http://www.agiasofia.com



Ελληνική Επανάστασις 1821, Μέρος Λ'





Μπουρλότο - ναυμαχία 1821



||Α'|-|Β'|-|Γ'|-|Δ'|-|Ε'|-|ΣΤ'|-|Ζ'|-|Η'|-|Θ'|-|Ι'|-|ΙΑ'|-|ΙΒ'|-| ΙΓ'|-|ΙΔ'|-|ΙΕ'|-|ΙΣΤ'|-|ΙΖ'|-|ΙΗ'|-|ΙΘ'|-|Κ'|-|ΚΑ'|-|ΚΒ'|-|ΚΓ'|-|ΚΔ'|-| ΚΕ'|-|ΚΣΤ'|-|ΚΖ'|-|ΚΗ'|-|ΚΘ'|-|Λ'|-|ΛΑ'|-|ΛΒ'|-|ΛΓ'|-|ΛΔ'|-|ΛΕ'|-|ΛΣΤ'||




Γ' Εθνοσυνέλευση Επιδαύρου



Στίς αρχές Απριλίου 1826 οι Έλληνες συγκεντρώθηκαν στήν Επίδαυρο γιά νά ορίσουν τή νέα κυβέρνηση. Τό Μεσολόγγι ψυχορραγούσε καί οι κάτοικοί του πέθαιναν από τήν πείνα. Πώς νά εξηγήσει κανείς αυτή τή σπουδή τών Ελλήνων νά εκλέξουν κυβέρνηση; Μήπως η πτώση τού Μεσολογγίου ήταν ένα γεγονός ήσσονος σημασίας; Απογοητευμένοι οι απεσταλμένοι τού Μεσολογγίου παρατηρούσαν τούς αντιπροσώπους όλων τών επαρχιών νά καταφθάνουν στήν Επίδαυρο, ενώ αυτοί μάταια περίμεναν νά οργανωθεί στρατιωτική επιχείρηση γιά τή σωτηρία τής πόλης τους.

Η Γ' Εθνοσυνέλευση τής Επιδαύρου, υπό τήν προεδρία τού Πανούτσου Νοταρά, άρχισε τίς εργασίες της στίς 6 Απριλίου 1826 καί εξέλεξε τή νέα κυβέρνηση μέ πρόεδρο τόν Ανδρέα Ζαΐμη καί μέλη τούς Πετρόμπεη Μαυρομιχάλη, Αναγνώστη Δεληγιάννη, Γεώργιο Σισίνη, Δημήτριο Τσαμαδό, Ανδρέα Χατζηαναργύρου, Αναγνώστη Μοναρχίδη, Σπυρίδωνα Τρικούπη, Παναγιώτη Δημητρακόπουλο, Ανδρέα Ίσκου καί Ιωάννη Βλάχο. Η κυβέρνηση ονομάστηκε "Διοικητική Επιτροπή τής Ελλάδος" καί η εξουσία της θά είχε ισχύ μέχρι τόν Σεπτέμβριο τού ιδίου έτους. Οι εργασίες τής εθνοσυνέλευσης διεκόπησαν ξαφνικά μόλις οι συμμετέχοντες πληρεξούσιοι πληροφορήθηκαν τά νέα τής πτώσης τού Μεσολογγίου.

Από τήν προηγούμενη κυβέρνηση, οι Κωλέττης καί Μαυροκορδάτος τέθηκαν στό περιθώριο, αφού θεωρήθηκαν ως οι βασικοί υπαίτιοι τής απρόσκοπτης προέλασης τού Ιμπραήμ στήν Πελοπόννησο, καί ο Γεώργιος Κουντουριώτης πού δέν ήξερε πού νά κρυφτεί αποσύρθηκε στήν Ύδρα. Ο Δημήτριος Υψηλάντης, ο οποίος διαμαρτυρήθηκε ενώπιον τής Εθνοσυνέλευσης γιά τήν πολιτική πού έθετε τήν Ελλάδα υπό τήν προστασία τής Μεγάλης Βρετανίας, τιμωρήθηκε μέ αφαίρεση όλων τών στρατιωτικών καί πολιτικών του δικαιωμάτων.

«Ουδέποτε κυβέρνησις τής Ελλάδος ευρέθη έχουσα εν μέσω τόσω δεινών περιστάσεων τόσω μικρούς πόρους· τό δάνειον εξηντλήθη· 60 μόνον γρόσια ευρέθησαν εν τώ ταμείω· η Πελοπόννησος καί όλη η Στερεά Ελλάς, υπό τήν μάχαιραν τού εχθρού ή υπό τήν φθοροποιάν χείρα τού στρατιώτου καί τήν φιλάρπαγα τού τοπάρχου, ουδεμίαν έδιδαν πρόσοδον. Μόνον τό Αιγαίον, μή πάσχον όσα έπασχαν τά άλλα μέρη τού κράτους, καί ευαγωγότερον, υπέσχετο χρηματικήν τινα βοήθειαν. Εις κορύφωσιν δέ τών δεινών, εξ ών περιεστοιχίζετο η Διοικητική Επιτροπή, υπερεπερίσσευσε καί η εξωτερική ραδιουργία, ήτις, ευρούσα λαβήν τήν περί προστασίας πράξιν καί τήν αίτησιν τής αγγλικής μεσιτείας, κατέκρινε παρρησία τήν αγγλοφρονούσαν κυβέρνησιν ως προδώσασαν τήν πατρίδα, καί ενήργει διά θεμιτών καί αθεμίτων τρόπων τήν πτώσιν της εξ αυτής τής συστάσεώς της.

Ο Ανδρέας Ζαΐμης, ισχύοντος πατρός υιός ισχυρότερος, υπερείχεν όλων τών προεστώτων τής Πελοποννήσου· διεκρίθη επί τού αγώνος διά τήν μετριοπάθειαν πρός τούς εχθρούς, τήν ειλικρίνειαν πρός τούς φίλους καί τήν πρός τούς δεομένους επιείκειαν· εμεγαλοφρόνει ως ουδείς τών προϊσταμένων τής Ελλάδος, αλλά, φύσει άτολμος, δέν εμεγαλοπραγμόνει· πανθομολόγητος ήτον η σύνεσίς του καί ακραιφνής ο πατριωτισμός του, αλλ' επισκίαζε τάς αρετάς ταύτας φιλόδοξος αλαζονεία, ωθήσασα αυτόν καί εις ανταρσίαν· ηγεμονικόν ήτο τό βλέμμα του, τό ήθος του ασιανόν, αξιοπρεπές τό σχήμα του καί τό βάδισμά του σεσοβημένον.

"Τί Ζαήμης τ' Ιβραήμης" έλεγαν οι βλέποντες αυτόν διερχόμενον· ολίγη ήτον η μάθησίς του, αλλά πολλήν τήν εδείκνυεν ο ευρύς νούς του· έθελγε τούς ακροατάς του διά τής φυσικής του ευγλωττίας, καί εθέρμαινε τάς καρδίας των διά τών φιλογενών προτροπών του. Ο πατριωτισμός του δέν είχεν όρια τόν Ισθμόν, ως τινων άλλων συμπολιτών του· πατρίς του ήτον όλη η Ελλάς, καί εις απολύτρωσιν όλης τής Ελλάδος ηγωνίζετο τόν καλόν αγώνα· η αγενής διάκρισις αυτόχθονος καί ετερόχθονος δέν εισεχώρησεν εις τήν καρδίαν του. Έλληνας εξ ίσου εθεώρει πάντας τούς υπό τόν ξένον ζυγόν πιστεύοντας εις Χριστόν ομογενείς του. Πρόθυμος έτρεχεν εις τούς κινδύνους πρός εμψύχωσιν τού λαού, άν καί μή φιλοπόλεμος· τόσον δέ απείχε τού επιδιώκειν στρατιωτικήν δόξαν, ώστ' εχλεύαζεν αυτός εαυτόν διά τήν εν πολέμοις δειλίαν του· κινδυνευούσης τής πατρίδος καί πρόεδρος αναγορευθείς τής κυβερνήσεως ελησμόνησε τήν πρός τόν Καραϊσκάκην δικαίαν έχθραν του, καί χάριν τής κοινής σωτηρίας τώ έδωκεν όσην εξουσίαν δίδει τις μόνον τοίς πιστοίς φίλοις του. (Οι Ρουμελιώτες τού είχαν κάψει τό σπίτι καί τόν είχαν κυνηγήσει αμείλικτα. Μεταξύ τών διωκτών του ήταν καί ο Καραϊσκάκης).

- "Η πατρίς θέλω νά σωθή, καί ας μεγαλυνθή ο εχθρός μου".

Μετά τήν ακάθεκτον πρόοδον τών Αιγυπτίων επάτησε τήν Πελοπόννησον, άν καί προγεγραμμένος, ειπών πρός τούς συμπολίτας του ιδόντας αυτόν απροσδοκήτως· "ήλθα ν' αποθάνω μεθ' υμών". Επληγώθη η φιλοτιμία του διότι τό εν Ζακύνθω συνταχθέν περί τής αγγλικής προστασίας έγγραφον εθεώρει τόν Κολοκοτρώνην Πελοποννησιάρχην· αλλ' επειδή εν τοίς δεινοίς εκείνοις καιροίς ενομίζετο σωτήριον, τό υπέγραψεν ειπών τώ Κολοκοτρώνη ενώπιον πολλών· "δέν θά σοί παρεχώρουν τά πρωτεία, άν δέν έβλεπα κινδυνεύουσαν τήν πατρίδα". Διά τόν αυτόν λόγον καθυπέβαλεν αυθόρμητος εαυτόν υπό τάς διαταγάς τού αντιζήλου του τούτου καθ' όλας τάς επί τού Ιβραήμη εκστρατείας.

Είχε τί ιδιαίτερον χαρακτηριστικόν ο ανήρ ούτος· εν τή υπερηφανεία του ήτον αξιαγάπητος· συμπολιτευόμενοι καί αντιπολιτευόμενοι τόν ετίμων διά τόν χαρακτήρα του καί τάς κοινωνικάς αρετάς του. "Πολλάκις αντεπολιτεύθην τόν Ζαήμην", έλεγεν ο Κολοκοτρώνης, "αλλά ποτέ δέν τόν εμίσησα".

Τά δέ κύρια έργα τής συνελεύσεως ήσαν η αναθεώρησις τού συντάγματος καί ο τής Ελλάδος καί Πύλης συμβιβασμός διά ξένης μεσιτείας. Ο καιρός καί η πείρα απέδειξαν, ότι τό Σύνταγμα είχεν ανάγκην μεταρρυθμίσεως, καί τό κύριον ελάττωμά του ήτον η επέμβασις τής Βουλής εις τήν εκτέλεσιν τών νόμων, καί η εξ αιτίας της επεμβάσεως, χαλάρωσις τής νομοτελεστικής δυνάμεως. Η δέ τοιαύτη επέμβασις, επιζήμιος εν καιρώ ειρήνης, κατήντα θανατηφόρος εν καιρώ πολέμου.

Ως άν δέν ήρκουν δέ ουδ' ένδεκα μέλη εις κατάρτισιν κυβερνήσεως, κατέστησεν η συνέλευσις άλλην δεκατριμελή επιτροπήν καλέσασα αυτήν "Επιτροπήν τής Συνελεύσεως", εις ήν ανέθεσε τήν εκ νέου συγκάλεσιν τών αυτών πληρεξουσίων περί τά τέλη Σεπτεμβρίου 1826, τήν επεξεργασίαν τών λογαριασμών τού Υπουργείου τής Οικονομίας, τού Εθνικού Ταμείου, καί τής επί τού δανείου εν Λονδίνω Επιτροπής, τήν αντικατάστασιν τών μελών αυτής, καί πρό πάντων τήν περί συμβιβασμού τού Ελληνικού Έθνους καί τής Πύλης διαπραγμάτευσιν διά τού εν Κωνσταντινουπόλει Βρεττανού πρέσβεως υπό τούς εξής όρους:

Νά μή έχωσιν οι Τούρκοι μόνιμον κατοικίαν εν Ελλάδι.

Νά εγκαταλείψωσι τά υποχείριά των φρούρια.

Νά μή αναμιγνύεται η Πύλη ούτ' εκ πλαγίου ούτε κατ' ευθείαν εις τήν εσωτερικήν κυβέρνησιν τής Ελλάδος, πολιτικήν ή εκκλησιαστικήν.

Νά έχη η Ελλάς τά εις εσωτερικήν καί εξωτερικήν ασφάλειαν τού κράτους αναγκαία στρατεύματα καί τήν εις υπεράσπισιν τού εμπορίου αναγκαίαν ναυτικήν δύναμιν.

Νά λάβωσιν απαραλλάκτως τά αυτά δικαιώματα καί τήν αυτήν τύχην η Πελοπόννησος, η Ανατολική καί Δυτική Ελλάς, τό Αιγαίον καί η Κρήτη· νά λάβωσι δέ τά αυτά δικαιώματα καί όσα άλλα μέρη έλαβαν όπλα, ή συνηνώθησαν μετά τής ελληνικής κυβερνήσεως.

Νά έχωσιν οι Έλληνες σημαίαν καί τό δικαίωμα τού αποστέλλειν καί δέχεσθαι διπλωματικούς πράκτορας καί κόπτειν νόμισμα.

Νά υπόκηται η Ελλάς, ως υποτελής τώ σουλτάνω, εις ετήσιον φόρον, ή νά πληρώση άπαξ χρηματικήν τινα ποσότητα εις παντοτεινήν απαλλαγήν αυτού.

Νά γένη ανακωχή, αρξαμένης τής διαπραγματεύσεως.

Νά εγγυηθή η Μεγάλη Βρεττανία τόν συμβιβασμόν.

Νά δύναται η Επιτροπή νά τροπολογή τάς ανωτέρω προτάσεις έχουσα υπ' όψιν τήν πλειοτέραν ωφέλειαν τής Ελλάδος, φυλαττομένων όμως πάντοτε αμετατρέπτων τών πέντε πρώτων άρθρων, καί νά επικαλεσθή καί άλλην Αυλήν ή καί όλας, άν η διά τού Βρεττανού πρέσβεως διαπραγμάτευσις απετύγχανεν.»


Ιστορία τής Ελληνικής Επαναστάσεως, Σπυρίδων Τρικούπης Τόμος Γ'



Η νέα κυβέρνηση Ζαΐμη δέν βρήκε στό Εθνικό Ταμείο ούτε ένα γρόσι. Τά λεφτά είχαν κατασπαταληθεί καί ήταν αδύνατο πλέον νά χρηματοδοτήσει νέες πολεμικές επιχειρήσεις ή νά εξοφλήσει προηγούμενες οφειλές σέ οπλαρχηγούς πού ζητούσαν λεφτά γιά τούς μισθούς τών στρατιωτών τους. Στήν έδρα τής κυβερνήσεως ξεκίνησαν έρανοι, στούς οποίους πρωταγωνίστησε ο διδάσκαλος από τή Ζαγορά Γεώργιος Γεννάδιος. Ο δάσκαλος προσέφερε ολόκληρο τό βαλάντιόν του μέ τέσσερεις λίρες, οι οποίες αποτελούσαν όλες του τίς οικονομίες. Στήν επιτροπή πού συγκέντρωσε χρήματα συμμετείχαν οι Αναστάσιος Αγαλλόπουλος, Νικόλαος Γερακάρης, Πέτρος Μαρκέζης, Αντώνιος Τσούνης καί Κωνσταντίνος Πολυχρόνης. Ένα χαρακτηριστικό περιστατικό τής εποχής ήταν καί η περίπτωση τής πλύστρας "Ψωροκώσταινας", η οποία προσέφερε τό μοναδικό γρόσι πού είχε καί έτσι φιλοτίμησε πολλούς πολίτες νά συνεισφέρουν λεφτά γιά τόν αγώνα τής ανεξαρτησίας.


