καί δέν κινδυνεύει, διότι δέν έχει χρηματικούς πόρους. Κινδυνεύει η Πατρίς από ημάς τούς ιδίους, οι οποίοι αποκαταστήσαμεν τό δυστυχισμένον Έθνος παίγνιον τών παθών μας, από ημάς, οι οποίοι αντί νά κλείσωμεν τάς δεινάς του καί παλαιωμένας πληγάς, τού ανοίξαμε νέας καί βαρυτέρας, από ημάς, οι οποίοι αντί νά οδηγήσωμεν εις τόν λιμένα τής σωτηρίας, καί ευδαιμονίας, τό εφέραμεν εις τό χείλος τής αβύσσου καί τούτον διατί; διότι η φιλαρχία πολιορκεί τόν νού μας, ο φθόνος καί τό εμφύλιον μίσος κατατρώγει τά σπλάχνα μας, η ιδιοτέλεια οδηγεί τά έργα μας, αι σκευωρίαι καί τά διαβούλια είναι η πολιτική μας..."

Λόγοι επικήδειοι καί επινίκειοι - Εν Αιγίνη 1829



Ο Κολοκοτρώνης ήταν αισιόδοξος καί μέ τίς δημηγορίες του καί τούς γνωστούς μύθους του παρέσυρε τά πλήθη, τά οποία τόν ακολουθούσαν σάν μεσσία. Βέβαια γνώριζε ότι ένα τόσο καλά οργανωμένο στράτευμα σάν αυτό τού Αιγύπτιου πασά δέν ήταν εύκολη υπόθεση καί ότι θά μπορούσε νά αντιμετωπιστεί μόνο μέ κλεφτοπόλεμο. Αναγνώριζε ότι ο Ιμπραήμ δέν ήταν Δράμαλης. Αυτός ήταν δραστήριος καί είχε φροντίσει νά έχει βάσεις οι οποίες τού προσέφεραν διαρκώς έμψυχο καί άψυχο υλικό. Ο Κολοκοτρώνης επέμενε νά καταστρέψει τά τείχη τής Τριπολιτσάς, γιά νά μήν μπορέσει ο Ιμπραήμ νά έχει ένα ισχυρό ορμητήριο στό κέντρο τής Πελοποννήσου καί αυτός νά τόν κτυπάει από όπου μπορούσε. Η κυβέρνηση όμως δέν τού τό επέτρεψε.

Ο Κολοκοτρώνης οργάνωσε αμέσως στρατολογία ανδρών καί έστησε παντού φροντιστήρια γιά τίς προμήθειες τροφίμων καί πολεμοφοδίων. Όλα τά χωριά έσπευσαν πρόθυμα νά συνεργαστούν, όπως τά πρώτα χρόνια τού αγώνα. Στό Λεοντάρι έστησε φούρνους καί τό όρισε σάν τό κύριο στρατόπεδο, όπου θά συγκέντρωνε όλα τά αναγκαία τού πολέμου, κάτω από τήν επίβλεψη τού Λυκούργου Κρεστενίτη, τού Νικόλαου Μπούκουρα καί τού Ηλία Καραπαύλου. Τά στρατεύματά του τά συγκέντρωσε στά Δερβένια Λεονταρίου καί στό Μακρυπλάγι, στά σύνορα Μεσσηνίας καί Αρκαδίας.

«Εν τοσούτω ο Κολοκοτρώνης προυκήρυξεν εις τάς επαρχίας, διατάξας νά διευθύνωσι τούς στρατιώτας των εις τά στενά τού Λεονταρίου. Τήν 18ην Μαΐου 1825 είχε διατάξει τόν Γενναίον, καί εκίνησε μέ 800 Τριπολιτσιώτας, καί έφθασεν εις τό Μακρυπλάγι, όπου μετά δύο ημέρας συνέρρευσαν καί από άλλας επαρχίας καί συνεποσώθησαν έως 3000 στρατιώται. Τέλη τού αυτού συνήλθον εκεί ο Κανέλλος Δελιγιάννης, ο Δημήτριος Τσώκρης, ο Γιαννης Γιατράκος, οι Ζαχαρόπουλοι, ο Πέτρος Βαρβιτσιώτης καί ο Παπατσώρης μέ 2000. Συνήλθον ωσαύτως καί ο Δημήτριος Πλαπούτας, ο Μήτρος Αναστασόπουλος, ο Αθανάσιος Γρηγοριάδης, ο Ιωάννης Γκρίτσαλης καί ο Μητροπέτροβας μέ 1500.

Ήδη καί ο φιλόπατρις Δημήτριος Υψηλάντης, όστις μένει εις απραξίαν, διότι ο Κουντουριώτης, συνεκστρατεύοντος τού Μαυροκορδάτου, δέν τόν προσκαλεί εις τόν πόλεμον εναντίον τού Ιμπραήμ, αναφέρεται εις τόν Κολοκοτρώνην, θέλων νά συνεκστρατεύση εις τήν Μεσσηνίαν, καί ο Κολοκοτρώνης αναφέρει τήν αίτησίν του καταφατικώς γνωμοδοτών πρός τήν κυβέρνησιν, καί αύτη εγκρίνασα, τόν διαταττει τήν 30ην Μαΐου νά στρατολογήση όσους πλειότερους δυνηθή καί νά εκστρατεύση υπό τήν οδηγίαν τών γενικών αρχηγών τού στρατοπέδου εκείνου, αλλά η κυβέρνησις χρήματα δέν τόν δίδει καί ούτε οι στρατιώται δέν τόν ακολουθούσι χωρίς μισθούς, ως άν προέκειτο νά πολεμήσωσι διά τόν Υψηλάντην καί όχι δι' εαυτούς.

Οι Έλληνες εν τοσούτω συνέτρεχον εις τό στρατόπεδο τού Κολοκοτρώνη ως άν εις πανήγυριν, θαρρούντες καί αυτοί, ως καί όλος ο κόσμος εις τήν Πελοπόννησον, ότι ήθελον θριαμβεύσει καί κατά τού Ιμπραήμ, ως εθριάμβευσαν κατά τού Δράμαλη. Διά τούτο οι κάτοικοι τής Τριπολιτσάς, εμμένοντες εις τάς οικίας των άφοβοι, ούτε τά πράγματά των, ούτ' αυτάς τάς οικογενείας των ηθέλησαν ν' ασφαλίσωσιν εις άλλα μέρη.

Ο δέ Ιμπραήμ ητοιμάσθη ήδη νά κινηθή κατά τών Ελλήνων εις τά στενά τού Λεονταρίου, έχων δέ μεθ' εαυτού τόν υιόν τού Σιέχ Νεντζίπ καί άλλους εντόπιους Τούρκους, οίτινες τόν χρησιμεύουσι καί ως οδηγοί, αντί νά ορμήση ευθέως αυτόθι, διευθύνεται πρός τά μέρη τής Πολιανής νά περάση διά τών πλέον δυσβάτων καί κρημνωδών τόπων, όθεν ενομίζετο σχεδόν αδύνατον νά διαβώσι στρατεύματα καί μάλιστα ιππικόν καί πυροβολικόν.

Ταυτοχρόνως, ο Κολοκοτρώνης, αφ' ού διέταξε τά πρός ενίσχυσιν τού στρατού εις Μακρυπλάγι, δύο ώρας απέχον τού Λεονταρίου, μετέβη εις τά Σαμπάζικα (Άκοβο) νά παρατηρήση μήτοι ο εχθρός ήθελεν επιχειρήσει μ' όλον τού τόπου τό δύσβατον νά περάση απ' εκείνα τά μέρη. Ο Ιμπραήμ είχεν ήδη κινηθή πρός τά Καλύβια τής Πολιανής, καί είχον σταλή εναντίον του ο Δημήτριος Παπατσώρης καί ο Γεώργιος Δημητρακόπουλος μέ 700.

Ο Ιμπραήμ αίφνης τήν 5ην Ιουνίου 1825 προλαβών αναβαίνει τήν Σιρόκαν τής Πολιανής, ότε ο Κολοκοτρώνης ενησχολείτο νά καταλάβη τήν θέσιν εκείνην, καί ευθύς αποσύρεται ούτος μίαν ώραν μακράν εις τό χωρίον Άκοβον. Τήν νύκτα κατά τήν 8ην ώραν εκινήθησαν ο Γενναίος καί ο Κανέλλος Δελιγιάννης μέ 3000, καί περί τό λυκαυγές έφθασαν εις Τραμπάλαν (Δραμπάλα) απέναντι τού Ακόβου, όπου καί ητοιμάσθησαν εις μάχην. Συγχρόνως έφθασεν ο Γιάννης Γιατράκος μέ τόν Πέτρον Βαρβιτσιώτην μέ τούς Ζαχαρόπουλους, μέ 700 στρατιώτας καί εστρατοπέδευσεν οπίσω τών Τούρκων εις τό χωρίον Δυρράχι. Ήρχισε δέ η μάχη μέ τήν εμπροσθοφυλακή τού εχθρού, κινηθέντος ευθύς τό πρωΐ επί σκοπώ νά προχωρήση όσον τάχος εις τάς πεδιάδας τού Λεονταρίου καί τής Καρυταίνης, καί ήδη η μάχη απέβαινε πεισματώδης.»


Απομνημονεύματα Σπηλιάδου, Τόμος Β'



Ο Ιμπραήμ, όπως πάντα, αιφνιδίασε τούς Έλληνες. Οδηγούμενος από ντόπιους Τούρκους, βρέθηκε ξαφνικά, τά χαράματα τής 5ης Ιουνίου 1825, κοντά στό ελληνικό στρατόπεδο, στό οροπέδιο τής Πολιανής, μέ τούς 10000 άνδρες του νά πλημμυρίζουν τούς κάμπους καί νά καίνε τήν Μπολιανή, όπως τήν αποκαλούσε ο Γέρος τού Μοριά. Τά γυναικόπαιδα έφευγαν κυνηγημένα μέ κατεύθυνση τά μοναστήρια καί τίς σπηλιές, παίρνοντας μαζί τους τά γιδοπρόβατά τους, γιά νά μπορέσουν νά επιβιώσουν. Μόλις πού πρόλαβε ο Κολοκοτρώνης νά οργανώσει τήν άμυνά του. Ο ίδιος βρισκόταν στό χωριό Άκοβο τής Φαλαισίας, εκεί πού είχε περάσει τά παιδικά του χρόνια. Ο Γιωργάκης Γιατράκος μέ 700 Μυστριώτες έπιασε τό χωριό Δυρράχιο στά ανατολικά καί ο Γενναίος Κολοκοτρώνης μέ τόν Κανέλλο Δεληγιάννη, τόν Κωνσταντίνο Μαυρομιχάλη, τόν Γεώργιο Κεφάλα, τόν Γεώργιο Αγαλλόπουλο, τούς αδελφούς Παπατσώρη καί 3000 άνδρες οχυρώθηκε στό βουνό Δραμπάλα, απέναντι καί βόρεια από τό χωριό Άκοβο. Σέ λίγο θά ερχόταν στό βουνό τής Δραμπάλας ο Πλαπούτας, ο Γκρίτζαλης καί ο Τσαλαφατίνος γιά νά ενισχύσουν τούς εκεί αμυνομένους Έλληνες.

