http://www.agiasofia.com



Ελληνική Επανάστασις 1821, Μέρος ΚΗ'







||Α'|-|Β'|-|Γ'|-|Δ'|-|Ε'|-|ΣΤ'|-|Ζ'|-|Η'|-|Θ'|-|Ι'|-|ΙΑ'|-|ΙΒ'|-| ΙΓ'|-|ΙΔ'|-|ΙΕ'|-|ΙΣΤ'|-|ΙΖ'|-|ΙΗ'|-|ΙΘ'|-|Κ'|-|ΚΑ'|-|ΚΒ'|-|ΚΓ'|-|ΚΔ'|-| ΚΕ'|-|ΚΣΤ'|-|ΚΖ'|-|ΚΗ'|-|ΚΘ'|-|Λ'|-|ΛΑ'|-|ΛΒ'|-|ΛΓ'|-|ΛΔ'|-|ΛΕ'|-|ΛΣΤ'||




Μάχη τών Τρικόρφων (23 Ιουνίου 1825)



Ο Ιμπραήμ μετά τή μάχη τών Μύλων τού Ναυπλίου επέστρεψε μέσω τού Αχλαδόκαμπου, τόν οποίο έκαψε, στήν Τριπολιτσά γιά νά ξεκουράσει τά στρατεύματά του. Ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης μέ τή σειρά του άρχισε νά οργανώνει νέα στρατόπεδα γύρω από τήν πόλη. Οι Έλληνες γνώριζαν ότι ο Ιμπραήμ ήταν παράτολμος καί πολλές φορές βρισκόταν στήν εμπροσθοφυλακή τού στρατού του, ενώ δέν δίσταζε νά πολεμά σάν απλός στρατιώτης. Ο Κολοκοτρώνης, γνωρίζοντας αυτή τή συνήθεια, έστελνε αποσπάσματα ανιχνευτών μέ τήν ελπίδα νά ανακαλύψουν τόν παράτολμο πασά καί νά τόν σκοτώσουν ή νά τόν αιχμαλωτίσουν.

Όσο ο Ιμπραήμ πασάς βρισκόταν στήν Τριπολιτσά, οι Έλληνες οχύρωναν τίς θέσεις, πού είχε ο ορίσει ο αρχηγός τους. Τό Λεβίδι, βόρεια τής πόλης, τό έπιασαν οι Ανδρέας Ζαΐμης, Ανδρέας Λόντος, Παναγιώτης Νοταράς, Γεώργιος Λεχουρίτης, Σολιώτης καί Βασίλης Πετμεζάς καί τά Βέρβαινα στά νοτιοανατολικά οι Γεωργάκης Μιχαλάκης, Πέτρος Αναγνωστόπουλος, Θεόδωρος Ζαχαρόπουλος καί Δημήτριος Υψηλάντης. Στή δύναμη τών τελευταίων βρίσκονταν στρατιώτες από τόν Άγιο Πέτρο, τόν Πραστό καί τόν Μυστρά ενώ ήρθαν νά προστεθούν οι ιππείς τού Χατζή Μιχάλη Νταλιάνη καί οι Μανιάτες τού Κωνσταντίνου Μαυρομιχάλη. Στήν Πιάνα καί τό Χρυσοβίτσι, στά δυτικά, βρίσκονταν στρατεύματα από τήν Καρύταινα, τήν Αρκαδιά (Κυπαρισσία) καί τό Φανάρι (Ολυμπία). Αρχηγούς είχαν τούς Ιωάννη Κολοκοτρώνη (Γενναίο), Δημήτρη Παπατσώνη, Κανέλλο Δεληγιάννη καί Δημήτρη Πλαπούτα (Κολιόπουλο). Ο Τσόκρης είχε πάρει εντολή νά καταλάβει τά Τσιπιανά (Νεστάνη Αρκαδίας). Ο Κολοκοτρώνης είχε ζώσει από όλα τά μέρη τόν Ιμπραήμ, στόν οποίο όμως συνέχιζαν νά καταφθάνουν ενισχύσεις από τή Μεθώνη καί ο στρατός του τώρα είχε φθάσει τούς 20000 άνδρες.

Ο αρχιστράτηγος, βλέποντας τίς ενισχύσεις τού εχθρού, έδωσε εντολή στούς οπλαρχηγούς νά πλησιάσουν ακόμα περισσότερο στήν πόλη. Οι Ζαΐμης, Λόντος καί Νοταράς οχυρώθηκαν στήν Επάνω Χρέπα, οι Γενναίος Κολοκοτρώνης, Κανέλλος Δεληγιάννης καί Δημήτρης Παπατσώνης οχύρωσαν τά Τρίκορφα καί οι Πλαπούτας, Γκρίτσαλης τό Βαλτέτσι.

Ο Ιμπραήμ ήταν αυτός πού πραγματοποίησε αιφνιδιαστική επίθεση, ανατρέποντας τά σχέδια τών Ελλήνων. Κατέλαβε ξαφνικά μέ δυνάμεις καί πυροβολικό τή Σιλίμνα, αποκόβοντας τίς δυνάμεις τού Γενναίου καί τού Παπατσώνη, οι οποίοι μή μπορώντας νά λάβουν επικουρίες από τά υπόλοιπα στρατόπεδα πολέμησαν πεισματικά καί μόνο μέ τίς λιγοστές δυνάμεις πού διέθεταν. Τά νώτα τού Γενναίου τά φύλαγαν οι Πετμεζαίοι, ο Λεχουρίτης, ο Παναγιώτης Νοταράς, ο Ιωάννης Νοταράς καί ο Σολιώτης, αλλά μόλις δέχτηκαν επίθεση από τό αιγυπτιακό ιππικό υποχώρησαν ατάκτως, αφήνοντας ακόμα σέ πιό δύσκολη θέση τά στρατεύματα τού Γενναίου καί τού Παπατσώνη.


Μάχη στά Τρίκορφα 23 Ιουνίου 1825


Τό πυροβολικό τών Αιγυπτίων έριχνε βροχή τίς βόμβες καί οι άνδρες τού Γενναίου αποδεκατίστηκαν. Ο γιός τού αρχηγού μόλις πού σώθηκε καί αυτό χάρη στήν ταχύτητά του, αλλά καί μέ τή βοήθεια ενός αλόγου πού βρήκε τυχαία στόν δρόμο του. Οι Αιγύπτιοι είχαν 1000 νεκρούς καί οι Έλληνες 500 μέ σημαντικότερους τόν Δημήτριο Παπατσώνη από τήν Ανδρούσα, τόν Γεώργιο Δημητρακόπουλο από τήν Αλωνίσταινα, τόν Νικόλαο Ταμπακόπουλο από τή Βυτίνα, τόν Κώστα Μπούρα από τούς Κωνσταντίνους, τόν Παπασταθόπουλο από τή Μικρομάνη, τόν Θεοδωράκη Ραζή από τή Βυτίνα, τόν ιερέα Παπασταθούλη από τά Λαγκάδια, τόν Χριστόδουλο Μέντη από τήν Αλωνίσταινα, τόν Τσόκο Μαριολόπουλο από τά Μαγούλιανα, τόν Τσολακόπουλο από τήν Κόρινθο καί τόν Χρήστο Παναγούλια από τό Βαλτέτσι. Ο Παπατσώνης ήταν μόλις 27 ετών καί τό πτώμα του τό σκύλευσαν οι αράπηδες παίρνοντας τό τουφέκι, τίς πιστόλες, τό σπαθί καί τίς ασημοχρυσωμένες παλάσκες του. Στή συνέχεια τόν ξεγύμνωσαν αφαιρώντας τήν χρυσοκέντητη φορεσιά του.

Τό σχέδιο τού αρχιστράτηγου απέτυχε πάλι, αφού τά γειτονικά στρατόπεδα δέν έσπευσαν νά βοηθήσουν τούς άνδρες τού Γενναίου πού είχαν περικυκλωθεί από τόν εχθρό. Τό στρατόπεδο τών Βερβαίνων, στό οποίο είχαν συγκεντρωθεί χιλιάδες ένοπλοι, παρέμεινε σέ αδράνεια, άν καί γνώριζαν οι αρχηγοί του Δημήτριος Υψηλάντης καί Κωνσταντίνος Μαυρομιχάλης ότι στά Τρίκορφα γινόταν σκληρός πόλεμος καί κινδύνευαν οι σύντροφοί τους. Μετά τή μάχη τών Τρικόρφων, οι Έλληνες σκόρπισαν διαλύοντας τά στρατόπεδά τους καί ο Κολοκοτρώνης μόλις έφθασε στή Δημητσάνα διαπίστωσε ότι είχε μόνο 1500 στρατιώτες μαζί του, μέ τούς περισσότερους νά έχουν τρέξει στά σπίτια τους γιά νά σώσουν τίς οικογένειές τους.

Ο Ιμπραήμ, μετά τή νίκη στά Τρίκορφα, εγκατέστησε φρουρές στή Σιλίμνα, τή Δαβιά, τήν Πιάνα καί τό Χρυσοβίτσι. Έκλεψε τό σιτάρι καί τά γιδοπρόβατα από τά χωριά καί συνέλαβε όσους κατοίκους δέν είχαν προλάβει νά κρυφτούν στά βουνά. Τούς μύλους τής Δαβιάς τούς οχύρωσε μέ τόν Γάλλο προδότη, γιά νά τούς χρησιμοποιήσει γία τήν παραγωγή αλευρίου, τού τόσο πολύτιμου γιά τό στράτευμά του. Κατά τό τέλος Ιουνίου, ο Κολοκοτρώνης οργάνωσε τήν άμυνα στό Διάσελο τής Αλωνίσταινας, συγκεντρώνοντας στρατιωτικά σώματα από τήν Καρύταινα, τήν Ηλεία, τά Καλάβρυτα καί τήν Αργολίδα. Οι Αιγύπτιοι έφθασαν στήν περιοχή τήν 1η Ιουλίου 1825 καί αμέσως ξεκίνησε η μάχη μέ πρώτο νά πυροβολεί τούς εχθρούς τόν Γενναίο Κολοκοτρώνη, ακολουθούμενο στή συνέχεια από τούς Ανδρέα Λόντο, Δημήτρη Πλαπούτα (γιό τού γέρο Κόλια Πλαπούτα) καί Γεώργιο Λεχουρίτη. Στή μάχη αυτή συμμετείχε καί ο Ιωάννης Παπαλεξόπουλος από τό Άργος, ο οποίος διακρίθηκε γιά τήν τόλμη του.

Ο Ιμπραήμ επιχείρησε δεύτερη επίθεση μέ νέες δυνάμεις αλλά αποκρούστηκε καί αυτή από τίς ελληνικές ενισχύσεις πού έφθασαν μέ τόν Θεόδωρο Κολοκοτρώνη, τόν Ανδρέα Ζαΐμη, τόν Κανέλλο Δεληγιάννη καί τόν Νικόλαο Πετμεζά. Οι Τουρκοαιγύπτιοι υποχώρησαν αφήνοντας στό πεδίο τής μάχης 200 νεκρούς καί τραυματίες, ενώ πολλά άλογα τά πήραν οι Έλληνες αφού οι περισσότεροι νεκροί ανήκαν στό αιγυπτιακό ιππικό. Τότε ο Ιμπραήμ πασάς, μέ τή βοήθεια ντόπιων Τούρκων, επιχείρησε κυκλωτική κίνηση μέσα από δύσβατα μονοπάτια, μέ τό σύνολο τού στρατού του, ώστε νά αποκλείσει τούς Έλληνες στό Διάσελο τής Αλωνίσταινας καί νά τούς αποδεκατίσει. Αλλά η κίνησή του αυτή έγινε αντιληπτή από τούς Έλληνες, οι οποίοι εγκατέλειψαν τήν Αλωνίσταινα καί κινήθηκαν πρός τή Βυτίνα.

«Ο Ιμπραΐμης εκίνησε από τό Άργος καί εκοιμήθηκε εις τά Βρυσάκια (τοποθεσία Νεράκια στόν Αχλαδόκαμπο Αργολίδας). Ο τόπος ήτον σκάπετα (κρυμμένος). Όταν εστείλαμεν τούς ταχυδρόμους αυτοί συναπαντήθηκαν μέ τήν μπροστέλλαν (εμπροσθοφυλακή) τού Ιμπραΐμη, καί εγύρισαν φεύγοντας οπίσω, καί μάς είπαν ότι έφθασαν οι Τούρκοι. Ωργάνισα εις τέσσερες κολόναις (σειρές) τό στράτευμα, τόν Βασίλη τόν τρουμπετιέρη τόν έστειλα νά μάς κάμη σημάδι, άν οι Τούρκοι είναι ολίγοι, νά βαρέση τήν τρουμπέτα, εάν όλο τό στράτευμα νά ρίξει ένα ντουφέκι. Επήγε κ' έριξε τό ντουφέκι.

Ο Κολιόπουλος (Δημήτρης, γιός τού Κόλια Πλαπούτα) νά πάγη εις τήν Γύρα, ο Γεώργιος Αλωνιστιώτης νά πάγει στού Μπέγη τήν σκάλαν (θέση πού βρίσκεται νότια από τή βυζαντινή καστροπολιτεία Μουχλί στό όρος Παρθένι Αρκαδίας), καί ο Γενναίος νά πιάσει τού Παρθενίου τή στράτα (νά πάρει τό δρόμο πού οδηγεί στό όρος Παρθένι), καί εγώ εις τήν άκραν. Βλέπομε καί ξαγναντάει (εμφανίζεται) όλο τό στράτευμα τού Ιμπραΐμη έως τρείς χιλιάδες, καί έπεσε στόν κάμπον τού Αχλαδόκαμπου. Τούς έκαμε τέσσερες κολώναις κ' εκείνος εμοίρασε τήν πλειότερη καβαλλαρία κατά τήν Γύρα. Οι Έλληνες έμου αποσταμένοι (κουρασμένοι), έμου δέν είχαν ταμπούρια, επείκασα (πίστεψα) ότι θά χαλασθούμε, άν είχαμε τήν είδησιν από τήν νύκτα, καί ήθελε ταμπουρωθούμε καί έλθη καί ο Ζαΐμης θά επολεμούσαμε καλά.

Εστοχάσθηκα, τό στράτευμα νηστικό καί χωρίς τσοπχανέ (πολεμοφόδια). Εβάρεσα ριτηράδα (υποχώρηση) νά γλυτώσω τό στράτευμα. Ο Κολιόπουλος ετράβηξε κατά τό μοναστήρι τόν Άγιο Νικόλα, όπου ήτον δυνατός ο τόπος. Βαρώ τήν τρουμπέτα νά σηκωθή καί ο Γενναίος, δέν θέλει νά σηκωθή. Βλέποντας ο Ιμπραΐμης αυτό ότι μένει, έβαλε κολώναις κολώναις εις τόν άγριον τόπον, εγώ εκ νέου διέταξα τήν ριτηράδα. Βγαίνοντας εις τό Παρθένι μέ καμμιά εικοσαριά καβαλλαραίους, επήγα νά πιώ νερό εις ένα χωριό στά Μπερτσοβά (Παρθένι Αρκαδίας). Ο Γενναίος έπιασε ένα καταράχι αντίκρυ τού χωριού στήν κορυφή τού βουνού μέ χίλιους πεντακόσιους. Εκεί πού επήγα νά πιώ νερό, δέν εύρα καί ήτον σκάπετα (κρυμμένη) μία βρυσούλα, καί επήγα νά πιώ νερό. Οι Τούρκοι εστάθηκαν στ' αμπέλια τά μπερτσοβίτικα, έως οπού νά βγούν όλοι, καί η καβαλλαρία η τούρκικη εσκόρπισε στόν κάμπο καί μάς πλάκωσαν στή βρύση. Τούς βάλλομεν στό ντουφέκι, κι έφυγαν. Ετουφεκίσθημεν, στούς Αγίους, επήγα καί εκάθησα αντίκρυ τού Γενναίου.

Οι Τούρκοι δέν εκστράτευσαν, έμειναν εκεί στ' αμπέλια, τόν έβλεπαν τόν Γενναίο, καί δέν τού πήγαν απάνω. Τό δειλινό εκάλεσα τόν Γενναίο μέ τήν τρομπέτα νά έλθουν σ' εμάς, καί μέ τό εσπέρας ανταμωθήκαμεν, ανταμώνοντας τού λέγω: "Ο Κανέλλος είναι εκεί θαρρευμένος (νομίζοντας) καί ο Παπατσώνης ότι οι Τούρκοι είναι ολίγοι, νά πάμε εμπρός νά τούς σηκώσωμεν (νά τούς πάρουμε μαζί), διά νά μήν τούς κλείσουν οι Τούρκοι". Εφθάσαμε, τόν εσηκώσαμε, καί επήγαμεν κατά τήν Αλωνίσταινα όλοι.

Ο Ιμπραΐμης έμεινε στήν Τριπολιτσά. Έγραψα εις ταίς επαρχίαις καί εσυνάχθηκαν εις τά Δερβένια επτά χιλιάδες. Ήλθε τό Αρχοντόπουλο (Ιωάννης ή Γιαννάκης Νοταράς), ο Ζαΐμης καί ο Λόντος, καί είχαν τό Λεβίδι μέ δύο χιλιάδες καί είχα εγώ πέντε χιλιάδες, τόν Κολιόπουλο, τόν Κανέλλο, τόν Παπατσώνη καί τά καρυτινά στρατεύματα μέ τόν Γενναίον. Εμάθαμε από ένα Τούρκον, ότι τού ήλθε μεντάτι (βοήθεια) ο γαμβρός του μέ στρατεύματα εις τήν Μοθώνην, καί θέ νά κινηθεί διά βοήθειαν τού Ιμπραΐμη. Καί τότε έστειλα νά πιάσουν τά Δερβένια (δρόμος από τήν Καλαμάτα - Λεοντάρι), διά νά μή περάση πρός βοήθειαν. Έγραψα ένα γράμμα εις τά Δερβένια, νά έλθουν κ' εκείνοι εις βοήθειαν, διατί θά πιάσω τά Βέρβενα καί νά έλθουν εις βοήθεια, τόσον καί τού Ζαΐμη νά έλθη εις τήν Πάνω Χρέπα, καί τόν Κολιόπουλο τόν έστειλα μέ δύο χιλιάδες νά πιάσει τό Βαλτέτσι, καί τόν Γενναίον καί τόν Παπατσώνην τόν έστειλα νά πιάσουν τά Τρίκορφα (θέση δυτικά τής Τρίπολης, όπου έγινε η κυρίως μάχη).

Και τό βράδυ ήλθε ο Ανδρέας Ζαΐμης εις τήν Επάνω Χρέπα καί άναψαν φωτιαίς, ταίς είδαν οι Τούρκοι από τήν Τριπολιτσάν καί υποπτεύθηκαν μήπως πιάσουν τά Τρίκορφα οι Έλληνες, καί τήν αυγήν απεφάσισε ο Ιμπραΐμης, καί έστειλε ένα δύο χιλιάδες νά πιάσουν τά Τρίκορφα. Ο Γενναίος εκίνησε, δέν επρόφθασε νά πιάση τά ταμπούρια όλα, παρά τά μισά καί τά μισά έπιασε ο Μπραΐμης.

Αρχίνησε τόν πόλεμον, εγώ ήμουν εις τήν Επάνω Χρέπα, όπου ευρίσκοντο τά καλαβρυτινά καί κορινθιανά στρατεύματα. Ο Κολιόπουλος εκίνησε νά έλθει μεντάτι (βοήθεια) εις τό Γενναίον. Έστειλε ο Μπραΐμης τήν καβαλλαρίαν, οπού εθέρισε τόν κάμπον. Επήγε στήν Σύλιμναν, οπισθοχώρησε τόν Κολιόπουλον. Ήτον κάμπος καί δέν ημπορούσε νά αντισταθή ο Κολιόπουλος. Τά στρατεύματα ήσαν εις τά Βέρβενα εφτά χιλιάδες, άκουσαν τόν πόλεμο καί δέν ήλθαν εις βοήθειαν. Άν αυτοί ήρχοντο εις βοήθειαν, δέν έστελνε ο Μπραΐμης όλο τό στράτευμα εναντίον τού Γενναίου. Ο Ιμπραΐμης όσο έστελνε από Τριπολιτσά βοήθειαν, τόσον έστελνα κ' εγώ από τό άλλο εις βοήθειαν τών εδικών μας.

Ο πόλεμος διήρκεσεν από τήν αυγή έως δύο μετά τό μεσημέρι, εννιά ώραις. Κανόνια έριχναν εναντίον στό ταμπούρι τού Γενναίου. Ο Γενναίος εβγήκε δύο φοραίς από τό ταμπούρι διά νά τούς πάρη κανόνια, αλλ' εύρισκε πολλήν δύναμιν καί εγύρισε οπίσω. Τά κανόνια τών εχθρών δέν επροξενούσαν βλάβη. Εις τό ταμπούρι εσκοτώθη ο Παπατσώνης, καί άλλοι δύο τρείς σημαντικοί.