Delaqroix, La Grece sur les ruines de Missolonghi


Η "Ψωροκώσταινα" λεγόταν Πανωραία Χατζηκώστα καί καταγόταν από τίς Κυδωνιές (Αϊβαλί) τής Μικράς Ασίας. Είχε παντρευτεί έναν πλούσιο έμπορο τόν Κώστα Αϊβαλιώτη καί είχε αποκτήσει μαζί του πέντε παιδιά. Στίς σφαγές τών Τούρκων στό Αϊβαλί, τό 1821, τά τουρκικά θηρία έσφαξαν τόν άντρα της μαζί μέ τά παιδιά της. Η Πανωραία μόλις πού πρόφτασε νά σωθεί καί τελικά κατέληξε στό Ναύπλιο πάμφτωχη καί εγκαταλελειμμένη. Εκεί ζούσε πότε κάνοντας τήν πλύστρα, πότε τήν υπηρέτρια καί τελικά ήταν η πρώτη πού ακούμπησε τόν τελευταίο όβολό της στό τραπέζι τού εράνου γιά νά ακολουθήσουν λίρες, γρόσια καί ασημικά από τούς έχοντες καί τούς κατέχοντες.

Στίς 20 Απριλίου 1826 η κυβέρνηση μετέβη στήν έδρα της στό Ναύπλιο καί από εκεί εξέδωσε διαταγή πρός τόν Γενικό Αρχηγό τών Πελοποννησιακών στρατευμάτων Θεόδωρο Κολοκοτρώνη νά ξεκινήσει στρατολογία καί νά αναλάβει ο ίδιος τήν φροντίδα γιά τήν προμήθεια τροφίμων καί πολεμοφοδίων, δεδομένου ότι η ίδια η κυβέρνηση δέν διέθετε τά απαιτούμενα μέσα. Τήν ίδια ημέρα ο Κολοκοτρώνης έστειλε πρός όλες τίς επαρχίες μία πολύ εκφραστική επιστολή στήν οποία ζωγραφιζόταν η αγωνία γιά τήν εθνική μας επιβίωση, ιδιαίτερα μετά τήν πτώση τού Μεσολογγίου, όπου η επανάσταση έπνεε τά λοίσθια.

«Πρός άπαντας τούς πατριώτας μικρούς καί μεγάλους.

Πατριώται, μάθετε ότι έγινε απόφασις σταθερά όλου τού Έθνους μέ μίαν ψυχήν καί καρδίαν, σύμφωνοι καί θαλασσινοί καί Ρουμελιώται καί Πελοποννήσιοι είπομεν: "Σήμερα εγεννηθήκαμεν, σήμερα κάμνομεν τήν ιεράν μας επανάστασιν". Τά περασμένα όλα νά λησμονηθούν (εννοεί τόν εμφύλιο πόλεμο). Τώρα νά ανακαινίσωμεν τόν ζήλον καί ενθουσιασμόν μας καί νά πιάσωμεν όλοι τά όπλα μικροί καί μεγάλοι, όσοι πιστοί, εις τό όνομα τού Χριστού βαπτισμένοι, όσοι Έλληνες δυνάμενοι νά φέρουν όπλα καί νά τρέξωμεν μέ ορμήν καί μέ απόφασιν καί αμισθί, καθώς καί εις τήν αρχήν τού ιερού μας τούτου αγώνος.

Ημείς δέ οι Πελοποννήσιοι νά πιάσωμεν τά άρματα ως μάς πρέπει, καί ως απ' αρχής τά εμεταχειρίσθημεν νικώντες τόσας νίκας καί αφανίζοντες πλήθη εχθρών, ούτω καί τώρα νά πολεμήσωμεν τόν Αράπην. Διότι τώρα δέν είναι εκείνος οπού ήτον, είναι πολλά αδύνατος καί αφανισμένος καί δέν πρέπει νά σάς δειλιάση ποσώς τό πέσιμον τού Μεσολογγίου, διότι άν τό εκυρίευσεν, εκείνος ηξεύρει καί ημείς δέν αγνοούμεν πόσον ακριβά τού εκόστισε. Τούτο τό σχέδιον διά νά τό βάλωμεν εις ενέργειαν όσον τάχος, έγινεν όρκος καί απόφασις νά σκοτώσωμεν, νά κάψωμεν, νά παιδεύσωμεν εκείνους οπού αδιαφορήσουν. Ούτε φυγή, ούτε κρύψιμον, ούτε καμμία πρόφασις θέλει γλυτώσει τόν απειθή. "Φωτιά καί τσεκούρι στούς προσκυνημένους." Διότι νομίζουν μερικοί ανόητοι ότι ημπορούν νά τούς γλυτώσουν οι λόγγοι καί τά βουνά καί οι τρύπες, καί δέν στοχάζονται ότι αφού χαθή η πατρίς, αυτοί δέν ημπορούν νά κρυφθούν ούτε εις τού βοδιού τό κέρατον.

Ούτως γενομένου τού σχεδίου, η Διοίκησις είναι βαλμένη κατακέφαλα νά εύρη πόρον καί οικονομίαν νά μάς προμηθεύση ψωμί, φυσέκια καί τά λοιπά αναγκαία, επειδή μισθόν δέν θέλει πάρει ως είπομεν ουδείς ούτε κατά ξηράν, ούτε κατά θάλασσαν, ούτε διοικητής, ούτε υπηρέτης τής Διοικήσεως, ούτε γραμματικός, ούτε κανείς. Αλλά όλοι έτζι νά δουλεύσωμεν, καί σάν γλυτώσωμεν, τότε η πατρίς θέλει αμείψει τάς δουλεύσεις τού καθενός. Τρέξατε λοιπόν όλοι εις τά όπλα, γενήτε έτοιμοι, καί σταθήτε πρόθυμοι νά δώσετε βοήθειαν όπου παρρησιασθή χρεία.

Εύχομαι νά σάς εύρω όλους εις τά όπλα εντός ολίγου, νά σάς οδηγήσω εις τήν νίκην, οδηγούμενοι πάντες εις αυτήν από τόν Τίμιον Σταυρόν.

Τή 20η Απριλίου 1826 εν Ναυπλίω.

Ο Γενικός Αρχηγός Θεόδωρος Κολοκοτρώνης»


Διονύσιος Κόκκινος - Ελληνική Επανάστασις - Τόμος 5



Η κυβέρνηση διέταξε τόν Γκούρα νά ξεκινήσει γενική στρατολογία στήν Ανατολική Στερεά από κοινού μέ τούς οπλαρχηγούς Στάθη Κατσικογιάννη, Νικόλαο Κριεζώτη, Βάσσο Μαυροβουνιώτη, Νάκο Πανουργιά, Γεώργιο Δυοβουνιώτη, Διονύσιο Ευμορφόπουλο, Ιωάννη Ρούκη, Μήτρο Τριανταφυλλίνα καί Μ. Σκουρτανιώτη. Ταυτόχρονα έστειλε εντολές γιά νά συστήσουν στρατόπεδο στό Ξηρόμερο στούς οπλαρχηγούς Γιαννάκη Γιολδάση, Ανδρέα Σαφάκα, Αραπογιάννη, Γεώργιο Πεσλή, Γιαννάκη Στάικο, Δημοτσέλιο, Δήμο Σκαλτσά καί Μήτσο Κοντογιάννη.

Τόν Μάιο έφθασε στό Ναύπλιο ο Σκωτσέζος αξιωματικός Gordon Thomas φέρνοντας μαζί του εφόδια καί χρήματα από τό φιλελληνικό κομιτάτο τού Λονδίνου. Ο Γκόρντον απαίτησε νά πάρει όλα τά χρήματα γιά νά οργανώσει αυτός ο ίδιος προσωπικά δικό του στρατιωτικό σώμα, κάτι πού δέν βρήκε σύμφωνη τήν κυβέρνηση καί έτσι ο καλοπροαίρετος αλλά ευέξαπτος Βρετανός αναχώρησε ξαφνικά γιά τά Επτάνησα. Η διαμάχη τής κυβέρνησης μέ τόν φιλέλληνα προκάλεσε αντιδράσεις σέ όσους τήν αντιπολιτεύονταν καί ιδιαίτερα στό γαλλικό κόμμα τού Κωλέττη, ο οποίος προσπαθούσε μέ κάθε τρόπο παρασκηνιακά νά φθείρει τόν Ανδρέα Ζαΐμη. Έφθασε ακόμα καί στό σημείο ο Κωλέττης νά πείσει τόν Γρίβα νά καταλάβει τό Παλαμήδι αναγκάζοντας τούς κυβερνητικούς νά καταφύγουν στό Μπούρτζι, φοβούμενοι γιά τήν ασφάλειά τους.

Εκείνες τίς ημέρες άρχισαν νά καταφθάνουν στό Ναύπλιο οι ηρωϊκοί υπερασπιστές τού Μεσολογγίου, σωστά ανθρώπινα ράκη όπως τούς είχε καταντήσει η πείνα, ο τύφος καί τά τραύματα τού πολέμου. Η πίκρα από τήν καταστροφή, ο χαμός τών δικών τους καί η εγκατάλειψη από τήν κυβέρνηση πού είχε οδηγήσει στό ολοκαύτωμα τού Μεσολογγίου, βασάνιζαν τίς ψυχές τους. Τό μόνο πού ζητούσαν τώρα ήταν στέγη, τροφή καί φάρμακα. Οι ξενιτεμένοι γιά ακόμα μία φορά Σουλιώτες, μέσω τών αρχηγών τους Γεώργιο Δράκο, Γιώτη Δαγκλή, Διαμαντή Ζέρβα, Φώτη Κασμά, Γιαννούση Πανομάρα καί Κούστα Μάκο ζητούσαν κτήματα καί σπίτια γιά νά μπορέσουν επιτέλους νά στεγάσουν τίς οικογένειές τους.

Τόν Μάιο τού 1826 στό Ναύπλιο είχαν συρρεύσει πρόσφυγες από όλες τίς γωνιές τής ελληνικής γής. Μακεδόνες, Μικρασιάτες, Χιώτες, Κωνσταντινουπολίτες, Επτανήσιοι, Κρητικοί, Ρουμελιώτες, Ηπειρώτες, Θρακιώτες, Ψαριανοί, Αρβανίτες καί Μωραΐτες είχαν δημιουργήσει μία πολυχρωμία μέ τίς γραφικές τους φορεσιές, τή διαφορετική τους συμπεριφορά καί τά γλωσσικά τους ιδιώματα, μέ αποτέλεσμα η "Νεάπολη τής Ρωμανίας" νά έχει μετατραπεί σέ μία σωστή "Βαβυλωνία". Η συνάθροιση τών διαφορετικών αυτών χαρακτήρων στό Ναύπλιο, ενέπνευσε τόν Δημήτριο Βυζάντιο νά γράψει τό θεατρικό έργο "Βαβυλωνία", τό οποίο εκδόθηκε γιά πρώτη φορά τό 1836. Τί όμως είχε ενώσει όλους αυτούς τούς ανθρώπους καί είχαν αποφασίσει νά ενώσουν τίς τύχες τους καί νά αγωνιστούν γιά μία καλύτερη ζωή μέσα σέ ένα ανεξάρτητο μονοεθνικό κράτος προστατευόμενο από σύνορα; Μά φυσικά η Ορθοδοξία, οι βυζαντινές παραδόσεις, η ελληνική γλώσσα καί η αίσθηση ότι σέ αυτούς ανήκει η γή τών προγόνων τους καί σέ κανέναν άλλο. Ακριβώς αυτά δηλαδή πού αγωνίζονται σήμερα νά καταργήσουν οι πολιτικοί καί τά τουρκοκάναλα.


Ανδρέας Ζαΐμης







Γεγονότα στό εξωτερικό (1826)



Στίς εξωτερικές εξελίξεις ιδιαίτερη σημασία είχε ο θάνατος τού τσάρου τής Ρωσίας Αλεξάνδρου A', γεγονός πού θεωρήθηκε ευνοϊκό γιά τήν πρόοδο τής ελληνικής υπόθεσης. Ο Αλέξανδρος υπήρξε άτολμος, υποχωρητικός καί διαλλακτικός μέ τήν Υψηλή Πύλη, ενώ συχνά επηρεαζόταν στήν εξωτερική του πολιτική από τόν Αυστριακό Υπουργό Εξωτερικών Μέττερνιχ. Τήν ατολμία τού τσάρου τήν είχε εκμεταλλευθεί στό έπακρο ο σουλτάνος, ο οποίος αντιμετώπισε μέ ιδιαίτερη σκληρότητα καί βαναυσότητα τούς χριστιανικούς βαλκανικούς λαούς. Ο νέος όμως αυτοκράτορας Νικόλαος Α' τής Ρωσίας εμφανίστηκε ως ένας αυτόκλητος υπερασπιστής τής Ορθοδοξίας καί οπαδός τής αυτοδιάθεσης τών λαών τής βαλκανικής χερσονήσου. Ανάμεσα στίς επιδιώξεις τού Νικολάου ήταν η επέκταση τής επιρροή τής Ρωσίας στή Μεσόγειο θάλασσα μέ τήν απρόσκοπτη διέλευση τού πολεμικού της στόλου από τά στενά τού Βοσπόρου καί τών Δαρδανελλίων.

«Αναβάς ο Νικόλαος επί τή αποβιώσει τού Αλεξάνδρου Α΄ Παύλοβιτς εις τόν θρόνον τής Ρωσσίας εν μέσω συνωμοσιών, στάσεων, αιματοχυσιών καί κινδύνων, απεφάσισε, παραλείπων τό τουρκοελληνικόν ζήτημα, νά εξισάση τάς πρός τήν Πύλην ιδίας διαφοράς διά τής μαχαίρας· καί κινήσας τά στρατεύματά του πρός τήν Βεσσαραβίαν (επαρχία τής Μολδαβίας) ειδοποίησε τήν Πύλην διά τού Μιντσιάκη, ότι πόλεμος επέκειτο, άν εντός έξ εβδομάδων δέν επανήγε τά τής Βλαχίας καί Μολδαυίας εις τήν πρό τού 1821 κατάστασιν, άν δέν απέλυε τούς εν ειρκτή αντιπροσώπους τής Σερβίας, καί άν δέν έστελλεν επί τών ορίων πληρεξουσίους πρός εξίσασιν τών άλλων εκκρεμών διαφορών. Όσον εμεσολάβουν παρά τώ Αλεξάνδρω αι Δυνάμεις, τό πάν εθυσιάζετο εις διατήρησιν τής ειρήνης, καί η αλαζών Πύλη υλάκτει. Αλλ' αφ' ού ο νέος αυτοκράτωρ εκήρυξεν ότι απέρριπτε πάσαν ξένην μεσολάβησιν, καί ότι διά τής μαχαίρας είχεν απόφασιν νά ικανοποιηθή, υπήκουσεν η Πύλη όλη έντρομος, καί τάς ηγεμονείας εις τήν πρό τού 1821 κατάστασιν υπεσχέθη νά επαναφέρη εντός τής προθεσμίας τών έξ εβδομάδων καί μετ' ολίγον επανέφερε, καί τούς αντιπροσώπους τής Σερβίας απέλυσε, καί πληρεξουσίους εις Ακερμάνην, πόλιν ρωσσικήν, έστειλε, καί συνθήκην οποίαν υπηγόρευσεν ο αντίπαλός της υπέγραψε. Τοιαύτην οδόν βαδίσας ο νέος αυτοκράτωρ κατώρθωσε διά μιάς ό,τι εις μάτην ηγωνίσθησαν δι' όλης πενταετίας νά κατορθώσωσιν ο γλυκύς προκάτοχός του καί αι μεσιτεύουσαι Δυνάμεις.

Η δέ Αγγλία, άν καί απέρριψε τήν περί τής προστασίας πράξιν, δέν έπαυσε καταβάλλουσα πάσαν φροντίδα εις ειρήνευσιν τής Ελλάδος. Απεχωρίσθη τών εν Πετρουπόλει συνδιαλέξεων επί τού ελληνικού ζητήματος, ως προείρηται, επί λόγω ότι ουδ' ητήσατό τις τών αντιφερομένων ουδ' εδέχετο τήν επί συμβιβασμώ παρέμβασίν της· αλλ' αφ' ού η Ελλάς επεκαλέσθη τήν προστασίαν της, εθεώρησεν ότι έλαβεν εύλογον αφορμήν εις επανάληψιν τών μετά τής Ρωσσίας διακοπεισών επί τού ζητήματος τούτου διαλέξεών της, καί επί τής εις τόν θρόνον αναβάσεως τού Νικολάου απέστειλε τόν Ουέλινγκτον (ο νικητής τού Ναπολέοντα στό Βατερλώ Arthur Wellington), ίνα τόν συγχαρή καί συνδιαλεχθή· απέστειλε καί τόν Στρατφόρδον Κάννιγκ (Georges Canning) πρέσβυν εις Κωνσταντινούπολιν.