Μέ τό ξημέρωμα τής 6ης Ιουνίου 1825, Τούρκοι, Αλβανοί καί Αιγύπτιοι μέ τίς λόγχες υψωμένες άρχισαν τήν επίθεση. Η μία κολώνα (τμήμα) επιτέθηκε στό Δυρράχι πού βρισκόταν ο Γιωργάκης Γιατράκος μέ τούς αδελφούς του Λιάκο καί Νικολάκη καί η άλλη κολώνα κινήθηκε πρός τό βουνό τής Δραμπάλας. Οι στρατιώτες αυτοί ήταν άριστα πειθαρχημένοι, έτρεμαν τούς αξιωματικούς τους καί προχωρούσαν ακάθεκτοι, καθιστώντας τόν αιγυπτιακό στρατό ανίκητο. Ο Γιατράκος υποχώρησε μέ αταξία καί ο ίδιος τραυματίστηκε κατά τήν υποχώρηση πέφτοντας από ένα βράχο. Ευτυχώς οι εχθροί δέν κατάφεραν νά απωθήσουν τούς Έλληνες πού είχαν οχυρωθεί στό βουνό Δραμπάλα, καθώς οι ορεινές θέσεις καθιστούσαν τό ιππικό ανίσχυρο.

Ο πόλεμος συνεχίστηκε καί τήν άλλη ημέρα. Ο Ιμπραήμ έστησε πυροβόλα στή θέση Μεσοβούνι γιά νά μπορέσει νά κάμψει τήν αντίσταση τών Ελλήνων πού βρίσκονταν στίς πλαγιές τού βουνού, ενώ τό ιππικό του προέλασε στόν κάμπο καί έφτασε μέχρι τό Λεοντάρι καίγοντας τά χωριά. Οι Γάλλοι πυροβολιστές τοποθετούσαν στά πυροβόλα τους, βραδύκαυστες οβίδες οι οποίες μέ τό φυτίλι πού διέθεταν, έσκαγαν μέ καθυστέρηση σκορπώντας τό θάνατο στούς ανήξερους από όπλα πυροβολικού Έλληνες. Αργότερα όμως, οι Έλληνες, όταν κατάλαβαν τή λειτουργία τους, έπαιρναν τίς οβίδες καί τίς πετούσαν πίσω στούς Αιγυπτίους πεζούς πού σκαρφάλωναν στίς πλαγιές τού βουνού.

Τελικά τή νύκτα ο Κολοκοτρώνης, ο οποίος βρισκόταν στά Γιαννοκάμαρα, άναψε φωτιές, δίνοντας τό σύνθημα νά υποχωρήσουν οι Έλληνες πού βρίσκονταν στό βουνό καί νά τραβήξουν στό χωριό Τουρκολέκα καί από κεί στό Ίσαρι. Πρίν αποχωρήσουν οι Έλληνες, έθαψαν τούς νεκρούς, γιά τούς οποίους προσευχήθηκε ο παπα Δημήτρης από τό Νιετέμπεη, πού πολεμούσε μαζί μέ τούς άνδρες τού Γενναίου Κολοκοτρώνη. Πολλοί Έλληνες, έπεσαν στούς γκρεμούς μέσα στό σκοτάδι καί σκοτώθηκαν. Στή μάχη τής Δραμπάλας, έπεσαν 150 Έλληνες καί 800 Τουρκοαιγύπτιοι, αλλά πλέον μετά από αυτή τήν ήττα άνοιγε ο δρόμος τού Ιμπραήμ γιά νά πατήσει τήν Τριπολιτσά, καί ενώ ο Κολοκοτρώνης, μέ τόν γιό του Γενναίο, τόν Δημήτρη Πλαπούτα, τόν Κανέλλο Δεληγιάννη καί τόν Δημήτρη Παπατσώρη αποσύρθηκαν στήν δυσπρόσιτη επαρχία τής Καρύταινας, ο Κωνσταντίνος Μαυρομιχάλης μέ τούς Μανιάτες του κατευθύνθηκε στούς Μύλους τού Ναυπλίου.


Θεόδωρος Κολοκοτρώνης - Kolokotronis


«Εις τήν Ύδρα εκαθήσαμεν δύω ημέραις καί μάς έστειλαν στόν Προφήτην άγιον Ηλίαν, ένα μοναστήρι. Εκαθήσαμεν 4 μήνας, 20 ημέραις μετά τό πιάσιμο μας, ήλθεν ο Μπραΐμης εις τήν Πελοπόννησον. Εις τήν Ύδραν άρχισε νά γίνεται από τόν λαόν μία εταιρία διά νά μάς βγάλουν. Ο Γεώργιος Κουντουριώτης ετοιμάζετο διά τήν Πάτρα, έπειτα σάν ήκουσε ο Μπραΐμης ήλθεν εις τά Μοθωκόρωνα, έκαμαν διαταγάς διά νά γυρίσουν τά στρατεύματα διά τό Νεόκαστρον. Επήγεν ο Κουντουριώτης εις Τριπολιτζάν καί έστειλε τόν Σκούρτην αρχιστράτηγον εις όλα τά στρατεύματα. Είχε μαζί ένα ήμισυ μιλλιούνι γρόσια. (Περιγράφει τήν φυλάκισή του στήν Ύδρα καί τήν οργάνωση τής εκστρατείας κατά τών Αιγυπτίων από τόν Κουντουριώτη καί τόν Σκούρτη).

Τά ρουμελιώτικα στρατεύματα εκίνησαν καί αυτά, πηγαίνουν εις τό Νεόκαστρον. Εκεί βάζουν φρουράρχους τόν Παναγιώτη Γιατράκο καί Γεώργιο Μαυρομιχάλη. Ο Ιμπραΐμης επολιόρκησε τό Νεόκαστρο, έπειτα εξεμβαρκάρισεν εις τό Παλιό Ναυαρίνο, εκεί εκλείσθησαν 1000 Πελοποννήσιοι, στενοχωρημένοι από ζωοτροφίας επροσκύνησαν καί ο Ιμπραΐμης τούς άφησεν ελευθέρους. Ήτον εκεί ο Τσώκρης καί ο Τζανέτος Χριστόπουλος καί άλλοι. Ο Ιμπραΐμης εφέρθηκε μέ γλυκό τρόπο εις αυτήν τήν περίστασιν, διά νά τραβήξει τούς Έλληνας διά νά προσκυνήσουν. Ο λαός άρχισε νά λέγη, ότι δέν πολεμούμε, άν δέν βγάλετε τούς αρχηγούς μας. Τά ρουμελιώτικα καί σουλιώτικα στρατεύματα, μάλιστα ο Γεώργιος Καραϊσκάκης καί ο Κίτσος Τζαβέλας επρόβαλαν διά νά μέ βγάλουν. Εκεί έκαμαν όλα τά στρατεύματα μίαν αναφοράν καί τήν επαρουσίασαν τήν αναφοράν εις τόν Αναγνωσταράν (Αναγνώστης Παπαγεωργίου), οπού ήτον μινίστρος τού πολέμου, καί αυτός τήν έσκισε λέγοντας, μήν ανακατόνεσθε σ' αυταίς ταίς δουλιαίς, αφήσετε αυτήν τήν υπόθεσιν εις τήν κυβέρνησι. (Περιγράφει τίς ήττες τών Ελλήνων από τούς μουσουλμάνους τής Αφρικής καί τόν γλυκό τρόπο πού φέρθηκε ο Ιμπραήμ στούς Έλληνες γιά νά τούς δελεάσει νά προσκυνήσουν. Ο λαός ζητούσε από τήν κυβέρνηση τήν αποφυλάκισή του, αλλά ο υπουργός πολέμου, ο οποίος είχε ταχθεί μέ τό μέρος τού δόλιου Κωλέττη, ήθελε τήν εξόντωση τού Κολοκοτρώνη, αλλά καί τού Ανδρούτσου. Ο Αναγνωσταράς θά πλήρωνε αργότερα αυτή του τήν επιλογή, μέ τήν ίδια του τή ζωή στή Σφακτηρία).

Γίνεται εις τό Κρεμμύδι πόλεμος καί νικώνται οι εδικοί μας. Ο Καρατάσσος έκαμεν έναν καλόν πόλεμον (Σχοινόλακα). Τότε όλοι οι αρχηγοί Ρουμελιώται εσυνάχθησαν καί απεφάσισαν ν' αναχωρήσουν από τήν Πελοπόννησον, διά νά υπάγουν νά βοηθήσουν τήν Ρούμελην, καί μάλιστα τό Μεσολόγγι, οπού άρχισε νά πολιορκήται. Τότε επήγαν εις τόν Κουντουριώτην, επήραν τούς μισθούς των καί ανεχώρησαν άλλοι διά τήν ανατολικήν Ελλάδα καί άλλοι διά τήν δυτικήν. Ο Ιμπραΐμης έκαμε ντεσμπάρκο (απόβαση) καί εις τήν Σφακτηρίαν, καί εσκοτώθη καί ο Αναγνωσταράς, καθώς καί ο Αναστάσιος Τσαμαδός. Επιάσθηκαν εις τήν Σφακτηρίαν μερικοί ζωντανοί, ο Παναγιώτης Ζαφειρόπουλος επιάσθη σκλάβος εις τό Κρεμμύδι, πηγαίνει καί ο Κωνσταντίνος Ζαφειρόπουλος, πιάνεται καί αυτός, καί ο Χατζηχρήστος. Τό Νεόκαστρον σάν εστενοχωρήθη πολύ, έκαμε συνθήκας καί παρεδόθηκεν. Ο εχθρός τούς μέν στρατιώτας, χωρίς τά άρματα τους, τούς άφησεν ελεύθερους, εις τούς αξιωματικούς τούς τά άφησε, καί μόνον εβάσταξεν αιχμαλώτους τόν Γεωργάκην Μαυρομιχάλη καί Παναγιώτην Γιατράκον.

Μανθάνοντας ο Κουντουριώτης, ότι τρατάρει (παραδόθηκε) τό Νεόκαστρον, εμβαρκαρίσθηκεν εις τό Αλμυρό (Μεσσηνίας) καί ήλθε εις τήν Ύδραν. Εκεί εκατέβημεν καί ημείς. Σάν είδαν τόν κίνδυνο τής πατρίδος καί τήν επιμονήν, οπού έδειχνε ο λαός διά νά μάς ελευθερώσουν μάς ελευθέρωσαν. Ήλθαμε εις τό Ανάπλι (Ναύπλιο). Ερχόμενοι εις τό Ναύπλιον ωρκοθήκαμεν τό Βουλευτικόν, τό Εκτελεοτικόν καί ημείς εις τήν Εκκλησίαν, ότι νά αφήσωμεν τά περασμένα, νά τά λησμονήσομε, νά ενωθώμεν καί νά μήν έχωμεν άλλην ιδέαν, παρά νά δουλεύσωμεν τήν πατρίδα μας. Έτσι μ' έκαμαν γενικόν αρχηγόν. Εσυνάχθηκε τότε τό Βουλευτικό καί τό Εκτελεστικόν εις ένα μέρος, καί επήγα καί εγώ. Εις τήν Ύδραν ευρισκόμεθα: ο Αναγνώστης Δεληγιάννης, Κανέλος Δεληγιάννης, Νικολάκης καί Δημητράκης Δεληγιάννης, Ιωάννης καί Παναγιώτης Νοταράς, γέρο Σισίνης, Χρύσανθος Σισίνης υιός του, Μήτρος Αναστασόπουλος, ο Γρίτζαλης, ο Ανάστασης Κατσαρός, ο Δημήτριος Παπατσώνης, ο Θεόδωρος Γρίβας. Καθώς εσυνάχθηκε τό Εκτελεστικό καί Βουλευτικό μέ επροσκάλεσαν εμέ, κ' εγώ τούς είπα:

"Σεβαστή Διοίκησις, ν' ακούσετε τήν γνώμην μου οπού θέλει σάς ειπώ. Στήν Πάτρα, στήν Κορώνη καί στά Μοθωκόρωνα Τούρκος νά μήν ακούεται πουθενά, μόνον νά είναι όλο ελληνικό. Τής Τριπολιτσάς τό κάστρο πρέπει νά τό χαλάσωμε, διατί δέν συμφέρει μέσα εις τήν Πελοπόννησον νά ήναι μία τέτοια μάνδρα, διατί βγάνει από μέσα όλο εμφυλίους πολέμους καί όχι τώρα οπού ο Ιμπραΐμης είναι μέ πενήντα χιλιάδες στράτευμα εις τήν Πελοπόννησον, καί κρατεί τά κάστρα τής Μεσσηνίας τρία, καί κρατεί καί τήν Πάτραν καί έκαμε καί τόσαις νίκαις εις τούς Έλληνας, καί εσκότωσε καί τόν Φλέσσαν μέ τούς πεντακόσιους καί ο Φλέσσας ημπορεί νά εσκότωσε 1000 (μάχη στό Μανιάκι).