Τά στρατεύματα τού Ιμπραΐμη ήτον έως είκοσι χιλιάδες. Τό ταμπούρι όπου ήτον ο Γενναίος δέν είχε φόβον, καί αφού είδαν οι Τούρκοι, ότι δέν κάμνουν τίποτε από εκείνο τό μέρος, εξαπλώθηκε εις ταίς πτέρυγαις. Ο Παναγιωτάκης Νοταράς, οπού εβαστούσε τήν πλάτην τού Γενναίου, ανεχώρησε, καί έτσι έφυγε καί ο Γιάννης Νοταράς μέ μεγάλον κίνδυνον. Επήραν τά οπίσθια τού Γενναίου καί αφού είδαν, έφυγαν από τό ταμπούρι καί έκαμαν κατά μάς. Η καβαλλαρία τούς έφθασε, κι εκεί εχάθηκαν 180 καί πολλοί σημαντικοί αξιωματικοί, καθώς Γεώργιος Δημητρακόπουλος ή Αλωνιστιώτης, Κώστας Μπούρας, Νικόλαος Ταμβακόπουλος, Χριστόδουλος Μέντης, Χρήστος Παναγούλιας, καί όλοι οι λοιποί Έλληνες ήτον διαλεκτοί, 110 από τήν Καρυταιναν καί 70 από ταίς λοιπαίς επαρχίαις. Έστειλα ένα μπαϊρακτάρη (σημαιοφόρο) Μιχαλάκη τού Ζαΐμη μέ τριάντα ανθρώπους, εβάσταξε τούς Τούρκους καί εγλύτωσαν οι εδικοί μας. Τό βράδι επήγαμε εις τήν Αλωνίσταινα.

Ο Ιμπραΐμης, αφού είδεν, ότι ήτον εκεί στρατεύματα ελληνικά, έπιασε τήν Πιάνα καί τό Χρυσοβίτσι μίαν ώραν μακριά τό ένα από τό άλλο, καί εις τήν μέσην είναι οι μύλοι τής Νταβιάς (Δαβιάς). Αφήκε τόν Σουλεϊμάν μπέη (τόν Γάλλο εξωμότη συνταγματάρχη Σέβ) μέ πέντε χιλιάδες, καί έφκειασε δώδεκα ταμπούρια, διά νά φυλάγη τούς μύλους. (Τούς μύλους τής Δαβιάς ο Ιμπραήμ τούς ήθελε γιά νά φτιάχνει αλεύρι γιά τά στρατεύματά του. Αργότερα ο Κολοκοτρώνης μέ μία αιφνιδιαστική επίθεση θά τούς κατέστρεφε, γιά νά στερήσει από τόν αραβικό στρατό τό ψωμί).

Ο Ιμπραΐμης εξαπλώθηκε εις τούς κάμπους καί εθέρισε τά γεννήματα καί τά έμβασε εις τήν Τριπολιτσά, καί επήγε καί αυτός εκεί. Εις τήν Αλωνίσταινα εβγήκαν εκατό Αράπηδες, τούς επήραν οι Έλληνες καί τούς εσκότωσαν όλους εκτός από τρεις τέσσερους, οπού έφυγαν καί έδωσαν τήν είδηση (μάχη τής Αλωνίσταινας). Ο Ιμπραΐμης έμαθε ότι ευρισκόμεθα εις Αλωνίσταινα, εκίνησε μέ όλο του τό στράτευμα εις πέντε κολώναις, καβαλλαραίους καί πεζούς. (Μόλις οι Έλληνες πού ήταν στήν Αλωνίσταινα αντιλήφθηκαν ότι ο Ιμπραήμ επιχειρούσε κυκλωτική κίνηση γιά νά τούς αποκλείσει, υποχώρησαν πρός τή Βυτίνα).

Την αυγή εφύγαμε καί αφήκαμε τόν Κολιόπουλο μέ χίλιους, καί εκεί δέν εμπόρεσε νά βαστάξη καί ήλθε στή Βυτίνα, καί από τήν Βυτίνα εις τά Μαγούλιανα. Εκεί δέν ημπορέσαμε νά τόν βασταξομε καί τό στράτευμα εσκορπίσθη. Οι Καρυτινοί, σάν εμβήκεν ο Ιμπραΐμης εις τήν επαρχίαν τους, επήγε ο καθένας νά ασφαλίση τήν φαμελιάν του. Οι Κορινθινοί ανεχώρησαν, ο Λόντος ανεχώρησε καί αυτός, εμείναμε κατά περίστασιν, εγώ, ο Ζαΐμης, Κανέλλος Δεληγιάννης, Κολιόπουλος, Αναγνώστης Παπασταθόπουλος καί Αποστόλης Κολοκοτρώνης. Επήγαμε εις τά Λαγκάδια


Απομνημονεύματα Κολοκοτρώνη - Τερτσέτης Γεώργιος




Γενναίος Κολοκοτρώνης


Ο αιγυπτιακός στρατός δέν κατάφερε νά περικυκλώσει τούς Έλληνες ενόπλους, αλλά στήν πορεία του γιά τή Βυτίνα, συνέλαβε πλήθος από γυναικόπαιδα πού είχαν κρυφτεί στό ελατόδασος έξω από τό χωριό. Οι Οθωμανοί αξιωματικοί καί οι μπέηδες επέλεξαν τίς ωραιότερες γυναίκες καί τίς μοιράστηκαν μεταξύ τους, ενώ τίς υπόλοιπες γυναίκες καί τά παιδιά τούς έστειλαν στή Μεθώνη γιά νά τούς μεταφέρουν στή συνέχεια στά σκλαβοπάζαρα τής Αφρικής. Οι γέροι πού δέν έπιαναν καλές τιμές σφάζονταν επί τόπου.

Ο Ιμπραήμ άρπαξε γιά σκλάβες τίς τρείς κόρες τού Θεόδωρου Ταμπακόπουλου, τήν κόρη τού Αθανασίου Σουφλέρη από τήν Αλωνίσταινα, τίς δύο κόρες τού παπά Γιάννη από τή Βυτίνα καί πλήθος από άλλες κοπέλες από ονομαστές οικογένειες. Αφού έφερε τόν γιατρό του καί μία γυναίκα ηλικιωμένη νά τίς εξετάσει γιά νά διαπιστώσει ότι ήταν παρθένες καί δέν είχαν κάποια αρρώστια, τίς πάντρεψε μέ τούς αγάδες του, ενώ αυτός νυμφεύθηκε τήν ωραιότερη, τήν κόρη τού Τριαντάφυλλου. Μία κοπέλλα πού δέν τόν ήθελε, ο σαδιστής πασάς τήν πούλησε σέ δεκαοκτώ αραπάδες γιά νά τήν μεταχειριστούν όπως αυτοί ήθελαν.

«Ούτω λοιπόν, άμα εφώτισεν η ημέρα, ευθύς οι Έλληνες άρχισαν νά μάχωνται μέ τούς Τούρκους, οι οποίοι κατ' αρχάς ήσαν ολίγοι. (Ο Φωτάκος περιγράφει τή μάχη στά Τρίκορφα). Ο δέ Δημήτριος Πλαπούτας βιασθείς επήγεν εις τό χωρίον Σιλήμναν (χωριό δυτικά τής Τρίπολης) καί έπιασε τήν εκεί εκκλησίαν καί τά πέριξ. Οι Έλληνες τότε έχασαν τόν καιρόν, διότι δέν εβγήκαν από τό οχύρωμα νά προσβάλουν τούς ολίγους Τούρκους καί νά κυριεύσουν τά πυροβόλα των, καί τοιουτοτρόπως έπειτα ούτοι έλαβον καιρόν καί έφεραν τό ιππικόν των όλον, ώρμησαν καί ερρίφθησαν κατά τού Πλαπούτα, τόν οποίον κατεδίωξαν καί τόν ανάγκασαν νά φύγη από τήν θέσιν, τήν οποίαν κατείχε.

Αφού ο Πλαπούτας έφυγεν από τήν Σιλήμναν, καί εκόλλησε κατά τό μέρος τού Βαλτετσίου, ο Ιμπραήμ αφήκεν έν μέρος τού ιππικού, νά τόν επιτηρή, ώστε νά μή δυνηθή νά έλθη εις Σιλήμναν πάλιν εις βοήθειαν τών ωχυρομένων. Πολλάκις ύστερον οι Έλληνες ώρμησαν έξω από τό οχύρωμα τού Γενναίου, καθώς καί αυτός ο ίδιος διά νά κυριεύσουν τά πυροβόλα τών Τούρκων, αλλά δέν τό κατόρθωσαν, διότι έλειπεν η δύναμις τού Πλαπούτα διά νά πάρη ταίς πλάταις τών Τούρκων.

Από δέ τά Βέρβαινα (χωριό νοτιανατολικά τής Τρίπολης) δυστυχώς, δέν εφάνη νά έρχεται βοήθεια διά νά ίδη ταύτην ο πασάς καί αναγκασθή νά διαιρέση άλλως πώς τά δυνάμεις του. Τούτο υπήρξε τό μεγαλείτερον σφάλμα τών Ελλήνων, επειδή δέν ήλθαν πρός βοήθειαν τών πολεμούντων εις τά Τρίκορφα, διότι άν ήρχοντο τό σχέδιον τών Τούρκων θά μετεβάλλετο.

Τό ιππικό τών Τούρκων τό διέταξαν νά προχωρήση εις τό χωρίον Ζαράκοβα (Μαίναλο Φαλάνθου) έως εις τό αλώνι τής Επάνω Χρέπας διά νά ενωθή εκεί μέ τό σώμα τού ιδίου πασά, όστις επίσης επορεύετο εις εκείνο τό μέρος. Προσέτι έστειλαν καί τρείς χιλιάδας τακτικόν στρατόν διά τής Χούνης, η οποία είναι έμπροσθεν τού Αγίου Βλάση, όθεν ο δρόμος φέρει εις τάς θέσεις Σκάλαν καί Ξηροπήγαδον, καί δεξιά κατά τό βουνόν Άγιον Θεόδωρον, όπου είναι τά Λακκώματα καί η καλουμένη κυρίως Λάκκα τού Χουσεΐν αγά.

Οι Τούρκοι ώρμησαν συγχρόνως από όλα τά μέρη κατά τού οχυρώματος τών Ελλήνων, καί κατά πρώτον εις εκείνο τών Λαγκαδινών, τό οποίον ήτο έξω τού μεγάλου οχυρώματος, καί μέσα εις αυτό ήτο ο Παπασταθούλης. Οι Τούρκοι ώρμησαν εις αυτό καί ανακατώθησαν μέ τούς Έλληνας. Οι δέ κλεισμένοι εις τό μεγάλον οχύρωμα ιδόντες τούτο έφυγαν από τήν δυτικήν πλευράν. Οι δέ Τούρκοι βλέποντες τούς Έλληνας φεύγοντας ευθύς κατέβησαν κατά τήν θέσιν Γελάδα, νομίζοντες, ότι εκείθεν θά έβγουν έμπροσθεν τών Ελλήνων. Από δέ τήν ανατολικήν καί μεσημβρινήν (νότια) πλευράν ήρχοντο οι Τούρκοι διά νά φανούν εις τήν ράχιν ανακέφαλα καί κατακέφαλα τού οχυρώματος.

Πρίν όμως οι Τούρκοι έμβουν εις τό οχύρωμα, όστις εκ τών Ελλήνων εδύνατο νά φύγη πρώτος τού άλλου έφευγε, διότι δέν έλαβαν τό μέτρον νά φύγωσιν όλοι μαζύ πολεμούντες, καί κανείς πλέον δέν εφρόντιζε περί τού άλλου, οι δέ ανώτεροι δέν εισακούοντο. Οι δέ φεύγοντες ετραβούσαν κατά τό ανάπλαγον διά νά πέσουν εις τό χωρίον Ζαράκοβα, καί εκείθεν νά κολλήσουν κατά τό χονδρόν βουνόν τής Επάνω Χρέπας. Τοιουτοτρόπως λοιπόν φεύγοντες αφήκαν εις τό οχύρωμα πολλούς λαβωμένους, έπειτα δέ φθάσαντες καί τούς άλλους τούς οποίους είχαν προηγουμένων αποστείλει, τούς εγκατέλειπον καί αυτούς. Μεταξύ τών λαβωμένων τούτων ήτο καί ο Ιωάννης Αλεξανδρόπουλος, υιός τού Κωνσταντίνου Αλεξανδροπούλου από τήν Στεμνίτσαν. Τούτον συνώδευαν οι συγγενείς καί οι γείτονές του. Αλλ' επειδή οι Τούρκοι τούς επλησίασαν, καί δέν εδύναντο πλέον νά προχωρήσουν καί νά σωθούν αυτοί καί ο λαβωμένος, καί ούτως εκινδύνευαν όλοι ομού νά χαθούν, ο λαβωμένος τότε είπε πρός τούς ιδικούς του νά τόν αφήσουν, νά πάρουν τά όπλα του καί νά φύγουν διά νά μή χαθούν καί αυτοί δωρεάν, καί εις άλλην ευκαιρίαν νά εκδικηθούν τούς Τούρκους καί νά πάρουν τό αίμα του, έπειτα έβαλε τήν πιστόλα του εις τό ζερβί βυζί επυροβόλησε καί εσκοτώθη μόνος του.




Νικόλαος Ταμπακόπουλος


Εκεί εχάθησαν καί πολλοί άλλοι καί σημαντικοί οπλαρχηγοί ο Δημήτριος Παπατσώνης, ο Γεώργιος Δημητρακόπουλος, ο Νικολής Ταμβακόπουλος, ο Θεοδωράκης Λιάρος ή Ροζής ο Χρήστος Ταμβακόπουλος, ο Χρήστος Παναγούλιας. Αυτός άν καί ήτο γέρων, όμως εστάθη εις ένα ριζοσπήλι, καί εσκότωσε δύο, τρείς Τούρκους, καί ούτω τούς εχασοημέρησεν. Ήτο παλαιός κλεφτοκαπετάνιος, καί κατήγετο από επίσημον οικογένειαν. Όταν δέν είχαμεν πόλεμον τόν επειράζαμεν, λέγοντες πρός αυτόν, ότι θά μάς φέρη εμπόδιον εις καμμίαν μάχην, διότι έγεινεν άχρηστος διά τά γηρατεία του καί δέν θά ήμπορή νά φύγη, καί εις απάντησιν μάς έλεγεν ότι οι Τούρκοι θά μάς κυνηγούν, ημείς θά φεύγωμεν, καί αυτός θά σταθή νά πολεμή, θά χασομερήση τούς Τούρκους, καί θά μάς σώση καί αληθώς ούτως έγεινε καθώς εμάντευσεν.

Εκτός τούτων απέθαναν ο Αποστόλης Παπαπανάγου, οι Γεώργιος καί Πολυχρόνης αδελφοί Μαργιολόπουλοι, ο Χριστόδουλος Μάντις, ο περίφημος Παπασταθούλης εκ Λαγκαδίων, ο Μπούρας από τούς Κωνσταντίνους τής Μεσσηνίας καί άλλοι πολλοί στρατιώται υπέρ τούς 500. Όσοι δέ από τούς Κορινθίους καί τούς Καλαβρυτινούς τότε εχάθησαν αυτούς όλους εβλασφημήσαμεν, διότι δέν εστάθησαν νά πολεμήσουν. (Οι Γεώργιος Λεχουρίτης από τό Λεχούρι Καλαβρύτων, Πετμεζάδες από τά Σουδενά Καλαβρύτων καί Νοταράδες από τήν Κόρινθο εγκατέλειψαν τά οχυρώματά τους, μέ τά οποία φύλαγαν τά νώτα τού Γενναίου καί τού Παπατσώνη, μέ αποτέλεσμα οι τελευταίοι νά αποδεκατιστούν από τούς αράπηδες τού Ιμπραήμ). Εβλασφημήσαμεν καί εκείνους, οι οποίοι έμειναν εις τά Βέρβαινα καί δέν ήλθαν εις βοήθειαν. Οι δέ αρχηγοί (Κολοκοτρώνης, Ζαΐμης) δέν εδυνήθησαν νά έλθουν καί αυτοί εις βοήθειαν τών κλεισμένων εις τά οχυρώματα (Γενναίου καί Παπατσώνη).

Ο δέ Κολοκοτρώνης καί ο Ζαΐμης έτυχεν τότε μαζύ καί έθεσαν τόν εαυτόν των εις κίνδυνον, καί μάλιστα ο Ζαΐμης. Οι δύο δέ ούτοι εστάθησαν κατά τήν θέσιν Αλώνι Καλογερικόν τής μονής Επάνω Χρέπας, καί εκείθεν έστειλαν μέ ολίγους στρατιώτας τόν σημαιοφόρον τού Ζαΐμη Μιχάλην Κλαπατσουνιώτην, εγνωσμένον καί επίσημον παλληκάρι. Αυτός έπιασεν ένα λοφίσκον πέτρινον, όστις είναι εκεί εις τήν ράχιν, μεταξύ τών ερχομένων Τούρκων από τό Περθώρι, καί τών άλλων από τήν Ζαράκοβαν, έρριψαν ολίγα τουφέκια δεξιά καί αριστερά καί τούς εχασομέρησε νά ενωθούν καί νά αποκλείσουν τούς περισσοτέρους Έλληνας, οι οποίοι ήρχοντο από τό σκορπισθέν οχύρωμα. Η ανδραγαθία αύτη τού Μιχάλη έσωσε πολλούς τών Ελλήνων, καί περί ταύτης έγεινεν έκθεσις εις τήν Βουλήν καί τόν Αρχηγόν διά νά βραβευθή.

Ο Θεόδωρος Ρηγόπουλος διά νά σωθή επιάσθη από τήν ουράν τού αλόγου, τό οποίον ο Ζαΐμης ίππευεν. Τοιουτοτρόπως όλοι ανέβησαν επάνω εις τήν ράχιν τού βουνού Μενελάου (όρος Μαίναλον) καί εκείθεν εχωρίσθημεν καί οι μέν Καλαβρυτινοί καί οι Κορίνθιοι ετράβηξαν κατά τού Καρδαρά καί τού Κάψα (σημερινή Κάψια Αρκαδίας), καί εγκρεμίσθησαν κάτω διά νά υπάγουν εις τό Λεβίδι, οι δέ Θεόδωρος Κολοκοτρώνης καί Κανέλλος Δεληγιάννης εστάθησαν κατάρραχα άνωθεν τού χωρίου Ζαράκοβα (Μαίναλο Φαλάνθου), καί εκεί εδέχοντο τούς φυγόντας Έλληνας από τό οχύρωμα, οίτινες είχαν πάρει τά πλάγια καί εκεί συνηθροίζοντο.

Πρίν δέ φύγουν εκείθεν, είδαμεν τόν Ιωάννην Παπατσώνην, όστις τότε ήτο πολύ νέος. Ήτο λυπημένος, καί είχε τά ενδύματά του ξεσχισμένα διά τόν θάνατον τού αδελφού του Δημητρίου. Επειδή δέ ήρχετο τόν ανήφορον καί ήτο αποσταμένος (κουρασμένος) καί απέκαμεν, ο Αρχηγός μου μέ διέταξε νά στείλω τό μουλάρι μου νά αναβή επάνω καί νά τόν οδηγήσουν εις τήν ράχιν οι ιδικοί του, καί τό έστειλα. Τόν έφεραν εκεί καί τόν επήρεν ο γαμβρός του Κανέλλος Δεληγιάννης (Ο Κανέλλος είχε νυμφευθεί τήν Αθανασία Α. Παπατσώνη, αδελφή τού Ιωάννη).

Ταυτοχρόνως δέ ο Αρχηγός είδε τόν υιόν του Γενναίον μέ ολίγους μισθωτούς Ρουμελιώτας, τούς οποίους είχε, καί ήρχετο καί αυτός καί οι στρατιώταί του αποσταμένοι. Έστειλα πάλιν τό μουλάρι μου νά καβαλλικεύση καί νά έλθη καί αυτός εκεί, όπου ήτο ο πατέρας του. Αλλ' όμως πρίν έλθη μάς έκαμε πολλαίς αναποδιαίς από τόν υπερβολικόν θυμόν του, καί από τήν λύπην του, διότι η μάχη εχάθη τοιουτοτρόπως, ως είπαμεν, καί ενικήθη, καί διότι επεθύμει νά μείνη εκεί νά σκοτωθή. (Ο Κολοκοτρώνης πολλές φορές όταν ήταν λυπημένος ξεσπούσε τό θυμό του στά παλληκάρια του, αλλά αυτό δέν κράταγε γιά πολλή ώρα. Ύστερα από λίγο μάζευε τίς δυνάμεις του γιά νά συνεχίσει τόν αγώνα).