Προθέμενος ο πρέσβυς ούτος νά μάθη τί εβουλεύοντο οι Έλληνες περί τού μελετωμένου συμβιβασμού, κατήρεν επί τού διάπλου αντικρύ τής Ύδρας, λήγοντος τού Δεκεμβρίου 1825, όπου είδεν εν πρώτοις τόν Μιαούλην καί τόν Τομπάζην ως ιδιώτας, καί μετ' αυτούς τόν Μαυροκορδάτον καί τόν Ζωγράφον, σταλέντας παρά τής κυβερνήσεως. Αφ' ού δ' εγένετο μεταξύ αυτών πολύς λόγος ανεπισήμως περί συμβιβασμού βάσιν έχοντος τήν αυτονομίαν τής Ελλάδος καί απλήν υποτέλειαν εις τήν Πύλην, απέπλευσεν εις Κωνσταντινούπολιν, όπου έτυχε λαμπράς αλλ' όχι καί φιλικής υποδοχής. Δέν επρότεινε δέ τι κατ' αρχάς περί Ελλάδος, διότι η Πύλη έλεγε παρρησία ότι "ουδεμία ξένη μεσιτεία μεταξύ δεσπότου καί ραγιάδων ήτο δεκτή, καί ουδεμία παρέμβασις ανεκτή". Ουδ' επείθετο, ότι η Αγγλία επροτίθετο, κυρίως διά τού ελλληνοτουρκικού συμβιβασμού νά τήν προφυλάξη τού επικειμένου ρωσσικού πολέμου.

Αλλ' εν ώ αύτη εδυστρόπει, ο Ουέλινγκτον ηύρε πρόθυμον τόν νέον αυτοκράτορα εις αναλαβήν τών επί τού προκατόχου του διακοπεισών επί τού τουρκοελληνικού ζητήματος αγγλορρωσικών συνδιαλέξεων, καί εις θερμήν σύμπραξιν πρός ειρήνευσιν καί οριστικήν αποκατάστασιν τής Ελλάδος. Αι δύο Αυλαί υπέγραψαν τήν 23ην Μαρτίου 1826 πρωτόκολλον (πρωτόκολλο τής Πετρουπόλεως) διαλαμβάνον τά εξής:

α) Νά εξαρτάται η Ελλάς από τής Οθωμανικής Αυτοκρατορίας υπό ετήσιον φόρον.

β) Νά διοικήται υπό Αρχών τής εκλογής της, συνευδοκούσης εις τήν εκλογήν αυτών καί τής Πύλης.

γ) Νά απολαμβάνη, πάσαν θρησκευτικήν καί εμπορικήν ελευθερίαν καί πλήρη εσωτερικήν αυτονομίαν.

δ) Νά πωλήσωσιν οι κάτοικοι τής Ελλάδος Τούρκοι τάς ιδιοκτησίας των, καί νά εγκαταλείψωσι τήν γήν εκείνην.»


Ιστορία τής Ελληνικής Επαναστάσεως, Σπυρίδων Τρικούπης Τόμος Γ'



Ο τσάρος Νικόλαος, μέ τελεσίγραφο πρός τόν σουλτάνο, απαίτησε τήν άμεση αποχώρηση τών οθωμανικών στρατευμάτων από τίς παραδουνάβιες ηγεμονίες. Σέ αντίθετη περίπτωση οι ρωσικές λόγχες θά επέβαλαν τήν αυτοκρατορική θέληση τόσο στήν Μολδαβία καί τή Βλαχία, όσο καί στήν Ελλάδα, όπου θά προκαλούσαν τήν παύση τών εχθροπραξιών καί τήν ειρήνη στήν περιοχή. Ο έντρομος Μαχμούτ, έχοντας καί τή σύμφωνη γνώμη τού Μέττερνιχ, ο οποίος παρακολουθούσε από κοντά τίς εξελίξεις, ικανοποίησε όλες τίς ρωσικές απαιτήσεις ώστε νά αποτραπεί ο ρωσοτουρκικός πόλεμος. Ο σουλτάνος ένοιωθε πλέον ότι ο στρατός του δέν αποτελούσε εγγύηση γιά τή δύναμή του. Έπρεπε νά ανανεωθεί καί νά εκσυγχρονιστεί μέ βάση τά ευρωπαϊκά πρότυπα. Η αποτυχία του νά καταστείλει τήν ελληνική επανάσταση, η άρνηση τών γενιτσάρων νά εκστρατεύσουν εναντίον τών γκιαούρηδων καί η αδυναμία του ενώπιον τής ρωσικής απειλής, τόν είχαν εξοργίσει αφάνταστα. Η οργή τού αιμοβόρου Μαχμούτ ξεπλενόταν μόνο μέ αίμα καί έτσι έβαλε σέ εφαρμογή τό σχέδιό του νά απαλλαγεί μιά γιά πάντα από τούς ανυπότακτους γενίτσαρους.

Στίς 29 Μαΐου 1826 κάλεσε έκτακτο διβάνιο στήν κατοικία τού γενιτσάραγα (αρχηγού τών γενιτσάρων) Χουσεΐν πασά. Εκεί συγκεντρώθηκαν όλοι οι ανώτατοι τιτλούχοι, οι ουλεμάδες καί οι αρχηγοί τών γενιτσάρων. Ο μέγας βεζύρης μίλησε μέ παράπονο γιά τήν αποτυχία τού ατρόμητου οθωμανικού στρατού, ο οποίος έπρεπε από τήν πρώτη στιγμή νά έχει τσακίσει τούς Ρούμ σάν τά καλάμια. Οι ουλεμάδες απήγγειλαν μέ δυνατή φωνή ρητά τού Κορανίου μέ πολεμικές εντολές πρός τούς πιστούς μωαμεθανούς. Στό νέο σχέδιο αναδιοργάνωσης τού στρατού οι γενίτσαροι δέν είχαν θέση καί αυτό επέφερε δυσφορία στίς τάξεις τους. Ο Μαχμούτ μάλιστα φρόντισε νά σκορπίσει ανάμεσά τους πράκτορές του, οι οποίοι έσπειραν ζιζάνια καί εξωθούσαν τούς γενίτσαρους σέ στάση.

Η στάση δέν άργησε νά γίνει. Στίς 14 Ιουνίου 1826, στίφη ενόπλων γενιτσάρων έχοντας όπως συνήθιζαν σέ τέτοιες περιπτώσεις, τούς λέβητες καί τίς κατσαρόλες, άρχισαν νά συρρέουν πρός τό κέντρο τής Κωνσταντινούπολης καί νά λεηλατούν σπίτια καί μαγαζιά. Οι ανοργάνωτοι καί ασύντακτοι γενίτσαροι εισέβαλαν στά ανάκτορα καί προσπάθησαν νά συλλάβουν εκτός από τόν μέγα βεζύρη καί αυτόν ακόμα τόν ίδιο τόν σουλτάνο αλλά δέν τόν βρήκαν. Στή συνέχεια μπήκαν στούς γυναικωνίτες του όπου κατέστρεψαν ό,τι βρήκαν μπροστά του καί βίασαν πολλές γυναίκες από τά χαρέμια του. Ο σουλτάνος μαζί μέ τούς υπουργούς του είχε καταφύγει στή θερινή κατοικία του καί ήταν πανέτοιμος γιά νά αντιμετωπίσει τήν εξέγερση. Έδωσε αμέσως εντολή στόν Χουσεΐν πασά νά μεταφέρει από τήν ασιατική ακτή τά τακτικά στρατεύματα καί νά καταλάβει στρατηγικές θέσεις, περικυκλώνοντας τούς ανυποψίαστους γενίτσαρους.

Ο αυτοκρατορικός στρατός, έχοντας μπροστά του τήν ιερή πράσινη σημαία τού προφήτη Μωάμεθ, ξεκίνησε μέ αρχηγό τόν Χουσεΐν πασά καί επιτέθηκε κατά τών γενιτσάρων, οι οποίοι δέν περίμεναν νά έχει συγκεντρωθεί τόσο μεγάλη δύναμη εναντίον τους. Αμέσως υποχώρησαν καί έντρομοι οχυρώθηκαν στούς στρατώνες τους, από όπου άρχισαν νά πυροβολούν. Ο σουλτάνος όμως είχε αναπτύξει καί βαρύ πυροβολικό, τό οποίο βομβάρδιζε διαρκώς τό τείχος τού στρατώνα μέχρι πού τό διέλυσε. Ο στρατός επιτέθηκε από τά ανοίγματα τού τείχους καί επακολούθησε άγρια σφαγή τών γενιτσάρων, Η διαταγή ήταν "ούτε ένας ζωντανός". Χιλιάδες γενίτσαροι αποκεφαλίστηκαν ή πνίγηκαν στόν Βόσπορο από τά σουλτανικά στρατεύματα, δίνοντας οριστικό τέλος στήν εξέγερσή τους.

Τήν επόμενη ημέρα ο σουλτάνος πήγε στό τζαμί Αχμέτ γιά νά προσευχηθεί καί τότε γιά πρώτη φορά φόρεσε όχι τήν παραδοσιακή στολή αλλά μία νέα ευρωπαϊκή στολή. Στό κεφάλι του έβαλε φέσι μέ χρυσά εμβλήματα αντί γιά τό πατροπαράδοτο τουρμπάνι. Εκεί εξέδωσε διάταγμα μέ τό οποίο καταργούσε οριστικά τό σώμα τών γενιτσάρων καί καταδίκαζε σέ θάνατο όλους όσους είχαν υπηρετήσει σέ αυτό τό σώμα καί τούς απογόνους τους, σέ οποιοδήποτε σημείο τής αυτοκρατορίας καί άν αυτοί βρίσκονταν.

«Ο νέος αυτοκράτωρ Νικόλαος έπεμψε τελεσίγραφον εις Κωνσταντινούπολιν. Διά τούτου εζήτει τήν εν διαστήματι έξ εβδομάδων εξομάλυνσιν τών ρουμανικών καί σερβικών διαφορών, καί αποστολήν Τούρκων πληρεξουσίων εις τά ρωσσικά σύνορα, οίτινες ήθελον κανονίσει απάσας τάς συνεπείας τής ειρήνης τού Βουκουρεστίου από τού 1816 εκκρεμείς υπαρχούσας διαφοράς μεταξύ τής Ρωσσίας καί τής Πύλης. Εν περιπτώσει αρνήσεως ελήφθη υπ' όψιν ο πόλεμος, εν περιπτώσει δέ παραδοχής, συνεννόησις τής Ρωσσίας μετά τών άλλων Δυνάμεων, όπως ενεργηθή η ειρηνοποίησις τής Ελλάδος. 500000, ελέγετο εν επομένω υπομνήματι τής ρωσσικής πρεσβείας, είναι έτοιμοι νά παράσχωσι κύρος εις τήν αυτοκρατορικήν θέλησιν. Η απειλητική γλώσσα τού νέου αυτοκράτορος δέν απέτυχε τού σκοπού της εν Κωνσταντινουπόλει. Τήν 30ην Απριλίου 1826 απεφασίσθη η εκπλήρωσις τών τριών απαιτήσεων τού ρωσσικού τελεσιγράφου.

Από τών ημερών τού σουλτάνου Σελίμ είχε διαφυλάξει αμετάτρεπτον απόφασιν τού ν' απαλλαγή τών ατάκτων καί αδαμάστων πραιτωριανών καί γενιτσάρων. Ο σουλτάνος ήλπιζε, καταβάλλων τούς εσωτερικούς εχθρούς νά κατενέγκη ενταυτώ καί κατά τών εξωτερικών εχθρών έν κτύπημα. Εν Κωνσταντινουπόλει είχον ήδη εννοήσει από πολλού τήν περί τού μάχεσθαι ανικανότητα τών γενιτσάρων κατά τών Ελλήνων, καί συνδιελέγοντο περί τών επιτυχών ενεργειών τών ευρωπαϊκώς εξησκημένων στρατευμάτων τού Ιμπραήμ, καί περί τής ανάγκης τού νά επανέλθωσιν εις τάς ιδέας τού Σελίμ τού Γ'.

Τήν δέ 29ην Μαΐου 1826 συνεκάλεσεν ο σουλτάνος έκτακτον διβάνιον εις τό παλάτιον τού Αγά, υπέδειξε μετά πολλής ομιλών οργής τήν κατάστασιν τού τουρκικού στρατού, τό ανεπιτυχές τού κατά τών Ελλήνων αγώνος, "τών ασθενών αυτών καλάμων, τούς οποίους τό ορμητικόν, ακατάσχετον ρεύμα τής οσμανικής ανδρείας εν ακαρεί έπρεπε νά καταστρέψη" καί παρεκίνησε τήν συνέλευσιν νά σκεφθή περί τών μέσων καί τού τρόπου, δι' ών ηδύνατο πάλιν ν' αποκατασταθή η στρατιωτική ισότης τών Τούρκων πρός τά άλλα έθνη.

Τήν νύκτα τής 14ης πρός τήν 15ην Ιουνίου είχον συναθροισθή 20000 άνδρες εις τό Έλ Μεϊντάν τήν εν τώ μέσω τής Κωνσταντινουπόλεως ευρισκομένην πλατείαν εκείνην τήν, ούτως ειπείν πατροπαράδοτον βάσιν τής ενεργείας τών στάσεων. Ήθελον δέ καταισχύσωσι τού σουλτάνου καί νά τόν αναγκάσωσι ν' αναγνωρίση επισήμως τήν τρόμον εμποιούσαν κυριαρχίαν τών γενιτσάρων, καί κατά τήν ελάχιστην αντίστασιν προυτίθεντο νά τόν φονεύσωσι μεθ' απάντων τών υπουργών αυτού, μουφτήδων καί ουλεμάδων. Πλείονας τών 100 πασσάλων μετά τών ονομάτων τών προσώπων, τά οποία, άν η επιχείρησις επετύγχανεν, έμελλον νά διοβελισθώσιν, εύρον εντός ενός τών στρατώνων. Αποσπάσματα δέ τών συνομωτών προυχώρησαν πρός τά κτίρια τών Πυλών καί πρός τό παλάτιον τού αγά τών γενιτσάρων, ίνα λάβωσιν ομήρους τόν μέγαν βεζύρην καί τόν Τσαλαλεδίν.

Επειδή δέ οι απειλούμενοι εγκαίρως διεσώθησαν υπεράνω τού Χρυσού Κέρατος, κατηρήμωσαν καί ελαφυραγώγησαν τάς οικίας αυτών, ως ομοίως καί τήν κατοικίαν τού πράκτορος τού Μεχμέτ Αλή, κατά τού οποίου ήσαν ωργισμένοι εξ αιτίας τής εισαγωγής τών ευρωπαϊκών στρατιωτικών γυμνασίων, εισήλασαν βιαίως εις τά χαρέμια αυτού καί διέπραξαν βιαιοπραγίας κατά τών γυναικών.

Τά πιστά στρατεύματα τού σουλτάνου προυχώρησαν κατά τού Ελ Μεϊντάν. Σιδηρά ζώνη περιέκλεισε τήν πλατείαν καί τόν παρακείμενον στρατώνα. Οι γενίτσαροι προσκληθέντες νά παραδοθώσιν, απεκρίθησαν ωσάν κύνες ωρυόμενοι. Ότε όμως τά τηλεβόλα εξεπυρσοκρότουν κατά τού υψηλού τής οδού πυλώνος, άπαντες τότε ήρχισαν νά φεύγωσι δρομαίοι πρός τόν στρατώνα. Ο Χουσεΐν πασσάς διέταξε νά περικυκλώσωσι τό κτίριον τούτο, καί μετά ταύτα νά πυρπολήσωσιν ανάπτοντες αυτό διά πυροβολημάτων. Απεσταλμένοι τών συνομωτών, οίτινες τώρα ήθελον νά επικαλεσθώσι τήν χάριν τού σουλτάνου, κατεκερματίσθησαν. Ο μουφτής κατηράσθη αυτούς, ανεκήρυξε τήν καταστροφήν των ως έργον θεάρεστον καί τούς εις τήν κατ' αυτών πάλην πεσόντας ως μάρτυρας τής πίστεως. Όσοι ηθέλησαν νά φύγωσιν, εφονεύθησαν διά τού ξίφους, οι πλείστοι δέ συγκατενάησαν μετά τού οικοδομήματος.»