Έκαψε καί τήν Καλαμάτα καί τά στρατεύματα έφυγαν, καί έχει τόσες νίκες καμωμέναις, θά έλθη καί στήν Τριπολιτζά, καί σάν έλθη στήν Τριπολιτζά, πιάνει καί τό κάστρο καί τότε χαλάει καί όλην τήν Πελοπόννησον, διατί είναι εις τό κέντρον".

Μέ απεκρίθηκαν: "Δέν έχουν έξοδα". Απεκρίθηκα εγώ: "Δότε μου τήν άδειαν, καί μέ τόν λαόν τό χαλώ διά πέντε ημέραις, καί τότε δέν ευρίσκει ο Μπραΐμης νά κάμη φωλιά, καί τόν κτυπώ από όλα τά μέρη, άν πιάση τήν Τριπολιτζά δέν τού χρειάζεται άλλη φωλιά διά νά χαλάση τήν Πελοπόννησον. Εάν καί χαλάσωμεν τήν Τριπολιτζά, δέν ευρίσκει φωλιά καί τόν κατατρέχω μέ τά στρατεύματα τής Πελοποννήσου. Τότε ενώνονται τά στρατεύματα, αλλέως δέν θά ενώνονται, διατί θά φοβούνται από όλα τά μέρη". Καθώς καί έγεινε.

Επήγα εις τό Άργος, έκαμα αναφοράν, έκαμαν καί από τήν Τριπολιτζά, καί δέν ακούσθηκα. Τότενες έμασα 8000 στράτευμα. Ήλθαν τά στρατεύματα εις συναπάντησίν μου. Οι Αργίται εις τό Ναύπλιον, οι Τριπολιτζώται εις τό Άργος, τούς έλεγα: "Τρέξατε, αδέλφια μου, νά μή μάς πάρουν σκλάβους οι Αραπάδες, δέν έχομεν βοήθειαν ειμή από τά άρματά μας". Δοξολογίαις εις τόν Ύψιστον άνδρες καί γυναίκες. Έστειλα διαταγή εις όλας τάς επαρχίας καί εσυνάχθησαν διά τρείς ημέρες 8000. (Ο Κολοκοτρώνης ζήτησε από τήν κυβέρνηση τήν άδεια γιά νά χαλάσει τό κάστρο τής Τριπολιτσάς. Φυσικά οι Κωλέττης - Μαυροκορδάτος αρνήθηκαν, διότι αυτοί οι δύο ήθελαν πάντα νά κάνουν δύσκολη τή ζωή τού Κολοκοτρώνη. Αποτέλεσμα τής άρνησής τους ήταν ο Ιμπραήμ νά καταλάβει εύκολα τό κάστρο τής μεγαλύτερης πόλης τής Πελοποννήσου καί νά τό χρησιμοποιήσει σάν βάση γιά τίς επιχειρήσεις του).

Όταν ήμουν ακόμη στήν Τριπολιτζά, ήλθεν η είδησις τού Φλέσσα. Έκαψε τήν Καλαμάτα ο εχθρός, δυνατός, Εκυρίευσε τήν Μεσσηνίαν. Εγώ έπιασα τά Δερβένια (Λεονταρίου), επέρασα καί από τό Λεοντάρι, έφτιασα φούρνους, δια νά κουβαλούν τροφάς εις τό Δερβένι, έφτιασα ταμπούρι δυνατό διά νά τόν πολεμήσουν. Αυτός είχε κατασκόπους, καί είδε ότι ήθελε νά περάσει από τά Δερβένια μέ χαλασμό. Ένας Τούρκος Λιονταρίτης, σκλάβος εις τήν Μπολιανήν, ήτον φευγάτος εις τόν Ιμπραΐμη, είπε:

"Εγώ ηξεύρω ένα τόπο νά πάμε από τίς πλάταις, νά αναβούμεν εις τόν απάνω κάμπο". Έτσι εγώ, μήν ηξεύροντας ότι θά περάσει από εκείνο τό μονοπάτι, όπου εγώ δέν έλπιζα ποτέ. Όμως μέ παρεκίνησε ότι οι Μεσσήνιοι ήταν τραβηγμένοι εις τά βουνά, καί εκίνησα νά πιάσω εκείνην τήν θέσιν οπού επέρασε. Οι Τούρκοι εντόπιοι σκλάβοι έφευγαν καί οδηγούσαν τόν Μπραΐμην. Έστειλα τά ανιψίδια μου νά τό πιάσουν, εγώ εκίνησα εις τά Σαμπάζικα (Άκοβο) μέ 80 ανθρώπους νά μαζώξω τά χωριά, νά πιάσω τίς θέσεις. Εξημέρωσα εις τό Άκοβο. Ήλθαν καί από άλλα χωριά νά πιάσωμεν τήν θέσιν. Δέν έφθασαν τρείς ώραις τής ημέρας, καί μέ τούς οδηγούς τούς Τούρκους έπιασε τό βουνό, πρίν νά πάμε ημείς μέ στράτευμα. Ο κόσμος οπού ήτον εις τό χωριό, σάν είδαν καί εκαβάλικε τό βουνό, ετζάκισαν κ' έφευγαν, καί εγώ ήμουν σέ μίαν ράχη κ' έφυγαν από μπροσθά μου.

Οι Τούρκοι εμβαίνουν εις τήν Μπολιανήν (Πολιανή), χωριό από 250 οικογένειες. Οι πεζοί έβαλαν φωτιά εις τό χωριό, οι καβαλλαραίοι εκυνηγούσαν τά παιδιά νά τά σκλαβώσουν, απ' οπίσω ήρχετο τό στράτευμα. Ρίχνω μιά μπαταριά τουφέκια. Οι Τούρκοι εφοβήθηκαν καί εγλύτωσεν εκείνος ο λαός, καί ήτον τό μεσημέρι. Εκείνο τό βουνό οπού ήμουν εγώ ήτον δυνατό, καί ευθύς έστειλα διαταγήν εις τό Δερβένι νά γυρίση όλο τό στράτευμα κατ' εμέ, διατί οι Τούρκοι ήλθαν από τήν Μπολιανήν, καί τρέξατε νά μήν πιάσουν τόν κάμπο. Τό στράτευμα ήτον ώρες έξ μακράν, ενύκτωσε, κ' εγώ έμεινα τοποτηρητής, νά ιδώ οι Τούρκοι πού θά κάμουν.

Λαβαίνοντας τό γράμμα μου εκίνησαν από κοντά ο Γεωργάκης Γιατράκος μέ 800, καί τά άλλα στρατεύματα εκίνησαν από κοντά, Γενναίος Κολοκοτρώνης, Κολιόπουλος, (Δημητράκης Πλαπούτας), Κανέλλος Δεληγιάννης, Παπατσώνης, Αρκαδινοί, Γκρίτζαλης, οι Τριπολιτσιώτες. Ο Κολιός (Νικόλαος Μπακόπουλος ή Δαρειώτης) εσκοτώθη. Εγώ ωπισοδρόμησα μίαν ώραν κατά τόν δρόμο οπού ήρχονταν οι δικοί μας. Μέ τά χαράγματα έφθασε ο Γιατράκος, έκαμε νά πιάσει ένα χωριό, Δυράχι, επειδή υποπτεύθηκε μήν περάσουν οι Τούρκοι κατά τόν Μυστρά. Ανεχώρησε καί επήγε. Εγώ έμεινα εις τήν ιδίαν τοποθεσίαν. Ο Αντώνης Κολοκοτρώνης, που ήξευρε τόν τόπον, επέρασεν από ένα μονοπάτι καί εβγήκεν μπροστά από τούς Τούρκους. Τά στρατεύματα μας ερχόντανε κομματιαστά. Ήλθαν άλλοι 1000 καί τούς έστειλα καί έπιασαν κάτι καταράχια, καρσί (απέναντι) τών 500 (Κανέλλος, Γενναίος, Γρίτζαλης, Παπατσώνης). Ο Κολιόπουλος ερχόντουνε από κοντά μέ τούς Αρκαδινούς καί μέ άλλα στρατεύματα. Οι Τούρκοι εβγήκαν πρωΐ καί έκαμαν κατά μας, όχι κατά τό Δυράχιον. Απαντήθηκαν καί τά δικά μας δέν τούς βάσταξαν, καί έκαμαν ρετιράδα (υποχώρησαν) κατ' εμένα.

Ερχάμενοι εις εμένα τούς αποφασίζω, στέλνω 3000 εις τήν ράχην, νά τούς βάστάξωμεν εδώ. Οι Τούρκοι ήλθαν ίσια μέ τόν Γενναίον, καί εστάθηκαν. Δέν τούς έδιδε χέρι νά περάσουν εμπρός, διότι άφιναν τό στράτευμα πίσω. Επιάσθηκαν πόλεμο, μέ Γενναίον, Κανέλλον καί λοιπούς. Οι δικοί μας έφτιασαν ταμπούρια οι 3000, καί τούς έβαλε ευθύς τό κανόνι, μά δέν τούς έκαμε τίποτες. Εγώ επέρασα μισήν ώραν μακρυά, δια νά είμαι αγνάντια τού πολέμου, καί επρόσταξα τόν Κολλιόπουλον νά πάγη βοήθεια εις τό πρόποδον τού βουνού, πού ήτον ο Γενναίος απάνω, καί επήγε καί επολέμαε καί ο Κολιόπουλος μέ τούς Τούρκους. Ο Γενναίος κατεβαίνει καί τού λέγει: "Μπάρμπα, τραβήξου απ' αυτήν τήν θέσιν, καί πήγαινε στού πατέρα μου, νά δυναμώσετε εκεί". Ήλθε ο Κολιόπουλος εις εμέ, ήλθαν καί οι Αρκαδινοί, καί ήμεθα ένα σώμα καλό.

Ο Γενναίος μέ τό στράτευμα του πολεμεί όλην τήν ημέρα. 'Ερριχναν μπόμπες καί κανόνια. Πολεμάν όλη τήν ημέραν, Ο Γιατράκος, οπού ήτον εις τό χωριό, σάν ήκουσε τόν πόλεμο, ήλθε μεντάτι (ενίσχυση) από ένα μέρος, καί οι Τούρκοι ήσαν πολλοί καί τού έπεσαν επάνω καί τόν χάλασαν. Δέν μάς βόλιε (βόλευε) νά τού δώσωμεν βοήθεια, διότι ήτον βράχοι στήν μέσην. Λαβώθηκε ο Γιατράκος, εσκόρπισε εκείνο τό στράτευμα. Περιμένωμεν βοήθεια καί από τ' άλλα χωριά, πλήν δέν ήλθαν. Ο Γενναίος μέ τούς άλλους εις τό καταράχι επολέμησε καί όλη τή νύκτα, μα οι Τούρκοι δέν επήραν τά ομπρός.