Τήν μάχην ταύτην, ως ανωτέρω είπαμεν, τήν είχαμεν βεβαίαν υπέρ ημών, μή προϊδόντες τάς μελλούσας δυσκολίας. Εκείθεν δέ ανεχωρήσαμεν εις Αλωνίσταιναν, καί τήν νύκτα εκείνην έρριψε χιόνι εις τά βουνά καί χονδρήν βροχήν, καί όσοι εξενύκτισαν έξω εκρύωσαν ο δέ Κανέλλος Δεληγιάννης καί οι στρατιώταί του υπέφεραν πολύ, διότι εξενύκτισαν εις τήν Αγίαν Παρασκευήν, όπου είναι η βρύσις καί έρχεται ο δρόμος από τού Καρδαρά διά τήν Αλωνίσταιναν. Η λύπη του ήτο μεγάλη, διότι έχασε τόν πολύτιμον γυναικάδελφόν του Δημήτριον Παπατσώνην, καί δι' όλης τής νυκτός υπέφερε τήν λύπην καί τό κρύο. Ο Δημήτριος Πλαπούτας καί οι περί αυτόν εσκορπίσθησαν διά τάς κατοικίας των, καί έπειτα ήλθαν εις Μαγούλιανα, καί εις τό Διάσελον τής Αλωνίσταινας.

Εκ δέ τών Κορινθίων καί τών μισθωτών τού Ιωάννου καί Παναγιώτου Νοταρά, άν καί πρώτοι τών άλλων ετσακίσθησαν καί ετράπησαν εις φυγήν, όμως καί εξ αυτών πολλοί εχάθησαν. Έπεσε δέ αιχμάλωτος καί ο Δεσποτόπουλος, τόν οποίον ο Ιωάννης Νοταράς είχε γραμματικόν καί υπασπιστήν του εις τούς μισθωτούς Ρουμελιώτας. Εις τήν μάχην ταύτην εκτός τών άλλων, τούς οποίους ανωτέρω ανεφέραμεν, εφονεύθη καί ο περίφημος Κωνσταντής Τσιπλακόπουλος από τό χωρίον Χέλι τής Κορίνθου άνθρωπος μέ γράμματα καί δύναμιν εις τόν τόπον του ιδίαν καί πατρικήν. Είχεν ούτος πολλήν προθυμίαν καί πατριωτισμόν, καί ένεκα τών αρετών του τούτων ελέγετο τότε, ότι κατά τήν φυγήν εχθροί του Κορίνθιοι τόν εφόνευσαν.

Μετά παρέλευσιν δέ πολλού χρόνου ύστερον ο αιχμαλωτισθείς, ως είρηται, Δεσποτόπουλος απηλευθερώθη. Οι Τούρκοι, οι οποίοι τόν αιχμαλώτισαν δέν τόν εσκότωσαν, διότι εγνώριζε τήν γλώσσαν των, καί τούς ωμίλησεν. Ο Δεσποτόπουλος αγαπούσε νά φορή χρυσά καί πολυτελή ενδύματα, καί ήτο οπλισμένος μέ όπλα αργυρά πολύτιμα, έφερε δέ μαζύ του καί πολλά χρήματα. Όταν δέ οι Τούρκοι τόν εγύμνωσαν, έτυχε τότε νά περνά εκείθεν ο ίδιος Ιμβραήμ, όστις ιδών αυτόν, διέταξε τούς στρατιώτας του νά μή τόν φονεύσουν, αλλά όταν ήθελεν επιστρέψει εις Τριπολιτσάν νά τόν παρουσιάσουν πρός αυτόν. Αφού δέ οι στρατιώται, επανελθόντες εις τήν πόλιν, επαρουσίασαν αυτόν ενώπιον τού πασά, ούτος τόν εξήτασε, καί τόν ηρώτησε νά μάθη περί τών Ελλήνων πόσοι καί ποίοι ήσαν εις τά Τρίκορφα.

Αυτόν εγώ τόν Δεσποτόπουλον απολυθέντα τόν αντάμωσα έπειτα, καί παρ' αυτού εβεβαιώθην περί πολλών πραγμάτων, τά οποία τότε συνέβησαν. Μοί διηγήθη δηλαδή όλας τάς λεπτομερείας τής μάχης εκείνης, καί ότι όλη η δύναμις τού Ιμβραήμ ήτο υπέρ τάς είκοσι χιλιάδες πολεμισταί, χωρίς τών δούλων καί τών αιχμαλώτων ότι πολλοί Ευρωπαίοι ήσαν διοικηταί εις τά διάφορα σώματα τού στρατού ότι ο πασάς είχε πολύν φόβον από τό στρατόπεδον τών Βερβαίνων, άν τούτο ήρχετο πρός βοήθειαν τών μαχομένων. Μάλιστα δέ είπε πρός τόν Δεσποτόπουλον, ότι εδώ ο Κολοκοτρώνης σας έσφαλε, μή διατάξας αυτούς νά πλησιάσουν καί νά καταλάβουν θέσιν κατά τά άλλα εκεί βουνά τού νερού, διότι ούτω ήθελε μού φέρει εμπόδιον καί πολύν περισπασμόν. Αυτός επίσης ο αιχμάλωτος μέ εβεβαίωσεν, ότι οι φονευθέντες Έλληνες ήσαν υπέρ τούς 500, ως ανωτέρω ανέφερα, διότι οι Τούρκοι έφεραν πρός τόν Ιμβραήμ πεντακόσια ζύγη αυτιά, καί έλαβαν παρά τούτου δώρα, μπαξίσι.

Ότι ο Ιμβραήμ άν δέν ενίκα τούς Έλληνας είχε σκοπόν νά αφήση τήν Τριπολιτσάν, διότι δέν εδύνατο νά έχη καθ' εκάστην πόλεμον μέ τούς Τρικόρφοις, καί διότι ούτε τροφάς είχεν, ούτε πολεμεφόδια πολλά, ώστε νά εξακολουθή τόν πόλεμον. Είχε τριάκοντα ημέρας νά λάβη ειδήσεις από τά μεσσηνιακά φρούρια, καί αι τροφαί, τάς οποίας είχε διατάξει δέν τού είχαν εκείθεν σταλή. Έπειτα δέ είχε καί ανησυχίαν ο πασάς, ως έλεγεν, όταν έμαθεν, ότι οι εις Ύδραν φυλακισμένοι απελύθησαν, διότι ένεκα τούτου ολίγον εδειλίασε, νομίζων, ότι δέν θά δυνηθή νά καταβάλη τούς Έλληνας, καί ότι ο πόλεμος τού Φλέσσα εις τό Μανιάκι, άν καί ενίκησε, τού επροξένησε μεγάλην φθοράν, διότι εις τήν μάχην εκείνην τού εφονεύθησαν υπέρ τούς χιλίους στρατιώται καί πολλοί αξιωματικοί, διότι καί οι λαβωμένοι όλοι απέθαναν εις τά νοσοκομεία τών φρουρίων πάντοτε δέ ενθυμείτο καί δέν ελησμόνει τού Φλέσσα τήν παληκαριάν. Αυτά δέ όλα μοί είπε καί μοί τά εβεβαίωσεν, ως είρηται, ο Δεσποτόπουλος.

Τοιαύτη εγένετο η μάχη τών Ελλήνων καί τών Τούρκων εις τά Τρίκορφα. Η δέ ήττα τών Ελλήνων κατά τήν μάχην αυτήν έφερε τήν δειλίαν καί τήν απελπισίαν τών Πελοποννησίων, καί έκτοτε εσκορπίσθησαν, καί εις τό εξής δέν εδυνήθησαν οι αρχηγοί νά συγκεντρώσουν μεγάλα στρατιωτικά σώματα, καθώς πρότερον, καί νά πολεμήσουν τόν εχθρόν κατά πρόσωπον. Κατόπιν όμως ολίγον κατ' ολίγον εξεφόβησαν, καί άρχισαν πάλιν νά συναθροίζωνται εις τά Μαγούλιανα, διότι εκεί κατά πρώτον επήγεν ο γενικός Αρχηγός καί τό αρχηγείον υπήρχε. Πολλοί δέ Έλληνες από τής πρώτης έως τής δευτέρας τού μηνός Ιουλίου ηθέλησεν νά καταλάβουν τό Διάσελον τής Αλωνίσταινας, καί εκείθεν εκαιροφυλάκτουν νά εκδικηθούν τούς Τούρκους δι' όσα εις τά Τρίκορφα έπαθαν.»


Φωτάκος Παρουσίαση Κολοκοτρώνη


Ο Ιμπραήμ καίει τόν Μοριά



Ο μουσουλμάνος πασάς παρέμεινε στή Βυτίνα γιά νά χαρεί τίς νεοφερμένες σκλάβες τού χαρεμιού του καί από εκεί συνέχισε νά στέλνει στρατιωτικά αποσπάσματα εναντίον τών υποχωρούντων Ελλήνων. Η κατάσταση ήταν δραματική, καθώς οι στρατιώτες τού Κολοκοτρώνη έπρεπε νά φροντίσουν καί τόν άμαχο πληθυσμό πού περιφέρονταν πανικόβλητος καί δέν ήξερε "πού τήν κεφαλήν κλίναι". Οι μουσουλμάνοι κατέλαβαν καί έκαψαν τά Μαγούλιανα, γενέτειρα τού Φωτάκου. Ο μόνος πάλι πού τούς αψήφησε καί τούς πολέμησε ήταν ο Γενναίος Κολοκοτρώνης, πού λίγο έλλειψε νά συλληφθεί από τόν εχθρό.

«Θέλτε ν' ακούστε κλαύματα, γυναίκεια μοιρολόγια;
Περάστ' από τά Τρίκορφα καί μέσ' από τήν Πιάνα,
Κι από τήν Αλωνίσταινα κι αγνάντια στήν Βυτίνα,
Καί κεί θ' ακούστε κλαύματα, γυναίκεια μοιρολόγια.
Πώς κλαίνε καί πώς θλίβονται οι Ταμπακονυφάδες
(νύφες τού γέρου Ταμπακόπουλου πού έχασαν τούς άνδρες τους).

Στά παραθύρια κάθονται, τό Διάσελ' αγναντεύουν (τής Αλωνίσταινας),
Βλέπουν τ' ασκέρι σκορπιστό κι ερχόταν ένας ένας.
Βλέπουν τόν βλάγκον (ξανθοκόκκινος ίππος) αδειανόν, τόν φέρνει ο Ρεμπεστιέκος.
Ψιλή φωνίτσαν έβαλεν η κυρά Νικολίνα:
Γιάννη μου, πού είν' ο αφέντης σου καί πού είν' ο καπετάνιος;
Πίσω στάθη στ' ασκέρι του, πού γίνηκ' ένας ένας.

Βουνά τής Αλωνίσταινας καί τής Απάνω Χώρας,
γιατί βουρκώσατε πολύ καί είστε βουρκωμένα;
Μήν σάς εφύσηξε βοργιάς καί ένα κακό χαλάζι;
Δέν μάς εφύσηξε βοργιάς ούτε κακό χαλάζι.
Μπραήμ πασάς μάς έζωσε μέ τούς στραβαραπάδες.

Δέκα χιλιάδες τακτικό, έξη καβαλλαρία,
πήραν τήν Αλωνίσταινα, σκλαβώσαν τήν Βυτίνα.
Επήγαν στά Μαγούλιανα, περάσαν 'στά Λαγκάδια,
πήραν μανούλες καί παιδιά, γυναίκες μέ τούς άνδρες.
Καί κεί θ' ακούστε κλαύματα, δάκρυα καί μυρολόγια,
κλαίν οι μανάδες γιά παιδιά, γυναίκες γιά τούς άνδρες.

Βουνά τής Αλωνίσταινας καί τής Απάνω Χώρας,
Τί έχετε π' αραχνιάσατε καί είστ' αραχνιασμένα;
Μή σάς εβάρεσε βοριάς, μή σάς επήρ' ο νότος;
Μηδέ βοριάς μάς βάρεσε, μηδέ νοτιάς μάς πήρε.
Μπραήμ πασάς μάς έζωσε μέ τούς στραβαραπάδες.

Μέ τρείς χιλιάδες τακτικούς, πέντε καβαλαραίους.
Σκοτώσαν τόν κυρ Νικολή (Ταμπακόπουλο) μέ τόν Παπατσονόπουλον (Παπατσώνη).
Εβγάτε μεσ' τόν Άγιο Λιά, αγνάντια στή Βυτίνα.
Εκεί ν' ακούστε κλαύματα, ν' ακούστε μοιρολόγια.
Πώς κλαίνε καί πώς θλίβονται οι Ταμπακονυφάδες.
Μέ τίς Αλωνιστιώτισσες, καί χύνουν μαύρα δάκρυα.

Βουνά τής Αλωνίσταινας καί τής Απάνω Χρέπας,
Τί έχετε πού παχνιάσατε καί είστε παχνιασμένα;
Μήν είν' τά χιόνια σας βαρειά καί τά νερά σας κρύα;
Δέν είν' τά χιόνια μας βαρειά καί τά νερά μας κρύα.
Μπραήμ πασάς μάς πλάκωσε μέ τούς στραβαραπάδες,
Μέ τρείς χιλιάδες τακτικό καί πέντε Αρβανίτες.
Σκοτώσαν τή λεβεντουριά, τούς δυό καπεταναίους.
Σκοτώθη ο Ταμπακόπουλος καί ο Σεντουκομίνης.
Κλαίνε οι μανάδες γιά παιδιά, γυναίκες γιά τούς άνδρες.
Κλαί' η κυρά Κατερινιώ κι οι δυό της συνυφάδες.»



Η καταδίωξη τών Ελλήνων ενόπλων καί τών αμάχων συνεχίστηκε αδιάκοπα. Ο Ιμπραήμ προσπάθησε νά εξοντώσει τούς οπλαρχηγούς καί νά σβήσει μιά γιά πάντα τήν εξέγερση τών απίστων στόν Μοριά. Αφού έκαψε τή Βυτίνα αναχώρησε πρός τά δυτικά σκορπώντας στό πέρασμά του φωτιά καί σίδερο. Κατέσκαψε τά Λαγκάδια αναζητώντας τούς Δεληγιανναίους μέ τίς οικογένειές τους, αλλά δέν κατάφερε νά τούς εντοπίσει καθώς είχαν κρυφτεί σέ μία μεγάλη σπηλιά στό Σπαθάρι. Η σπηλιά χωρούσε τριακόσια άτομα καί οι Δεληγιανναίοι είχαν συγκεντρώσει σέ αυτή πολλές προμήθειες. Οι ανιχνευτές τών Αιγυπτίων παρ' ολίγο νά τούς ανακαλύψουν, αλλά τούς έσωσε μία ραγδαία βροχή πού σκέπασε τά ίχνη τους. Ο βάρβαρος πασάς, όταν έμαθε ότι δέν μπόρεσαν οι άνδρες του νά αιχμαλωτίσουν τούς Δεληγιανναίους, έβαλε φωτιά στά αρχοντικά τους, στίς εκκλησίες τού χωριού καί σέ τριακόσια ακόμα σπίτια. Τότε, χάθηκαν πολύτιμα βιβλία καί έγγραφα πού αφορούσαν τήν ιστορία τής Πελοποννήσου, ενώ εξαφανίστηκε όλη η αλληλογραφία τής οικογένειας μέ σημειώσεις, ημερολόγια, περιγραφές από τήν ειρηνική ζωή καί απολογισμούς από τίς μάχες κλπ.


Μονή Προδρόμου Στεμνίτσα




«Μετά τή μάχη στήν Αλωνίσταινα, ο Ιμβραήμ έμεινε δύο ημέρας εις τήν Βυτίναν διά νά χαρή τήν ζωντανήν λείαν του. Είχε αποστείλει πολλά αποσπάσματα διά νά κτυπήσουν τούς φεύγοντας καί εις πολλά σημεία οι Αιγύπτιοι προχωρούντες παραλλήλως πρός τήν δραματικήν φάλαγγαν τών αποχωρούντων κατοίκων καί τών μικρών οπισθοφυλακών τών ελληνικών σωμάτων επυροβολούσαν, συνεπλέκοντο μέ Έλληνας ενόπλους καί ηύξαναν τόν τρόμον τού αμάχου πλήθους καί τών γυναικοπαίδων.

Ο Φωτάκος, ο οποίος ευρίσκετο μεταξύ τούτων γράφει: "Τίποτε άλλο δέν ηκούετο παρά φωναί ανθρώπων, χλιμιντρίσματα αλόγων, τουφεκίσματα αδιάκοπα, γογγυσμοί ενωμένοι μέ τούς κρότους τών τυμπάνων τού τακτικού τού αιγυπτιακού στρατού. Από τόν φόβον, μάς εφαίνετο ότι ο τόπος όλος εσείετο καί επήγαινε νά γκρεμισθή εις τό βάραθρον."

Αλλ' ούτε εις τά Μαγούλιανα ήτο δυνατόν νά σταθούν. Οι Αιγύπτιοι κατέφθαναν ολοένα καί περισσότεροι καί ο Κολοκοτρώνης, αφού έδωσεν εντολήν εις τούς επί κεφαλής τών αμάχων νά καταφύγουν πρός τά υψηλότερα μέρη καί τά κρημνώδη, όπου δέν ημπορούσε νά φθάση τό κυρίως προκαλούν τήν σύγχυσιν εχθρικόν ιππικόν καί τά συντεταγμένα τμήματα τού πεζικού, διέταξε νά συγκεντρωθούν τά ελληνικά σώματα εις τά Λαγκάδια.

Αλλά ταχέως έγινεν αντιληπτόν ότι ο εχθρός δέν θά εβράδυνε νά φθάση καί εις τά Λαγκάδια, η δέ προσπάθεια αποκρούσεως στρατιωτικής δυνάμεως τόσον υπερεχούσης εις αριθμόν καί ενισχυομένης υπό ησκημένου ιππικού καί πυροβολικού, δρώντος υπό τάς οδηγίας Γάλλων αξιωματικών, θά ήτο παραλογισμός.

Ο Ιμβραήμ, αφού προήλασε καί εισήλθεν εις τά Λαγκάδια, όπου διέμεινε μέ τό επιτελείον του εις τά σπίτια τών Δεληγιανναίων, εξαπέλυσε τά τάγματά του ωσάν πλοκάμους φοβερού θαλασσίου πολύποδος πρός τάς κατευθύνσεις πού είχαν πάρει οι Έλληνες αρχηγοί. Επεδίωκε ή τήν εξολόθρευσιν, ή τήν αιχμαλωσίαν των διά νά επιτύχη ευχερώς μετά τούτο τήν υποταγήν τού πληθυσμού, ο οποίος θά απέμενε χωρίς οδηγούς.

Οι Αιγύπτιοι, οδηγούμενοι από τούς παραληφθέντας εκ τής Σμύρνης καί τής Αλεξανδρείας Τούρκους τού Ναυπλίου, κατεδίωξαν κατά πόδας τούς Δεληγιανναίους καί τήν συνοδείαν των καί τούς επλησίασαν χωρίς νά τό αντιληφθούν κατά τήν αποχώρησίν των από τό Σπαθάρι. Διά νά καταδιώξουν τόν Ζαΐμην έφθασαν μέχρι τού Σοπωτού.

Ο Ιμβραήμ, αφού διέμεινεν επ' ολίγον εις τά Λαγκάδια, επέστρεψεν εις τήν Τριπολιτσάν άγων πλήθη αιχμαλώτων καί κοπάδια αιγοπροβάτων καί πολλήν άλλην λείαν. (Υπολογίζεται ότι άρπαξε 3000 γυναικόπαιδα καί ότι κατέστρεψε τά τρία τέταρτα τής επαρχίας Καρύταινας). Η επαρχία τής Καρυταίνης καί όλοι οι τόποι από τούς οποίους επερνούσαν τά αιγυπτιακά τάγματα κατελεηλατήθησαν καί κατεκάησαν. Οι Αιγύπτιοι μετά πάσαν επιδρομήν των επέστρεφαν εις τήν Τριπολιτσάν φέροντες ολοένα καί νέους αιχμαλώτους, ενώ τά υψηλότερα βουνά καί αι φυσικαί κρύπται των εγέμιζαν από τά πλήθη εκείνων πού επρόφθαιναν νά διαφύγουν καί ήσαν ικανοί διά τά δραματικάς πορείας πρός τά κρημνώδη καί υψηλότερα μέρη. Πολλοί από τούς αγομένους εις τήν Τριπολιτσάν αιχμαλώτους καί αι επιλεγόμεναι νέαι καί ωραίαι γυναίκες καί πλήθος εφήβων εστάλησαν τότε εις τό Ναυαρίνον διά νά εξαποσταλούν εκείθεν εις τήν Αλεξάνδρειαν διά τών πλοίων διά νά χρησιμοποιηθούν ως δούλοι.