Απομνημονεύματα Πουκεβίλ Β' Τόμος




janissaries


Τό σώμα τών γενιτσάρων (yeniceri) είχε εξοντωθεί ύστερα από πέντε αιώνες ύπαρξης. Η αρπαγή τού παιδιού από τή μάνα αποτέλεσε τήν κορύφωση τής βαρβαρότητας πού βίωσαν οι πρόγονοί μας κατά τή διάρκεια τής τουρκοκρατίας. Τό παιδομάζωμα (devsirme) ήταν αυτό πού αποτέλεσε τόν χειρότερο φόρο αίματος γιά τούς Ρωμιούς ραγιάδες. Σύμφωνα μέ τόν Κωνσταντίνο Παπαρρηγόπουλο περίπου ένα εκατομμύριο Ελληνόπουλα αρπάχτηκαν από τούς Τούρκους γιά νά γίνουν στρατιώτες τού Αλλάχ καί νά πολεμήσουν τούς ίδιους τούς πατεράδες τους.

"Εις έκαστον φορολογητέον τόπον προσήρχετο λοχαγός τών γενιτσάρων συνεπαγόμενος γραφέα, κομίζον δέ αυτοκρατορικόν φιρμάνιον. Ο τού τόπου προϊστάμενος ώφειλε νά υποβάλη αυτώ κατάλογον όλων τών οικογενειών, έκαστος δέ πατήρ ήτο υπόχρεως νά αναγγείλη πόσους υιούς είχε. Αφηρούντο πάντοτε οι κάλλιστοι καί ευρωστότατοι. Εν τοίς αρχαιοτέροις χρόνοις εις μόνος ελαμβάνετο αφ'εκάστης οικογένειας παίς, προϊόντος δέ τού χρόνου καί δύο, καί τρείς, καί αυτός ο μονογενής, όστις πρότερον εξηρείτο. Οι υπάλληλοι άρπαζαν πλειοτέρους τών απαιτουμένων καί τούς εκποιούσαν ως δούλους. Τό σύνολον τών ανδρών όσοι αφηρέθησαν από τού χριστιανισμού τής Ανατολής γιά τή συγκρότηση τού γενιτσαρικού τάγματος ημπορεί νά υπολογισθεί εις εν περίπου εκατομμύριον."

Τά ευχάριστα νέα τής καταστροφής τών γενιτσάρων καί τής πτώσης τού Μεσολογγίου έδωσαν ελπίδες στό σουλτάνο γιά τήν οριστική καταστολή τής ελληνικής επανάστασης. Στήν Ευρώπη όμως η Εποποιία τής Ιερής Πόλης αναζωπύρωσε τόν φιλελληνισμό. Στή συντηρητική Πρωσία, ανώτατοι αξιωματικοί συμμετείχαν σέ εράνους υπέρ τού ελληνικού αγώνα. Ο ονομαστός στρατάρχης August Neidhardt von Gneisenau κατηγόρησε ανοιχτά μπροστά στό κοινό τού Βερολίνου τόν Μέττερνιχ γιά τήν φιλοτουρκική του πολιτική. Ο Γερμανός φιλέλληνας καί ουμανιστής φιλόλογος Friedrich Thiersch, πού ζούσε στό Μόναχο, κάλεσε τούς νέους από όλη τήν Ευρώπη νά ενισχύσουν τόν αγώνα τών Ελλήνων κατά τής βαρβαρότητας. Οι μονάρχες τής Ευρώπης είχαν χάσει τήν εκτίμηση τών υπηκόων τους, εξαιτίας τής αδιαφορίας τους, ιδιαίτερα μετά τή σφαγή στό Μεσολόγγι. Οι Γάλλοι πολίτες ήταν δυσαρεστημένοι μέ τούς αξιωματικούς πού υπηρετούσαν στόν αιγυπτιακό στρατό καί διαμαρτύρονταν έντονα στήν κυβέρνησή τους γιά τήν πολιτική στήριξη πού παρείχε στόν Αιγύπτιο σατράπη Μωχάμετ Άλυ.


Πορσελάνινο πιάτο όπου απεικονίζεται ο Σατωβριάν σέ έρανο υπέρ τής Ελλάδος




"Οι βάρβαροι τής Ανατολής επετίθεντο εναντίον τών απογόνων εκείνων πού είχαν δώσει τά φώτα τού πολιτισμού καί τάς υπέρτατας αρχάς τής εξυψώσεως τού ανθρώπου. Δέν ήτο η Ελλάς η πνευματική πατρίς παντός πολιτισμένου ανθρώπου; Έπειτα επρόκειτο περί τής θρησκείας. Οι αλλόθρησκοι εξεστράτευαν εναντίον Χριστιανών."

Αλλά καί οι υπόλοιπες ευρωπαϊκές χώρες παρακολουθούσαν από κοντά τίς εξελίξεις στήν επαναστατημένη Ελλάδα. Ο βασιλιάς τής Βαυαρίας Λουδοβίκος Α' είχε ζητήσει από τούς αξιωματούχους του νά τού γνωστοποιούν όλα τά νέα μέ τίς εξελίξεις τής επανάστασης τών Ελλήνων. Όταν έμαθε γιά τήν πτώση τού Μεσολογγίου, βρισκόταν στήν όπερα τού Μονάχου. Αμέσως σηκώθηκε καί μέ δάκρυα στά μάτια έδωσε εντολή νά διακοπεί η παράσταση, αναφωνώντας "Δυστυχισμένη Ελλάς!". Αργότερα σέ ένα γράμμα του πρός τόν Καποδίστρια θά έγραφε: "Η ανεξαρτησία τής Ελλάδος είναι μία υπόθεση τής καρδιάς μου. Είχα κλάψει όταν ήμουν παιδί καί έμαθα στό μάθημα τής γεωγραφίας τήν υποδούλωσή της στούς Τούρκους. Νομίζω ότι δέν υπάρχει πρίγκηπας πού νά ποθεί τόσο πολύ νά δεί τήν Ελλάδα ελεύθερη. Η Ευρώπη έχει ένα τεράστιο χρέος πρός τήν Ελλάδα, γιατί από αυτήν ήλθε τό Ευαγγέλιο, οι επιστήμες καί οι τέχνες."

Ακόμα καί στή Βιέννη τού Μέττερνιχ πλέον όλες οι φιλελληνικές εκδηλώσεις γίνονταν φανερά καί μπορούσαν ακόμα νά συμμετέχουν σέ αυτές καί Αυστριακοί επίσημοι. Η γειτονική Ελβετία πρωταγωνιστούσε στή συγκέντρωση τροφίμων γιά τήν επαναστατημένη Ελλάδα. Τό ποσό πού συγκεντρώθηκε από τίς φιλελληνικές επιτροπές στή Γενεύη, υπό τήν εποπτεία τού πιστού φίλου τού Καποδίστρια Ελβετού τραπεζίτη Ιωάννη Γαβριήλ Εϋνάρδου, (Jean Gabriel Eynard) ανήλθε στό ενάμιση εκατομμύριο φράγκα, ενώ διαρκώς συνέρρεαν τόνοι τροφίμων καί ρουχισμού, υπό τήν εποπτεία τών φιλελλήνων τού Μονάχου, τής Μασσαλίας, τού Παρισιού καί τής Γενεύης. Ο Eynard φρόντιζε γιά τήν φόρτωση τροφίμων σέ φορτηγά πλοία στήν Αγκώνα καί τήν Τεργέστη καί εν συνεχεία τήν αποστολή τούς στή Ζάκυνθο καί τό Ναύπλιο. Κατά τή διάρκεια τής πολιορκίας τού Μεσολογγίου, ο Eynard έγραψε στούς Έλληνες φίλους του στά Επτάνησα ότι "ένα έθνος μαχόμενον διά τήν ύπαρξίν του, διά τήν θρησκείαν του, διά τήν πατρίδα του, εις τό τέλος θά απολαύση τό ποθούμενον."

Ο Εϋνάρδος ήταν γόνος πλουσίας οικογένειας καί διέμενε στή Γενεύη. Εκεί γνώρισε τόν Ιωάννη Καποδίστρια, όταν ο τελευταίος ως εκπρόσωπος τού τσάρου τής Ρωσίας κατάφερε νά ενοποιήσει καί νά οργανώσει σέ ένα κράτος τά καντόνια τής Ελβετίας (Confoederatio Helvetica). Ήταν αυτός πού συνέταξε τό πρώτο Σύνταγμα τής χώρας καί η Ελβετία, χάρη στίς προσπάθειες τού Καποδίστρια, πέτυχε νά κατοχυρώσει τήν ανεξαρτησία της καί τό απαραβίαστο τών συνόρων της μέ αποφάσεις πού ελήφθησαν στό συνέδριο τής Βιέννης (Wiener Kongress 1814). Οι Ελβετοί σάν αναγνώριση τής προσφοράς τού Καποδίστρια τόν ανακήρυξαν επίτιμο πολίτη καί τού έστησαν ανδριάντα στή Λωζάννη καί στή Γενεύη.

Ο Καποδίστριας έγινε πολύ στενός φίλος μέ τόν ισχυρό πλεόν τραπεζίτη καί διακεκριμένο πολίτη τής Γενεύης Eynard καί τόν εμύησε στήν προσπάθεια τών Ελλήνων νά αποκτήσουν τήν ελευθερία τους στά πλαίσια ενός ανεξάρτητου καί κυρίαρχου κράτους. Όταν ο Καποδίστριας, μετά τήν έκρηξη τής επανάστασης, έχασε τήν θέση του ως Υπουργός Εξωτερικών τής Ρωσίας, εγκαταστάθηκε στή Γενεύη καί εκεί περνούσε ατελείωτες ώρες συζητώντας μέ τόν τραπεζίτη φίλο του γιά τή σωτηρία τής Ελλάδος.


Jean Gabriel Eynard Schweizer Bankier Philhellene


Στό νού τού σύγχρονου Έλληνα έρχεται αμέσως η αντιπαραβολή εκείνου τού πολιτικού, μέ τούς πολιτικούς τού σήμερα. Από τήν μία ένας πετυχημένος διπλωμάτης διεθνούς αναγνώρισης, μέ ήθος καί εντιμότητα, πού διέθεσε όλη του τήν περιουσία γιά τήν Ελλάδα, ζώντας ταπεινά καί λιτά καί από τήν άλλη οι πάμπλουτοι πολιτικοί τής σημερινής Ελλάδος (2013), πού τήν χρεωκόπησαν καί οι οποίοι λειτουργούν περισσότερο ως υπάλληλοι ξένων κέντρων εξουσίας, παρά ως ηγέτες μίας χώρας. Ο Καποδίστριας αγωνίστηκε καί έδωσε τή ζωή του γιά μία ανεξάρτητη μονοεθνική χώρα μέ σύνορα, στήν οποία ο κυρίαρχος θά ήταν ο ελληνικός λαός. Οι σημερινοί πολιτικοί, μέσα από τίς επαύλεις καί τίς πισίνες τους, αγωνίζονται νά υλοποιήσουν σχέδια πού έχουν συνταχθεί στό εξωτερικό καί τά οποία θέλουν τή χώρα μας μία πολυπολιτισμική επαρχία τής νεοοθωμανικής Τουρκίας. Ο Καποδίστριας έδιωξε τούς Τούρκους, αλλά τά σημερινά κόμματα εξουσίας από κοινού μέ τά τουρκοκάναλα καί τούς αριστερούς αρνησιπάτριδες αλλά "χρήσιμους ηλιθίους" γιά τίς τουρκικές μυστικές υπηρεσίες, αγωνίζονται νά τούς επαναφέρουν, στρώνοντας χαλιά στά εκατομμύρια τών μουσουλμάνων εποίκων πού διοχετεύει συστηματικά η Τουρκία στά εδάφη μας.

Ο Ιωάννης Καποδίστριας σέ άρθρο του σέ γαλλική εφημερίδα ειρωνευόταν τήν ουδετερότητα τών χριστιανικών κυβερνήσεων, η οποία ισοδυναμούσε μέ βοήθεια στόν ισχυρό καί βάρβαρο μουσουλμάνο σατράπη. "Η ουδετερότης, ήτις συγχωρεί τά πάντα, όταν τό έτερον τών διαμαχομένων μερών είναι αδυνατώτερον, καταντά πικρός περίγελως καί αιτία σκανδάλου. Τοιαύτη ουδετερότης πολεμεί υπόκρυφα καί κλεπτικώς τόν αδύνατον. Τοιαύτη πολιτική προξενεί φρίκη. Η δέ ουδετερότης τής Γαλλίας είναι ανεξήγητος. Η γαλλική σημαία καταισχύνεται υπηρετούσα τούς εχθρούς τού Σταυρού. Γαλλική φρεγάτα εβόλισε τά νερά τών Ψαρών, καί η νήσος εκείνη έπεσε εις τάς χείρας τών Τούρκων. Ιδού η ουδετερότης τής χριστιανικής Ευρώπης εις τόν πενταετή αγώνα, τόν οποίον οι Χριστιανοί τής Ανατολής αγωνίζονται επί τοσούτον ενδόξως κατά τών μουσουλμάνων τής Ασίας καί τής Αφρικής. Η εθνική τών Ελλήνων ανεξαρτησία αποφασίζεται από τό Θείον Δίκαιον, διότι ο πόλεμος αυτών είναι θρησκευτικός. Εάν οι Έλληνες ηττηθούν καί τά μέρη τής Ελλάδος κατοικηθούν υπό τών αιμοβόρων μουσουλμάνων, τότε αλλοίμονον εις τάς κυβερνήσεις καί τούς λαούς τής Ευρώπης."

Όσοι Γάλλοι αξιωματικοί υπηρετούσαν τόν σατράπη τής Αιγύπτου, άλλοι τόσοι υπηρετούσαν τήν υπόθεση τής ελληνικής ανεξαρτησίας. Ένας από αυτούς ήταν ο γενναίος αλλά ατίθασος Γάλλος συνταγματάρχης Κάρολος Φαβιέρος, ο οποίος ανέλαβε τήν οργάνωση τακτικού στρατιωτικού σώματος αποτελούμενο από Έλληνες καί Ευρωπαίους φιλέλληνες.

«Οι πρώτοι ξένοι, ούς ευγενής ορμή συνέδεσεν απ' αρχής τής επαναστάσεως μετά τού υπέρ τής ελληνικής ελευθερίας αγώνος, έπεσαν εν τή μάχη τού Πέτα, ή απεχώρησαν μετά μικρόν ο είς μετά τόν άλλον, καταπεπονημένοι υπό τών διχονοιών, ών παρίσταντο οι περίλυποι μάρτυρες. Μικρός μόνον αριθμός έσχε τό θάρρος νά εμμείνη. Είς μόνος ανήρ μεταξύ τών εργατών τούτων τής πρώτης ώρας κατώρθωσε νά προσκτήσηται εν Ελλάδι σπουδαιότητα καί αποστολήν προσωπικήν. Τίς υπέρ τού ελληνικού αγώνος ενδιαφερόμενος δέν ήκουσεν εκατοντάκις μετ' αίνων προφερόμενον τό όνομα τού Charles Fabvier!

Τή 4η Ιουλίου 1825, ανετέθη τώ συνταγματάρχη Fabvier, διατάγματι τής υφεστώσης αρχής ο οργανισμός τού πρώτου τάγματος τών τακτικών. Μικρά τινα έργα εκτελεσθέντα υπό τήν οδηγίαν αυτού εν Ναυαρίνω είχον πείσει τούς Έλληνας, ότι άν παρέμενεν εκεί, τό φρούριον δέν θά έπιπτε. Μηνί Αυγούστω 1825, τό τάγμα τών τακτικών περιελάμβανεν ήδη οκτακόσιους άνδρας καί έμελλε ν' αναχθή εις τρισχιλίους.