Τήν άλλη μέρα στέλνω τούς Αρκαδινούς νά πιάσουν ένα μονοπάτι, διατί είδα τούς Τούρκους καί έπιασαν όλα τά καταράχια. Βλέποντας ότι έστειλα νά πιάσω τό μονοπάτι, εκίνησαν οι Τούρκοι εκεί. Οι Αρκαδινοί, αφού επολέμησαν, δέν τούς βάσταξαν καί ήλθαν κατ' εμένα. Οι Τούρκοι επήραν τόν κάμπον. Η καβαλλαρία η τούρκικη ήλθεν έως τό Λιοντάρι, καίοντας τά χωριά. Καμμιά δεκαριά χιλιάδες ετέντωσαν από ταίς πλάταις τού Γενναίου στόν κάμπο. Βλέποντας εγώ εκείνους, ότι επλεύρωσαν τά στρατεύματα τά εδικά μας, εκατέβηκα μέ τόν Κολιόπουλον ένα κάρτο μακράν από τούς Τούρκους, νά τούς φοβίσω. Δύο μέραις καί τρείς νύχταις άπαυτα ο πόλεμος. Σάν είδα ότι δέν μπορούσα νά τούς κάμω βοήθεια, μιά βρυσούλα ήτον, δέν εκόταγαν νά στείλουν νά πάρουν νερό, διατί τούς έφευγαν δέν είχαν πολεμοφόδια, τροφάς, καί νερό, τούς έκαμα σινιάλο νά φύγουν μέ φωτιαίς. Εις εκείνον τον πόλεμο εσκοτώθηκαν 5 δικοί μας, Τούρκοι αρκετοί. Έφυγαν οι εδικοί μας καί ετράβηξαν κατά τού Τουρκολέκα, κι επήραν τά Δερβένια. Ημείς ετραβηχθήκαμε κατά τήν Καρύταιναν, όπου ήτον τόπος δυνατός. Οι Τούρκοι ετράβηξαν κατά τήν Τριπολιτζά, εμπήκαν εις τήν Τριπολιτζά.

(Κοντά στά χωριά Άκοβος, Δυράχιο καί Πολιανή, στό ύψωμα τής Δραμπάλας ή Τραμπάλας έγινε στίς 5-7 Ιουνίου 1825 η μάχη πού περιγράφει ο Κολοκοτρώνης. Ήταν η πρώτη φορά στήν οποία βρέθηκαν αντιμέτωποι ο Χριστιανός στρατηγός μέ τόν μουσουλμάνο πασά καί τή νίκη τήν κέρδισε τελικά ο δεύτερος, μέ αποτέλεσμα ο δρόμος γιά τήν Τριπολιτσά νά ανοίξει καί νά τήν καταλάβει, σκορπίζοντας τόν τρόμο καί τόν πανικό στούς κατοίκους της. Τήν πόλη θά τήν χρησιμοποιούσε ως βάση γιά τίς επιχειρήσεις του καί τήν εκκαθάριση τού Μοριά από τούς επαναστάτες).»


Απομνημονεύματα Κολοκοτρώνη - Τερτσέτης Γεώργιος



Τά νέα τής ήττας στήν Δραμπάλα ταξίδεψαν αστραπιαία στήν Τριπολιτσά. Ο Δημήτριος Τσόκρης μέ τόν Φωτάκο πού έσπευσαν δέν μπόρεσαν νά συγκρατήσουν τόν πληθυσμό πού έντρομος άρχισε νά εγκαταλείπει τήν πόλη. Ήταν ένας πανικός χειρότερος καί από τήν εποχή τού Δράμαλη. Γυναίκες καί άνδρες έτρεχαν σάν τρελλοί στούς δρόμους, ζητώντας τήν σωτηρία τους. Πολλοί τράβηξαν κατά τό Ναύπλιο καί άλλοι στά ορεινά τής Αρκαδίας. Πολλά παιδιά χάθηκαν μέσα στόν πανικό καί βρέθηκαν αργότερα νά περιπλανώνται μέχρι καί στά βουνά τής Γορτυνίας. Η Τριπολιτσά μέσα σέ λίγες ώρες έγινε μία έρημη πόλη καί έτσι τήν βρήκε ο μουσουλμάνος πασάς, όταν διέβη τίς πύλες της, τρείς ημέρες αργότερα. Τέτοιο τρόμο προξενούσαν οι Τούρκοι στούς κακόμοιρους Ρωμιούς, αλλά τά τελευταία χρόνια τής αριστεροκρατίας, τά σχολικά βιβλία έχουν σταματήσει νά τό αναφέρουν καί ούτε φυσικά στό τουρκικό σήριαλ Σουλεϊμάν πού βλέπουν (2013) οι χαζοέλληνες γίνεται καμμία αναφορά γιά τόν φόβο πού έτρεφαν οι Χριστιανοί υπήκοοι σέ αυτόν καί τούς αξιωματούχους του.

Ο Ιμπραήμ άφησε φρουρά στήν Τριπολιτσά καί πάντοτε καίγοντας χωριά, σκοτώνοντας τούς άνδρες καί αιχμαλωτίζοντας τά γυναικόπαιδα, έφθασε στίς 12 Ιουνίου 1825 στά πρόθυρα τού Ναυπλίου, έχοντας μαζί του μόνο 10000 άνδρες. Ο Δράμαλης μέ 35000 άνδρες δέν μπόρεσε νά σβήσει τήν επανάσταση στόν Μοριά καί θά τήν έσβηνε ο Ιμπραήμ μέ πολύ λιγότερους. Τήν κατάληψη τής Τριπολιτσάς έσπευσε νά τήν ανακοινώσει στόν σουλτάνο ο ίδιος ο υπασπιστής τού Ιμπραήμ, γι' αυτό τιμήθηκε μέ ακριβό καφτάνι (στολή) καί μέ προσοδοφόρα γραμμάτια.




Μάχη τών Μύλων Ναυπλίου (13 Ιουνίου 1825)



Ο λαός απογοητεύτηκε από τήν ταχύτατη προέλαση τού Ιμπραήμ στό κέντρο τής Πελοποννήσου. Τό γόητρο τού Κολοκοτρώνη δέχτηκε μεγάλο πλήγμα. Εάν έπεφτε τό Ναύπλιο έπεφτε μαζί του καί τό τελευταίο προπύργιο τής επανάστασης στό Μοριά. Ο Μακρυγιάννης μέ τόν Υπουργό Πολέμου Ανδρέα Μεταξά είχαν ξεκινήσει από τό Ναύπλιο γιά νά ενισχύσουν τόν Κολοκοτρώνη, αλλά μόλις έφθασαν στόν Αχλαδόκαμπο καί είδαν τούς τρομοκρατημένους κατοίκους τής Τριπολιτσάς, κατάλαβαν τί είχε γίνει καί αποφάσισαν νά επιστρέψουν πίσω. Στόν Αχλαδόκαμπο, ο Μακρυγιάννης βρήκε τήν εκκλησία καί τό χάνι γεμάτα από αλεύρι, σφαχτά καί πολεμοφόδια, τά οποία κινδύνευαν νά πέσουν στά χέρια τού εχθρού. Αφού τά συγκέντρωσε, μάζεψε τούς πρόσφυγες καί επέστρεψε στό Ναύπλιο. Στή συνέχεια κατευθύνθηκε στούς Μύλους τού Ναυπλίου.

Ήταν η σειρά τών κατοίκων τού Ναυπλίου νά περιέλθουν σέ πανικό. Η Σεβαστή Διοίκησις δέν είχε φροντίσει νά οργανώσει τήν άμυνα τής πόλης. Τά τείχη σέ πολλά σημεία είχαν φθορές, οι δεξαμενές τού νερού ήταν άδειες, τά τρόφιμα καί τά πολεμοφόδια ανεπαρκή. Μεγάλη ταραχή επικρατούσε στήν πόλη, στήν οποία ήδη είχαν συρρεύσει πρόσφυγες από όλη τήν Πελοπόννησο. Τό μόνο πού λειτουργούσε μέ τάξη εκείνη τήν εποχή στό Ναύπλιο, ήταν τό νοσοκομείο τού Γερμανού ιατρού Ερρίκου Τράιμπερ (Erik Treiber), στήν αγκαλιά τού οποίου θά ξεψυχούσε τό 1827 ο Γεώργιος Καραϊσκάκης.


Μάχη τών Μύλων Ναυπλίου από τόν Παναγιώτη Ζωγράφο


Ο Ανδρέας Μεταξάς φρόντισε νά οχυρώσει τούς Μύλους τού Ναυπλίου, πού εκείνη τήν εποχή ήταν ένα μικρό χωριό μέ 30 σπίτια, κοντά στή μυθική Λέρνη. Περιτριγυρισμένο από πολλές πηγές καί βάλτους αποτελούσε ιδανική θέση γιά άμυνα. Ο πάντοτε προνοητικός Μακρυγιάννης επισκεύασε τόν λιθόκτιστο πύργο (κούλια) τής περιοχής καί φρόντισε γιά προμήθειες καί ειδικά γιά τό νερό πού τούς είχε λείψει τόσο πολύ στό Νεόκαστρο. Ήταν τόσο σχολαστικός πού πολλές φορές οι στρατιώτες τών άλλων σωμάτων τόν χλεύαζαν καί τόν έλεγαν κιοτή δηλαδή δειλό, επειδή αφιέρωνε πολλή ώρα γιά νά οργανώσει τήν άμυνά του. Στή μάχη τών Μύλων, οι μόνοι πού κουράστηκαν, κουβαλώντας πέτρες καί κτίζοντας οχυρώσεις ήταν οι άνδρες τού Μακρυγιάννη. Ήταν τόσο εξαντλημένοι όταν ξάπλωσαν στό χώμα νά κοιμηθούν, ώστε δέν πρόσεξαν τούς Τούρκους πού άρχισαν νά μπαίνουν στό χωριό. Ευτυχώς, ένα όνειρο πού είδε ο Μακρυγιάννης τόν ξύπνησε καί αντιλήφθηκε εγκαίρως τήν είσοδο τών Τούρκων στό χωριό. Οι Έλληνες ετοιμάστηκαν γιά τή μάχη.

«Τότε έπιασα τούς Μύλους καί έφκειασα ταμπούρια κ' έκλεισα τούς Μύλους μέσα. Τόν τοίχον τόν έχτισα ως μέσα εις τήν θάλασσαν καί τόν ασφάλισα καλά όλο μέ μασγάλια (πολεμίστρες). 'Επιασα καί τήν κούλια (πύργο), οπού 'ναι πλησίον στούς Μύλους, καί τήν τρύπησα από πάνου εις τό πάτωμα καί εις τό κατώγι (υπόγειο). Έκοψα καί νερό από τό μυλαύλακον καί τό πέρασα εις τήν κούλια κάτου από τήν γή, νά 'χωμεν νερό, ότι παλαβώσαμεν από νερό εις τό Νιόκαστρον. (Ο Μακρυγιάννης έστρεψε τό νερό από τό αυλάκι πού πήγαινε στούς μύλους καί τό έφερε κάτω από τόν πύργο πού είχε οχυρώσει, ώστε νά μήν τούς λείψει τό νερό όπως στό Νεόκαστρο).