Ισλάμ χριστιανές σκλάβες μουσουλμάνοι αφέντες


Ο Ιμπραήμ, αφού κατέστρεψε διά τής λεηλασίας, τού πυρός καί τής αιχμαλωσίας τήν επαρχίαν τής Καρυταίνης καί τήν μέχρι τών επαρχιών τών Καλαβρύτων καί τής Ολυμπίας αφ' ενός καί τής Κυνουρίας αφ' ετέρου κεντρικήν Πελοπόννησον καί αφού διέμεινεν ολίγας ημέρας εις τήν Τριπολιτσάν, εξεστράτευσε πρός τήν περιφέρειαν τού Μιστρά καί πρός τήν Μάνην. Όλαι αι έως τότε εκ τής Τριπολιτσάς ενέργειαι τού Αιγυπτίου στρατάρχου ήσαν κινήσεις πρός φθοράν τής χώρας καί τής ζωής της καί όχι αποφασιστική εκστρατεία, διά νά επιτύχη μεγάλην νίκην, συντριπτικήν διά τούς Έλληνας.»

Διονύσιος Κόκκινος - Ελληνική Επανάστασις Τόμος Ε'





Ο Γενναίος Κολοκοτρώνης, οδοιπορώντας πέρασε από τό Σοπωτό, τό Βραχνί, τή Ζαρούχλα, έφθασε στό Ναύπλιο καί μετά πέρασε στόν Αγιο Πέτρο, όπου συνάντησε τόν πατέρα του, ο οποίος είχε φροντίσει να κρύψει τήν οικογένειά του στό μοναστήρι τού Ιωάννη Προδρόμου, στή Στεμνίτσα. Ο Ανδρέας Ζαΐμης κατευθύνθηκε πρός τό Σοπωτό Καλαβρύτων, οι Νοταράδες πήγαν στήν Κόρινθο καί ο Κολοκοτρώνης στά Βέρβαινα γιά νά στήσει νέο στρατόπεδο. Οι Πλαπουταίοι έφυγαν από τήν Παλούμπα Καρύταινας, παίρνοντας μέ τό ζόρι τόν γέρο πατέρα τους Κόλια Πλαπούτα, ο οποίος δέν ήθελε νά αφήσει τό σπίτι του. Τούς είχε μάλιστα πεί νά τόν αφήσουν μέ τό όπλο του καί πολλά φουσέκια γιά νά πολεμήσει μέχρι θανάτου τούς μουσουλμάνους πού θά έμπαιναν στό χωριό του.

Ο Ιμπραήμ συνέχιζε νά στέλνει τάγματα θανάτου στίς επαρχίες καί νά σκορπά τόν τρόμο, τή δήωση καί τή σκλαβιά. Σειρά είχαν τά χωριά τής Ηλείας καί τών Καλαβρύτων, τά οποία ερημώθηκαν από τούς κατοίκους τους. Η Μεθώνη είχε μετατραπεί σέ ένα δουλεμπορικό κέντρο, απ' όπου οι Άραβες έστελναν τούς σκλάβους στά παζάρια τής Αφρικής καί τής Τουρκίας γιά νά μήν ξαναγυρίσουν ποτέ στά σπίτια τους. Σέ μία επιδρομή τών μουσουλμάνων στά Βέρβαινα, στίς 8 Ιουλίου 1825, οι Έλληνες μέ επικεφαλής τόν Ανδρέα Κοντάκη καί τόν Δημήτριο Υψηλάντη σκότωσαν περίπου 200 από τούς εχθρούς καί τούς υπόλοιπους τούς καταδίωξαν μέχρι τά τείχη τής Τριπολιτσάς.

Στό στρατόπεδο πού βρισκόταν στά Βέρβαινα κατέφθασαν, αφού ασφάλισαν τίς οικογένειές τους, οι Ανδρέας Ζαΐμης, Ανδρέας Λόντος, καί Αντώνιος Κολοκοτρώνης. Εκεί συνάντησαν τόν αρχιστράτηγο καί έκαναν συμβούλιο γιά νά αποφασίσουν γιά τό τί μέλλει γενέσθαι. Πληροφορήθησαν ότι ο ακούραστος Ιμπραήμ ξεκίνησε νέα εκστρατεία γιά τό Μυστρά καί τή Μονεμβασιά καί ετοίμασαν άνδρες γιά νά τόν εμποδίσουν. Ο Στάϊκος Σταϊκόπουλος επιτέθηκε σέ ένα αιγυπτιακό τμήμα στό Γεράκι καί ο Τζανετάκης οχύρωσε τόν πύργο του στό Μαραθονήσι, έτοιμος γιά αγώνα μέχρις εσχάτων. Ο Κώστας Σουλιώτης μέ 70 άνδρες κλείστηκε σέ ένα πύργο στά Τρίνησα Μάνης καί ο Χρόνης Μινόπουλος μέ 30 άνδρες σέ έναν άλλο μικρότερο πύργο. Στούς πύργους αυτούς πολέμησαν επί τρείς ημέρες, προξενώντας μεγάλες απώλειες στούς επιτιθέμενους. Ο ένας πύργος καταλήφθηκε μέ έφοδο καί οι Αιγύπτιοι έσφαξαν καί τούς 30 υπερασπιστές του, αλλά ο δεύτερος πύργος κρατούσε ακόμα. Ο Ιμπραήμ, υποσχέθηκε νά αφήσει ελεύθερο τόν Σουλιώτη μέ τούς άνδρες του όταν θά παραδίδονταν, αλλά όταν οι Έλληνες βγήκαν από τόν πύργο, εκτελέστηκαν καί οι 70.

Ο αραβικός στρατός συνέχισε τήν πορεία του. Όπου περνούσε σκότωνε, έπαιρνε αιχμάλωτους νέους καί νέες καί έκαιγε τά χωριά. Μεγάλες σφαγές έγιναν στό Μαραθονήσι (Γύθειο), στούς Μολάους, στό Κυπαρίσσι όπου σφάχτηκαν 800 άμαχοι, καί στό χωριό Βρονταμά, όπου έφθασαν οι Τουρκοαιγύπτιοι μετά από τό κάψιμο τού Γερακιού καί τής Καρίτσας. Εκεί, πάνω από 400 κάτοικοι, μέ αρχηγούς τόν παπά Δημήτρη Παπαδημητρίου καί τόν Γιαννάκη Καραμπά, αρνήθηκαν νά παραδοθούν καί κλείστηκαν σέ μία σπηλιά στό Παλιομονάστηρο, όπως λεγόταν τό βυζαντινό μοναστήρι τής Ζωοδόχου Πηγής, πού είχε κτιστεί τόν 12ο αιώνα. Οι Αιγύπτιοι, αδυνατώντας νά τό καταλάβουν, ανακάλυψαν μέ τή βοήθεια ντόπιων Τούρκων μία τρύπα πάνω από τήν οροφή τής σπηλιάς τήν οποία μεγάλωσαν καί έριξαν μέσα εκρηκτικές ύλες, μέ αποτέλεσμα οι κλεισμένοι νά βρούν μαρτυρικό θάνατο τυλιγμένοι στίς φλόγες. Από τό ολοκαύτωμα τού Βρονταμά σώθηκαν μόνο δύο Χριστιανές, οι οποίες εξαγοράστηκαν στά σκλαβοπάζαρα τής Αλεξάνδρειας από Έλληνες εμπόρους καί κατάφεραν ύστερα από χρόνια νά επιστρέψουν στήν πατρίδα τους.

« Τρία πουλάκια κάθονται στής Κρίτσοβας τή ράχη,
τώνα τηράει τό Βρονταμά καί τάλλο τό ποτάμι,
τό τρίτο τό καλύτερο μοιρολογάει καί λέει:

- "Θέ' μου καί τί γίνηκαν οι δόλιοι οι Βρονταμίτες;"
Μάϊδε σέ γάμο φαίνονται, μάϊδε σέ πανηγύρι,
μόν' πήγαν κι αποκλείστηκαν μέσα στό Μοναστήρι.

Μπραήμ Πασάς επέρασε, Μπραήμ Πασάς τούς λέει:
- "Βγάτε νά προσκυνήσετε, τήν εκκλησιά ν' αφήστε!"
Καί κείνοι τ' απαντήσανε καί κείνοι τ' απαντάνε:

- "Αϊστε καί σείς κι η πίστη σας, μουρτάτες νά χαθείτε,
οι Βρονταμίτες ζωντανοί, Τούρκους δέν προσκυνάνε,
Καλλιό 'χομε τό κάψιμο, παρά νά σκλαβωθούμε."»



Μετά τίς καταστροφές στή Λακωνία, ο Ιμπραήμ επέστρεψε στήν Τριπολιτσά. Διαπίστωσε βέβαια ο Αιγύπτιος πασάς, ότι οι συνεχόμενες νίκες, οι εμπρησμοί χωριών, οι σφαγές αμάχων καί οι καταστροφές τών καλλιεργιών δέν κατάφερναν νά αποδιοργανώσουν καί νά διαλύσουν τούς Έλληνες. Μετά από λίγες ημέρες, ο Κολοκοτρώνης έστηνε νέα στρατόπεδα, παρακολουθώντας πάντα από κοντά τόν εχθρό. Ο πασάς έστειλε επιστολή στόν Κολοκοτρώνη μέ τήν οποία τόν κατηγορούσε ότι ήταν κιοτής (δειλός) καί τόν καλούσε νά δώσουν τήν τελική μάχη μέ κανονικό πόλεμο καί όχι μέ κλεφτοπόλεμο. Ο Κολοκοτρώνης τού απάντησε: "ας έλθη νά μονομαχήσωμεν άν θέλη οι δύω ημείς, ο γενναίος εκείνος καί ο δειλός εγώ καί όποιος πέσει".


Charles-Lock Eastlake (1793-1865): Greeks persecuted, 1833




«Ο Ιμπραΐμ έπεμψε απόσπασμα τριακοσίων εις κατασκόπευσιν πρός τήν Αλωνίσταιναν, εκ τών οποίων περικυκλωθέντων εφονεύθησαν έως 100 (1η Ιουλίου 1825, μάχη Αλωνίσταινας). Εκ τούτου μαθών ο Ιμπραΐμ ότι υπάρχει εκεί στρατόπεδον, μετά τρείς ημέρας εξεστράτευσε πρός τήν Αλωνίσταιναν μετά μεγάλης δυνάμεως διά Λεβιδίου, διά Χρυσοβιτσίου καί κατ' ευθείαν, διά νά εκδιώξη καί καταδιώξη τούς εκεί. (Ο Ιμπραήμ προσπάθησε νά τούς κυκλώσει, αλλά εκείνοι απεσύρθησαν).

Αφέντες (αφήνοντας) εις Αλωνίσταιναν μόνον τόν Κολιόπουλον (γιό τού Κόλια Πλαπούτα) μέ χιλίους, οι λοιποί μετά τού Κολοκοτρώνη καταβάντες εις Βυτίναν εκείθεν μετέβησαν εις Μαγούλιανα. Φθάσας δέ ο Ιμπραΐμης εις Αλωνίσταιναν καί καταδιώξας τόν Κολιόπουλον μή δυνηθέντα ν' ανθέξη, παρηκολούθησε τούς φεύγοντας κατ' ίχνος εις Βυτίναν, όπου αιχμαλωτίσας πολλούς αδυνάτους εκ τών κατοίκων έκαυσε καί τάς οικίας, παρακολουθητικώς δέ μεταβάς καί εις Μαγούλιανα έπραξε τά αυτά, διότι μελετήσαντες οι ημέτεροι νά οχυρωθώσιν εκεί καί αντισταθώσιν, εμβλέψαντες εις τήν ολιγότητά των καί τήν μεγάλην τού εχθρού υπεροχήν δέν επέμειναν.

Καί τότε ο ελληνικός εκείνος στρατός διεσκορπίσθη, τών μέν απελθόντων εις τά ίδια (σπίτια τους) πρός διάσωσιν τών οικογενειών των, τών δ' αναχωρησάντων διά Καλάβρυτα καί Κόρινθον, καί τού Κολοκοτρώνη μετά τών Ζαΐμη, Κανέλλου, Κολιόπουλου καί τινων άλλων, μεταβάντων εις Λαγκάδια, όπου εύρεν αυτούς κομιστής τού σχεδίου τής πρός τήν Αγγλίαν περί προστασίας αναφοράς Χρίστος Ζαχαριάδης, καί υπέγραψαν αυτήν όπως δήποτε προσθέντες αυτοί καί απόντων υπογραφάς (Στά Λαγκάδια υπέγραψαν πράξη μέ τήν οποία ζητούσαν βρετανική προστασία καί στήν ουσία υποτέλεια από τήν Βρετανική Αυτοκρατορία).

Μεθ' ό καί ανεχώρησαν, ο μέν Ζαΐμης διά Καλάβρυτα, ο δέ Κανέλλος μετά τού Γενναίου διά Σπάθαρι ή σπήλαιον τι Σφυρίδα ονομαζόμενον, όπου υπήρχον ησφαλισμέναι μετά καί άλλων πολλών αι οικογένειαι τών Δεληγιανναίων, καί ο Κολίνος ή Κωνσταντίνος, ο νεώτερος υιός τού Κολοκοτρώνη, παρακολουθών τήν τότε μνηστήν του θυγατέρα τού Κανέλλου, ούς παραλαβόντες μετέφερον εις Ναύπλιον. Επίσης καί ο Κολιόπουλος απελθών εις τά ίδια (στό χωριό του Παλούμπα), μετέφερε τούς ιδικούς του εις Μονεμβασίαν. Ο δέ Κολοκοτρώνης μετέβη μ' ολιγίστους ακολούθους του διά Σέρβου, Παλούμπα, Μάτεσι καί Καρυών εις Στεμνίτσαν. Είχε δέ καί εκείνος τότε ησφαλισμένους εις τήν εκεί μονήν τού Προδρόμου τήν μητέρα του μέ τήν οικογένεια τών Σεχ Νεντζιπέων (Τούρκοι αιχμάλωτοι τούς οποίους τούς κρατούσε ο Κολοκοτρώνης καί τελικά τούς αντάλλαξε μέ τούς αδελφούς Κωνσταντίνο καί Παναγιώτη Ζαφειρόπουλο πού είχε αιχμαλωτίσει ο Ιμπραήμ στή Μεσσηνία).

Προέβη δ' έπειτα καί ο Ιμπραΐμης διά Λαγκαδίων καί εις Λειοδώραν (Δήμος Ηραίας) καί πρός τά Καλάβρυτα, καί πρός τήν Ηλείαν, καίων τά χωρία καί αιχμαλωτίζων όσους επρόφθανεν. Μεταξύ τών διωκομένων πρός αιχμαλωσίαν Λαγκαδινών παρά τώ ποταμώ Λάδωνι ευρεθείσα η εκ Δημητσάνης ωραία Τρισεύγενη, θυγάτηρ μέν Π. Καζή, ανεψιά δέ εξ αδελφής τού Τριπόλεως Δανιήλ καί σύζυγος Π. Δεληβοριά, μήτηρ τριών τέκνων μικρών, ών τό μέν έφερεν εν αγκάλαις, τό δ' εκράτει εκ τής χειρός, καί κινδυνεύουσα νά αιχμαλωτισθή εις τόν ποταμόν ρίψασα τά δύω της μικρά, ερρίφθη καί αυτή κατόπιν εν αυτώ. Τό δέ μεγαλήτερον κοράσιον φυγόν πρός τό δάσος καί κρυβέν εσώθη.

Ανεκδιήγητοι είναι αι νυκτεριναί καί άοκνοι ταχυπορείαι τού Αρχηγού καί τών μετ' αυτού Ελλήνων, αι μακραί εβδομαδιαίαι σχεδόν πολλάκις αϋπνίαι των. Τροφή πολλάκις επί επτά έως δεκαπέντε ημέρας μόνον κρέας, όπου τύχοι καί τούτο, καί πολλάκις ανάλατον, χόρτα ή ψάνη (στάχυα από σιτάρι) ή αραβοσίτια, χλωρά ή ξηρά καί εφθά (βραστά) ή οπτά (ψητά), σταφυλαί μόναι εν τώ καιρώ των, άνευ τινός άλλου. Εγκράτεια μακρά, έν κρόμμυον, ή έν σκόρδον, ή ολίγαι ελαίαι, ή άλας ολίγον, όπου ήθελε τύχοι, εθεωρείτο άρτυμα ποθεινότατον. Εις τοιαύτην δίαιταν εσυνείθησαν οι Έλληνες καί υπεβάλλοντο αγογγύστως εν καιροίς ανάγκης, ής καί αυτός ο Κολοκοτρώνης πρώτος δέν εξηρείτο.

Σώμα εχθρικόν πλησιάσαν πρός τό Γεράκι Λακωνίας κατά τό Μαριόρεμα, τό εκτύπησεν ο εκεί αλλοχών Στάϊκος Σταϊκόπουλος, εφόνευσεν ουκ ολίγους εχθρούς καί κατεδίωξε τούς λοιπούς. Ο δ' Ιμπραΐμης καί τοι βλέπων εκείσε στρατόν ελληνικόν, διεσπαρμένον όμως καί εις δύσβατα καί δυνατά μέρη, δέν ήλθεν εις καταδίωξίν των, απήλθε δ' εις Γύθειον, εις Πολυτσάραβον τής Μάνης, όπου εύρεν ισχυράν αντίστασιν, εις τό έλος εις Τρίνησα, όπου έως 70 υπό τόν καπετάν Κώστα Σουλιώτην, οχυρωμένους εις πύργον τινά, ανδρείως ως οι περί τόν Δικαίον εις Μανιάκη αντιστάντας, πλείστους τών εχθρών φονεύσαντας καί έπειτα παραδοθέντας επί συνθήκη, παρασπονδήσας τούς εφόνευσεν εξ οργής δι' ήν τών επροξένησαν μεγάλην φθοράν.

Εις Βρονταμάν, εις Κυπαρίσσι, όπου δέν κατώρθου μεγάλα πράγματα, ει μή καταστροφάς, καίων τά χωρία καί ουκ ολίγας άλλας φθοράς προξενών εις τά πεδινά, καί φόνους καί αιχμαλωσίας τινών αδυνάτων, ούς επρόφθανε φεύγοντας. Μεταξύ τών εις τό παρά τήν Κρεμαστήν Παλαιόκαστρον, εις τό οποίον ως εν ασφαλεί είχον καταφύγει τινά γυναικόπαιδα, καί τό οποίον κυριεύσας ηχμαλώτισε τούς εν αυτώ, ευρίσκετο καί τις νεανίς ωραία, ισταμένη εις τό χείλος ενός τών κρημνών. Παρ' αυτή προσελθών τις χιλίαρχος Αλβανός ηπίως φερόμενος καί πείθων αυτήν νά μή φοβήται, υπέσχετο εις αυτήν αλβανιστί ότι θέλει ζήσει μετ' αυτού ως κυρά, εάν εις αυτόν παραδοθή. Εκείνη απαντήσασα "πώς είναι δυνατόν σκλάβα καί κυρά;" Εκείνος ανταπήντησεν, ότι θά τήν πάρη σύζυγον καί θά είναι επί άλλων κυρία, λέγων δέ ταύτα προσήγγιζεν εις αυτήν, η δέ ως συστελλόμενη καί προφυλαττόμενη ατρομητί αλλάξασα επιτηδείως θέσιν, ώθησεν αυτόν κατά τού κρημνού, ειπούσα "δέν τό αξιώνεσαι μουρτάτη!" (δέν θά σού περάσει βρώμικε αρνησίθρησκε).

Ούτω δέ κρημνίσασα αυτόν, επήδησε καί αυτή κατόπιν εις τόν αυτόν κρημνόν ίνα μή συλλάβωσι αυτήν άλλοι ζώσαν, καί ούτως εφονεύθησαν καί οι δύο. Ταύτην ονομάσαμεν ημείς τότε ηρωΐδα τής Κρεμαστής


Ιστορικά τής Ελληνικής Παλιγγενεσίας υπό Μιχαήλ Οικονόμου



Τόν ύπνο τού δικαίου κοιμόταν η κυβέρνηση τών Κουντουριώτη, Κωλέττη, Μπόταση, Σπηλιωτάκη καί Μαυροκορδάτου, η οποία σχεδίαζε νά δημιουργήσει τακτικό στρατό καί σπαταλούσε χρήματα γιά νά στρατολογήσει στήν Αμερική καί τήν Ευρώπη ξένους μισθοφόρους. Είχε ορίσει καί αρχηγό τού ανύπαρκτου τακτικού στρατού τόν Γάλλο Κάρολο Φαβιέρο. Επίσης έστελνε διαρκώς επιστολές στόν Γέρο τού Μοριά, καλώντας τόν νά πολεμήσει εκ τού συστάδην τόν εχθρό μέχρι τελικής νίκης. Ο Κολοκοτρώνης απαντούσε ότι η κυβέρνηση θά έπρεπε νά ασχολείται μόνο μέ τίς προμήθειες τού στρατεύματος σέ τρόφιμα καί πολεμοφόδια. Εάν οι Έλληνες έχαναν τέσσερεις χιλιάδες στρατό αυτό ισοδυναμούσε μέ τό οριστικό τέλος, ενώ άν ο Ιμπραήμ έχανε ακόμα καί δεκαπέντε χιλιάδες, θά μπορούσε εύκολα νά τούς αναπληρώσει καί νά συνεχίζει νά πολεμά. Στή συνέχεια έστησε στό Άστρος φροντιστήριο γιά τά αναγκαία τού στρατού καί αποφάσισε νά επιτεθεί στούς Τουρκοαιγύπτιους πού βρίσκονταν στή Δαβιά καί είχαν σέ λειτουργία δέκα υδρόμυλους γιά νά αλέθουν τό σιτάρι καί νά προμηθεύουν μέ ψωμί τόν αραβικό στρατό.