Εν μηνί Μαρτίω τού 1826, ο Κάρολος Φαβιέρος απεβιβάζετο εις Εύβοιαν. Ο πασσάς τής Ευβοίας συγκεντρώσας τάς εαυτού δυνάμεις διεσκόρπισεν ακόπως τούς τακτικούς. Υπερφαλαγγισθείς δέ υπό τού τουρκικού ιππικού, ο Φαβιέρος ηναγκάσθη επιβιβαζόμενος καί πάλιν νά καταφύγη εις Άνδρον, καταλείπων επί τού πεδίου τό πυροβολικόν αυτού καί τρείς Γάλλους αξιωματικούς, γενναίως πεσόντας παρ' αυτόν.»


La Station du Levant (Guerre de l' independance hellenique, 1821-1829), Jurien de La Graviere




Ο Καραϊσκάκης αρχιστράτηγος τής Ρούμελης



Οι Έλληνες συγκλονίστηκαν από τήν πτώση τού Μεσολογγίου καί τό ηθικό τους κατέρρευσε. Η επανάσταση στή Δυτική Στερεά Ελλάδα ουσιαστικά διαλύθηκε καί οι κάτοικοι κατέφυγαν πάλι στά ορεινά τους καταφύγια στίς λεγόμενες "αποκλείστρες", γιά νά γλυτώσουν από τά αντίποινα τού τουρκικού στρατού. Οι καπετάνιοι τής Ρούμελης έκαναν καπάκια μέ τόν Κιουταχή καί ζήτησαν ράι μπουγιουρντιά (χαρτιά αμνηστείας) από τόν βαλή τής Ρούμελης. Ανάμεσά σέ αυτούς πού προσποιήθηκαν υποταγή ήταν ο Μήτσος Κοντογιάννης, ο Ανδρίτσος Σαφάκας, ο Γεωργάκης Δυοβουνιώτης, ο Κόμνας Τράκας, ο Ανδρέας Ίσκος, ο Γιαννάκης Στάικος, οι Γιολδασαίοι, ο Σωτήτης Στράτος καί ο Γιάννης Ρούκης.

Ο Κιουταχής, θριαμβευτής πλέον μετά τή μεγάλη του νίκη, έδωσε εντολή νά πανηγυρίσουν όλοι οι καζάδες (επαρχίες) γιά τήν επιτυχία τών στρατιωτών τού Ισλάμ. Γιά νά καλοπιάσει τούς οπλαρχηγούς είχε δώσει διαταγή στούς στρατιώτες του νά μήν καίνε τά χωριά πού θά συναντούν στό πέρασμά τους. Πολλοί κάτοικοι, πού γνώριζαν γιά τήν τύχη όσων στέλνονταν στά σκλαβοπάζαρα τής Αφρικής, έστειλαν αντιπροσώπους γιά νά ζητήσουν προσκυνόχαρτα καί νά διασφαλίσουν ότι ο τουρκικός στρατός θά περνούσε χωρίς νά τούς ενοχλήσει. Κανένας δέν φαινόταν ικανός νά σταματήσει τήν προέλαση τού στρατού τού Κιουταχή, ο οποίος κατηφόριζε πρός τήν Αττική. Ο Ανδρούτσος είχε δολοφονηθεί από τόν Κωλέττη καί ο Γκούρας ήταν ανεπαρκής. Υπήρχε όμως ο Γεώργιος Καραϊσκάκης, τόν οποίον ευτυχώς ο Μαυροκορδάτος δέν είχε καταφέρει νά εκμηδενίσει. Ο "γύφτος" λοιπόν ήταν αυτός πού προέβαλλε πρώτος αντίσταση κατά τού Κιουταχή, στήν πορεία του πρός τήν Αθήνα.




Γεώργιος Καραϊσκάκης - Karaiskakis


Ο Καραϊσκάκης από τό κρεβάτι πού ήταν καθηλωμένος, έστειλε τούς Σκαλτσά, Σαφάκα, Φραγκίστα καί Καλύβα μέ 150 άνδρες νά οχυρώσουν τό μοναστήρι τής Βαρνάκοβας. Ο Κιουταχής, μόλις πληροφορήθηκε τήν ύπαρξη ενόπλων έστειλε μέ τή σειρά του τούς πιστούς του αξιωματικούς Μουστάμπεη καί Κεχαγιάμπεη μέ 4000 Τουρκαλβανούς γιά νά εξολοθρεύσουν τούς άνδρες τού Καραϊσκάκη. Ο Τούρκος πασάς, στήν πορεία του πρός τήν Αθήνα, δέν ήθελε νά αφήσει πίσω του εστίες αντίστασης.

Η επίθεση στό βυζαντινό μοναστήρι τής Παναγίας τής Βαρνάκοβας άρχισε τά χαράματα τής 20ής Μαΐου 1826, αλλά οι αλλεπάλληλες προσπάθειες τών επιτιθέμενων καθ' όλη τη διάρκεια τής ημέρας νά τό καταλάβουν απέτυχαν μέ σημαντικές απώλειες σέ νεκρούς καί τραυματίες. Οι στρατιώτες μέ πρώτο τόν Καλύβα καί οι καλόγεροι τής μονής μέ επικεφαλής τόν ηγούμενο Κοσμά Θεοχάρη πολέμησαν σάν λιοντάρια στίς πολεμίστρες, χωρίς μάλιστα νά έχουν σοβαρές απώλειες. Οι Γεώργιος Τσόγκας καί Γιαννάκης Ράγκος πού βρίσκονταν έξω από τό μοναστήρι, κτύπησαν τούς Τούρκους από τά νώτα, προξενώντας τους ακόμα περισσότερες απώλειες.

Τή νύκτα οι αμυνόμενοι άναψαν πυρσούς φοβούμενοι νυκτερινή έφοδο. Οι Τούρκοι δέν τόλμησαν νέα επίθεση, αλλά αντίθετα καθ' όλη τή διάρκεια τής νύκτας έσκαβαν λαγούμια μέ σκοπό νά τούς βάλουν φωτιά καί νά τινάξουν τό τείχος τού μοναστηριού στόν αέρα. Ένας Αρβανίτης ειδοποίησε τούς Έλληνες γιά τά σχέδια τών Τούρκων καί οι αμυνόμενοι αποφάσισαν νά κάνουν έξοδο μέσα στή νύκτα καί νά χαθούν στό σκοτάδι. Πράγματι οι πολιορκημένοι εξόρμησαν τά μεσάνυκτα μέ τό σπαθί στο χέρι καί κατόρθωσαν νά σπάσουν τόν εχθρικό κλοιό έχοντας ελάχιστες απώλειες. Οι αρχηγοί Καλύβας καί Φραγκίστας τραυματίστηκαν σοβαρά, αλλά κατάφεραν νά διαφύγουν. Οι Τούρκοι κατέστρεψαν εκ θεμελίων τό μοναστήρι, τό οποίο ανοικοδομήθηκε μετά από 5 χρόνια, τό 1831, από τόν Ιωάννη Καποδίστρια, ο οποίος θεωρείται δεύτερος κτήτωρ τής Μονής.

«Μετά τήν πτώσιν τού Μεσολογγίου, πεσούσης τής επαναστάσεως εν τή Δυτική Ελλάδι, ο Κιουταχής εξεστράτευσεν, ως είρηται, εις τήν Ανατολικήν Ελλάδα. Οδεύων δ' υπέταξε τήν Εσπερίαν Λοκρίδα, Φωκίδα, Βοιωτίαν θείς καί φρουράς όπως διατηρή τήν συγκοινωνίαν μεταξύ Ηπείρου καί Δυτικής Ελλάδος, Θεσσαλίας καί Ανατολικής Ελλάδος. Ενώ δ' υπέτασσεν ο Κιουταχής τήν Δυτικήν Ελλάδα, πολλοί τών οπλιταρχών ή απελπίσαντες μετά τήν πτώσιν τού Μεσολογγίου περί τής ευοδώσεως τής επαναστάσεως ή αναμένοντες κρείσσονας περιστάσεις υπεκρίναντο υποταγήν (καπάκια). Εκ τούτων ήσαν οι οπλιτάρχαι Βαρνακιώτης, Δυοβουνιώτης, Ράγκος, Κοντογιάννης, Ίσκος. Ο δέ κράτιστος στρατηγός Γεώργιος Καραϊσκάκης, καίπερ ασθενής, όσον ηδύνατο αντετάσσετο τοίς περί τόν Κιουταχήν διατρέχουσι τήν Δυτικήν Ελλάδα, πέμπων αποσπάσματα επαναστατών εις άλλας επικαίρους θέσεις καί εις τήν μονήν Βαρνάκοβαν τής Δωρίδος, εις ήν έπεμψεν 150 εκλεκτούς υπό τούς οπλιτάρχας Ιωάννην Φραγγίσταν έναν εκ τών πιστών οπαδών τού περιωνύμου αρματωλού Κατσαντώνη καί τόν Καλύβαν αδελφόν τού εν Θερμοπύλαις παρά τώ ήρωϊ Αθανασίω Διάκω φονευθέντος.

Ο Κιουταχής έπεμψε κατ' αυτών τόν περιώνυμον Μουστάμπεην καί τόν Κεχαγιάμπεην ηγουμένους πολλών Αλβανών, όπως καταλαβόντες τήν μονήν ενιδρύσωσιν εν αυτή φρουράν, άμα δέ τή 20η Μαΐου 1826 ήρξατο η πολιορκία, μάτην δ' εφ' όλης τής ημέρας ηγωνίσθησαν οι Αλβανοί, όπως εκπολιορκήσωσι τήν μονήν αποβαλόντες πολλούς νεκρούς καί τραυματίας. Τή δέ νυκτί επειράθησαν εξ εφόδου υπό τό σκότος νά εισπηδήσωσιν, αλλ' απεκρούσθησαν διότι οι πολιορκούμενοι διετέλουν δι' όλης τής νυκτός ανάπτοντες πυρσούς εκ ξύλων, εξ υφασμάτων καί εκ τών φουστανελλών αυτών βεβαπτισμένων εν ελαίω πρός φωτισμόν τού περιβόλου τής μονής καί φυλάττοντες άγρυπνοι τά μάλλον ευεπίβατα αυτού.

Οι δέ μονασταί, εν οίς ο ηγούμενος τής μονής Κοσμάς Θεοχάρης καί οι ιερομόναχοι Παρθένιος, Ανατόλιος, Ιωακείμ, Κυπριανός καί Καλλίστρατος, νύν μέν υπό τόν ήχον τού κώδωνος καί τών σημάντρων τού ναού ετέλουν παρακλήσεις, νύν δέ αρπάζοντες τά όπλα έσπευδον εις τούς προμαχώνας τού περιβόλου ένθα δεινοτέραν ηπείλουν οι πολιορκηταί έφοδον. Μάτην δ' αποπειραθέντες τήν νύκτα οι πολιορκηταί νά εκπολιορκήσωσιν εξ εφόδου τήν μονήν τή υστεραία κατασκεύαζον υπονόμους εν κρυπτώ τού περιβόλου τής μονής.

Περί τήν εσπέραν Αλβανός τις εφώνησεν: "Ορέ καπετάνιε, όποιος καί άν είσαι μάθε ότι τό ποντίκι εμβήκεν από κάτω καί άμα έβγη ο ήλιος, δέν θά μείνει ρουθούνι καί ότι θά κάμετε, κάμετε". Διό, συμβουλίου γενομένου, μετά τήν μέσην νύκτα εξορμήσαντες ξιφήρεις διεξήλθον οι πολιορκούμενοι, εξ ών εφονεύθησαν τρείς καί ετραυματίστησαν επτά, εν οίς καί ο οπλιτάρχης Φραγγίστας κατά τήν κεφαλήν. Εξελθόντες δ' οι πολιορκούμενοι διά Πλεσίου αφίκοντο εις τόν Κόρακα (Βαρδούσια), όπου διέτριβεν ο Καραϊσκάκης.»


Γενική Ιστορία (1890), Γεώργιος Κρέμος






Ιερά Μονή Βαρνάκοβας ανεγέρθη τό 1077 από τόν μοναχό Αρσένιο


Στήν Αθήνα, η είδηση τής καθόδου τού Κιουταχή δημιούργησε πανικό. Οι κάτοικοι μετέφεραν τά γυναικόπαιδα στήν Κούλουρη (Σαλαμίνα) καί άρχιζαν τίς ετοιμασίες γιά νά αντιμετωπίσουν τόν εχθρό. Η τυραννική διαγωγή τού διοικητή τής πόλης Γκούρα είχε δημιουργήσει πολλούς τουρκολάτρες, οι οποίοι δέχτηκαν νά προσκυνήσουν τόν Κιουταχή, ενώ κάποιοι Χασιώτες προσκυνημένοι δολοφόνησαν καί τόν γενναίο οπλαρχηγό Μελέτη Βασιλείου πού τόσα είχε προσφέρει γιά τήν απελευθέρωση τών Αθηνών. Ο Γκούρας είχε δώσει προτεραιότητα στήν αύξηση τής προσωπικής του περιουσίας. Έστελνε τά αποβράσματα πού είχε στό στρατιωτικό του σώμα, μεταξύ τών οποίων τόν κακούργο Μάνταλο καί κατάκλεβε τούς κατοίκους τής Αττικής. Ο Μάνταλος συνέλαβε τόν ογδονταπεντάχρονο Ιωάννη Κτενά καί τόν έριξε στά μπουντρούμια, δολοφόνησε τήν νεαρή Αικατερίνη Κόρδα πού αρνήθηκε νά τού δώσει χρήματα καί τραυμάτισε θανάσιμα τόν Φυλακτό Δεμερτζή.

Στό μεταξύ, ο Κιουταχής πέρασε από τά Σάλωνα καί στίς 28 Μαΐου 1826 κατέλαβε τή Θήβα. Στή συνέχεια έφθασε στό Μενίδι καί τή Χασιά (Δήμος Φυλής), όπου οι τουρκόφρονες έτρεξαν νά τόν προϋπαντήσουν. Από εκεί ο Ρεσίτης έστειλε δεκάδες απεσταλμένους στά χωριά τής Αττικής ζητώντας υποταγή καί επαναφορά στό παλαιό καθεστώς τής "δικαίας καί ανεκτικής οθωμανικής διοίκησης".

Στήν Ελευσίνα είχε στηθεί ελληνικό στρατόπεδο από τούς Νικόλαο Κριεζώτη καί Βάσο Μαυροβουνιώτη καί παράλληλα οι Μακεδόνες, οι Θεσσαλοί καί οι Θράκες αγωνιστές είχαν δημιουργήσει ένα ξεχωριστό σώμα μέ δική του σημαία καί είχαν τεθεί μέ δική τους πρωτοβουλία κάτω από τίς διαταγές τού Καραϊσκάκη. Όλοι πλέον έβλεπαν στό πρόσωπο τού γιού τής καλόγριας, τόν μοναδικό αρχηγό πού θά μπορούσε νά αντιμετωπίσει τόν εχθρό πού βρισκόταν πρό τών πυλών. Στήν κυβέρνηση όμως κανένας δέν τολμούσε νά προφέρει τό όνομα "Καραϊσκάκης" μπροστά στόν Ανδρέα Ζαΐμη εξ αιτίας τών δεινών πού είχε υποφέρει ο Καλαβρυτινός προεστός από τά ρουμελιώτικα στρατεύματα κατά τή διάρκεια τού εμφυλίου πολέμου. Ο Καραϊσκάκης ήταν ανάμεσα σέ αυτούς πού είχε βγάλει σέ πλειστηριασμό τά υπάρχοντα τής οικογένειας Ζαΐμη. Ο Ζαΐμης όμως μίλησε πρώτος καί είπε:

- "Δέν βλέπω άλλον αξιώτερον από τόν Καραϊσκάκην".

Στή συνέχεια τόν διόρισε Γενικό Αρχηγό τών στρατευμάτων τής Ανατολικής Στερεάς καί τού υποσχέθηκε ότι θά τόν στηρίξει μέ όλες του τίς δυνάμεις. Οι δύο άντρες συναντήθηκαν καί αγκαλιάστηκαν μπροστά στό έκπληκτο υπουργικό συμβούλιο. Ο Καραϊσκάκης ξεκινούσε τήν ιστορική του πορεία πού θά έβαζε τό όνομά του στίς πιό ψηλές θέσεις τών Ηρώων τού Εικοσιένα.