Αφού έφκειασα αυτά, έφκειασα καί ταράτζα εις τά κεραμίδια τής κούλιας καί τήν άλλη κούλια τή συγύρισα καλά νά δεχτώ τόν αφέντη μου τόν Μπραΐμη, οπού 'θελε εις τό Νιόκαστρο νά μέ πάρη μαζί του. 'Οτι μ' ηύρε νηστικόν καί διψασμένον καί μ' έκαμε καί κοντόση νά τού στέλνω τίς Τούρκισσες. (Στό Νεόκαστρο ο Ιμπραήμ είχε ζητήσει από τόν Μακρυγιάννη νά τού στείλει δύο ωραίες Τουρκάλες).

Συγυρίστηκα εις τούς Μύλους κ' εφόδιασα τίς κούλιες απ' ούλα τ' αναγκαία, καί κρέας καί κρασί καί ρακί - καί τώρα θέλει ιδή ντουφέκι Ελληνικόν! Εις τήν Καλαμάτα ο Μπραΐμης έσμιξε μέ τόν Ντερνύ τόν ναύαρχον τής Γαλλίας (L'amiral de Rigny) κ' έφαγαν εις τήν φεργάδα του κ' ένας τράβησε τής στεργιάς κι' άλλος τού πελάου καί είπαν νά σμίξουν εις τούς Μύλους. Καί ήρθε ο ναύαρχος Ντερνύς πρωτύτερα. Πήγα καί τού 'καμα βίζιτα (επίσκεψη) καί μού είπε ότι εγώ δέν θά μπορέσω νά πολεμήσω τόν Μπραΐμη. Τού είπα ότι τέτοιες συνθήκες δέν έκαμα όταν έφυγα από τό Νιόκαστρο, ότι δέν είχα ζαϊρέ (εφόδια) εκεί καί θά τόν πολεμήσουμεν εδώ, νά είμαστε καί τά δύο μέρη χορτάτα.

Δυνάμωσα τήν θέσιν τών Μύλων καλά νά πολεμήσουμεν εκεί όσο νά λυώσουμε. 'Οτι άν μάς πάρη αυτείνη τήν θέσιν, πάγει καί τ' Ανάπλι. Ότι νερόν δέν είχε μέσα ούτε δράμι καί τά κανόνια πεσμένα από τά λέτα. (Λέτο ή κιλλίβαντας είναι η ξύλινη κατασκευή όπου τοποθετούσαν τό κανόνι).

'Ηταν σαυτείνη τήν κατάστασιν από τόν καιρόν τού εμφύλιου πολέμου, οπού τό κρατούσε ο Πάνος Κολοκοτρώνης. Ύστερα εκείνοι οπού μπήκαν εις τ' Ανάπλι νά κυβερνήσουν ήταν κι' αυτείνοι όμοιοι μέ τούς άλλους. Τέλος από αυτά ούτε νερό είχε μέσα, ούτε κανόνι εις τόν τόπον του κι' άν έπαιρνε τούς Μύλους ο Μπραϊμης, κεντρικόν μέρος τής θάλασσας καί στεργιάς καί πλήθος ζαϊρέδες καί πολεμοφόδια καί νερό ποταμός, μπλοκάριζε καί τ' Ανάπλι. (Τά κυβερνητικά στρατεύματα όταν πήραν τό Ναύπλιο από τόν Κολοκοτρώνη, κατά τή διάρκεια τού εμφυλίου πολέμου, δέν ενδιαφέρθηκαν καθόλου γιά τήν συντήρηση τού κάστρου στό Παλαμήδι. Ούτε τροφές υπήρχαν, ούτε προμήθειες καί ακόμα καί τά κανόνια ήταν άχρηστα. Εάν έπεφταν οι Μύλοι, τότε σίγουρα θά έπεφτε πολύ γρήγορα καί τό Ναύπλιο).

Καί εις τήν κατάστασιν οπού 'ταν κάμετε τήν κρίση άν βαστούσε. Αφού τό δυνάμωσα, σέ δύο ημέρες ήρθε ο Χατζημιχάλης μέ τούς ανθρώπους μου, οπού μού πήρε, ήρθε κι' ο Κωσταντήμπεγης Μαυρομιχάλης (Κωνσταντίνος Μαυρομιχάλης, αδελφός τού Πετρόμπεη) μ' ολίγους κι' ο Δημήτριος Υψηλάντης μέ τούς ανθρώπους του, όλους δεκαπέντε. Εκεί οπού 'φκειανα τίς θέσες εις τούς Μύλους ήρθε ο Ντερνύς (ναύαρχος Δεριγνύ) νά μέ ιδή.

- "Τι κάνεις αυτού; Αυτές οι θέσες είναι αδύνατες, τί πόλεμον θά κάμετε μέ τόν Μπραΐμη αυτού;"

- "Είναι αδύνατες οι θέσες κ' εμείς, όμως είναι δυνατός ο Θεός οπού μάς προστατεύει, καί θά δείξωμεν τήν τύχη μας σ' αυτές τίς θέσες τίς αδύνατες. Κι' άν είμαστε ολίγοι εις τό πλήθος τού Μπραΐμη, παρηγοριώμαστε μ' έναν τρόπον, ότι η τύχη μάς έχει τούς Έλληνες πάντοτε ολίγους. Ότι αρχή καί τέλος, παλαιόθεν καί ως τώρα, όλα τά θερία πολεμούν νά μάς φάνε καί δέν μπορούνε. Τρώνε από μάς καί μένει καί μαγιά. Καί οι ολίγοι αποφασίζουν νά πεθάνουν κι' όταν κάνουν αυτείνη τήν απόφασιν, λίγες φορές χάνουν καί πολλές κερδαίνουν. Η θέση οπού είμαστε σήμερα εδώ είναι τοιούτη καί θά ιδούμεν τήν τύχη μας οι αδύνατοι μέ τους δυνατούς".

- "Τρέ-μπιέν" (tres bien).

Τό δειλινό ήρθε κι' ο Χατζή Στεφανής καί Χατζή Γιώργης ο αδελφός του. Ήταν διορισμένοι από τόν νέον υπουργόν του Πολέμου (υπουργός ήταν ο Ανδρέας Μεταξάς, τόν οποίον ο Μακρυγιάννης δέν χώνευε) αρχηγοί καί τούς έδωσαν μισές λίρες καί σύναξαν ανθρώπους νά πάνε εις τόν πόλεμον. Κι' όσο ήταν ο Μπραΐμης εις τό Νιόκαστρο, έκαναν τίς στρατολογίες τους εις τά σπίτια τών κατοίκων καί πολεμούσαν μέ τίς κότες καί τά κρασιά.

Τώρα οπού βήκε ο Μπραΐμης έξω, τραβιώνται κατ' τ' Ανάπλι, εκεί είναι καζίνα καί μπιλλιάρδα. Ρωτάγω τούς δύο αρχηγούς Στεφανή κι' αδελφόν του, καί μού λένε θά πάνε εις τ' Ανάπλι. Τούς λέγω θά καθίσουμεν νά πολεμήσουμεν εδώ νά σωθή τ' Ανάπλι. Μού λένε, εμείς δέν είμαστε εις τήν οδηγίαν σου νά μάς προστάζης. Είμαστε μόνοι μας αρχηγοί. (Ο Μακρυγιάννης μάς παραθέτει τήν πικρή πραγματικότητα καί τήν ανευθυνότητα εκείνων πού έπρεπε νά τροφοδοτήσουν τό Νεόκαστρο καί δέν τό έκαναν. Τώρα δέν ήθελαν νά πολεμήσουν ούτε στούς Μύλους, αλλά ο Μακρυγιάννης τούς έπεισε νά μείνουν νά βοηθήσουν).

Τούς είπα, τό γνωρίζω αυτό όμως σάς λέγω ως αξιωματικοί, ποίον είναι οπού θά ωφελήση τήν πατρίδα; Νά στείλετε τ' άλογά σας εις τ' Ανάπλι καί πιάνομεν καΐκια καί τά 'χομεν εδώ, κι' όταν έρθη ο οχτρός πολεμούμεν, κι' άν είναι κίντυνος 'σ εμάς, τότε μπαίνομεν εις τά καΐκια καί πάμεν εις τ' Ανάπλι. Κι' άν δέν βαστήσουμεν τούτην τήν θέσιν, καί τ' Ανάπλι είναι σέ ριζικόν (κίνδυνο) κι' όλη η πατρίδα. Λέγοντάς τους πολλά τοιούτα, εμείναμεν σύνφωνοι καί διώξαμεν όλοι τ' άλογά μας διά τ' Ανάπλι. Καί μείναν μ' ολίγους. Ότι εκείνους οπού 'χαν εις τήν οδηγίαν τους ήταν οι περισσότεροι τών καφενέδων άνθρωποι.

Βλέπω εις τόν ύπνο μου κ' έρχεται ένας καί μού λέγει: "Σήκου απάνου!" Ξύπνησα, ματακοιμήθηκα. Πάλε τόν βλέπω καί μού λέγει: "Σήκου!" Ήμουν νοιασμένος καί δέν κοιμώμουν. Τότε σηκώνομαι, τηράγω από τό παλεθύρι καί γιόμωσε ο τόπος Τούρκους καί τό περιβόλι όλο γιομάτο. Κ' εμείς - κανείς νά είναι έξυπνος καί δέν θ' άφιναν ρουθούνι. Καί θά μάς σκατοψύχαγαν τόσος κόσμος αδύνατος, οπού 'ταν εκεί καί κουβαλιώνταν εις τ' Ανάπλι μέ τά καΐκια. Τότε βάνω τίς φωνές: "Τούρκοι! Τούρκοι!". Οι άλλοι πού μ' άκουσαν λέγαν: "Ο Μακρυγιάννης πέθανε από τόν φόβον του καί δέν κοιμάται, όλο Τούρκους ονειρεύεται".

(Ο Μακρυγιάννης μέ τούς άνδρες του ήταν εξαντλημένοι από τήν εργασία καί κοιμόντουσαν βαριά. Οι υπόλοιποι αρχηγοί δέν είχαν φροντίσει γιά καραούλια (σκοπιές). Τότε ο Μακρυγιάννης είδε σέ όνειρο ότι κάποιος τόν ειδοποιούσε ότι έρχονται οι Τούρκοι. Έτσι ξύπνησε καί οι Έλληνες γλύτωσαν τόν αιφνιδιασμό, ο οποίος θά ήταν μοιραίος).

Τότε ευτύς εγώ πήρα καμμιά πενηνταριά συντρόφους μου καί πάμε από τά τείχη τών Μύλων, οπού βαστούν τό νερό, καί ήταν καλάμια κι' άλλα χορτάρια καί δέν φαινόμαστε, καί παίρνομεν τήν πλάτη τών Τούρκων καί τούς δίνομεν μίαν φωτιά άξαφνα καί σκοτώσαμεν καμπόσους καί τούς ριχτήκαμεν καί μέ τά μαχαίρια καί τούς βγάλαμεν από τό περιβόλι κι' απ' ούλες τίς θέσες οπού 'χαν κυργέψη καί τίς λάβαμεν εμείς πίσου εις τήν εξουσίαν μας. Οι Τούρκοι μαζώχτηκαν όλοι καί πήγαν εις τό αριστερόν μέρος καί βάλαν τά ντουφέκια τους εις γραμμήν κ' έφκειασαν ίσκιους καί κάθονταν εκεί καί πρόσμεναν τόν Μπραΐμη.