Στίς 10 Αυγούστου 1825, ο Κολοκοτρώνης μέ τόν Ζαΐμη κατέλαβαν θέση δίπλα στήν Πιάνα, ο Θεόδωρος Γρίβας μέ τόν Βασίλη Αλωνιστιώτη κύκλωσαν τή Δαβιά ή Νταβιά, ο Νοταράς πήγε στήν Επάνω Χρέπα καί ο Αντώνιος Κολοκοτρώνης μέ τόν Γκολφίνο Πετμεζά καί τόν Δημήτριο Καραμέρο έπιασαν τό Χρυσοβίτσι. Τήν επίθεση στή θέση Καστράκι ή Παλαιόπυργο τής Πιάνας τήν ξεκίνησαν, στίς 12 Αυγούστου 1825, ο Κώστας Αναστόπουλος μέ τόν Γεώργιο Λεχουρίτη καί κατάφεραν νά σκοτώσουν όλους τούς ευρισκομένους εκεί Τούρκους. Ακολούθησαν οι Γενναίος Κολοκοτρώνης, Ανδρέας Κονδάκης, αδελφοί Ζαχαρόπουλοι, Γεώργιος Αγαλλόπουλος, Πέτρος Βαρβιτσιώτης καί οι αδελφοί Νικολόπουλοι, οι οποίοι έφθασαν στά οχυρώματα τών εχθρών στή Δαβιά καί τούς ανάγκασαν νά υποχωρήσουν μέ αταξία. Ο Θεόδωρος Ρηγόπουλος καί ο Κωνσταντίνος Ζαφειρόπουλος αρίστευσαν καί μόνο ο Γρίβας, πού δέχθηκε επίθεση από τον Γάλλο εξωμότη Σουλεϊμάν μπέη, υποχώρησε χωρίς νά ρίξει ούτε μία τουφεκιά, επειδή ήταν δυσαρεστημένος μέ τόν αρχιστράτηγο. Τήν κατάλληλη στιγμή εμφανίστηκε ο γενναίος Χατζημιχάλης Δαλιάνης, ο οποίος μόνο μέ 30 ιππείς έτρεψε σέ φυγή τούς εχθρούς, οι οποίοι δέν είχαν συνηθίσει νά αντιμετωπίζουν εχθρικό ιππικό.

Τελικά, στίς 14 Αυγούστου 1825, οι Έλληνες κατέστρεψαν όλους τούς μύλους καί ενώ ετοίμαζαν καί άλλη επίθεση κατά τών Τουρκοαιγυπτίων είδαν νά καταφθάνουν 2000 ιππείς πού είχε στείλει ο Ιμπραήμ, οι οποίοι όμως δέν είχαν έρθει γιά νά πολεμήσουν αλλά γιά νά παραλάβουν τούς συντρόφους τους καί νά τούς συνοδεύσουν μέχρι τήν Τριπολιτσά. Αυτές οι μάχες καί ιδιαίτερα η μάχη τής Δαβιάς, κόστισαν στόν Ιμπραήμ 500 άνδρες, τέσσερεις σημαίες, εκατοντάδες λογχοφόρα όπλα, είκοσι τύμπανα καί δεκάδες άλογα. Οι στρατιώτες τών Αντώνη Κολοκοτρώνη, Αδάμ Κορέλα από τό Αρκουδόρεμα καί Παπαδημήτρη από τό Χρυσοβίτσι εξακολουθούσαν νά κτυπούν μικρές απομονωμένες ομάδες τού εχθρού, σκοτώνοντας κάθε ημέρα πότε είκοσι καί πότε τριάντα Τουρκαραπάδες. Είχαν τόσο εξασκηθεί πού επιχειρούσαν ακόμα καί νυκτερινές καταδρομές στά αραβικά στρατόπεδα καί δέν δίσταζαν νά αρπάζουν ζώα καί νά σκοτώνουν εχθρούς. Έδεναν από τά πόδια τούς κατάκοπους από τήν κούραση φρουρούς πού έπιαναν στόν ύπνο καί μετά τούς έσερναν μέ μεγάλη ταχύτητα έξω από τό στρατόπεδο.

Ο Δημήτριος Πλαπούτας ή Κολιόπουλος επιτέθηκε κατά τής φρουράς πού είχε εγκαταστήσει ο Ιμπραήμ στό Ίσαρι, γιά νά ελέγχει τό δρόμο Μεθώνη - Τριπολιτσά, σκοτώνοντας πάνω από 100 Τουρκοαιγυπτίους. Ο Ιμπραήμ αναγκαζόταν, μετά από αυτές τίς επιθέσεις πού δεχόταν, νά στέλνει μεγάλα αποσπάσματα στή Μεθώνη γιά νά τόν προμηθεύουν μέ τά αναγκαία τρόφιμα. Σέ αντίποινα έβαζε τούς Έλληνες σκλάβους νά δουλεύουν ακατάπαυστα στούς χερόμυλους τής Τριπολιτσάς ακόμα καί μέχρι θανάτου, γιά νά αναπληρώνουν τήν εργασία τών νερόμυλων, πού είχε χάσει. Η πανώλη πού είχε εκδηλωθεί στό αιγυπτιακό στρατόπεδο τής Μεθώνης, συμπλήρωνε τό έργο τών αντάρτικων επιχειρήσεων τών Ελλήνων, αφού καθημερινά πέθαιναν δεκάδες Αιγύπτιοι στρατιώτες.




Χατζημιχάλης Νταλιάνης




«Τότε αποφάσισα καί παίρνω 200 ανθρώπους διά νά πάω εις τούς μύλους τής Δαβιάς, άφηκα τόν Γενναίον, τόν Λόντο καί τόν Κανέλλον εις τά Βέρβενα καί τούς είπα, ότι: "Εις τόσαις ημέραις θά ιδήτε φωτιαίς, νά έχετε βάρδια καί όσαις φωτιαίς δήτε μέ τόσαις χιλιάδαις είμαι καί νά κάμετε καί σείς φωτιαίς διά νά καταλάβωμε ότι τάς είδατε. Καί αυγήν θά κτυπήσω τούς Τούρκους εις τούς μύλους καί εσείς ολονυκτίς νά πιάσετε τά Τρίκορφα, καί νά εμποδίζετε κάθε βοήθεια οπού θά έλθει από τήν Τριπολιτζά". Επήγα εις τά Δολιανά, επέρασα εις τά Τσιπιανά (Νεστάνη Αρκαδίας) καί τούς είπα: "άν ιδήτε εις τό δείνα βουνό φωτιαίς, νά κινήση εκείνο τό στράτευμα διά νά πιάση τήν Πάνω Χρέπα".

Επήγα εις τήν Αλωνίσταινα, έστειλα πεζοδρόμον εις τόν Ζαΐμην, οπού ήτον εις τά Καλάβρυτα καί τού έγραφα, μιά ώρα αρχήτερα νά έλθη μέ όσους ημπορέσει. Ήλθε μέ 600 ο Ανδρέας Ζαΐμης καί είχα καί 1400 καί εγινήκαμεν 2000. Είχα σκοπόν νά κτυπήσω τούς Μύλους τής Δαβιάς διά νά τούς κόψω ταίς ζωοτροφίαις. Ερώτησα μερικούς Τούρκους, οπού έπιασαν οι Έλληνες, πόσοι ήτον εις τά ταμπούρια τά τούρκικα, καί μέ απεκρίθηκαν ότι ήτον μόνον 800.

Έκαμα τά σημεία (σήματα), καί τά διάφορα στρατεύματα ήλθαν καί έπιασαν τάς θέσεις οπού τούς είχα ειπή, μέ τά χαράματα. Ο Θεοδωράκης Γρίβας εζήτησε τήν θέσιν, οπού ήτον ο Χασάνμπεης, τού έδωσα οδηγούς καί επήγε. Ο Βασίλης Αλωνιστιώτης μέ τούς Αλωνιστιώτας επήγε εις τό πλευρό του, καί τόν Αντώνη τόν Κολοκοτρώνη τόν έστειλα εις τό Χρυσοβίτσι μέ 500 διά νά τούς πέσουν αποπάνω άν δοκιμάσουν οι Τούρκοι νά εβγούν από τά ταμπούρια διά νά υπάγουν εις βοήθειαν τών άλλων Τούρκων, οπού έμελλε νά κτυπήσει ο Κωνσταντίνος Αναστόπουλος, τής αδελφής μου τό παιδί. Εγώ καί ο Ζαΐμης μέ 200 εσταθήκαμεν εις τήν μέσην τής Πιάνας καί τών Αλωνιστιωτών, εμοιρασθήκαμεν εις πέντε θέσεις. Εις τήν Πιάνα είναι ένας παλιόπυργος (καστράκι) καί οι Τούρκοι τόν είχαν φκιάσει ως κάστρο.

Ήτον 130 Τούρκοι, εκείνους είχα ειπή νά βαρέσουν τήν νύκτα ή εις τήν ράχην ή εις τό χωριό, η μιά θέσις από τήν άλλην οπού εβαστούσαμεν ήτον μακριά 10 λεπτά. Ο Κωνσταντής καί ο Λεχουρίτης εκατέβηκαν μέ τά χαράματα εις τό χωριό, τό οποίον ήτον χαλασμένον από τούς Τούρκους επίτηδες, διά νά μή τό πιάσουν οι Έλληνες. Εις τά πρόποδα τού χωριού ήταν δύο λόχοι Τούρκοι, άνοιξε τό τουφέκι εις τήν Πιάνα, ημείς εκινήσαμεν εις βοήθειαν, οι δύο λόχοι, ήλθαν επάνω εις ημάς. Οι Τούρκοι βλέποντας εμάς δέκα καβαλλαραίους ενόμισαν πώς είμεθα πολλοί καί ετράβηξαν. Οι Αλωνιστιώταις ήλθαν από ταίς πλάταις τών Τούρκων, ο Γρίβας δέν εστάθηκε νά πολεμήσει, αφού είδε τόν Σουλεϊμάνπεη.

Ο Αντώνης Κολοκοτρώνης μέ τόν Γκολφίνον Πετιμεζά ερρίχθηκαν νά πιάσουν τό Κεφαλόβρυσο, τούς μύλους, δέν ημπόρεσαν νά περάσουν από τά τούρκικα ταμπούρια. Ο μπαϊρακτάρης (σημαιοφόρος) ο εδικός μου καί τού Ζαΐμη πλησιάζουν εις τάς πτέρυγας τών Τούρκων, ο μπαϊρακτάρης τού Ζαΐμη τούς επρωτοτζάκισε, αφού εσκότωσε τρείς μέ τήν λόγχην τού μπαϊρακιού. Οι Τούρκοι εμβήκαν εις αταξίαν, από τούς δύο λόχους τέσσεροι μόνον εγλύτωσαν, επήραμε δεκάξη ταμπούρλα καί τήν σημαίαν των. Οι Τούρκοι οπού ήτον κλεισμένοι εις τόν Παλιόπυργο (Καστράκι τής Πιάνας) ετζάκισαν καί τούς εσκότωσαν όλους 130.

Τό σώμα τών Βερβένων ήλθε εις τήν προσδιορισμένην θέσιν τών Τρικόρφων. Ήτον αρχηγοί Λόντος, Γιατράκος, Κανέλλος, Γενναίος καί Χατζή Μιχάλης μέ τήν καβαλλαρίαν. Είκοσι καβαλλαραίοι, ήτον η πρώτη φορά οπού αρχίσαμεν νά κάμωμεν καβαλλαρίαν. Οι Τούρκοι τής Τριπολιτζάς εκίνησαν εις βοήθειαν τών Τούρκων οπού επολεμούσαμεν ημείς, εκτυπήθησαν καί οπισθοδρόμησαν από τήν καβαλλαρίαν τήν εδικήν μας. Τότε επρόφθασε καί ο Νοταράς εις τήν Απάνω Χρέπα. Από τήν Τριπολιτζά καί από τήν Σύλιμνα εβγήκαν καί εκτύπησαν τόν Γενναίον εις τά Τρίκορφα, αντίκρυ τής Συλίμνας. Έπειτα από μίαν πεισματώδη μάχην ετράπησαν εις φυγήν. Εσκοτώθηκαν εως 70, επιάσθηκαν εννιά καί τέσσερα ταμπούρλα, τούς επήραν καί ένδεκα ταμπούρια καί τό καστράκι τής Σύλιμνας. Από τόν χαλασμόν των δέν επρόφθασαν νά έμβουν εις τήν Τριπολιτζά.

Ο αρχηγός τών Τούρκων έστειλε 4 καβαλλαραίους διά νά δώσει είδησιν τού Ιμπραΐμη, ο οποίος ευρίσκετο εις τήν Μεσσηνίαν καί ετοιμάζετο νά πάει νά χαλάσει τά Σουλιμοχώρια (Δήμος Δωρίου Τριφυλλίας). Ο Ιμπραΐμης εκίνησε εις βοήθειαν τών αποκλεισμένων Τούρκων εις τήν Δαβιά. Ο Γενναίος δέν είχε πλέον πολεμοφόδια καί ψωμί καί επήγε εις τό Βαλτέτζι καί εγώ εις τό διάσελο τής Αλωνίσταινας. Τήν τρίτη ημέρα διέταξα τόν Γενναίον νά πάρη τό σώμα του καί νά πάει εις τούς Κάτω Μύλους κατά τήν Συλίμνα. Εκεί επήγε, επολέμησε τέσσεραις ώραις καί εκυρίευσε τά οχυρώματα, καίοντας καί τούς μύλους. Εφονεύθησαν υπέρ τούς 50 καί εκυρίευσαν τά ταμπούρια.

Τό άλλο μέρος, εμείς καί ο Αντώνης Κολοκοτρώνης, Γκολφίνος, Γρίβας, Νοταρόπουλο, Τζόκρης, εχαλάσαμεν τούς επιλοίπους μύλους καί τούς εκλείσαμεν εις ένα παλιόκαστρο, εις ένα βράχο οπού ήτον αδύνατον νά ανέβει κανένας. Είχαμεν γνώμη νά τούς κόψωμεν τό νερό καί εις δύο ημέρας νά προσκυνήσουν. Αλλ' εις αυτήν τήν στιγμήν μάς κάμνει φανό ο Γενναίος, ότι έφθασε ο Ιμπραΐμης, καί ετράβηξε κατά τά Βέρβενα ο Γενναίος. Ήλθαν 2000 καβαλλαραίοι, επήραν τούς Τούρκους τούς κλεισμένους, καί τά στρατεύματα τούς επήγαιναν πολεμώντας από τά πισινά.

Επήγαμεν, αναχωρήσαμεν διά τά Βέρβενα, καί τό Νοταρόπουλο καί ο Τζόκρης έμειναν εις τά Τσιπιανά (Νεστάνη Αρκαδίας). Εις τόν κάμπον τής Ταβιάς (Δαβιάς) εχαλάσαμεν οκτώ ή εννιά μύλους, από εκεί άλεθαν καί επήγαιναν εις τήν Τριπολιτζά. Τακτικοί Τούρκοι εχάθηκαν εις τρείς ημέρας καί εις τάς διαφόρους θέσεις 500, ταμπούρλα είκοσι, πολλά μουσκέτα, σημαίες τέσσερεις, άλογα, αξιωματικοί πολλοί. Ημείς επολεμούσαμεν εκεί, αλλά εις όλα τά μέρη, εις όλας τάς επαρχίας εκτυπούντο οι Τούρκοι καί δέν έλειπε ημέρα οπού νά μή σκοτώνονται Τούρκοι. (Κάθε ημέρα οι Έλληνες μέ τόν κλεφτοπόλεμο κτυπούσαν απομονωμένους Τουρκοαιγύπτιους.)»


Απομνημονεύματα Κολοκοτρώνη




Αίτηση γιά αγγλική προστασία



Ο πλοίαρχος Χάμιλτον ήταν αυτός πού μεσολάβησε γιά τήν απελευθέρωση τών Ελλήνων αιχμαλώτων, μεταξύ τών οποίων ήταν οι Παναγιώτης Γιατράκος, Παναγιώτης Καπετανάκης, Σωτήρης Βάρβογλης, Αμβρόσιος Ψηλογαλάνης, Χατζηχρήστος, Αναγνώστης Κανελλόπουλος καί Γεώργιος Μαυρομιχάλης μέ αντάλλαγμα τούς Τούρκους αγάδες τού Ναυπλίου. Ο Ιμπράημ πασάς μίλησε περιφρονητικά στόν Χάμιλτον γιά τούς Έλληνες καί ακολούθησε ο κάτωθι μεταξύ τους διάλογος:

- "Δέν δανείζετε καί σέ μάς εσείς οι Άγγλοι κάμποσες λίρες, όπως δανείσατε σέ αυτούς τούς καφίρηδες (άπιστους), γέλληνες όπως εσείς οι φράγκοι τούς ονομάζετε;"

- "Όποιος θέλει νά δανεισθή λίρες, μπορεί νά έρθει νά τόν δανείσουμε."

- "Από εμένα θά τίς πάρετε πίσω τίς λίρες. Αλλ' από αυτούς τούς γέλληνες πώς θά τίς πάρετε, όταν τούς βάλω σέ νιζάμι (τάξη); Τόσο άπιστοι είναι ώστε όταν χθές οι γενναίοι στρατιώτες μου πλησίασαν νά πιάσουν έναν από δαύτους, αυτός προτίμησε νά σκοτώσει τή γυναίκα του καί τό παιδί του καί μετά νά σκοτωθεί ο ίδιος."

- "Επομένως είναι άξιοι αυτοί νά τούς δίνουμε δάνειο, διότι προτιμούν νά σκοτώνουν τή γυναίκα τους καί τό παιδί τους, παρά νά ζούνε σκλάβοι."



Τουρκοκρατία Πολυπολιτισμός Σκλαβοπάζαρα


Ο Κολοκοτρώνης μετά τίς αλλεπάλληλες ήττες από τόν Ιμπραήμ, έγραψε στήν κυβέρνηση επιστολή μέ τήν οποία εξέθετε τήν πραγματικότητα. Ο Ιμπραήμ μέ τό ευρωπαϊκό επιτελείο του, τά τέλεια πολεμικά μέσα πού διέθετε, τίς ανεξάντλητες εφεδρείες του καί τόν πειθαρχημένο στρατό του ήταν ανίκητος σέ μάχη εκ παρατάξεως. Οι αραπάδες σχημάτιζαν τετράγωνα καί έκαναν επίθεση μέ τίς λόγχες υψωμένες. Προχωρούσαν καί φαίνονταν άτρωτοι. Όταν πλησιάζαν τά ταμπούρια τών Ρωμιών, χαμήλωναν τίς λόγχες καί εφορμούσαν αλαλάζοντας. Οι Έλληνες μόνο μέ κλεφτοπόλεμο μπορούσαν νά τούς βλάψουν. "Ο Θεός, ο τήν ελευθερίαν μας αποφασίσας, θέλει μάς βοηθήσει. Προσευχή καί πέτραις (σύν Αθηνά καί χείρα κίνει)".

Μέσα στήν γενική απελπισία η σκέψη τών Ελλήνων γιά τή σωτηρία τού έθνους ήταν στραμμένη στήν επίκληση κάποιας ξένης δύναμης. Ο Κωλέττης καί ο Γεώργιος Αινιάν (αδελφός τού Δημητρίου Αινιάν πού έγραψε τή βιογραφία τού Καραϊσκάκη) υποστήριζαν τή Γαλλία, ενώ ο Μαυροκορδάτος (Μαυροσκωτάτος όπως τόν αποκαλούσαν επιτιμητικά λόγω τού δόλιου χαρακτήρα του οι Σουλιώτες, δηλαδή μέ μαύρο σηκώτι ή Σατανάς όπως τόν αποκαλούσαν άλλοι οπλαρχηγοί) καί ο Σπυρίδων Τρικούπης ήταν αγγλόφιλοι. Η Αγγλία πάντως δέν θά ήταν καθόλου ευχαριστημένη μέ τήν αύξηση τής δύναμης τού Μωχάμετ Άλυ τής Αιγύπτου, ο οποίος κατά κάποιο τρόπο είχε τήν εύνοια τής Γαλλίας. Ο ισχυρός αιγυπτιακός στόλος πού σχεδίαζε ο μονάρχης τής Αιγύπτου νά ναυπηγηθεί από τούς Γάλλους θά αποτελούσε ισχυρή απειλή γιά τήν Αγγλία. Καί αυτός είναι ένας από τούς λόγους γιά τούς οποίους ο Χάμιλτον, προέτρεψε τόν Κανάρη νά κάψει τό ναύσταθμο τής Αλεξάνδρειας αντί γιά τής Κωνσταντινούπολης, αφού εκεί βρισκόταν ολόκληρη η ναυτική δύναμη τού Μωχάμετ Άλυ μαζί μέ 30 γαλλικά πλοία.