Ο "Σταυραετός τής Ρούμελης" αρχικά πήγε στήν Ελευσίνα έχοντας μαζί του τόν Γιαννάκη Φραγκίστα, τόν Κωνσταντίνο Βέρη, τόν Νάκο Πανουργιά, τόν αδελφό τού Οδυσσέα Γιαννάκη καί τά σώματα τών Μακεδόνων. Εκεί συνάντησε τόν Γάλλο αξιωματικό Φαβιέρο μέ δύο τάγματα τακτικού στρατού, ο οποίος έφθασε από τά Μέθανα. Γιά νά μήν υπάρξει σύγκρουση μεταξύ τών δύο αρχηγών, η κυβέρνηση είχε συστήσει στόν Καραϊσκάκη νά συμβουλεύεται τόν Φαβιέρο καί νά αποφασίζουν από κοινού γιά τίς πολεμικές επιχειρήσεις.






Άλωση τών Αθηνών (3 Αυγούστου 1826)



Στίς 3 Ιουλίου 1826 ο τουρκικός στρατός πού αποτελείτο από 20000 άνδρες στρατοπέδευσε στά Πατήσια καί ξεκίνησε τήν πολιορκία τής πόλης τών Αθηνών, μέσα στήν οποία ήταν κλεισμένοι οι 1400 στρατιώτες τού Ιωάννη Γκούρα. Σέ αυτούς ήρθαν τήν τελευταία στιγμή νά προστεθούν 100 άνδρες μέ αρχηγούς τούς Στάθη Κατσικογιάννη, Διονύσιο Ευμορφόπουλο καί Γεράσιμο Φωκά. Οι πιό σημαντικοί οπλαρχηγοί πού είχε κάτω από τίς διαταγές του ο Γκούρας ήταν οι Μακρυγιάννης, Μήτρος Λέκκας, Συμεών Ζαχαρίτσας, Νερούτσος Μπενιζέλος, Νικόλαος Δανίλης, Νικόλαος Μπενιζέλος, Δημήτριος Καψοράχης, Μήτρος Λήτσας καί Αναγνώστης Ντάβαρης.

Τά κανόνια τού Κιουταχή άρχισαν αμέσως τό καταστροφικό τους έργο, προξενώντας σημαντικές φθορές στά τείχη τής πόλης. Ο έμπειρος Τούρκος στρατηγός πίεζε τά στρατεύματά του νά καταλάβουν τήν Αθήνα, προτού οι Έλληνες πού είχαν συγκεντρωθεί στήν Ελευσίνα, ανασυνταχθούν καί περάσουν στήν αντεπίθεση.

Ο Κιουταχής είχε ζητήσει βοήθεια από τόν δραστήριο Ομέρ πασά τής Καρύστου, ο οποίος κατέλαβε τό Καπανδρίτι καί τό ιππικό του προχώρησε ακόμα καί μέχρι τόν Πειραιά. Οι Βάσος Μαυροβουνιώτης καί Νικόλαος Κριεζώτης έστησαν ενέδρα στά Λιόσια καί σκότωσαν αρκετούς Τούρκους ιππείς κατά τήν επιστροφή τους από τόν Πειραιά. Ο Ομέρ ακολουθώντας τίς εντολές τού Κιουταχή μοίραζε καί αυτός μέ τή σειρά του χαρτιά αμνηστείας ζητώντας υποταγή από τά χωριά τής Δυτικής Αττικής, μέ ευνοϊκά γι' αυτόν αποτελέσματα, καθώς εκατοντάδες ήταν οι χωρικοί πού έτρεχαν νά προσκυνήσουν τόν Τούρκο πασά.

Οι Αθηναίοι, έχοντας σάν πρότυπό τους τή θυσία τού Μεσολογγίου καί αντλώντας κουράγιο από τά διάσπαρτα αρχαία μνημεία τών προγόνων τους, ήταν αποφασισμένοι νά πολεμήσουν μέχρις εσχάτων. "Εάν οι συμπατριώτες μας μάς αφήσουν αβοήθητους, τότε τά σώματά μας θά τά σκεπάσουν οι ναοί τού Παρθενώνα, τού Ποσειδώνα καί τού Ερεχθέα, τά οποία διά νά μήν καπνισθούν καί άλλη μία φορά από τόν καπνό τών βαρβάρων θέλουν πέσει μαζί μας."

Τούς πολιορκημένους είχε επισκεφθεί πρό ημερών καί ο φιλέλληνας Βρετανός πλοίαρχος Χάμιλτον, ο οποίος τούς είχε πεί ότι πάσει θυσία θά πρέπει νά κρατήσουν τό σημαντικό αυτό φρούριο, αφού οι Προστάτιδες Δυνάμεις συζητούσαν πλέον ανοιχτά γιά τήν αναγνώριση τής ανεξαρτησίας τής Ελλάδος. Κάθε μέρα πού περνούσε έφερνε τήν Ελλάδα πιό κοντά στήν ελευθερία.

Πολύτιμη γιά τήν άμυνα ήταν καί ή άφιξη τού Κώστα Χορμοβίτη, περίφημου λαγουμιτζή πού είχε διακριθεί στήν πολιορκία τού Μεσολογγίου. Στίς 13 Ιουλίου 1826 ο Μακρυγιάννης μέ Αθηναίους ενόπλους επιχείρησε ξαφνική έφοδο καί κτύπησε τούς Τούρκους πυροβολητές πού βρίσκονταν στά αλώνια τού Γερανίου (νότια από τήν πλατεία Ομονοίας κοντά στού Ψυρρή), σκοτώνοντας αρκετούς από αυτούς. Τήν επόμενη νύκτα ήταν η σειρά τών Τούρκων νά επιτεθούν γιά νά καταλάβουν τούς στύλους τού Ολυμπίου Διός, αλλά τό εγχείρημά τους απέτυχε. Οι Αθηναίοι γιά νά αντιμετωπίσουν τά τουρκικά κανόνια στό Γεράνι, έστησαν κανονοστάσια στούς Αγίους Αναργύρους.

Στίς 31 Ιουλίου 1826, οι Τουρκαλβανοί τού Κιουταχή συνέλαβαν επτά Έλληνες στρατιώτες πού είχαν σταλεί από τό στρατόπεδο τής Ελευσίνας πρός τούς πολιορκημένους τής Αθήνας μέ επιστολές πού τούς πληροφορούσαν ότι σύντομα θά ξεκινούσε ελληνική επίθεση κατά τού Κιουταχή. Τελικά τήν πληροφορία αυτή τήν χρησιμοποίησε ο ίδιος ο Κιουταχής, ο οποίος ενέτεινε τίς προσπάθειες γιά κατάληψη τής πόλης. Ο Γκούρας δέν είχε φροντίσει νά οχυρώσει επαρκώς τό τείχος τής πόλης ούτε είχε εφοδιάσει τήν πόλη μέ κανόνια. Σύμφωνα μέ τόν αυτόπτη μάρτυρα Διονύσιο Σουρμελή, παρά τά τεράστια ποσά πού είχε εισπράξει από τόν προστάτη του Κωλέττη, τό φρούριο είχε τρομερές ελλείψεις σέ μπαρούτι, μολύβι καί φυσέκια.

Οι Τούρκοι ποτισμένοι μέ ρούμι καί ρακί γιά νά πάρουν θάρρος επιτέθηκαν μέ τήν ανατολή τού ηλίου τής 3ης Αυγούστου 1826 σέ πολλά σημεία τού τείχους καί τελικά κυρίευσαν τήν Αθήνα από τήν Γύφτικη Πόρτα (βορειοδυτικά τής πόλης όπου ξεκινούσε ο δρόμος γιά τήν Ελευσίνα στή σημερινή οδό Σαρρή) καί τούς προμαχώνες τών Αγίων Θεοδώρων καί τών Αγίων Αναργύρων. Οι απώλειες τών Ελλήνων από τήν μάχη τής 3ης Αυγούστου 1826 ήταν 30 νεκροί ενώ οι Τουρκαλβανοί έπιασαν αιχμάλωτες καί 40 γυναίκες. Όλοι οι υπόλοιποι έτρεξαν νά οχυρωθούν στήν Ακρόπολη, αφήνοντας τόν Κιουταχή κυρίαρχο τής πόλης τών Αθηνών.

«Ο εχθρός έρχεται εις τήν Αττικήν τόν Ιούνιον μήνα 1826. Τά δύο χωρία τής Αττικής Χασιά καί Μενίδι, τόν υποδέχονται καί τόν προσκυνούν. Τήν 3ην Ιουλίου 1826 εστρατοπέδευσεν ο εχθρός έξω τής πόλεως, αφ' ής ημέρας άρχεται ο αποκλεισμός. Η σύμπνοια τών Αθηναίων μετά τών περί τόν Γεράσιμο Φωκά καί Διονύσιο Ευμορφόπουλο έκαμε τήν άτακτον φρουράν τού Γκούρα νά συσταλή, καί νά μήν ταράττεται καί ταράττη σφοδρώς. Εν τούτω δέ εκδίδομεν πρός τού έξω τήν παρούσαν προκήρυξιν.

"Κρίνομεν χρέος μας ιερόν, αφού ευρέθημεν επάνω εις τόν σταυρόν καί εις τό σπαθί μας διά νά σώσωμεν τάς ιεράς Αθήνας, ή νά συγκαταταφώμεν εις τήν πλέον επιθυμητήν γήν, πρώτον νά επικαλεσθώμεν τήν Θείαν βοήθειαν καί δεύτερον νά προκηρύξωμεν εις όλους τούς ομογενείς οποίας ελπίδας καί οποία αισθήματα πρέπει νά έχωσι. Θέλομεν πολεμήση τόν εχθρόν μέχρις εσχάτης αναπνοής, έχοντες παράδειγμα τούς αθανάτους τού Μεσολογγίου μέ τόν ενθουσιασμόν εκείνον τόν οποίον γεννά η θρησκεία καί ο πατριωτισμός."

Από τής 5ης μέχρι τής 12ης τού Ιουλίου 1826 εγένεντο μικροί ακροβολισμοί καί κανονοβολισμοί. Τήν δέ ερχομένην νύκτα οι εχθροί έκαμαν μέγαν θόρυβον μετά κραυγών καί τουφεκισμών, οι δέ ημέτεροι εξελθόντες τών τειχών κατεδίωξαν αυτούς κτυπώντες μέ τό πύρ καί μέ τόν σίδηρον επέκεινα ενός μιλίου, επέστρεψαν απλήγωτοι. Τήν αυτήν ημέραν πρός τήν νύκτα εισήλθεν ο Κώστας Λαγουμιτζής υπονομοποιός μετά καί άλλων εβδομήκοντα Αθηναίων.

Τήν 15ην Ιουλίου εφάνη πρώτον κανονοστάσιον τών εχθρών, καί ακολούθως αύξησεν ο αριθμός. Αι σφαίραι τών κανονίων ήσαν από 5 - 18 οκάδας. Συγχρόνως έστησαν καί όλμους βομβών, ώστε τό πύρ ηύξανεν ημέραν παρ' ημέραν. Τό κάτω τείχος εκτυπάτο αδιακόπως, καί οι ημέτεροι ενησχολούντο εις επισκευάς καί εναντιώσεις. Ο Κιουταχής αφού έμαθε τήν αρχηγίαν τού Καραϊσκάκη καί τήν έλευσιν τών ελληνικών σωμάτων εις Σαλαμίνα καί Ελευσίνα, πρίν συνέλθωσιν έξω τών Αθηνών, καί επιφέρωσιν εμπόδια, σπεύδει νά κυριεύση τήν πόλιν. Μετέρχεται λοιπόν σφοδρότερον καί πυκνότερον τόν κανονοβολισμόν εναντίον τών μπουρτζίων (φρουρίων) ημέραν καί νύκταν αδιακόπως.

Περί τόν όρθρον λοιπόν τής 3ης Αυγούστου 1826, αφού ο Κιουταχής επότισε τούς μέλλοντας νά κάμωσι τήν έφοδον ρακί καί ρούμι, έδωκε τό σύνθημα τής εφόδου. Όσοι εξεύρουσι τήν έκτασιν τού τειχίου τής πόλεως, μαθόντες δέ καί τόν αριθμόν τών υπερασπιζομένων αυτό, ότι δέν υπερέβαινε τούς οκτακοσίους, θέλει πιστεύσει ότι ήτον αδύνατον νά αντικρούσωσι πέντε χιλιάδας επερχομένους διά μιάς. Μόλον τούτο εκτυπήθησαν μέ ανδρείαν τών ημετέρων καί εις τήν πρώτην εφόρμησιν γενομένην κατά τήν πύλην τής Αγίας Τριάδος δέν ηδυνήθησαν νά εισέλθωσιν, αλλ' οπισθοδρομήσαντες εισήλθον δι' άλλων εισόδων αδυνατωτέρων περί τήν πύλην τήν Αχαρνών. Εφονεύθησαν δέ πολλοί τών εχθρών, εξ ημών δέ 30 επληγώθησαν καί δώδεκα εχάθησαν. Κατ' αυτήν ο γενναίος Δημήτριος Καζαντζής πληγωθείς, όμως συλλαβών ζώντα ένα Τούρκο γιγαντιαίον, ανήγαγεν εις τό φρούριον, καί μετ' ολίγας ημέρας εκ τού τραύματος ετελεύτησε νέος.

Οι ημέτεροι, αφού οι εχθροί εισήλθον εις τήν πόλιν, δέν έπαυον νά καταβαίνωσι από τού φρουρίου τής Ακροπόλεως, άλλους μέν νά καίωσιν εντός οικιών, άλλους δέ νά φονεύωσι καί άλλους νά ζωγρώσιν. Ο Μήτρος Σαρκουδίνος τήν 4ην Αυγούστου 1826, μετά καί άλλων τινών καταβαίνων εις τινας οικίας πρός τό ανατολικό μέρος, εισέρχεται ατρομήτως, κτυπά, φονεύει καί ενώ μέ τό πύρ εις τάς χείρας επροσπάθει νά καύση τήν οικίαν τού Σταύρου Πατούσα, εν ή ήσαν Τούρκοι, μή θέλοντες νά παραδοθώσι, πληγώνεται καιρίως, αφού όμως κατόρθωσε διαδοθέντος τού πυρός νά ζωγρηθώσιν έξ εξ αυτών. Ετελεύτησε δέ ο πληγωθείς Σαρκουδίνος μετά τέσσαρας ημέρας. Ο ζήλος του εις τήν ελευθερίαν καί τό μίσος του πρός τούς Τούρκους ήσαν δείγματα τής μεγαλοψυχίας του. Αυθημερόν πληγωθείς καί ο Δημήτριος Πρεβεζάνος ετελεύτησε καί ούτος ο ανδρείος αξιωματικός τής φρουράς.»


Ιστορία τών Αθηνών κατά τόν υπέρ Ελευθερίας Αγώνα, Διονύσιος Σουρμελής






Edward Dodwell: Views in Greece, London 1821


«Αφού μπήκε ο Γκούρας εις τό ταχτικόν, εις τήν Διοίκηση είχε τόν συμπέθερό του Γιαννάκο Βλάχο καί τούς άλλους φίλους του. Κι' όλοι αυτείνοι συνφώνησαν νά στείλουν μίαν επιτροπή εις τήν Αθήνα δική τους, από φίλους, νά πουλήσουνε τήν εθνική γής καί νά τήν πάρη ο Γκούρας κι' αυτείνη όλη η συντροφιά, γής, ελιές, σπίτια, αργαστήρια καί τά εξής. Στέλνουν επιτροπή τόν Γιάννη Κουντουμά, τόν Θανάση Λιδορίκη, τόν Γιωργάκη Μόστρα. Αφού ήρθαν, βγάζουν μίαν προκήρυξη δι' αυτά, νά τά πουλήσουνε. Μιά ημέρα πήγαινα μέ τόν Γκούρα σεργιάνι καβάλλα. Μέ κολάκευε ήθελε νά μού δώση μίαν ανιψιά του γυναίκα.

- "Τού Χασεκή (Ο Χατζή Αλή Χασεκής ήταν ένας αιμοβόρος Τούρκος δυνάστης πού έκτισε τό ομώνυμο τείχος τό 1778 μέ τόν ιδρώτα καί τό αίμα τών ραγιάδων τής Αθήνας), τά υποστατικά, ελιές, περιβόλι κι' όλη τήν περιφέρεια θά τήν πάρω εγώ δι' όσα μού χρωστάει τό Έθνος".