Σέ καμπόσον ήρθε κι' αυτός κ' έπιασε τό παλιόκαστρο οπού 'ναι πανουκέφαλα, εις τήν ράχη τών Μύλων. Στάθη αυτός εκεί μέ πέντ' έξι κολώνες (σειρές), καί οι άλλοι, η πεζούρα καί η καβαλλαρία, ξάπλωσαν ολόγυρα καί η καβαλλαρία μάς έκλεισε νά μάς πιάση όλους ζωντανούς εκεί, νά μήν μείνη κανένας σπορά από 'μάς. Τότε συναζόμαστε όλοι. Μάς ήρθαν καί δυό μίστικα ψαριανά, φέραν καί καμπόσους Κρητικούς. Τότε μιλήσαμεν ο Υψηλάντης νά πιάση τόν μυλάκον, οπού 'ναι εις τό δεξιόν μέρος τού περιβολιού δυτικά, καί νά πάρη τούς ανθρώπους του καί τούς Κρητικούς καί τά μίστικα τά δύο νά τού βαστούνε τήν πλάτη εις τόν μυλάκον.

Εις τό αριστερόν τών Μύλων ήταν ένα μονοπατάκι κατά τό Κυβέρι, νά τό πιάση ο Κωσταντήμπεγης κι' ο Χατζημιχάλης, νά τούς δώσω κι' ανθρώπους. Τά τείχη τού περιβολιού απόξω νά τά πιάσω εγώ κι' όλες εκείνες τίς θέσες. Καί νά 'χω κι' ανθρώπους μαζί μου νά φέρνω γύρα ολούθε, ούθεν είναι πολλή δύναμη τών Τούρκων. Πήρε ο καθείς τήν θέσιν του. Η κάψη του ήλιου ήταν δυνατή. Κάθισαν οι Τούρκοι νά ξεμεσημεριάσουν όσο νά δροσίση, νά μάς πολεμήσουνε. Είπα τών συντρόφωνέ μου, άν έρθη μεγάλη σφίξη τών Τούρκων καί δέν μπορούμεν νά τούς βαστήσουμεν όξω, νά μπούνε όλοι εις τίς κούλιες. 'Εκοψα καί χαντάκι ολόγυρα, έφκειασα κι' από 'να μπούρτζι (επάκτιο πυροβολείο) μέ πολλές πολεμίστρες απόξω τίς πόρτες τών κούλιων, άφησα κι' ανθρώπους μέσα νά μή βάνουν κανέναν ξένο, ότι εγώ καί οι συντρόφοι μου πεθάναμεν δυό μερόνυχτα κουβαλιώντας πέτρες καί δουλεύοντας καί οι άλλοι κοιμώνταν κι' όταν ξυπνούσαν, περιγελούσαν τούς ανθρώπους καί τούς έλεγαν κιοτήδες. Αυτείνοι ήταν αντρείοι καί παλληκάρια εις τούς καφενέδες.

Έδωσε ο Θεός καί δέν βδοκίμησε ο Μπραΐμης - είχα όρκον νά τούς αφήσω όξω νά τούς κόψη σάν σκυλιά, νά μήν γλυτώση κανένας, ότι οι τεμπέληδες δέν άφιναν καί τούς άλλους νά δουλέψουνε. Τότε, αφού συγυρίστηκα καλά, είπα τών ανθρώπων νά κοιμηθούνε ολίγον όσο νά περάση τό μεσημέρι, νά μήν μάς ακολουθήση τό βράδυ πόλεμος καί δέν βαστάμεν οληνύχτα, καί οι Τούρκοι κοιμώνταν. Πήγαν οι άνθρωποι νά ησυχάσουνε. Τότε, διά νά σκοτωθούμεν όλοι καί νά μήν γλυτώση κανένας, άν τύχη κίντυνος, ούτε εγώ, ούτε αυτείνοι οι νέοι αρχηγοί τών καφενέδων, είπα ότι πρέπει νά διώξω καί τά καΐκια. Ότ' είχε ο καθένας από τρία τέσσερα καί δι' αυτό δέν θέλαν νά φκειάσουνε ταμπούρια. Τό είχαν σκοπό, άν πλησιάση ο Μπραΐμης, νά μπούνε μέσα κι' άλλοι νά πάνε εις τ' Ανάπλι, κι' άλλοι 'σ τά νησιά. Καί τότε μπορούσαν νά φύγουν κι' από τούς δικούς μου καί κιντύνευα κ' εγώ. Αφού φάγαν κ' έπιαν κρασί όλοι αυτείνοι, έπεσαν εις τόν ύπνο. Τότε πάγω καί παίρνω έναν από τά καΐκια καί τόν βάνω σέ μίαν φελούκα καί τού λέγω νά πάγη σέ όλα τά καΐκια νά τούς ειπή κρυφίως σέ μιά στιμή όλα συνχρόνως νά φύγουνε, νά μήν μείνη κανένα καί νά μήν κάμουν σαματά (θόρυβο) καί νοηθούν, θά τούς σκοτώσω.

Σ' έναν καιρόν φύγαν όλα τά καΐκια καί πάνε εις τήν δουλειά τους. Όταν ξεμάκρυναν, τά πήραν χαμπέρι. Εγώ έκανα ότι δέν ξέρω καί κοιμόμουν. Τότε έρχονται μέ ξυπνάνε, φωνάζω κ' εγώ καί λυπούμαι τό κακόν οπού πάθαμεν. Τότε τούς λέγω: "Οι ελπίδες μας ήταν αυτές, πάγει κι' αυτό καί είμαστε σέ κίντυνο. Τώρα άλλη θαραπαγή (θεραπεία) δέν είναι, φκειάσιμον τού πόστου του ο καθείς. Μάλλωσαν μ' εμένα ότι τούς παρακίνησα καί διώξαμεν καί τ' άλογα. Σάν τά 'χαμεν, ήταν ελπίδες νά φύγουν μ' αυτά. Τούς είπα ότι ήταν οι ελπίδες μου στά καΐκια κ' έδωσα αυτείνη τήν γνώμη, άρχισαν νά στοχάζωνται καί νά φκειάνη ο καθείς τό πόστο του, ότι εκεί θά πεθάνη.

Έκατζα νά φάγω ψωμί. 'Ηρθαν τέσσεροι αξιωματικοί Γάλλοι μ' ανθρώπους από τήν φεργάδα νά πάρουνε μέσα τίς τουλούμπες καί τ' άλλα τους τά πράματα, οπού κάναν νερό, οπού πλέναν τά σκουτιά (ρούχα) τους, νά μήν χαθούνε οπού θ' άνοιγε ο πόλεμος. (Οι Γάλλοι έπλεναν τά ρούχα τους στούς νερόμυλους). Κράτησα τούς αξιωματικούς καί φάγαμεν μαζί. Μού λένε:

- "Είστε πολλά ολίγοι κι' αυτείνοι πολλοί, οι Τούρκοι, καί ταχτικοί κι αυτείνη η θέση είναι αδύνατη. Έχει καί κανόνια ο Μπραΐμης καί δέν θά βαστάξετε."

- "Όταν σηκώσαμεν τήν σημαία αναντίον τής τυραγνίας, ξέραμεν ότ' είναι πολλοί αυτείνοι καί μαθητικοί κ' έχουν καί κανόνια κι' όλα τά μέσα. Εμείς απ' ούλα είμαστε αδύνατοι. Όμως ο Θεός φυλάγει καί τούς αδύνατους κι' άν πεθάνωμεν, πεθαίνομεν διά τήν πατρίδα μας, διά τήν θρησκεία μας, καί πολεμούμεν όσο μπορούμεν αναντίον τής τυραγνίας κι' ο Θεός βοηθός. Αυτός ο θάνατος είναι γλυκός, ότι κανένας δέν θά γένη αθάνατος κι' όταν ο Χάρος θά 'ρθη νά μάς πάρη, όταν θέλη, άρρωστους καί δυστυχείς, καλύτερα σήμερα νά πεθάνωμεν." (Ακούστε τί ωραία μιλάει ο άνθρωπος, άχ έρμε Μακρυγιάννη! Πού νά φανταζόσουν ότι κάποτε θά υπήρχαν Έλληνες πού θά σέ έβριζαν γι' αυτές σου τίς ιδέες καί θά σέ αποκαλούσαν φασίστα καί ρατσιστή! Πού νά φανταζόσουν ότι κάποτε θά ήταν ντροπή γιά ένα δάσκαλο νά μιλάει στά παιδιά γιά τή θυσία τών προγόνων τους υπέρ πατρίδος καί θρησκείας. Η ελληνική επανάσταση πιάνει τόσο χώρο στά σχολικά βιβλία όσο καί η βιομηχανική επανάσταση καί φυσικά πολύ λιγότερο χώρο από ότι τό ...Πολυτεχνείο. Τώρα τά παιδιά μας μαθαίνουν γιά πολυπολιτισμό, αντιρατσισμό, ευάλωτες ομάδες, Κομμισιόν, κατάργηση συνόρων, τά καλά τής μετανάστευσης τών Αιγυπτίων καί τών Πακιστανών στήν Ελλάδα, τήν ελληνοτουρκική φιλία, τό Αιγαίο ανήκει στά ψάρια, φτιάξτε τζαμιά στήν Αθήνα, βγάλτε τίς εικόνες από τά σχολεία, μάθετε τουρκικά στά Ελληνόπουλα, τό δημογραφικό θά τό λύσουν οι μουσουλμάνοι τής Αφρικής κλπ κλπ.)

Μέ φίλησε ένας απ' αυτούς καί τόν φίλησα κ' εγώ. Ύστερα φύγαν. Όταν δρόσισε καί πήρε τό δειλινό, πήρα καμπόσους αθάνατους συντρόφους από 'κείνους οπού γνώριζαν τούς Αράπηδες από τούς Αβαρίνους (Πύλο) κι' από τό Νιόκαστρον, οπού 'ταν ο Αράπης χορτάτος κι' ο 'Ελληνας νηστικός καί διψασμένος, πήρα καμπόσους από αυτούς κι' από τά τείχη τού μύλου πήγαμεν κρυφίως, από τήν εκκλησιούλα, καί τούς δίνομε έναν ντουφεκισμόν τών Τούρκων, χωρίς νά τούς βλάψωμεν, αλλά νά τούς ξυπνήσωμεν. (Έριξαν μέ τά τουφέκια, ακριβώς γιά νά μήν αφήσουν τούς εχθρούς νά ξεκουραστούν, δεδομένου ότι ήταν κουρασμένοι από τήν πορεία καί τήν μάχη).

Τότε ανοίξαμεν τό ντουφέκι καί μπήκαν οι κολώνες εις τήν τάξη. Ο Μπραΐμης περήφανος έστειλε τούς κατζαδόρους, οπού τούς είχε καί εις τό Νιόκαστρον, κι' άλλες δύο κολώνες από τό κάστρον καί συνχρόνως καί οι άλλες κολώνες καί μέ πρώτον μάς πήραν όλο τό περιβόλι καί τίς κούλιες τού περιβολιού κι' ολόγυρα καί μέ τήν πρώτη ορμή ήρθαν εις τό κάτου μέρος τού περιβολιού, εις τά τείχη, οπού 'ναι πρόσωπον τής θάλασσας κ' εκεί τό βαστούσα μέ τούς συντρόφους μου.

Μάς πλάκωσαν μέ τήν πρώτη ορμή κ' εκεί άρχισε πεισματώδης πόλεμος από τό 'να τό μέρος κι' από τ' άλλο κάμποση ώρα. Ήταν η κάψη, καί δέν φυσούσε τελείως κι' ο καπνός τών ντουφεκιών έγινε μιά αντάρα (ομίχλη), καταχνιά - θά μάς παίρναν όλους. Τότε μιλήσαμεν αναμεταξύ μας νά βαρούμεν τούς αξιωματικούς, ότι αυτείνοι φέρναν μέ τό στανιόν τίς κολώνες απάνου μας. Όταν αρχίσαμεν καί βαρούγαμεν καί σκοτώναμεν τούς αξιωματικούς, κρύγιωσαν. 'Σ τόν ίδιον καιρόν βγάλαμεν τά σπαθιά πεντέξι, κι' άλλοι ύστερα, καί ριχνόμαστε απάνου τους καί τούς δίνομεν ένα χαλασμόν - κι' αφίνουν καί κούλιες καί περιβόλι. Κ' εκεί εις τήν πόρτα τούς πλάκωσαν οι 'Ελληνες καί ρίχναν εις τόν σωρόν καί άρχισε ο πόλεμος κι' από τό μέρος τού μυλάκου, οπού 'ταν ο Υψηλάντης μέ τούς Κρητικούς, καί μίστικα μέ μπαλαμιστράλλια κι' όλα αυτά πήγαιναν εις τά σώματα τών Αραπάδων.