Μία επιτροπή πού είχε συστηθεί στή Ζάκυνθο μέ πρόεδρο τόν Διονύσιο Ρώμα καί μέλη τούς Κωνσταντίνο Δραγώνα καί Παναγιώτη Στεφάνου είχε συντάξει ένα σχέδιο, μέ τό οποίο οι Έλληνες θέσπιζαν "τήν παρακαταθήκην τής ελευθερίας, εθνικής ανεξαρτησίας καί τής πολιτικής υπάρξεως τού έθνους, εις την απόλυτον υπεράσπισιν τής Μεγάλης Βρετανίας". Γιά τή σύνταξη τού σχεδίου είχε συνεργαστεί καί ο Μεγάλος Αρμοστής τών Ιονίων Νήσων Frederic Adam. Ο πανικός πού διακατείχε τούς Πελοποννησίους τούς ανάγκασε νά υπογράψουν τήν πράξη, πού είχε φέρει από τή Ζάκυνθο ο Χρήστος Ζαχαριάδης, μέ πρώτο τόν αρχηγό τού στρατού ξηράς Κολοκοτρώνη καί κατόπιν τούς υπόλοιπους στρατιωτικούς, τούς αρχιερείς καί τούς πολιτικούς ηγέτες.

Τό δεύτερο αντίγραφο τής πράξης τού σχεδίου θά τό υπόγραφε ο αρχηγός τής δύναμης τής θάλασσας Ανδρέας Μιαούλης μέ επιφανείς νησιώτες καί Στερεοελλαδίτες. Η αίτηση προστασίας διαβιβάστηκε μέ συνοδευτικό γράμμα τού αρχηγού τής κυβερνήσεως Γεωργίου Κουντουριώτη πρός τόν Adam. Ο γιός τού Μιαούλη Δημήτριος μετέφερε τίς υπογεγραμμένες αυτές πράξεις στό Λονδίνο, όπου έφθασε μέ τό μπρίκι του στίς 5 Οκτωβρίου 1825, γιά νά τίς δώσει αυτοπροσώπως στά χέρια τού Υπουργού Εξωτερικών τής Μεγάλης Βρετανίας George Canning. Η αγγλική αυτοκρατορία, ήθελε πολύ νά επωφεληθεί από τή νέα κατάσταση γιά νά εξασφαλίσει τήν παντοδυναμία της στή Μεσόγειο καί νά μήν επιτρέψει στό γαλλικό ή στό ρωσικό στόλο νά τήν απειλήσουν, ή ακόμα καί στόν αιγυπτιακό στόλο, τόν οποίο ονειρευόταν ο τύραννος τής Αιγύπτου νά γιγαντώσει. Πάντως η πρώτη αντίδραση τού Κάνινγκ στήν πρόταση τών Ελλήνων ήταν αρνητική καί αυτό γιά νά μή δυσαρεστήσει ανοικτά τίς υπόλοιπες ευρωπαϊκές δυνάμεις καί ιδιαίτερα εκείνη τής Αυστρίας.

Ο φιλορώσσος Δημήτριος Υψηλάντης, δυσαρεστημένος όχι μόνο από την αίτηση προστασίας αλλά καί από τόν παραγκωνισμό του μετά τό διορισμό τού Κολοκοτρώνη ως γενικού αρχηγού στήν Πελοπόννησο, αποσύρθηκε στο Ναύπλιο καί από τότε ως τήν άφιξη τού Καποδίστρια δέν παρουσιάστηκε σέ κανένα στρατόπεδο. Οι δύο μερίδες, η αγγλόφιλη καί η γαλλόφιλη, έστελναν διαρκώς επιστολές σέ διαφόρους οπλαρχηγούς μέ σκοπό νά τούς προσελκύσουν. Τό γαλλόφωνο κόμμα υποστήριζε μέ θέρμη τήν κάθοδο στήν Ελλάδα τού δούκα τού Nemours. Μέ αυτό τόν τρόπο προσπαθούσαν οι πολιτικοί νά μπλέξουν τούς στρατιωτικούς στίς πολιτικές τους επιδιώξεις καί φιλοδοξίες. Τήν πιο ωραία απάντηση τήν έδωσαν οι πολιορκημένοι στό Μεσολόγγι: "Ούτε στόν ένα ούτε στόν άλλο θά χαρίσουμε τήν πολεμική μας δόξα, καλά θά κάνουν νά μάς εφοδιάσουν μέ τά αναγκαία καί ας πάψουν νά μάς ανακατώνουν".

Η αίτηση τής βρετανικής προστασίας ενέτεινε τό ενδιαφέρον καί τόν ανταγωνισμό τών διπλωματικών κύκλων τών μεγάλων δυνάμεων καί προκάλεσε τή γέννηση τών πρώτων πολιτικών ομάδων στήν Ελλάδα. Έθετε τή βάση τής εξάρτησης τής μοίρας τής χώρας μας από τή Μεγάλη Βρετανία, μία εξάρτηση πού συνεχίζεται μέ τήν ίδια δυναμική μέχρι καί τίς ημέρες μας. Ο Αναστάσιος Ορλάνδος θά έγραφε στόν Γεώργιο Κουντουριώτη, ότι "η πράξη η προέλθουσα από τούς Έλληνες τήν 24ην Ιουλίου 1825 προξένησε μεγάλη ταραχή στήν Ευρώπη."

Ο Γάλλος στρατηγός Roche, πού είχε έλθει στήν επαναστατημένη Πελοπόννησο, ως εκπρόσωπος τής φιλελληνικής επιτροπής τού Παρισιού, άρχισε από τήν πρώτη στιγμή νά αναμιγνύεται στά εσωτερικά τής χώρας καί νά κατηγορεί τή μορφή τού δημοκρατικού πολιτεύματος, πού δέν ταίριαζε όπως θεωρούσε στήν ελεύθερη Ελλάδα. Υποστήριζε τήν εγκαθίδρυση μοναρχίας, προτείνοντας ως υποψήφιο τόν γιό τού δούκα τής Ορλεάνης. Όσο ο Ιμπραήμ νικούσε, τόσο ο Γάλλος στρατηγός γινόταν πιό φορτικός υποβοηθούμενος από τόν επίσης Γάλλο Jourdain, ενώ δέν έπαυε νά μοιράζει δώρα σέ σημαίνοντες όπως χρυσά ρολόγια, πιστόλια κλπ.

Γιά νά κάνουμε καί μία αναδρομή, όσο αφορά τήν προσκόλλησή μας σέ κάποια μεγάλη δύναμη, η υποτελής αυτή στάση είχε ξεκινήσει από τούς τελευταίους αιώνες τού Βυζαντίου. Οι ενωτικοί ήταν φίλα προσκείμενοι στούς Βενετούς καί τόν Πάπα καί οι ανθενωτικοί υποστήριζαν ότι "κρειττότερον εστίν ειδέναι εν τή μέση τή πόλει φακίολον βασιλεύον Τούρκων ή καλύπτραν Λατινικήν". Στήν τουρκοκρατία πάλι συγκρούονταν οι φιλοδυτικοί μέ όσους αισθάνονταν υποταγμένοι στή μοίρα τους καί στό σουλτάνο "βάρα με αγά μου ν' αγιάσω". Στήν επανάσταση διακρίνονταν οι οπαδοί τής φιλογαλλικής, τής φιλοαγγλικής καί τής φιλορωσικής μερίδας. Στήν τελευταία ανήκαν ο Κολοκοτρώνης καί ο Καποδίστριας. Στόν Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο από τήν μία ήταν οι βενιζελικοί πού ήθελαν νά μπούμε στόν πόλεμο στό πλευρό τής Αγγλίας καί από τήν άλλη οι βασιλικοί πού πίστευαν στή νίκη τής Γερμανίας καί ήθελαν νά μείνουμε ουδέτεροι. Καί βέβαια στόν χειρότερο εμφύλιο πόλεμο τής νεώτερης ιστορίας μας, είχαμε από τή μία μεριά τούς σταλινικούς κομμουνιστές καί από τήν άλλη τούς εθνικόφρονες φιλοαμερικάνους. Σήμερα από τήν μία πλευρά είναι οι φιλοευρωπαϊστές καί πολυπολιτισμικοί τού μνημονίου καί τού Ευρό καί από τήν άλλη οι αντιευρωπαϊστές μονοπολιτισμικοί νοσταλγοί τής δραχμής καί υποστηρικτές τής φιλίας μέ τή Ρωσία τού Ορθόδοξου Πούτιν. Νά μήν αφήσουμε εκτός αναφοράς καί τούς φιλότουρκους αριστερούς ή ακροαριστερούς πού νοσταλγούν τό οθωμανικό παρελθόν τής πατρίδας μας, μέ τρανταχτό παράδειγμα τόν δήμαρχο τής Θεσσαλονίκης Μπουτάρη.

Στίς 26 Ιανουρίου 1825, συμφωνήθηκε μέ τόν τραπεζικό οίκο Ρικάρντο (Ricardo's) τού Λονδίνου δεύτερο δάνειο μέ τούς ίδιους ληστρικούς όρους μέ τό πρώτο. Οι άγγλοι τοκογλύφοι από τά 2.000.000 λίρες πού συμφωνήθηκαν, τελικώς κατέβαλαν τό 40% αφού τά υπόλοιπα τά κράτησαν γιά προκαταβολές τόκων, έξοδα, προμήθειες καί διάφορες μεσιτείες. Τό πρώτο δάνειο κατασπαταλήθηκε στόν εμφύλιο πόλεμο γιά τήν εξόντωση τού Ανδρούτσου καί τού Κολοκοτρώνη, καί τό δεύτερο γιά τή δημιουργία τακτικού στρατού καί σύγχρονου πολεμικού ναυτικού, τά οποία όμως ποτέ δέν υλοποιήθηκαν. Επιπλέον μεγάλο μέρος τών χρημάτων τά σφετερίστηκε ένας από τούς χειρότερους τυχοδιώκτες τής εποχής ο λόρδος Κόχραν. Ο Κόχραν ήταν ένας απότακτος πλοίαρχος τού βρετανικού πολεμικού ναυτικού, ένας άθλιος μισθοφόρος χωρίς αρχές, ο οποίος είχε βρεθεί στή Νότια Αμερική καί είχε συμμετάσχει στόν πόλεμο τής ανεξαρτησίας τών κρατών τής Λατινικής Αμερικής καί ιδίως τής Βραζιλίας, εναντίων τών Ισπανών καί τών Πορτογάλων.

Αφού αναμείχθηκε σέ διάφορα σκάνδαλα, έκλεψε μία φρεγάτα από τούς Βραζιλιάνους καί επέστρεψε στήν Ευρώπη. Αυτός ο μοιραίος γιά τήν ελληνική επανάσταση θά ήταν ο εκλεκτός τών Κουντουριώτη, Μαυροκορδάτου καί Κωλέττη. Σέ αυτόν εμπιστεύτηκαν τήν αρχηγία τού ελληνικού στόλου, αφού προηγουμένως τού έδωσαν υπέρογκες αμοιβές, από τίς οποίες μόνο οι 60.000 αγγλικές λίρες ήταν γιά τόν προσωπικό του μισθό. Ο Κόχραν είχε υποσχεθεί ότι σέ λίγες εβδομάδες από τήν άφιξή του θά έκαιγε τόν οθωμανικό στόλο στόν ναύσταθμο τής Κωνσταντινούπολης.

«Δώσασα η κυβέρνησις άδειαν τή επιτροπή εις εύρεσιν δευτέρου δανείου, διέταξε συγχρόνως τήν αγοράν καί ταχείαν εις Ελλάδα αποστολήν φρεγατών μετρίου μεγέθους· επανέλαβε δέ καί τήν άλλοτε δοθείσαν διαταγήν περί ειδικού δανείου καί αποστολής ξένου στρατού. Πολλά προσκόμματα απήντησεν η επιτροπή εις πραγματοποίησιν τής τοιαύτης στρατείας καί επί τέλους παρητήθη. Ησχολήθη δέ συγχρόνως καί εις αγοράν φρεγατών εν Αγγλία καί αλλαχού τής Ευρώπης, αλλά δέν ηύρεν οποίας ήθελε· καί επειδή διά τήν πολλήν τότε ασχολίαν τών ναυπηγείων ουδείς ανεδέχετο τήν κατασκευήν νέων εν βραχεί διαστήματι, όπως απήτει η επικίνδυνος στάσις τών πραγμάτων, απεφάσισε νά κατασκευάση ή αγοράση δύο ετοίμους εν τή αρκτώα (βόρεια) Αμερική, όπου, ως έμαθε, κατεσκευάζοντο ταχέως τοιαύτα πλοία πρός χρήσιν τών νέων επικρατειών τής νοτίου Αμερικής. Καταλληλότερον δέ μέρος εκρίθη τό Νεοβόρακον (Νέα Υόρκη), καί εστάλη επί αδρά αντιμισθία εις αγοράν ή κατασκευήν αυτών ο στρατηγός Λαλλεμάνδος, ως άλλοτε εκεί χρηματίσας καί φίλος πολλών τών εν τοίς πράγμασι, αλλ' ανεπιτήδειος πρός τό έργον· εδόθησαν δέ πρός κτήσιν αυτών λίραι 155.000 εκ τού δευτέρου δανείου.

Τό δέ φθινόπωρον τού 1824 ανεχώρησεν εις Αγγλίαν μετά διετή αξιέπαινον εν Ελλάδι υπηρεσίαν ο Χάστιγξ (Frank Abney Hastings), καί επί τή συστάσει αυτού διέταξεν η κυβέρνησις τήν κατασκευήν ενός πολεμικού ατμόπλου. Συνομολογηθέντος δέ τού δευτέρου δανείου, έσπευσεν η επιτροπή νά εκτελέση όσα περί τούτου διετάχθη, προπληρώσασα δεκακισχιλίας λίρας υπό τόν όρον νά ετοιμασθώσι τά πάντα εντός τριών εβδομάδων. Τόν δέ Ιούλιον τού 1825 επανήλθεν εις Αγγλίαν εκ τής μεσημβρινής Αμερικής ο λόρδος Κοχράνης, ανήρ έχων υπόληψιν τολμηρού καί στρατηγηματικού θαλασσομάχου, καί διαπρέψας εν ταίς υπέρ Βραζιλίας καί άλλων νέων επικρατειών ναυμαχίαις. Οι Ρικάρδοι (εβραϊκός τραπεζικός οίκος μέ έδρα τό Λονδίνο) καί τινες φιλέλληνες ενόμισαν σωτηριώδες διά τήν Ελλάδα καί επρόβαλαν πρός τήν επιτροπήν νά κληθή ο ανήρ ούτος εις υπηρεσίαν, ν' αυξηθή διά δαπάνης μέρους τού δανείου η θαλάσσιος δύναμις, καί νά τεθή υπό τάς διαταγάς αυτού.

Προθύμως συγκατετέθη η επιτροπή, παρέλαβε τόν λόρδον εν τή υπηρεσία τής Ελλάδος μέχρι τέλους τού αγώνος επί αντιμισθία λιρών 57.000, εξ ών προκατέβαλε 37.000, καί παρακατέθεσε 113.000 εις αγοράν ή κατασκευήν πέντε άλλων ατμοπλόων επί ρητή συμφωνία ν' αποπλεύση ο λόρδος εντός δύο ήμισυ μηνών μετά τού στολίσκου τούτου. Αλλ' εν ώ εγίνετο φροντίς περί ευρέσεως ετοίμων ατμοπλόων εις ταχυτέραν χρήσιν αυτών, αίφνης ειδοποιήθη η επιτροπή, ότι οι Ρικάρδοι διέταξαν εν αγνοία αυτής τήν κατασκευήν νέων· κατεταράχθη δέ έτι μάλλον μαθούσα, ότι η κατασκευή τών ατμομηχανών ανετέθη εις τόν Γαλοβαίην (Alexander Galloway), όστις, αναδεχθείς τήν κατασκευήν τής ατμομηχανής τού πρώτου ατμόπλου, τής "Καρτερίας", ουδ' αυτήν ητοίμασεν εντός τής προθεσμίας· πολλή εγένετο λογομαχία μεταξύ τής επιτροπής καί τών Ρικάρδων περί ων ούτοι αυθαιρέτως έπραξαν, αλλ' επί τέλους απεφασίσθη νά μή εμποδισθή η αρξαμένη ήδη κατασκευή επί επανειλημμένη υποσχέσει ταχείας αποπερατώσεως.

Αλλ' ο Γαλοβαίης, ο αναδεχθείς νά εργασθή διά τήν Ελλάδα, ειργάζετο καί διά τόν Μεχμέτ Αλήν· καί αυτός ο υιός του διέτριβε τόν καιρόν εκείνον εν Αιγύπτω. Εντεύθεν ανεφύοντο καθ' ημέραν δυσκολίαι καί υπόνοιαι, καί επί μία ή άλλη προφάσει τά έργα ανεβάλλοντο από εβδομάδος εις εβδομάδα, καί από μηνός εις μήνα· οι δέ Ρικάρδοι ουδέ πρόστιμον κάν εφρόντισαν νά ορίσωσιν επί τή παραβάσει τών όρων· καί εν ώ κατά τήν ενυπάρχουσαν συμφωνίαν έπρεπεν όλος ο εν Αγγλία ετοιμαζόμενος στολίσκος νά φθάση εις Ελλάδα πρό τού τέλους 1825, μόλις τό πρώτον ατμόπλουν έφθασε τόν Σεπτέμβριον τού 1826, τό δεύτερον μετά έν έτος αφ' ού έφθασε τό πρώτον, τό τρίτον μετά έν έτος αφ' ού έφθασε τό δεύτερον· τά δέ λοιπά τρία εφθάρησαν εν τοίς νεωρίοις τού Λονδίνου δι' έλλειψιν τών εις απαρτισμόν χρημάτων.

Εν τούτοις οι Έλληνες εστήριζαν όλας τάς ελπίδας των εις τήν θαλασσίαν ταύτην δύναμιν καί τήν επροσδόκουν ως θαυματουργόν· ως θαυματουργόν τήν παρίστα καί ο Κοχράνης (Cochrane), διότι έγραφεν, ότι, καί άν δέν απέμενεν επί τής εις Ελλάδα αφίξεώς του άλλο τι υπό τήν ελληνικήν κυβέρνησιν ειμή η γή εφ' ης θά επάτει, ήτον ικανός ν' ανακτήση τήν υπό τούς εχθρούς ελληνικήν χώραν· θαυματουργόν τήν εξελάμβαναν καί μέλη τινά τής ελληνικής εταιρίας βεβαιούντα, ότι εντός ολίγων εβδομάδων ο αρχηγός αυτής καί τούς τουρκικούς στόλους εντός τού λιμένος τής Κωνσταντινουπόλεως θά έκαιε, καί τήν Ελλάδα όλην τών εχθρών της θ' απήλλαττεν.

Υπό τοιαύτας απατηλάς διαβεβαιώσεις καί αναιδείς κομπορρημοσύνας κατεσπαταλεύθη εν Αγγλία τόση ποσότης χρημάτων. Εθορυβήθη τό κοινόν τής Αγγλίας επί τή κακή χρήσει, αντήχησαν αι εφημερίδες της, καί συνελθόντες οι δανεισταί διέταξαν τήν εξέτασιν τών λογαριασμών καί τών αιτιών τής αργοπορίας τών ατμοπλόων· αλλ' ούτε η Ελλάς ούτε οι αθώοι δανεισταί της ικανοποιήθησαν. (Ακόμα καί ο φιλοκυβερνητικός καί αγγλόφιλος Τρικούπης, πού έζησε από κοντά τά γεγονότα δέν μπορεί νά κρύψει τήν αγανάκτησή του, γιά τήν κατασπατάληση τών χρημάτων τού δεύτερου αγγλικού δανείου σέ μισθούς τού Κόχραν καί σέ προμήθειες μεσαζόντων τού τραπεζικού ομίλου τής Αγγλίας γιά πολεμικά πλοία πού δέν θά έφθαναν ποτέ γιά νά λάβουν μέρος στήν επανάσταση!)»


Σπυρίδων Τρικούπης - Ελληνική Επανάστασις

Ο Σπυρίδων Τρικούπης, στενός συνεργάτης καί συγγενής τού Μαυροκορδάτου, συγκαλύπτει όσο μπορεί τίς οικονομικές αθλιότητες τής εποχής. Αλλά ούτε καί ο ίδιος δέν μπορεί νά αποκρύψει στό βιβλίο του, ότι ο υπεύθυνος γιά τή ναυπήγηση τών ελληνικών ατμόπλοιων Alexander Galloway ήταν ταυτόχρονα καί στενός συνεργάτης τού Μωχάμετ Άλυ καί ότι από τά οκτώ πλοία πού είχαν παραγγελθεί καί είχαν φυσικά προπληρωθεί, ήρθαν τελικά μόνο δύο ατμόπλοια καί αυτά ύστερα από μεγάλο χρονικό διάστημα. Τά πλοία αυτή ήταν η "Καρτερία" καί η "Ελλάς". Η "Καρτερία" έπρεπε νά είχε παραδοθεί τόν Αύγουστο τού 1825, αλλά θά έφθανε τελικώς στό Ναύπλιο τόν Σεπτέμβριο τού 1826 καί αυτό χάρις στίς άοκνες προσπάθειες τού έντιμου πλοιάρχου Άστιγξ (Hastings).