- "Εσύ πήρες θησαυρούς από αυτό τό δυστυχισμένο Έθνος εις τά στρατόπεδα, εις τήν Αθήνα, εις τήν Πελοπόννησο. Πόσο φουσάτο έχεις εις τήν οδηγίαν σου; Ποτέ δέν βγαίνουν τρακόσοι άνθρωποι καί πλερώνει όλη η Ανατολική Ελλάς καί η κυβέρνηση δι' αυτούς. Κι' όλον τόν κόσμο τόν γύμνωσες καί δόντια έβγαλες εσύ κι' ο Μαμούρης σου καί μέ τό τζεκούρι σκοτώσατε ανθρώπους. Τό Σαρρή τόν σκοτώσατε γιά πενήντα χιλιάδες γρόσια οπού 'χε απάνου του, εις γρόσια καί τζιβαϊρκά (κοσμήματα), τά πήρε ο Μαμούρης καί τά μεράσετε. Τέλος πάντων εσύ γυρεύεις ακόμα από τήν κυβέρνησιν νά πάρης καί οχτακόσες χιλιάδες γρόσια καί κατά τήν επιτροπή, οπού 'ναι διορισμένοι όλοι φίλοι σου, θά πάρης υποστατικό οπού ν' αξίζη πενήντα διά δέκα αυτείνη η επιτροπή θά τό ξετιμήση τοιούτως. Οι φίλοι σου καί οι συγγενείς σου κυβερνήτες τά 'πικυρώνουν. Τέλος πάντων εσύ κι' ο Μαμούρης σου θά γίνης Μεμεταλής, εσύ, κι' αυτός Μπραΐμης κ' εμάς θά μάς πάρετε είλωτες! Νά τήν χέσω τέτοια λευτεριά, οπού θά κάμω εγώ εσένα πασιά!"

- "Τι κουβεντιάζεις έτζι;"

- "Έτζι κουβεντιάζω! Όταν τά πάρης εσύ αυτά καί οι φίλοι σου, νά μέ φτύσης!"

Σηκώθηκα κι' αναχώρησα κατά τό κονάκι μου.

Ο Κιτάγιας (Κιουταχής) ήρθε μέ μεγάλη δύναμη ανθρώπων, μέ καβαλλαρία, μέ κανόνια, μ' όλα τ' αναγκαία τού πολέμου. Έπιασε τά Πατήσια. Τά χωριά τά περισσότερα τής Αθήνας προσκύνησαν, ότι από τήν δικαιοσύνην μας πολλούς κατοίκους τούς ηύρανε φορτωμένους πέτρες καί τούς ξεφόρτωσαν κι' άλλους τούς λευτέρωσαν, οπού τούς παιδεύαμεν διά χρήματα. Αφού μάθαν οι Αθηναίοι ότι έρχεται ο Κιτάγιας, μέ ζήτησαν εις τόν Φαβιέ, ότ' ήμουν εις τήν οδηγίαν του, καί μο' 'δωσε τήν άδεια κ' έμεινα άμα πήγε εις τά Μέθενα (Μέθανα Τροιζηνίας) μέ τό σώμα. (Ο Μακρυγιάννης ήταν στά Μέθανα μέ τόν αρχηγό τού τακτικού Φαβιέρο καί αφού πήρε άδεια μπήκε στήν Αθήνα γιά νά ενισχύσει τήν άμυνά της).

Καί μέ διορίσαν μ' άλλους δυο Αθηναίους τόν Συμεών Ζαχαρίτζα καί Νερούτζον Μετζέλο (Νερούτσος Μπενιζέλος) καί ήμαστε μ' ανθρώπους εις τά τείχη της πόλεως καί πολεμούσαμεν νύχτα καί ημέρα τριάντα τέσσερες ημέρες. Ο Κιτάγιας χάλαγε τά τείχη μέ τά κανόνια κ' εμείς φκειάναμεν. Καί καταφανιστήκαμεν εις τόν σκοτωμόν καί πληγωμόν. Μίαν αυγή, μίαν ώρα νά φέξη, αφού γκρέμισε σέ πολλά μέρη της πόλεως τά τείχη καί δέν μάς άφηναν τά κανόνια τ' ακατάπαυτα νά μερεμετίσουμεν (επιδιορθώσουμε) τά τείχη, τότε μπήκαν οι Τούρκοι, (3 Αυγούστου 1826) τούς μέθυσε πρώτα μέ ρούμι καί μπήκαν από τρεις μεριές. Κι' ανακατωμένοι μέ τούς Τούρκους πήγαμεν πολεμώντας ως τό κάστρον. (Αρχές Ιουλίου 1826 ξεκίνησε η πολιορκία τής πόλης καί ύστερα από ένα περίπου μήνα ο Κιουταχής κατάφερε νά τήν καταλάβει, αναγκάζοντας τούς αμυνόμενους νά αποσυρθούν στόν βράχο τής Ακρόπολης).

Εις τά μπροστινά τείχη τά μακρύτερα, οπού 'ναι πρόσωπον τών Πατησίων, φυλάγαμεν οι Αθηναίοι κι' ο γενναίος κι' αγαθός πατριώτης ο Μορφόπουλος (Διονύσιος Ευμορφόπουλος) από τήν Μπουμπουνίστρα (πύλη τών Αθηνών στά ανατολικά τείχη κοντά στήν Πύλη τού Αδριανού) κι' ως τό ριζό τού κάστρου ο Μαμούρης μ' ανθρώπους τού Γκούρα καί χωργιάτες από τίς Κολώνες, τόν Αγιώργη, ως τό ριζό τού κάστρου ο Στάθης Κατζικογιάννης. Όλοι αγωνίστηκαν γενναίως καί πατριωτικώς. Η πατρίς χάριτες τούς χρωστάγει.

Ο Γκούρας ήταν εις τό κάστρον κι' ούθεν έκανε ανάγκη, οπού ήταν πολύς πόλεμος, πρόφτανε. Καί γενικώς όλοι αγωνιστήκανε πατριωτικώς καί γενναίως. Οι Τούρκοι ολόγυρα τήν χώρα είχαν κανονοστάσια, τάμπιες (ντάπιες), καί βαρούσαν μέ κανόνια, μπόμπες καί γρανέτες καί λιανοντούφεκον. Αυτείνοι πλήθος κ' εμείς ολίγοι ως πεντακόσοι άνθρωποι, κάτου όχι απάνου. Οι θέσες εκτεταμένες. Πήγαμεν εις τό φρούριον. Ήταν η νίλα εκεί γυναικόπαιδα, ζώα. Γιόμωσε ο Σερπετζές (Φράγκικος πύργος κτισμένος κοντά στά Προπύλαια πού κατεδαφίστηκε τό 1877.)

Η Θεία Πρόνοια, αδελφοί αναγνώστες, είναι μεγάλη καί δίκια. Οι Τούρκοι είχαν πιασμένες όλες τίς θέσες ολόγυρα εις τήν χώρα καί τό κάστρο. Εβήκαν οι άνθρωποι, γυναικόπαιδα, κλαίγοντας, μέ τόσα ζώα, καί οι Τούρκοι δέν τούς πήραν χαμπέρι τελείως καί σωθήκανε όλοι χωρίς νά ματώση μύτη κανενού καί πήγαν εις Αμπελάκι (Αμπελάκια Σαλαμίνας) καί Κούλουρη (Σαλαμίνα). Τήν χώρα τήν βαστήσαμεν τριάντα τέσσερες ημέρες. Κολλήσαμεν εις τό κάστρο Αυγούστου 3, τά 1826. Όταν μπήκαμεν εις τό κάστρο, ήταν πλήθος εκεί βόιδια. Ο Γκούρας, αμαθής από μπλόκους, τά 'βγαλε καί τ' απόλυσε όλα έξω, καί τά πήραν οι Τούρκοι. Τού λέγω:

- "Τί κάνεις, αδελφέ; εδώ είναι πολιορκία."

- "Λέγει, λίγον καιρό θά κάμωμεν".

Έτζι το' 'λεγαν οι Ευρωπαίγοι, οπού 'ρχονταν εις τό κάστρο, καί τούς πίστευε. Όταν δέν είχαμεν ούτε ψωμί, βάρειε τό κεφάλι του. Τά βόιδια τά 'φαγαν οι Τούρκοι κ' ευκιώνταν τήν ανοησίαν τού Γκούρα. Εγώ ήμουν καμμένος από τό κάστρο τής Άρτας, οπού καθόμουν νηστικός, κι' από τό Νιόκαστρο, οπού δέν είχαμεν ούτε νερό.»


Απομνημονεύματα Μακρυγιάννη




Μάχη τού Χαϊδαρίου (6 - 8 Αυγούστου 1826)



Ο Καραϊσκάκης πού βρισκόταν στήν Ελευσίνα, μόλις έλαβε τήν είδηση τής κατάληψης τών Αθηνών από τίς δυνάμεις τού Κιουταχή αποφάσισε νά δράσει. Παρά τήν αντίθετη γνώμη τού Φαβιέρου, ο οποίος τελικά περισσότερο εμπόδιζε παρά βοηθούσε τόν Καραϊσκάκη στίς επιχειρήσεις του, ο ελληνικός στρατός κινήθηκε πρός τό Χαϊδάρι. Εκεί οι στρατιώτες έριξαν μία ομοβροντία μέ τά όπλα τους γιά νά κάνουν γνωστή τήν άφιξή τους τόσο στούς πολιορκημένους όσο καί στόν ίδιο τόν Τούρκο σερασκιέρη. Ο Καραϊσκάκης προτιμούσε νά δεχτεί επίθεση παρά νά πραγματοποιήσει ο ίδιος επίθεση στό στρατόπεδο τού Κιουταχή, αφού απέφευγε σάν τόν Κολοκοτρώνη νά εκθέτει τούς άνδρες του στόν κίνδυνο, γιά νά μήν τούς προκαλεί απώλειες. Ο ελληνικός στρατός ανερχόταν σέ 3000 ενόπλους καί είχε νά αντιμετωπίσει 20000 τουρκικό ασκέρι εφοδιασμένο μέ κανόνια καί ισχυρό ιππικό. Ο "Σταυραετός τής Ρούμελης" πολύ σωστά υπολόγισε ότι ο Κιουταχής θά έστελνε χωρίς καθυστέρηση τό ιππικό του γιά νά διώξει τίς ενισχύσεις τών Ελλήνων. Έτσι έδωσε εντολή στά παλληκάρια του νά φτιάξουν ταμπούρια σέ ορεινές θέσεις καί νά οχυρωθούν εκεί. Οι Νικόλαος Κριεζώτης, Στέφος Σέρβος, Κατσαρός καί Χριστόφορος Περραιβός βρίσκονταν στά αριστερά τής ελληνικής παράταξης καί ο Γεώργιος Χελιώτης στά δεξιά. Ο Φαβιέρος μέ τούς στρατιώτες του στρατοπέδευσαν σέ πιό ομαλό έδαφος χωρίς νά σκάψουν χαρακώματα.

Τό πρωΐ τής 6ης Αυγούστου 1826 ξεπρόβαλλε μέσα από τόν ελαιώνα περίπολος τού τουρκικού ιππικού, τήν οποία υποδέχτηκαν οι Έλληνες μέ καταιγισμό πυρών. Η περίπολος επέστρεψε γιά νά αναφέρει τίς θέσεις τού εχθρού καί ύστερα από μία ώρα ολόκληρο τό τουρκικό ιππικό κατέπεσε κατά τών Ελλήνων. Οι Έλληνες έμειναν ακλόνητοι στίς θέσεις τους, καταφέροντας μεγάλες απώλειες στούς Τούρκους ντελήδες (ιππείς). Ιδιαίτερη ανδρεία έδειξαν οι φιλέλληνες πού αποτελούσαν τό τακτικό στράτευμα τού Φαβιέρου, οι οποίοι βλέποντας τούς Τούρκους νά υποχωρούν έτρεξαν νά τούς κυνηγήσουν. Αυτή η κίνηση δέν άρεσε στόν Καραϊσκάκη, ο οποίος γνώριζε ότι σέ ανοικτό χώρο τό τουρκικό ιππικό είναι ανίκητο καί ζήτησε από τόν Φαβιέρο νά επιστρέψουν πίσω οι άνδρες του, επιφέροντας γιά μία ακόμα φορά ρήξη στίς σχέσεις τών δύο ανδρών. Ο Φαβιέρος μέ τήν υπεροψία τού Γάλλου αξιωματικού δήλωνε ότι ήρθε νά πολεμήσει καί νά διώξει τόν εχθρό από τήν Αθήνα καί όχι νά παίρνει εντολές γιά υποχώρηση. Τελικά ο Φαβιέρος αναγκάστηκε νά δώσει εντολή στούς άνδρες του νά γυρίσουν πίσω στό στρατόπεδο.

«Μόλις δ' εφάνη τό λυκαυγές καί η μουσική μέ τούς τερπνούς ήχους της ήχησε τό εωθινόν, ιππείς τινές ήλθον από τό εχθρικόν στρατόπεδον διά νά κατασκοπεύσωσι, τουφεκισθέντες όμως εκ τών ελληνικών στρατευμάτων απεσύρθησαν. Αλλά μετά μίαν περίπου ώραν έν σώμα εχθρικόν ιππικόν, διαιρεθέν εις δύο, επέπεσεν εις τάς πτέρυγας τού στρατοπέδου, καί τό μέν έν, τό οποίον ήτον καί μεγαλύτερον, διευθύνθη κατά τής αριστεράς όπου ήσαν ο Νικόλαος Κριεζώτης, ο Στέφος Σέρβος καί τό σώμα τών Επτανησίων, τό δέ κατά τής δεξιάς, όπου ήτον τό χαράκωμα τού Γεωργίου Χελιώτη, καί εις τάς δύο δέ ταύτας πτέρυγας συγχρόνως συνεκροτήθη μάχη.

Τότε ο Φαβιέρος συναινέσει τού Καραϊσκάκη έστειλε τό πρώτον τάγμα εις επικουρίαν εις τήν αριστεράν πτέρυγα, όπου ήτον περισσοτέρα ανάγκη, τόν δέ λόχον τών φιλελλήνων εις τήν δεξιάν. Ούτω τό μέν πρώτον τάγμα σχηματισθέν κατά φάλαγγα πυκνήν επρόσβαλε τό εχθρικόν ιππικόν κατά μέτωπον, τό οποίον παρευθύς υπεχώρησε μέ μεγίστην ζημίαν του, χάσας τόν αρχηγόν του καί τήν σημαίαν του, αφήσας δέ εις τό πεδίον τής μάχης πολλούς φονευμένους, τούς οποίους λαφυραγωγήσαντες οι στρατιώται ωφελήθησαν μεγάλως από τάς ζώνας των.

Αλλ' αφ' ού τό εχθρικόν ιππικόν υπεχώρησεν, ο δέ Καραϊσκάκης παρατηρών ότι όλα τά ελαφρά στρατεύματα απεσύρθησαν εις τάς θέσεις των, καί ότι μόνος του ο τακτικός στρατός, όστις εξηκολούθει έτι τήν τακτικήν πορείαν του, ήθελε κινδυνεύσει, εάν εισχωρήση εις τόν ελαιώνα, επρότεινεν εις τόν Φαβιέρον νά παύση τήν καταδίωξιν τών εχθρών. Ούτος όμως εξ εναντίας επέμεινε λέγων, ότι ο σκοπός διά τόν οποίον εξεστράτευσαν ήτον τό νά καταδιώξωσι τόν εχθρόν, καί όχι νά είνει εν αμύνη, καί ότι αύτη ήτον η μόνη περίστασις διά νά ωφεληθώσιν από τήν νίκην καί από τήν εξ αυτής ηθικήν επιρροήν εις τά στρατεύματα.»