Τότε γυρίζουν οπίσου καί μάς παίρνουν ομπρός καί τζακιστήκαμεν ότι έστειλε κι' άλλους ο Μπραΐμης κι' αυτείνοι γύρισαν καί τούς άλλους καί μάς χάλασαν. Γυρίσαμεν πίσου εις τά πόστα μας κι' αυτείνοι πολεμούσαν μπροστά κι' οπίσου. Μάζωξαν τούς σκοτωμένους. Τότε μάς πισουδρόμησαν πάλε καί κόντεψαν νά μέ πιάσουνε ζωντανόν, ότι μού σκοτώθη ένα παλληκάρι από τά καλύτερα, Κατζούγια τό λέγαν, από τό Σερνικάκι χωριόν τού Σαλώνου (Αμφίσσης), μέ τόν καημένον τόν αθάνατον Γκίκα. Έμεινα πίσου από τούς άλλους καί πιάσαμεν τόν σκοτωμένον, ο Γκίκας από τό 'να τό χέρι κ' εγώ από τ' άλλο, ότι τόν αγαπούσα πολύ αυτόν οπού σκοτώθη, ποτές δέν μ' άφηνε από τό πλευρό καί μέ γλύτωσε σέ τόσα δεινά κ' εκεί, διά νά μείνωμεν εις τόν τοίχον τής κούλιας τού περιβολιού, έκαμεν ομπρός καί σκοτώθη.

Τόν πήραμεν οι δυό μας, μέ τόν Γκίκα, καί κιντυνέψαμεν κ' εμείς καί τόν φέραμεν εις τό πόστο μας. Κ' εκεί εις τό πόστο είναι χωμένος ο γενναίος πατριώτης. Αφού οι Γάλλοι έβλεπαν από τήν φεργάδα τόν πόλεμον καί τόν χαλασμόν τών Τούρκων, τόσο ενθουσιάστηκαν οπού γύρευαν άν ήταν τρόπος νά βγούνε κι' αυτείνοι νά μάς βοηθήσουνε. Τότε παίρνει μίαν κασσέλα ρούμι ο ναύαρχος καί οι φίλοι μου οι αξιωματικοί, οι τέσσεροι οπού φάγαμε ψωμί μαζί, ροσόλι (λικέρ) καί βήκαν έξω. Τούς βάλαμεν 'σ τήν κούλια. Μέρασα τό ρούμι τών ανθρώπων διά νά ιδή κι' ο ναύαρχος μέ τούς φίλους του τόν πόλεμον. Τότε κάνομεν καί τρίτο γιρούσι καί τούς δώσαμεν έναν σκοτωμόν καλόν καί οι γενναίοι Κρητικοί καί οι Ψαργιανοί μέ τά μίστικα - χάριτες χρωστάγει η πατρίδα 'σ αυτούς τούς γενναίους ανθρώπους καί καλούς πατριώτες. Τότε, εκεί οπού ριχτήκαμεν 'σ τό γιρούσι, μού πληγώθη βαρέως καί ύστερα πέθανε ο καλός καί γενναίος πατριώτης Μιχάλης Κυπραίος, οπού 'στειλα τής πλεγής (κολύμπι) καί πήγε εις τήν Αγγλική φεργάδα, όταν κιντυνεύαμε εις τό Νιόκαστρο. (Σκοτώθηκε ο Κύπριος πού είχε κολυμπήσει από τό Νεόκαστρο, μέσα σέ μία βροχή από σφαίρες, μέχρι τήν αγγλική φρεγάτα, γιά νά ζητήσει από τόν πλοίαρχό της νά έρθει νά παραλάβει τούς Έλληνες).

Βλέπομεν από τ' Ανάπλι κ' έρχεται ένα μιντάτι (ενισχύσεις). Ήταν ο γενναίος Μήτρος Λιακόπουλος, άξιον παληκάρι καί καλός πατριώτης. Ήρθε μέ πενήντα ανθρώπους, όλο παλιοί αξιωματικοί καί στρατιώτες, πατριώτες πολλά γενναίγοι, όλοι καλοί. Ήταν στενός μου φίλος καί ήρθε ότ' ήταν παληκάρι. Ήταν πλήθος εις τ' Ανάπλι, μάς τήραγαν μέ τά κιάλια (ειρωνεύεται τούς κλεισμένους στό Ναύπλιο, πού δέν έστελναν βοήθεια). Αφού ήρθε ο Λιακόπουλος καί οι συντρόφοι του, τούς κεράσαμεν κι' αυτούς. Τότε κάμαμεν νέον σκέδιον νά ριχτούμεν τών Τούρκων, ο Λιακόπουλος μέ τούς ανθρώπους του νά πάγη τ' αριστερόν μέρος τού περιβολιού, ο Γκίκας νά πάγη τό δεξιόν από τόν μυλάκον, εγώ νά πάγω τήν μέση τό περιβόλι. Νά κινηθούμεν καί οι τρείς κολώνες μαζί νά χτυπήσουμεν τούς Τούρκους, ότι συνάχτηκαν όλοι εις τό περιβόλι νά μάς ριχτούνε καί νά τούς ριχτούμεν εμείς πρωτύτερα.

Μέρασα τά φουσέκια (σφαίρες) καί κινηθήκαμεν καί οι τρείς κολώνες συνχρόνως. Εκεί οπού 'χα ριχτή εγώ ομπρός μέ τούς ανθρώπους μου, καί οι άλλοι, οι δύο κολώνες, προχώρεσαν, κάποιοι Τούρκοι, οπού μού 'χε στείλη ο Μπραΐμης εις τό Νιόκαστρον καί μιλούσαμεν, μέ γνώριζαν καί ήταν καί μ' άλλους Τούρκους εις τήν κούλια τού περιβολιού, έρριξαν καί μέ πλήγωσαν εις τό δεξί χέρι. Ήταν από μουσκέτο καί τό μολύβι μεγάλο καί μο' 'φαγε όλα τά κόκκαλα. Μο' 'πεσε τό σπαθί από τό χέρι - ήμουν κι' αναμμένος οπού 'τρεχα εις τά πόστα καί τούς έδινα πολεμοφόδια. (Ήταν ένα τραύμα από τά δεκάδες τραύματα πού είχε ο Μακρυγιάννης. Τό χειρότερο τραύμα θά τό λάμβανε αργότερα στό κεφάλι καί γι' αυτό σέ όλες τίς απεικονίσεις τόν βλέπουμε μέ ένα μαντήλι πού ήταν σφικτά δεμένο στό κεφάλι του γιά νά σταματάει τούς πονοκεφάλους).

Δέν βαστιέταν τό αίμα, τύλιξα τό χέρι εις τό πουκάμισο νά μήν τό ιδούνε οι άνθρωποι. Όμως τσακίστηκαν οι Τούρκοι πάλε όξω από τήν κούλια, αφού τούς χτυπήσαμεν κ' οι τρείς κολώνες καί οι Κρητικοί καί τά μίστικα. Τότε πέρασε καί η ώρα, έπαψε ο πόλεμος. Τελειώνοντας ο πόλεμος, ήρθαν καμμιά εξηνταργιά ταχτικοί από τ' Ανάπλι μέ τόν λοχαγόν Κάρπον. Βάρεσαν κ' εκείνοι τά ταμπούρλα νά ρίξαν καί μίαν μπαταργιά εις τόν αγέρα. Αφού ο πόλεμος τελείωσε, μέ πήραν καί μέ πήγαν εις τήν φεργάδα τήν γαλλική, έστειλε φελούκα ο ναύαρχος κι' αξιωματικούς, άμα πλησιάσαμεν εις τήν φεργάδα, έβαλε τήν μουσική καί βαρούσε. Γύρευαν νά μέ κρατήσουν μέσα εις τήν φεργάδα διά νά μέ γιατρέψουν. Εγώ δέν θέλησα. Μο' 'δεσαν οι γιατροί τής φεργάδας τό χέρι καί μέ συντρόφεψαν αυτείνοι καί πεντέξι αξιωματικοί 'σ τ' Ανάπλι σουρουπώνοντας καλά, καί μέ δέχτηκαν οι κάτοικοι τού Αναπλιού καί η Κυβέρνηση.»


Απομνημονεύματα Μακρυγιάννη



Ο Ιωάννης Μακρυγιάννης έπιασε τό κέντρο οχυρωμένος μέσα στόν πύργο τής περιοχής, ο Δημήτριος Υψηλάντης έπιασε τά σπίτια δεξιά του καί ο Κωνσταντίνος Μαυρομιχάλης μέ τόν γενναίο Χατζημιχάλη Νταλιάνη από τό Αργυρόκαστρο τής Βορείου Ηπείρου, τά σπίτια στά αριστερά του. Ο πανέξυπνος Μακρυγιάννης, γιά νά αναγκάσει τούς υπόλοιπους στρατιώτες νά φτιάξουν ταμπούρια καί νά μήν μπούν στόν πειρασμό νά τόν εγκαταλείψουν, έδωσε διαταγή σέ όσα καΐκια βρίσκονταν στήν παραλία, νά σηκώσουν πανιά καί νά φύγουν. Όπως καί έγινε. Τώρα οι Έλληνες δέν είχαν διέξοδο διαφυγής καί έπρεπε νά πολεμήσουν ή νά πεθάνουν.

Η συνολική δύναμη τών Ελλήνων δέν ξεπερνούσε τούς 500 άνδρες, ενώ είχαν νά αντιμετωπίσουν δεκαπλάσιους εχθρούς. Αυτή τήν διαφορά δυνάμεων τήν εντόπισε ο Γάλλος ναύαρχος Henri de Rigny καί προειδοποίησε τόν Μακρυγιάννη, ο οποίος τού απάντησε ότι "η μοίρα τό έχει οι Έλληνες νά είμαστε πάντα λίγοι καί νά πρέπει πάντοτε νά αντιμετωπίζουμε τούς πολλούς, πού έχουν έρθει σάν τά θηρία από όλα τά μέρη τής γής καί θέλουν νά μάς φάνε".

Η μάχη ήταν σκληρή καί αμφίρροπη μέ τίς δύο πλευρές άλλοτε νά εφορμούν η μία στήν άλλη καί άλλοτε νά υποχωρούν. Οι κινήσεις τών Αιγυπτίων μέσα στά έλη ήταν δύσκολες καί γίνονταν εύκολος στόχος γιά τούς Έλληνες, οι οποίοι σκόπευαν κυρίως τούς αξιωματικούς τους. Οι στρατιώτες αυτοί χωρίς τούς αξιωματικούς τους μετατρέπονταν σέ "πρόβατα" καί αυτό τό είχαν καταλάβει από νωρίς οι Έλληνες. Ήταν στρατιώτες πού δέν ήξεραν γιά ποιόν πολεμούν, όπως άλλωστε όλοι οι στρατιώτες τών πολυπολιτισμικών αυτοκρατοριών.