«Τούτων δέ ούτω διατρεξάντων, η μεγίστη εκείνη απελπισία ωδήγησε τούς στρατιωτικούς καί πολιτικούς νά καταφύγωσιν ως από τό μέρος τών Πελοποννησίων υπό τήν προστασία τής Μεγάλης Βρετανίας μέ τήν ελπίδα τού ότι, ως ισχυρά δύναμις καί ως πλησιεστέρα ούσα μέ τήν Ελλάδα καί τήν Πελοπόννησον, ήθελε τοίς χορηγήσει τήν προστασίαν της. Όθεν καί συνελθόντες εις τήν κωμόπολιν τών Λαγκαδίων, εξέθεντο εγγράφως δι' αναφοράς των τόν επικείμενον αυτοίς κίνδυνον, επικαλούμενοι τήν προστασίαν καί υπεράσπισιν τής Μεγάλης Βρετανίας, ικετεύοντες αυτήν, νά λάβη οίκτον, καί νά μήν υποφέρη η φιλανθρωπία καί τό έλεός της ν' αφανισθώσι τόσαι καί τόσαι χιλιάδες ψυχών Χριστιανών, τήν οποίαν αυτήν αναφοράν υπογράψαντες οι παρόντες, υπέγραψαν, καί πολλά ονόματα απόντων έκ τε τών κληρικών, τών πολιτικών καί τών στρατιωτικών. Συνοδεύσαντες δέ αυτήν καί μέ έτερον έγγραφόν των πρός ούς ήδησαν εν Ζακύνθω, απέστειλαν αυτήν διά τών Κωνσταντίνου Πελοπίδα Ιατρού, Χρήστου Ζαχαριάδου καί Καλλινίκου Καστόρχη, ανθρώπων όντων τού Ελληνικού Αγώνος.

Ο δέ Ιμπραχήμ πασσάς μετά τήν από Μαγούλιανα επάνοδόν του απέστειλεν έν σώμα τού στρατού του συγκείμενον από 10000 περίπου εις τήν πεδιάδα τής Καρυταίνης, διά νά συνάξωσι τούς δημητριακούς καρπούς, καί νά τούς μετακομίσωσιν εις τήν Τριπολιτζάν, όπου καί αδιακόπως εξηκολούθουν τήν σύναξιν καί τήν μετακόμισιν αυτών. Οι δέ κάτοικοι τών ορεινών εκείνων μερών υποπτεύοντες επιδρομήν τινά εχθρικήν, επεκαλέσθησαν τούς κατοίκους τής επαρχίας Τριφυλίας καί Ολυμπίας νά συνέλθωσι μετ' αυτών εις τήν κώμην Καρυάς (Άνω Καρυές Αρκαδίας) διά ν' αντιπαρατάττωνται εις κάθε εναντίαν προσβολήν τών εχθρών. Οι δέ Αρκάδιοι (εννοεί τούς κατοίκους τής Κυπαρισσίας) λαβόντες τήν κοινοποίησιν ταύτην τών κατοίκων τών κωμών Καρυών, Κραμποβού (Καστανοχώρι Αρκαδίας), Ντερμπουνίου (Λύκαιο Αρκαδίας), Ίσαρι (Ίσαρης Αρκαδίας) κτλ. έσπευσαν ευθύς, καί ο μέν Αθανάσιος Γρηγοριάδης, ο Αναγνώστης παπά Τσόρης, ο Γιαννάκης Γκρίτσαλης, καί διάφοροι άλλοι καπιτάνοι μετά εξακοσίων συνεπαρχιωτών των απήλθον εις τάς Καρυάς, οι δέ Τζανέτος Χριστόπουλος καί Νικόλαος Ζαριφόπουλος μετά διακοσίων πενήντα Φαναριτών (Φανάρι λεγόταν η Ολυμπία) απελθόντες καί αυτοί καί τοποθετηθέντες παρετήρουν τά διαβήματα τών εχθρών.

Αλλ' εν τώ μεταξύ τής διαμονής των οι Έλληνες ενεδρευτικώς εις διαφόρους νύκτας παρηνώχλουν τούς εχθρούς, τοίς ήρπαζον ζώα φονεύοντες ενίοτε καί εξ αυτών, ώστε παραβιασθέντες εκ τούτου οι εχθροί τήν 22αν Ιουλίου 1825 εξεστράτευσαν κατά τών Ελλήνων υπέρ τάς 6000, διαιρεθέντες εις δύο σώματα ανά 3000, καί τό μέν ώδευε κατά τής κώμης Κραμποβού, τό δέ κατ' ευθείαν εις τήν κώμην Καρυών (χωριά πού βρίσκονται δυτικά τής Μεγαλόπολης στίς πλαγιές τού Λυκαίου όρους), άμα δέ ότε εφάνησαν μακρόθεν οι εχθροί κατά τών Ελλήνων, οι Έλληνες επροσποιήθησαν ότι αποσύρονται έως ού οι εχθροί προεχώρησαν εις τά δασώδη εκείνα όρη. Τότε ορμήσαντες οι Έλληνες κατεδίωξαν αυτούς μέ πολλήν καταισχύνην, φονεύσαντες εξ αυτών 273. (Ο πρωτοσύγκελος Αμβρόσιος Φραντζής περιγράφει μία άγνωστη μάχη πού δόθηκε στό Λυκαίον όρος καί ήταν νικηφόρα γιά τούς Έλληνες αφού οι Τουρκοαιγύπτιοι έχασαν περίπου 300 άνδρες μέ μικρός κόστος γιά τούς Έλληνες).

Μετά δέ τήν μάχην διήλθεν από τάς Καρυάς καί ο γενικός αρχηγός (Θεόδωρος Κολοκοτρώνης) καί δούς τάς οδηγίας του, ανεχώρησε. Τήν αυτήν δέ στιγμήν έφθασεν αυτόσε καί ο πρωτοσύγκελος Αμβρόσιος Φραντζής διά νά επευφημίση τής παρελθούσης ημέρας τήν μάχην. Τήν δέ 24ην τού αυτού έφθασεν εις τήν αυτήν θέσιν τών Καρυών καί ο Δημήτριος Πλαπούτας μέ έν σώμα στρατιωτών, καί ο τής Τριφυλίας στρατηγός Μήτρος Αναστασόπουλος μέ στρατιώτας αρκετούς. Τήν δέ 26ην τού αυτού εξεστράτευσαν οι Οθωμανοί διά τού λόφου Αγίου Αθανασίου, βαδίζοντες κατά τήν επαρχίαν Ολυμπίας. Αλλά πρίν φθάσωσιν υπό τήν κώμην Δραγουμάνου (Κοτύλιο Αρκαδίας), έδραμον επί τού όρους Διαφόρτι (Λυκαίον όρος) οι τήν θέσιν τών Καρυών κατέχοντες Έλληνες, καί μέ πολλήν ζημίαν καί εντροπήν φονεύσαντες περίπου τών 40 τούς επέστρεψαν κακήν κακώς εις τήν πεδιάδαν τής Καρυταίνης. Εις εκείνην δέ τήν μάχην διεκρίθη ο σημαιοφόρος Ηλίας Γαλανόπουλος εκ Κυπαρισσίας, τό ατρόμητον παλληκάρι.»


Επιτομή τής Ιστορίας τής Αναγεννηθείσης Ελλάδος, Αμβρόσιος Φραντζής 1835



Ο Φραγκίσκος Αστιγξ (Frank Abney Hastings) ήταν από εκείνους τούς ανιδιοτελείς φιλέλληνες πού βοήθησαν ουσιαστικά τήν επανάσταση. Γεννήθηκε στήν Αγγλία τό 1794 καί υπηρέτησε από μικρή ηλικία στό βρετανικό ναυτικό λαμβάνοντας μέρος στή ναυμαχία τού Τραφάλγκαρ σέ ηλικία μόλις 12 ετών. Σταδιοδρόμησε στά αγγλικά πολεμικά πλοία φτάνοντας ως τόν βαθμό τού πλοιάρχου, αλλά τελικώς τό 1820 αποτάχθηκε.

Ο Hastings πίστεψε στήν χρήση πολεμικού ατμόπλοιου καί πρότεινε στήν ελληνική κυβέρνηση τήν αγορά ενός τέτοιου πλοίου, διαθέτοντας από τήν προσωπική του περιουσία 5000 λίρες. Η ελληνική κυβέρνηση δέχτηκε απρόθυμα, καθώς δέν είχε γνώσεις γιά τά ατμοκίνητα πλοία. Καί ενώ όλοι οι Βρετανοί μεσάζοντες φρόντιζαν νά πλουτίσουν από τή διάθεση τών χρημάτων τού δευτέρου αγγλικού δανείου, ο Άστιγξ δραστήριος καί έντιμος, ταξίδεψε στήν Αγγλία καί κατάφερε μέ δικές του προσπάθειες νά ναυπηγηθεί τό πλοίο, στό οποίο δόθηκε τό όνομα "Perseverance", ενώ αργότερα μετονομάστηκε σέ "Καρτερία" καί θά ήταν τό πρώτο ατμοκίνητο πλοίο στόν κόσμο πού θά εκτελούσε πολεμικές επιχειρήσεις.


Frank Abney Hastings



Καταστροφή τής Γαστούνης



Από τό καλοκαίρι τού 1825, ο Κολοκοτρώνης γνώριζε από πληροφορίες τών αιχμαλώτων, ότι ο Ιμπραήμ σχεδίαζε νά κινηθεί μέσω τής επαρχίας τής Γαστούνης πρός τήν Πάτρα καί από εκεί νά καταλήξει στό Μεσολόγγι γιά νά ενισχύσει τά στρατεύματα τού Κιουταχή πού τό πολιορκούσαν. Ο αρχιστράτηγος ζήτησε ενισχύσεις γιά τή δυτική Πελοπόννησο καί τήν άδεια νά μεταφέρει όλες τίς σοδειές τής Γαστούνης στό Μεσολόγγι. O κάμπος τής Ηλείας δέν θά μπορούσε νά κρατηθεί από τούς Έλληνες, οι οποίοι θά έπρεπε νά αντιμετωπίσουν τό πανίσχυρο αιγυπτιακό ιππικό. Ένα ιππικό πού ανανέωνε διαρκώς τίς δυνάμεις του μέ ενισχύσεις πού έρχονταν στήν Μεθώνη από τήν Αλεξάνδρεια. Τά κράτη τής βόρειας Αφρικής (Αίγυπτος, Αλγερία, Τυνησία) σέ συνεργασία μέ τήν Τουρκία είχαν ετοιμάσει 145 πλοία, από τά οποία τά 79 ήταν πολεμικά. Είχαν ήδη μπαρκάρει από τήν Αλεξάνδρεια έχοντας στά αμπάρια τους περισσότερους από 10000 μουσουλμάνους στρατιώτες. Τά μεγάλα πλοία είχαν κατασκευαστεί από τούς Γάλλους στή Μασσαλία, οι οποίοι είχαν χαρίσει στόν Ιμπραήμ καί ένα μικρό ατμόπλοιο πού έφερε πάνω του τρία πυροβόλα. Πώς μπορούσε η Πελοπόννησος μόνη της νά τά βγάλει πέρα μέ τίς βαρβαρικές ορδές από τήν Αφρική, τήν Ασία καί τήν Αλβανία, πού διψούσαν γιά αίμα καί γιά γυναικεία σάρκα; Ήταν θαύμα τό ότι η επανάσταση ακόμα κρατούσε, όταν οι Γάλλοι αξιωματικοί τού Μωχάμετ Άλυ τής είχαν δώσει ζωή μόνο δύο μήνες από τήν έλευση τού υιού του.

Η κυβέρνηση δέν εισάκουσε τίς εισηγήσεις τού αρχιστράτηγου καί έπραξε εντελώς τό αντίθετο, φοβούμενη τήν προέλαση τού Ιμπραήμ πρός τό Ναύπλιο. Ενίσχυσε τίς φρουρές στήν ανατολική Πελοπόννησο, αφήνοντας τή δυτική στό έλεος τού Αιγύπτιου πασά. Οι Τουρκοαιγύπτιοι, στά τέλη Αυγούστου τού 1825, διενήργησαν επιδρομές στά χωριά τής Τριφυλίας καί τής Ηλείας, τρομοκρατώντας τόν πληθυσμό καί αρπάζοντας γυναίκες καί ζώα. Ο Αναστάσιος Κατσαρός, σέ μία προσπάθεια αναχαίτισής τους συνελήφθη αιχμάλωτος. Ο Κατσαρός ήταν ένας από εκείνους τούς οπλαρχηγούς, πού είχαν φυλακιστεί μαζί μέ τόν Κολοκοτρώνη στό Μοναστήρι τού Προφήτη Ηλία στήν Ύδρα. Ο Χρύσανθος Σισίνης, προεστός τής Γαστούνης καί ο Αλέξιος Μοσχούλας, οπλαρχηγός τής Αγουλινίτσας (Επιτάλιο), έστειλαν τούς πληθυσμούς είτε πρός τή Δίβρη, είτε πρός τά μπουγάζια (νησίδες) τής λίμνης Αγουλινίτσας, είτε πρός τίς πλαγιές τού όρους Ωλονός (Ερύμανθος), ενώ δέν σταμάτησαν νά ζητούν από τόν Κολοκοτρώνη καί τόν Πλαπούτα ενισχύσεις. Ο Κολοκοτρώνης μέ τή σειρά του έστελνε γράμματα στό Ναύπλιο ζητώντας από τήν κυβέρνηση στρατιώτες καί πολεμοφόδια πού δέν έφταναν ποτέ. Τά χρήματα τού δευτέρου αγγλικού δανείου δέν τροφοδοτούσαν τίς στρατιωτικές ανάγκες τής Πελοποννήσου πού καιγόταν από άκρη σέ άκρη αλλά τίς τσέπες τών μεσαζόντων καί τών Εβραίων τραπεζιτών.


«Ο Ιμπραΐμης κατεβαίνοντας εις τά Μοθωκόρωνα, εκτύπησε, τό στράτευμα οπού είχα αφήσει εις ταίς Καρυαίς (Ανω Καρυές Αρκαδίας), τούς εκτύπησε δέν τούς έκαμε τίποτες καί ανεχώρησε διά τήν Κορώνην. (Μάχη τού Λυκαίου όρους, 22 Ιουλίου 1825).

Μία φορά έλαβα ένα γράμμα από τόν Ρώμαν (Διονύσιος Γεωργίου Ρώμας, Κόντες τής Ζακύνθου) καί μού έλεγε, ότι ωμίλησε μέ τόν Αδάμ (General Sir Frederick Adam Αρμοστής Ιονίων Νήσων). Ο Αδάμ τού είπε: "Δέν ήτο δυνατόν νά αποσπάσωμεν τόν Κολοκοτρώνην από τό αρχοντικόν κόμμα;" Τό κόμμα αυτό ενομίζετο αγγλοδιωκτικό καί ρωσολατρικό καί αυτό τό διέδιδαν οι Μαυροκορδατισταί. Μού έγραψε ο Ρώμας καί μού έλεγε τά όσα τού είπε, καί νά τού γράψω ιδιοχείρως τό φρόνημά μου. Εγώ τού αποκρίθηκα ότι: "Δέν είμαι αγγλοδιωκτικός καί ρωσολάτρης, αλλά είμαι φίλους εκείνου οπού θέλει νά κάμη τό καλόν τής πατρίδος μου καί γίνου εγγυητής εις τήν εξοχότητά του τόν Αδάμ καί ο Αδάμ ας γίνη εις τήν αυλήν του διά τά φρονήματά μου." Ο Αδάμ έστειλε είδησιν εις τήν Αγγλίαν καί μέ μερικόν καιρόν έκραξε τόν Ρώμα, εκλείσθηκε δύο ημέραις, έκαμε τό σχέδιον τών αναφορών, καί τήν έστειλε τήν μίαν νά τήν υπογράψω εγώ, καί τήν άλλην ο Μιαούλης, τήν υπογράψαμεν.

Τότενες έδωκα διαταγήν τού Αντώνη Κολοκοτρώνη τού νά έρχωνται νά παίρνουν τσοπχανέδες (πολεμοφόδια), νά κτυπούν από όλα τά μέρη, καί έπαιρναν σημαίας, εσκότωναν, μάς ήφερναν κεφάλια, καί επλήρωνα ένα τάλλαρο τό κεφάλι, ένα τάλλαρο τ' αγόραζα από τούς στρατιώτας, καί τά έστελνα. Εις αυτούς τούς ακροβολιστικούς πολέμους όλοι ευδοκίμησαν, όλοι πλήν κατ' εξοχήν ο Αντωνάκης Κολοκοτρώνης, ο Κορέλας από τό Αρκουδόρεμα, ο παπά Δημήτρης από τό Χρυσοβίτσι, εσκότωναν πότε 20, πότε 30, 40, 50. Εις όλαις ταίς επαρχίαις (ο Ιμπραήμ) απαντούσε αντίστασιν. Οι Αρκαδινοί (Τριφύλιοι) καί οι Κοντοβουνήσιοι καί όλοι οι Μεσσήνιοι επήγαιναν εις τά Μοθωκόρωνα καί τούς εκτυπούσαν τούς Τούρκους καί τούς εσκότωναν καί τούς έπαιρναν πότε 20, πότε 30, 40 μουλάρια καί έτσι εζούσαν, διατί μισθόν οι Πελοποννήσιοι δέν επήραν παρά από τά τούρκικα λάφυρα εζούσαν.

Ημείς επολεμούσαμεν εκεί, αλλά εις όλα τά μέρη, εις όλας τάς επαρχίας εκτυπούντο οι Τούρκοι καί δέν έλειπε ημέρα οπού νά μήν σκοτώνονται Τούρκοι. Γράφω εγώ όμως εδώ όσας μάχας ήμουν παρών καί ωδηγούσα εγώ. Πολλοί εφώναζαν τότε καί η ίδια η κυβέρνησις μέ έγραφε νά συστήσω γενικόν στρατόπεδον, καί νά κάμω ένα γενικόν πόλεμον. Αυτοί όμως δέν ήξευραν τήν κατάστασίν μας, διότι οι Τούρκοι είχαν πιάσει τό κέντρον (Τριπολιτσά) καί δέν μάς άφηκαν ποτέ νά συγκεντρωθούμε δέκα καί δεκαπέντε χιλιάδες νά αντιπαραταχθούμεν εις τόν εχθρόν. Έπειτα ο τόπος είχε ερημωθή, ο πόλεμος δέν άφηνε νά καλλιεργήται, ψωμί δέν ευρίσκαμεν, η κυβέρνησις ήτον μόνο διά τό όνομα, διότι δέν είχε καί εκείνη καί δέν μάς έστελνε, μόνον μέ αστάχυα, ψάνη καί μέ κρέας εζούσαμεν είκοσι καί τριάντα ημέραις. Καί άν εκάμναμεν καί ένα γενικόν πόλεμον καί εχάνοντο τέσσερες ή πέντε χιλιάδες, ήτον αδύνατον νά ματαμαζεύσω στράτευμα, ενώ εάν εχάνοντο καί δέκα, δεκαπέντε χιλιάδες παλιαραπάδες έφερνεν άλλους ο Ιμπραΐμης.

Αφού έμαθα από ζωντανούς αράπηδες, πού έπιαναν οι Έλληνες, ότι ο Ιμπραΐμης ετοιμάζεται διά νά περάση από τήν Γαστούνην καί νά υπάγη εις τό Μεσολόγγι, έγραψα εις τήν κυβέρνησιν καί τούς έδιδα γνώμην μέ δύο γράμματά μου, ότι νά μού δώσουν τήν άδειαν νά υπάγω εις τήν Γαστούνην ή άλλον νά στείλουν διά νά σηκώσουν όλαις ταίς ζωοτροφίαις οπού ευρίσκοντο εις τήν Γαστούνην καί νά τάς εμβάσουν εις τό Μεσολόγγι, καί άν ήθελαν μέ ακούσει, ο Θεός ηξεύρει πώς ήθελε γυρίσουν τά πράγματα, διατί τό Μεσολόγγι δέν ήθελε πέσει έχοντας ζωοτροφίας. Ο Ιμπραΐμης εφοδίασε τά τρία φρούρια (Μεθώνη, Κορώνη, Νεόκαστρο) μέ στρατεύματα καί ζωοτροφίας καί εκίνησε διά τήν Γαστούνην. Οι Γαστουναίοι άλλοι επήραν τά βουνά καί άλλοι εκλείσθηκαν εις τό Χλεμούτσι, από ταίς ζωοτροφίαις άλλαις έκαψε καί άλλαις εβάσταξε καί ταίς επήρε στό Μεσολόγγι.»


Απομνημονεύματα Κολοκοτρώνη



Ο Ιμπραήμ ξεκίνησε από τήν Μεθώνη μέ νέες εφεδρείες, κατά τό τέλος Οκτωβρίου 1825, επί κεφαλής μίας μεγάλης στρατιάς πού στόχο είχε νά συμμετάσχει στήν πολιορκία τού Μεσολογγίου. Τά χωριά από τά οποία περνούσε ο στρατός του ήταν έρημα από κατοίκους. Αφού έκαψε τή Ζούρτσα (Nέα Φιγαλεία) καί τή Ζαχάρω, πλησίασε στό Κλειδί (Κάτω Σαμικό), όπου σύμφωνα μέ τίς πληροφορίες πού είχε, οι Έλληνες είχαν οργανώσει τήν άμυνά τους καί τόν περίμεναν. Η θέση όμως ήταν έρημη από ενόπλους, αφού ο Σισίνης δέν είχε φροντίσει νά τήν οχυρώσει. Ο μουσουλμάνος πασάς, συνέχισε τήν πορεία του καί αντιλήφθηκε ότι στίς νησίδες τής λίμνης Αγουλινίτσας, βρίσκονταν γυναικόπαιδα. Αμέσως διέταξε τούς στρατιώτες του νά καταλάβουν τίς νησίδες καί νά τού φέρουν νέους σκλάβους.

Οι κρυμμένοι ένοπλοι Έλληνες άνοιξαν πύρ καί ξεκίνησε μία μάχη πού κράτησε πολλές ώρες, καθώς οι Αιγύπτιοι τακτικοί καί οι Αλβανοί άτακτοι πού έκαναν τήν επίθεση δέν είχαν ευχέρεια νά κινηθούν μέ ταχύτητα στά νερά τής λιμνοθάλασσας. Η λίμνη αυτή ήταν κοντά στήν θάλασσα, αλλά τώρα δέν υπάρχει, αφού έχει πλέον αποξηρανθεί. Οι άνδρες πολεμούσαν γιά τίς οικογένειές τους καί δέν λογάριαζαν τόν θάνατο. Ο ίδιος ο Ιμπραήμ ήταν επικεφαλής τού ιππικού καί προσπαθούσε νά διασχίσει τή λιμνοθάλασσα, αλλά τό άλογό του κόλλησε στή λάσπη καί λίγο έλειψε νά σκοτωθεί ο αναβάτης του. Όσοι μουσουλμάνοι ήξεραν κολύμπι κατάφεραν νά φτάσουν σέ μία νησίδα καί νά κυνηγήσουν τά γυναικόπαιδα πού είχαν βρεί καταφύγιο σέ αυτή. Περίπου 200 Αραβότουρκοι χάθηκαν σέ αυτή τή μάχη ενώ σκοτώθηκαν 100 ένοπλοι Χριστιανοί. Από τά γυναικόπαιδα χάθηκαν πάνω από 200, από τά οποία άλλα σκλαβώθηκαν καί άλλα πνίγηκαν στή λίμνη.

Ο Ιμπραήμ, μετά τίς νέες του "επιτυχίες" μέ τίς σφαγές καί τή συγκομιδή νέων σκλάβων, κινήθηκε στίς 6 Νοεμβρίου 1825 βόρεια, πέρασε τόν Αλφειό ποταμό μέ βάρκες πού κατασκεύασαν οι μηχανικοί του, έκαψε τόν Πύργο καί έστειλε αγγελιοφόρους νά ειδοποιήσουν τόν Γιουσούφ πασά τών Πατρών γιά τήν άφιξή του. Η εμπροσθοφυλακή τού Ιμπραήμ συνάντησε τόν Μιχαήλ Σισίνη επί κεφαλής πλήθους γερόντων καί γυναικόπαιδων, τού επιτέθηκε καί τόν απέκλεισε στό χωριό Μουσουλούμπεη (Λευκοχώρι Ηλείας). Ο Σισίνης τούς ανάγκασε νά οπισθοχωρήσουν καί νά κατευθυνθούν στό χωριό Σαμπάναγα (Αγία Μαύρα), όπου βίασαν νέα κορίτσια, άρπαξαν γυναίκες καί έκαψαν όλα τά σπίτια τού χωριού. Τήν ίδια τύχη είχαν τά χωριά Δερβιτσελεπή, Καλίτσα, (τά δύο χωριά αποτελούν σήμερα τήν Αμαλιάδα), Σαβάλια, Ροβιάτα, Καραγιούζι (Αμπελόκαμπος) καί Σελήμ Τσαούση (Παλαιοχώρι).

«We were conducted by the Arab guard, who attempted, most unsuccessfully, as it appeared to me, a regular march, to the cottage in which Ibrahim Pacha, pipe in hand, was couched. He is a stout, broad, brown - faced, vulgar - looking man, thirty five or forty years of age; marked strongly with the small pox. His countenance possesses little to engage, but when he speaks, which he does with considerable energy and fluency, it becomes animated and rather striking.

He frequently accompanies his words with a long, drawling cry, which to European ears sounds ridiculous enough. His manner carries with it that sort of decision, which is perhaps the common appanage of despotism: deprived of this, he would resemble an uneducated, hard - favoured seaman of our country - and I think 1 have somewhere seen his exact counterpart - but it may be merely fancy. He was plainly clothed for a Turk; and his camp establishment altogether had none of that parade and luxury which we are accustomed to attach to eastern warfare.

Speaking of the Morea, although he regretted the necessity of his present proceedings, yet it was his intention to pursue them to the utmost. He would burn and destroy the whole Morea; so that it should neither be profitable to the Greeks, nor to him, nor to anyone. What would these infatuated men, the dupes of their own imbecile government, do for provisions in the winter?

He knew that his own soldiers would also suffer - that they too must perish. But his father Mehemet Ali was training forty thousand men, and he was in daily expectation of a reinforcement of twelve thousand. If these were cut off, he would have more; and he would persevere till the Greeks returned to their former state.

One of the castles on the plain, he said, had just been carried by assault, and the garrison all put to the sword; the other was expected to fall immediately. He repeated, "1 will not cease till the Morea be a ruin." The Sultan has already conferred upon him the title and insignia of Pacha of this unhappy land, "and" said his highness, "if the good people of England, who are so fond of sending money to the Greeks, would send it directly to me, it would save them considerable trouble;»


Journal of a voyage up the Mediterranean by the Rev. Charles Swan

Οι κάτοικοι τού χωριού Βαρθολομιό, αφού ασφάλισαν τά γυναικόπαιδα στό Χλεμούτσι, αποφάσισαν νά μείνουν στό χωριό τους καί νά τό υπερασπιστούν μέχρι θανάτου. Στίς 9 Νοεμβρίου 1825, τούς περικύκλωσε τό εχθρικό ιππικό, αλλά ένας κάτοικος, αφού σκότωσε έναν Άραβα, τού πήρε τό άλογο καί έτρεξε στό Χλεμούτσι νά ζητήσει βοήθεια. Πράγματι έφθασαν 150 Έλληνες μέ αρχηγούς τόν καπετάν Βέρα καί τόν καπετάν Γιωργάκη Βαρθαλαμιώτη καί έπιασαν τά αμπέλια έξω από τό Βαρθολομιό καί από εκεί προξενούσαν φθορά στόν εχθρικό στρατό. Κρυμμένοι όπως ήταν στά αμπέλια, πετούσαν τούς ιππείς από τά άλογά τους καί τούς σκότωναν. Μία ραγδαία βροχή όμως αχρήστευσε τά τουφέκια τους καί τότε τό πεζικό τών Αιγυπτίων μέ τίς λόγχες του βρήκε τήν ευκαιρία νά εφορμήσει καί νά κατασφάξει όλους τούς Έλληνες πλήν ενός. Οι κλεισμένοι στά σπίτια κατάφεραν νά αποκρούσουν τίς επιθέσεις μέ πολλές απώλειες εκατέρωθεν καί τελικά ο Ιμπραήμ έδωσε εντολή στούς άνδρες του νά αποχωρήσουν. Αρκετές εκατοντάδες ήταν οι νεκροί καί από τίς δύο πλευρές. Σκοτώθηκαν 500 Τουρκοαιγύπτιοι καί 200 Έλληνες, μεταξύ τών οποίων ήταν ο καπετάν Τζεκούρας από τό Βρανά καί ο Πανάγος Βέρας από τό Βαρθολομιό. Τά γυναικόπαιδα πού ήταν στό κάστρο στό Χλεμούτσι γλύτωσαν, αφού ο Ιμπραήμ προχώρησε πρός τά Λεχαινά καί από εκεί πρός τήν Πάτρα, χωρίς νά τά πειράξει. Τό στρατόπεδό του τό έστησε στόν Ψαθόπυργο καί τό Δράπανο (Δρέπανο Αχαΐας) όπου θά περίμενε μεταγωγικά γιά νά τόν περάσουν απέναντι, στίς ακτές τής Ρούμελης.


Τουρκοκρατία Πολυπολιτισμός Σκλαβοπάζαρα παγκοσμιοποίηση


Ο Ιμπραήμ βιαζόταν νά περάσει στό Μεσολόγγι αλλά δέν ήθελε νά αφήσει πίσω του εστίες αντίστασης. Έδωσε εντολή στόν Χουσεΐν πασά νά πάρει 5000 στρατιώτες από τήν Μεθώνη καί νά αφανίσει τίς επαρχίες τής Γαστούνης καί τού Πύργου. Στίς 9 Δεκεμβρίου 1825, οι βάνδαλοι τής Αφρικής έφθασαν στή μονή τής Σκαφιδιάς, όπου βρισκόταν ο Γεώργιος Μήτσος μέ 300 ένοπλους Πυργιώτες καί εκατοντάδες γυναικόπαιδα. Οι μουσουλμάνοι εξαπέλυσαν πολλαπλές επιθέσεις, οι οποίες όμως δέν είχαν κανένα αποτέλεσμα καί τελικά υποχώρησαν. Στό μικρό εξωκκλήσι τού Αγίου Σωτήρα στίς όχθες τού Αλφειού ποταμού κλείστηκε ο Ιωάννης Διάκος μέ τόν αδελφό του Διονύσιο, τόν Λαμπαούνα καί άλλους οκτώ Πυργιώτες. Εκεί αντέταξαν ισχυρή άμυνα γιά πολλές ώρες, καί όταν αντιλήφθηκαν ότι οι Τουρκοαιγύπτιοι ετοίμαζαν ξερά χόρτα γιά νά τούς κάψουν, έκαναν έφοδο μέ τά γιαταγάνια στά χέρια καί βρήκαν όλοι τόν θάνατο μέ εξαίρεση τόν Διονύσιο Διάκο καί τόν Λαμπαούνα.

Ο Χουσεΐν πασάς ρήμαξε τήν επαρχία τής Γαστούνης. Αιχμαλώτισε καί σκότωσε εκατοντάδες Έλληνες καί φρόντισε νά στείλει στήν Πάτρα έντεκα μεγάλες μπρατσέρες φορτωμένες μέ αλεύρι, σιτάρι, κριθάρι καί βούτυρο, ενώ ο ίδιος μετέφερε από τήν ξηρά 200 βόδια καί 3000 αιγοπρόβατα. Πολλά από τά γυναικόπαιδα τής επαρχίας αυτής έφτασαν μέχρι τή μονή τού Μεγάλου Σπηλαίου στά Καλάβρυτα, γιά νά βρούν καταφύγιο.

«Είναι ανεκδιήγητα όσα υπέφεραν οι κάτοικοι τού τμήματος τούτου τής Πελοποννήσου. Λόγω τού πεδινού τής χώρας οι Αιγύπτιοι ημπορούσαν ευκόλως καί ταχέως νά κινηθούν παντού. Καί εις τό τελευταίον χωριό οι επιδράμοντες είχαν νά αποκομίσουν λείαν εκ τών αποθηκών τών παραγωγών τής πλούσιας επαρχίας. Αι οικογένειαι, φεύγουσαι τήν αιχμαλωσίαν, εταλαιπωρούντο εκ τών μακρών πεζοποριών διά νά φθάσουν εις τά ορεινά μέρη, όπου προέβαλλε τό δεινόν ζήτημα τής συντηρήσεώς των.

Αλλ' εις όλας τάς επαρχίας τής Πελοποννήσου η κατάστασις τών πληθυσμών ήτο δραματική. Εις τάς ορεινάς περιφερείας, εις τάς περισσότερας δηλαδή τής χώρας, τά καταφύγια ήσαν πλησιέστερα καί περισσότερα διά τά φεύγοντα πλήθη τών γυναικοπαίδων καί τών αμάχων γενικώς. Τά μοναστήρια, τά εξωκκλήσια, αι αφανείς χαράδραι, τά δάση καί τά διάμεσα τών κρημνών τών υψηλών βουνών, τών απροσπέλαστων εις τόν εχθρόν, είχαν γεμίσει από αυτά τά έντρομα πλήθη.

Ενώ ο Ιμβραήμ ευρίσκετο εις τό παρά τόν Ψαθόπυργον στρατόπεδόν του καί ησχολείτο μέ τά ζητήματα τής μεταφοράς τών δυνάμεών του εις τήν Στερεάν διά τό Μεσολόγγι, εις τό Ναύπλιον εκρίθη ότι ήτο δυνατή μία επίθεσις κατά τής Τριπολιτσάς διά τών δυνάμεων τού Κολοκοτρώνη. Εις τήν απόφασιν αυτήν συνέτεινε μία μυστική κίνησις τών εις τήν Τριπολιτσάν Αλβανών, οι οποίοι δέν ήσαν ολίγοι. Διεμήνυσαν τάς διαθέσεις των εις τόν Κολοκοτρώνην διά μυστικών απεσταλμένων καί εκείνος κατέστησε γνωστόν τό πράγμα εις τήν κυβέρνησιν καί εζήτησε νά τού δοθούν τά μέσα νά προβή εις αιφνιδιαστικήν επιχείρησιν εναντίον τής Τριπολιτσάς.

Η κυβέρνησις εδέχθη καί διέταξε τά εις τάς Σπέτσας ευρισκόμενα υπό τόν Κωνσταντίνον Μαυρομιχάλην στρατεύματα νά επιστρέψουν εις τήν Πελοπόννησον. Κατά τάς ιδίας ημέρας μία εφημερίς εδημοσίευσεν ειδήσεις περί τής συγκεντρώσεως σωμάτων εις τό στρατόπεδον τού Κολοκοτρώνην. Κατ' αυτόν τόν τρόπον ο εχθρός εις τήν Τριπολιτσάν επληροφορείτο περί τών ελληνικών προπαρασκευών. Τό αναφέρει μέ πικρίαν ο Κολοκοτρώνης εις τά απομνημονεύματά του:

"Τότενες είχαν τόν Κωνσταντή Μαυρομιχάλη στελμένον, πού ήτον ένα μέλος τής Διοικήσεως, μέ καμμιά εκατοστή ανθρώπους, καί επήγα εις τόν Αχλαδόκαμπο στήν μέσην καί τού έδιδα κι εκεινού τροφές, καί ακούοντας οι εφημερίδες ότι μού στέλνουν ζαϊρέδες (εφόδια) διά τήν Τριπολιτζά διά τό ρεσάλτο (έφοδο στό κάστρο), τό έβαλαν στές εφημερίδες καί έλεγαν ότι ο γενικός αρχηγός εσυμφώνησε μέ τήν κυβέρνησιν νά τού δώσουν ζαϊρέ καί πολεμοφόδια νά ρεσαλτάρει τήν Τριπολιτζά καί οι εφημερίδες εξεδόθηκαν πρίν ετοιμασθώ. Τέτοια μυστικότητα είχαν, έδιδαν είδησιν τού εχθρού."

Η κυβέρνησις δέν αντελαμβάνετο τό κακόν πού διεπράττετο εις βάρος τού αγώνος καί άφηνεν αχαλινώτους, ενώ διεξήγετο σκληρός πόλεμος, τούς δημοσιογράφους, οι οποίοι ήσαν μάλιστα άνθρωποί της. Ο σοβαρώτερος λόγος τής εκδηλουμένης ολοένα ανεπαρκείας της ως κυβερνήσεως πολέμου ήτο ότι κανείς εξ όσων τήν απήρτιζαν, δέν ήτο στρατιωτικός.

Έτσι καί εις τήν περίπτωσιν αυτήν άφηνε νά διασαλπίζεται η κατά τής Τριπολιτσάς επίθεσις καί, ενώ έφθαναν μέχρις αυτής αι κραυγαί τού κινδύνου τών πολιορκουμένων εις τό Μεσολόγγι, δέν αντιμετώπιζε μέ τήν επιβαλλομένην δραστηριότητα τήν ανάγκην τής ταχείας αποστολής τού στόλου πρός ενίσχυσιν τής πολιορκουμένης πόλεως.»


Διονύσιος Κόκκινος - Ελληνική Επανάστασις Τόμος Ε'



Όσο καιρό ο Ιμπραήμ βρισκόταν στό Δρέπανο Αχαΐας καί ετοιμαζόταν νά περάσει στή Στερεά Ελλάδα, ο Κολοκοτρώνης προσπαθούσε νά οργανώσει μία έφοδο γιά νά ανακαταλάβει τήν Τριπολιτσά. Βρήκε όμως απέναντί του δύο μεγάλα εμπόδια. Τήν κυβέρνηση καί τούς δημοσιογράφους, οι οποίοι διατυμπάνιζαν τίς ετοιμασίες του γιά τήν έφοδο, μέ αποτέλεσμα οι Τουρκοαιγύπτιοι νά περιμένουν πανέτοιμοι στίς επάλξεις τών τειχών τής Τριπολιτσάς. "Ελάτε Ρωμιοί σάς περιμένουμε!", άκουσε ο Νικηταράς νά φωνάζουν, όταν πήγε νά βάλει τήν σκάλα τής εφόδου.

Φυσικά η έφοδος δέν έγινε ποτέ καί η κυβέρνηση μέ τίς εφημερίδες κατηγόρησαν γιά μιά ακόμα φορά τόν Κολοκοτρώνη ότι συγκέντρωσε στρατεύματα μόνο καί μόνο γιά νά τού χορηγηθούν χρήματα, χωρίς νά έχει πραγματικό σκοπό του τήν κατάκτηση τού κάστρου τής Τριπολιτσάς. Ο Κουντουριώτης, σέ ένα γράμμα του, ζήτησε τήν αντικατάσταση τού Κολοκοτρώνη από τούς Γάτσο καί Καρατάσσο, οι οποίοι υποτίθεται θά πετύχαιναν τήν εκδίωξη τών αραπάδων από τήν Πελοπόννησο.

Η ιστορία επαναλαμβάνεται. Μήπως τά Ίμια τό 1996, οι πολιτικοί (Σημίτης, Πάγκαλος) δέν τά πούλησαν στόν εχθρό καί είχαν βάλει καί τήν τηλεόραση τών πάμπλουτων δημοσιογράφων νά διατυμπανίζει τήν έξοδο τού ελληνικού στόλου από τό ναύσταθμο τής Σαλαμίνας; Οι Τούρκοι έπαιρναν όλες τους τίς πληροφορίες, απλά παρακολουθώντας τά ελληνικά; ιδιωτικά κανάλια. Οι στρατιωτικοί είχαν δεμένα τά χέρια καί πάλι ήταν αυτοί πού βρέθηκαν στό εδώλιο του κατηγορουμένου, αφού τούς αποδόθηκαν οι ευθύνες γιά τήν ήττα στά Ίμια. Τά πετρέλαια τού Αιγαίου όμως ανήκουν στά ψάρια του όπως λένε καί τά κόμματα τής αριστεράς, καί θά παραμένουν γιά αρκετές δεκαετίες όσο τήν χώρα μας τήν κυβερνούν οι πολιτικοί καί οι δημοσιογράφοι τής συμφοράς.

Η ιστορία επαναλήφθηκε καί μέ τήν παράδοση τού Κολοκοτρώνη τών Κούρδων (Οτσαλάν) από τούς Σημίτη καί Πάγκαλο στούς Τούρκους, αλλά καί σήμερα εν έτει 2013 μέ τήν κυβέρνηση Σαμαρά νά παραδίδει στούς γενοκτόνους τών χριστιανικών λαών, τούς Κούρδους επαναστάτες πού συνέλαβε στήν Χίο καί οι οποίοι ήταν έτοιμοι νά κτυπήσουν στόχους στήν Τουρκία. Οι δημοσιογράφοι τής συμφοράς καί τής Αριστεράς, τούς παρουσίασαν ως τρομοκράτες καί επομένως μετέτρεψαν τήν προδοσία σέ επιτυχία τής ελληνικής κυβέρνησης.




------------------------ ------------------ Books and movies ------------------ www.agiasofia.com -----------------------