Κωνσταντίνος Μαυρομιχάλης


Ο Ιμπραήμ έστελνε απανωτά τά κύματα τών Αιγυπτίων στρατιωτών του, αλλά ο Μακρυγιάννης τούς απωθούσε ακόμα καί μέ ξαφνικές εφορμήσεις έχοντας μόνο τά σπαθιά στά χέρια. Στόν κόλπο κατέφθασαν Κρητικοί μέ κάποια ψαριανά μίστικα, οι οποίοι ενίσχυσαν τόν Υψηλάντη πού κατέλαβε ένα νερόμυλο, σκοτώνοντας τούς μουσουλμάνους στρατιώτες πού είχαν κλειστεί μέσα. Όταν ο Μακρυγιάννης προσπάθησε νά σώσει έναν συμπολεμιστή του, κινδύνευσε νά πιαστεί αιχμάλωτος.

Ευτυχώς ήρθαν κάποιες λίγες ενισχύσεις από τό Ναύπλιο μέ τόν γενναίο Ολύμπιο αρχηγό Μήτρο Λιακόπουλο καί οι Έλληνες αποφάσισαν νά επιτεθούν ξαφνικά αιφνιδιάζοντας τούς Αιγυπτίους πού δέν περίμεναν ότι οι ολιγάριθμοι εχθροί τους θά τολμούσαν κάτι τέτοιο. Οι Λιακόπουλος, Γκίκας καί Μακρυγιάννης μέ τούς άνδρες τους καί μέ τά γιαταγάνια τους άρχισαν νά κυνηγούν τούς εχθρούς μέσα στά έλη τρέποντάς τους σέ φυγή. Η μάχη έφθασε στό τέλος της μέ θριαμβευτές τούς Έλληνες, γιά πρώτη φορά εναντίον τού Ιμπραήμ καί τού γαλλικού επιτελείου του. Ο Μακρυγιάννης βαριά τραυματισμένος θά πήγαινε στή φρεγάτα τού Δεριγνύ γιά νά βρεί ιατρική φροντίδα. Ο μετέπειτα στρατηγός απέδειξε ότι η οργάνωση, η σωστή προετοιμασία καί η εκλογή τού κατάλληλου τόπου μπορούσαν νά φέρουν αποτελέσματα καί νά αντιμετωπιστούν επιτυχώς οι υπέρτερες δυνάμεις τού εχθρού.

Η κυβέρνηση τίμησε μέ αξιώματα τόν Χατζημιχάλη, τόν Μήτρο Λιακόπουλο, τόν Γάλλο φιλέλληνα Francois Graillard, καί φυσικά τόν Ιωάννη Μακρυγιάννη. Ο Ιμπραήμ έκανε κάποιες επιθετικές κινήσεις κατά τού Ναυπλίου, αλλά η θέα τού Παλαμηδίου τόν απέτρεψε. Στίς 15 Ιουνίου 1825 έκαψε τό Άργος καί τά γύρω χωριά καί τράβηξε τό δρόμο γιά τήν Τριπολιτσά, τόν οποίο δυστυχώς ο Κολοκοτρώνης δέν πρόλαβε εγκαίρως νά αποκλείσει, αφού οι απείθαρχοι άνδρες του δέν οχύρωσαν όπως έπρεπε τό πέρασμα στό Παρθένι. Ήταν η μεγάλη ευκαιρία νά περικυκλωθεί ο Ιμπραήμ καί από τίς δυνάμεις τού Ναυπλίου καί από τίς δυνάμεις τής Αρκαδίας καί ευρισκόμενος μακρυά από τίς βάσεις ανεφοδιασμού του στή Μεθώνη νά υποστεί τελειωτικό πλήγμα σάν τόν Δράμαλη. Δυστυχώς σέ αυτή τήν περίπτωση ο Γέρος τού Μωριά απέτυχε καί αποσύρθηκε μέ τή σειρά του στό Χρυσοβίτσι.


Στρατηγός Μακρυγιάννης




«Ελλιμένιζε ταίς ημέραις εκείναις έμπροσθεν τών Μύλων η γαλλική ναυαρχίς· ο ναύαρχος Δεριγνής καί τινες τών αξιωματικών ήλθαν εις λόγους μετά τού Υψηλάντου περί τών ενεστώτων πραγμάτων. Ειπόντος δέ τινος ότι ο επικείμενος αγών ήτον επικίνδυνος, "ή θά νικήσωμεν σήμερον", απεκρίθη ο γενναίος Υψηλάντης, "ή θ' αποθάνωμεν".

Αλλά τόσον επικίνδυνος ο αγών δέν ήτο, διότι οι Μύλοι ήσαν παράλιοι, καί παρήσαν ελληνικαί κανονοφόροι, ώστε καί βοήθειαν παρ' αυτών ηδύναντο πολεμούντες οι Έλληνες νά λάβωσι, καί νικώμενοι είχαν πώς καί πού νά σωθώσιν. Εν τούτοις οι εχθροί καταβαίνοντες από τής Τριπολιτσάς, ήλθαν έμπροσθεν τών Μύλων τήν 13ην Ιουνίου 1825 περί τήν μεσημβρίαν, καί οι μέν επροχώρησαν αυθημερόν πρός τό Άργος, οι δέ απέμειναν εις άλωσιν αυτών· καί πρώτον μέν ιππείς, κατόπιν δέ πεζοί ώρμησαν εις τούς φυλάσσοντας αυτούς, προκινδυνεύοντος τού Ιβραήμη, αλλ' απεκρούσθησαν· ήσαν δέ ολίγοι οι εφορμήσαντες, διότι τά παρακείμενα άβατα έλη εμπόδιζαν τήν εφόρμησιν πολλών.

Διαρκούσης δέ τής μάχης, έρριψαν οι εχθροί μέρος τού τοίχου τού κήπου καί εισήλθαν καί τινες εις αυτόν· αλλ' ενώ ητοιμάζοντο νά εισέλθωσι διά τού ρήγματος καί άλλοι, δεκαπέντε Έλληνες καί φιλέλληνες υπό τόν Μακρυγιάννην, ρίψαντες κατά γής τά τουφέκια καί γυμνώσαντες τά ξίφη, ώρμησαν ιαχούντες επί τούς προεισελθόντας, τούς απεδίωξαν, καί διετήρησαν τήν θέσιν εκείνην. Διαρκούσης δέ τής μάχης, ήλθαν εκ Ναυπλίου επιβοηθοί ο λόχος τών ευζώνων υπό τόν Κάρπον καί άλλοι μή τακτικοί, καί ούτως έγεινεν η κρίσις τού, μέχρι τής ώρας εκείνης, αμφιρρεπούς αγώνος· περί δέ τήν δύσιν τού ηλίου έπαυσεν η μάχη, καί οι εχθροί ώδευσαν πρός τό Άργος κατησχυμένοι, 50 ελογίσθησαν οι φονευθέντες καί πληγωθέντες· εφονεύθησαν δέ καί εκ τών Ελλήνων 4, εξ ών ο εις φιλέλλην, καί 4 ή 5 επληγώθησαν, εν οίς καί ο Μακρυγιάννης εις τήν δεξιάν χείρα, όστις μετακομισθείς εις τήν γαλλικήν ναυαρχίδα ηύρε πάσαν περιποίησιν. Οι εχθροί διενυκτέρευσαν εν Άργει, τό έκαυσαν τήν επαύριον, έκαυσαν καί τά πλησίον χωρία, καί τήν επιούσαν τινές τού ιππικού επροχώρησαν εντός βολής κανονίου προς τό Ναύπλιον.

Διανυκτερεύσας δέ ο Ιβραήμης εν Άργει, ανεχώρησε τήν επαύριον πανστρατιά εις Τριπολιτσάν. Προκατέλαβαν οι περί τόν Κολοκοτρώνην τό Παρθένι καί τόν Γύρον εις αντίστασιν, αλλ' ιδόντες πλησιάζοντα τόν εχθρόν, ανεχώρησαν, οι δέ Αιγύπτιοι εισήλθαν τήν 17ην Ιουνίου 1825 εις Τριπολιτσάν ατουφέκιστοι. Διαρκούσης δέ τής εχθρικής ταύτης επιδρομής, παρατηρήσαντες οι εν Πάτραις Τούρκοι ότι η εις Βοστίτσαν (Αίγιο) άγουσα αφέθη αφύλακτος, απέστειλαν 250 ιππείς πρός τήν πόλιν ταύτην· εφάνησαν ταυτοχρόνως πρός τά παράλια εκείνα καί τινα πλοία τουρκικά. Καταθορυβηθέντες οι κάτοικοι της καί οι εν αυτή ολίγοι στρατιώται, ως μή προειδοποιηθέντες υπό τών παρά τή οδώ σκοπών, ετράπησαν όσοι επρόφθασαν εις φυγήν.

Οι Τούρκοι εισήλθαν αμαχητί, εφόνευσάν τινας, έκαυσαν οικίας, καί κλίναντος τού ηλίου ανεχώρησαν απάγοντες αιχμαλώτους καί λάφυρα. Εν τοσούτω, αφ' ού οι Αιγύπτιοι επανήλθαν εις Τριπολιτσάν, οι Έλληνες συνήλθαν πανταχόθεν τής Πελοποννήσου εις τά πέριξ τής πόλεως εκείνης πρό αποκλεισμόν. Οι Καρυτινοί κατέλαβαν τό Χρυσοβίτσι καί τήν Πιάναν, οι Αργείοι καί οι Τριπολιτσιώται τά Τσιπιανά, οι Καλαβρυτινοί, οι Βοστιτσάνοι, οι Κορίνθιοι καί οι περί τόν Νικήταν τό Λεβίδι, οι Ανδρουσάνοι τό Μακρυπλάγι, οι δέ Αγιοπετρίται, οι Μονεμβασίται καί οι Λάκωνες διέμειναν εν Βερβένοις, όπου καί ο Υψηλάντης. 'Ησαν δέ όλοι περίπου δεκακισχίλιοι.

Εν ώ δέ κατείχαν τας θέσεις ταύτας εις πολιορκίαν τής Τριπολιτσάς, έμαθαν ότι νέα εχθρική δύναμις ήτοιμάζετο ν' αναβή εκ τών μεσσηνιακών φρουρίων εις τήν πόλιν ταύτην, καί απεφάσισαν επί τή προτάσει τού Κολοκοτρώνη νά προσβάλωσι τήν ενεστώσαν πρίν φθάση εκείνη· καί οι μέν περί τόν Ζαήμην, τόν Λόντον, τόν Νικήταν, καί τόν Νοταράν παρηγγέλθησαν νά τοποθετηθώσι προς τήν Επάνω Χρέπαν, όπου καί ο Κολοκοτρώνης, οι δέ περί τόν Γενναίον, Δηληγιάννην καί Παπατσώρην όπου τά παλαιά οχυρώματα τών Τρικόρφων, οι δέ περί τόν Πλαπούταν καί τόν Γκριτζάλην εν Βαλτετσίω· ειδοποιήθησαν καί οι εν Βερβένοις περί τού σχεδίου· τήν δέ νύκτα τής 23ης Ιουνίου 1825 εκινήθησαν όλοι προς τάς θέσεις των. Ο Ιβραήμης, ιδών τήν αυτήν νύκτα πολλά πύρ πρός τήν Επάνω Χρέπαν, υπώπτευσε καί έσπευσε νά στείλη έν τάγμα, πρωίας γενομένης, ίνα καταλάβη τά οχυρώματα τών Τρικόρφων


Ιστορία τής Ελληνικής Επαναστάσεως Σπυρίδων Τρικούπης Τόμος Γ'






------------------------ ------------------ Books and movies ------------------ www.agiasofia.com -----------------------