Ιστορία τού τακτικού στρατού τής Ελλάδος (1837), Χρήστος Βυζάντιος



Η πρώτη μάχη στό Χαϊδάρι σταμάτησε τό απόγευμα καί κράτησε πάνω από οκτώ ώρες. Οι απώλειες τών Ελλήνων ήταν 30 νεκροί ενώ τών Τουρκαλβανών πάνω από 400 νεκροί καί ακόμα περισσότεροι τραυματίες. Οι Έλληνες λαφυραγώγησαν πολλά άλογα καί όπλα από τόν εχθρό μαζί μέ δύο σημαίες, αλλά πιό σημαντική ήταν η νίκη από τήν άποψη τής ψυχολογίας, αφού οι Έλληνες νίκησαν τά εκλεκτότερα στρατεύματα τής οθωμανικής αυτοκρατορίας, παίρνοντας εκδίκηση γιά τό αδικοχαμένο Μεσολόγγι.

«Η πτώσις τής πόλεως τών Αθηνών ηνάγκασε τόν Καραϊσκάκην νά επιταχύνη τά κατά τών εχθρών κινήματα. Εξέδωκε λοιπόν προσκλήσεις διά νά συνέλθωσιν όλα τά στρατεύματα εις Ελευσίνα, όπου έμελλε νά συγκροτηθή τό γενικόν στρατόπεδον. Έφθασε κατ' εκείνας τάς ημέρας καί τό τακτικόν υπό τόν Φαβιέρον, συγκείμενον από χιλίους διακοσίους περίπου, καί έν σώμα υπό τόν Γεώργιον Χελιώτην, σταλμένον εις βοήθειαν τού Καραϊσκάκη από τόν στρατηγόν Νοταράν. Εγένοντο λοιπόν όλοι οι ετοιμασθέντες διά τήν εκστρατείαν ταύτην περίπου τέσσαρες χιλιάδες εξακόσιοι.

Τήν 5ην Αυγούστου 1826 περί τό εσπέρας εκίνησαν από Ελευσίνα όλα τά ανωτέρω στρατεύματα καί περί τά μεσάνυκτα έφθασαν εις Χαϊδάρι, όπου επυροβόλησαν μονόφορα διά νά κάμωσι γνωστόν τόν ερχομόν των εις τούς πολιορκουμένους καί νά τούς προδιαθέσωσιν εις τόν αγώνα, όστις έμελλε νά συμβή τήν ερχομένην ημέραν. Από τόν τουφεκισμόν τούτον εννόησαν καί οι Τούρκοι τόν ερχομόν τών ελληνικών στρατευμάτων, καί ο Κιουταχής διπλασιάσας αμέσως τάς νυκτερινάς φυλακάς προετοιμάζετο όλην τήν νύκτα διά νά συγκροτήση μάχην τήν ακόλουθον ημέραν.

Ο Καραϊσκάκης γνωρίζων ότι αι δυνάμεις του δέν ήσαν ικαναί διά νά εφορμήση αυτός πρώτος κατά τού εχθρού καί ών βέβαιος ότι οι Τούρκοι, αφ' ού αυτός ήθελεν οχυρωθή εις ταύτην τήν θέσιν, έπρεπε νά κινηθώσι κατ' αυτού, διότι δέν ηδύναντο νά μένωσιν ήσυχοι, έχοντες εις τά οπίσθιά των τοιούτον σώμα, απεφάσισε νά κατασκευάση οχυρώματα, εις τά οποία νά τοποθετήση μέρος τών ατάκτων στρατευμάτων διά ν' απαντήσωσι πρώτα τήν εχθρικήν ορμήν. Όλον δέ τό τακτικόν εκρίθη εύλογον νά τοποθετηθή εις μίαν κοιλάδα, όπισθεν δέ καί εκ πλαγίων αυτού νά τοποθετηθή τό άτακτον· περιπλέον τό υπό τόν Κριζιώτην καί Βάσον σώμα διωρίσθη νά εφορά τά κινήματα τού στρατεύματος καί όπου ήθελεν ίδει ανάγκην, νά τρέχη εις βοήθειαν.

Κατ' αυτόν τόν τρόπον παραταχθέντες ολίγον πρό τής ανατολής τού ηλίου επερίμενον τούς εχθρούς. Αυτοί δέ αντιταχθέντες, αφ' ού εκανονοβόλησαν ικανώς μέ δύο κανόνια, τά οποία διά νυκτός έστησαν αντίκρυ τού ελληνικού στρατεύματος, ώρμησαν μέ προθυμίαν εναντίον τών Ελλήνων. Διηθημένοι δέ εις όσα σώματα έβλεπον παρατεταγμένους καί τούς Έλληνας, προσέβαλεν έκαστον εις τούς αντιτεταγμένους· αλλά δύο, τά πολυπληθέστερα καί δυνατώτερα, επέπεσον τό μέν πρός τούς κλεισμένους εις τά οχυρώματα, οι οποίοι ήσαν τό θετταλομακεδονοθρακικόν σώμα υπό τήν οδηγίαν τού Περραιβού καί Στέφου, τό δέ πρός τό τακτικόν. Αντεκρούσθησαν όμως μέ ανδρείαν καί από τά δύο μέρη, καί επειδή δέν ημπόρεσαν ούτε τό έν ούτε τό άλλο σώμα νά μετακινήσωσιν από τόν τόπον του, εκρύφθησαν όπισθεν εις τάς εξοχάς τής γής καί μέσα εις τά κοιλώματα, κατά τήν συνήθειαν τών Αλβανών, αλλά πριν λάβωσι καιρόν νά οχυρωθώσι τόσον πλησίον, εφώρμησαν πανταχόθεν οι Έλληνες, τούς έτρεψαν εις φυγήν καί τούς κατεδίωξαν έως εις τάς θέσεις των, ότε ολίγον έλειψε νά κυριεύσωσι καί τά κανόνια των.

Εις τήν περίστασιν ταύτην ο Φαβιέρος έδωκε γνώμην νά εξακολουθήσωσι τήν καταδίωξιν έως νά έμβωσιν εις τήν πόλιν, προβάλλων ότι η επιτυχία αύτη τών Ελλήνων θέλει προξενήσει τόσην δειλίαν εις τούς εχθρούς, ώστε νά μην αντιπαραταχθώσι πλέον καί ν' αφήσωσι τήν πόλιν χωρίς πόλεμον. Ο Καραϊσκάκης όμως δέν έκρινεν ωφέλιμον τήν επί πλέον καταδίωξιν διότι εφοβείτο τόν σκορπισμόν καί εξάπλωσιν τών Ελλήνων εις τόπον επίπεδον, όπου ο εχθρός ήτον επικρατέστερος διά τό ιππικόν, καί διότι ο εχθρός είχεν ακόμη αρκετόν αριθμόν στρατιωτών, οι οποίοι δέν είχον λάβει μέρος εις ταύτην τήν μάχην. Διά ταύτα ανεκάλεσε τά ελληνικά στρατεύματα από τήν καταδίωξιν καί τά διέταξε νά πιάσωσι τάς οποίας είχον εξ αρχής θέσεις. Ο Φαβιέρος ελυπήθη κ' εδυσαρεστήθη καθ' υπερβολήν, διότι δέν εισηκούσθη τό πρόβλημά του, καί τήν δυσαρέσκειάν του τήν έκαμε γνωστήν εις τόν Καραϊσκάκην.

Εις τήν μάχην ταύτην από μέν τούς Έλληνας εφονεύθησαν οκτώ καί επληγώθησαν είκοσι δύω, από δέ τούς εχθρούς ελέγετο νά εφονεύθησαν περισσότεροι τών 400 καί νά επληγώθησαν διπλάσιοι. Όλοι οι παρευρεθέντες εις ταύτην τήν μάχην Έλληνες ηγωνίσθησαν μέ ανδρείαν. Η μεγαλητέρα όμως φθορά τού εχθρού έγεινεν από τόν λόχον τών ανδρείων φιλελλήνων, από τό τακτικόν καί από τό οχύρωμα τών υπό τόν Περραιβόν. Τά εις τήν αριστεράν πλευράν σώματα επί μέν τής εφόδου τών εχθρών ηκροβολίζοντο μόνον, διότι δέν ήλθε κατ' αυτών σημαντικόν σώμα, συνετέλεσαν όμως εις τήν τροπήν τών Τούρκων, η οποία έλαβε τήν αρχήν της πρώτον από τό μέρος των.

Εις τό λοιπόν τής ημέρας ταύτης διάστημα, καθώς καί εις όλην τήν ερχομένην, δέν έγεινεν ούτε από τό έν μέρος, ούτε από τό άλλο κανέν πολεμικόν κίνημα. Καθείς ωχυρώνετο εις τήν θέσιν του καί ετοιμάζετο εις μέλλουσαν συμπλοκήν. Ο Κιουταχής μή νομίζων ικανήν τήν οποίαν είχε δύναμιν, επροσκάλεσε καί τόν Ομέρ πασάν Καρυστινόν καί άλλα σώματα, τά οποία είχε τοποθετήσει προηγουμένως αλλαχού, ώστε όλοι οι εις μάχην ετοιμασθέντες συνίσταντο εις έξ χιλιάδας πεζούς καί δισχιλίους ιππείς. Οι δέ Έλληνες επεσκεύασαν τά οχυρώματά των καί έστησαν καί τέσσαρα μικρά κανόνια.»


Αινιάν Δημήτριος (Έκδοσις Βλαχογιάννη 1903) - Γεώργιος Καραϊσκάκης

Tό βράδυ οι αρχηγοί έκαναν συμβούλιο καί αποφάσισαν νά εγκαταλείψουν τό Χαϊδάρι καί νά κινηθούν πρός τόν Πειραιά καί τήν Καστέλα, γιά νά βρίσκονται υπό τήν προστασία τών πλοίων τού ελληνικού στόλου. Ο Φαβιέρος όμως, δέν συμφώνησε καί δήλωσε ότι θα έμενε ακόμα καί μόνος του στο Χαϊδάρι γιά νά αντιμετωπίσει τούς μουσουλμάνους πού πολιορκούσαν τήν ιστορική Ακρόπολη. Αυτή τή φορά επικράτησε η άποψη τού Φαβιέρου καί τό στρατόπεδο δέν διαλύθηκε.

Στό αντίπαλο στρατόπεδο, υπήρχε προβληματισμός μέ τήν ήττα στό Χαϊδάρι καί ο Κιουταχής ζήτησε επικουρία από τόν δραστήριο πασά τής Καρύστου. Πράγματι, ο Ομέρ πασάς κινήθηκε μέ μεγάλη ταχύτητα καί έφθασε στά Πατήσια μέ τρείς χιλιάδες άνδρες. Οι δύο πασάδες οργάνωσαν εκ νέου τόν στρατό τους καί επιχείρησαν δεύτερη επίθεση στό Χαϊδάρι. Οι Έλληνες, ενημερωμένοι γιά τήν άφιξη τών ενισχύσεων από τούς χωρικούς πού είχαν ψευτοπροσκυνήσει τούς Τούρκους, επιδιόρθωσαν τίς οχυρώσεις τους καί περίμεναν.

Στίς 8 Αυγούστου 1826, μέ τήν ανατολή τού ηλίου, φάνηκε από μακρυά τό τούρκικο ασκέρι μέ τά μπαϊράκια του καί τούς ντερβίσηδες νά προπορεύονται καί νά φανατίζουν τά πλήθη γιά τόν ιερό πόλεμο πού έκαναν εναντίον τών απίστων. "Υπάρχει μόνο ο Αλλάχ καί ο Μωάμεθ είναι ο προφήτης του. Θάνατος στούς γκιαούρηδες!"

Τά μουσουλμανικά στίφη πού μόλυναν μέ τήν παρουσία τους τό ιερό χώμα τής Αττικής εφόρμησαν αλαλάζοντας, έχοντας επικεφαλής τόν ίδιο τόν Κιουταχή καί τόν Ομέρ πασά τής Καρύστου. Ο Γεώργιος Καραϊσκάκης βλέποντας τή δύναμη τού εχθρού έτρεχε από ταμπούρι σέ ταμπούρι γιά νά εμψυχώσει τά παλληκάρια του. Ενώ οι άτακτοι περίμεναν μέ ψυχραιμία πίσω από τά ταμπούρια τους, ο Φαβιέρος πού δέν υπολόγιζε τίς ανθρώπινες απώλειες έδωσε εντολή, χωρίς νά ενημερώσει τόν αρχιστράτηγο, σέ ένα τάγμα νά κινηθεί εναντίον τού τουρκικού ιππικού. Στή συνέχεια έδωσε εντολή καί σέ δεύτερο τάγμα νά ακολουθήσει από απόσταση τό πρώτο. Καθώς τό τακτικό τού Φαβιέρου ανέβαινε ένα ψηλό λόφο από τή μία μεριά, από τήν άλλη ανέβαινε μία ίλη τού τουρκικού ιππικού, χωρίς νά υπάρχει οπτική επαφή μεταξύ τών δύο αντιπάλων. Στήν κορυφή τού λόφου συναντήθηκαν οι αντίπαλοι καί γιά μιά στιγμή υπήρξε αμηχανία.


Edward Dodwell Views in Greece, Athens Mount Anchesmus


Οι Τούρκοι αντέδρασαν πιό γρήγορα, επιτέθηκαν καί πλήγωσαν τόν Γάλλο αξιωματικό Ρομπέρ τού πρώτου τάγματος μέ αποτέλεσμα αυτό νά διαλυθεί καί οι άνδρες του νά υποχωρήσουν ατάκτως. Οι τακτικοί αποτέλεσαν εύκολη λεία γιά τούς Τούρκους σπαχήδες πού τούς θέρισαν μέ τά σπαθιά τους. Ευτυχώς ο Καραϊσκάκης μέ τόν Κριεζώτη αντιλήφθηκαν τόν κίνδυνο καί έτρεξαν μέ διακόσιους ατάκτους κατά τών εχθρών τρέποντάς τους σέ φυγή καί διασώζοντας από σίγουρη σφαγή τούς άνδρες τού τακτικού.

Ο Κιουταχής, βλέποντας τόν χαλασμό στίς τάξεις τών Ελλήνων διέταξε γενική επίθεση μέ δύο σώματα στρατού. Τό ένα επιτέθηκε κατά τού Περραιβού πού βρισκόταν πρός τήν Αθήνα καί τό άλλο κατά τού Μαυροβουνιώτη πού βρισκόταν πρός τό όρος Αιγάλεω. Τά τουφέκια τών Ελλήνων άναψαν επιφέροντας βαριές απώλειες στούς επιτιθέμενους, καθώς οι άτακτοι είχαν φροντίσει όλη τήν προηγούμενη νύκτα νά φτιάξουν γερά ταμπούρια. O Χριστόφορος Περραιβός διέταξε τούς άνδρες του νά κτυπούν τούς αξιωματικούς καί τούς μπαϊρακτάρηδες. Μία τουφεκιά βρήκε κατακούτελα τόν Τούρκο αρχηγό τού ιππικού, πού ήταν καί συγγενής τού Κιουταχή. Μόλις οι Τούρκοι ιππείς είδαν νεκρό τόν αρχηγό τους δείλιασαν καί άρχισαν νά οπισθοχωρούν.

Καί αυτή η μάχη απέβη νικηφόρα γιά τούς Έλληνες αφού οι Τουρκαλβανοί έχασαν 500 άνδρες καί πλήθος από άλογα καί όπλα. Αρίστευσε ο Κεφαλονίτης Παρασκευάς Κοντόπουλος από τά Φαρακλάτα, ο οποίος πάλαιψε μέ τά χέρια μέ τόν γιουρούκ μπαϊρακτάρη (πρώτο σημαιοφόρο) τού Κιουταχή καί αφού τόν σκότωσε τού πήρε καί τή σημαία.

«Τήν επιούσαν, ήτις ήν 8η τού Αυγούστου 1826, ήμέρα Κυριακή, εν ώ αι ακτίνες τού ηλίου επιβαίνουσαι τού Υμηττίου όρους εφώτιζαν τάς κορυφάς τού Κορυδαλλού, εφάνη έξερχόμενον τού ελαιώνος έν σώμα πεζικού καί ιππικού στρατεύματος, τό μέν πεζικόν εξ 8000, έχον επί κεφαλής τόν Κιουταχήν, τό δέ ιππικόν εκ 2000, οδηγούμενον τότε παρά τού Ομέρ Πασά Καρύστου. Ο δέ πρώτος παραλαβών τήν δεξιάν πτέρυγα επλησίασε μέ τό πεζικόν εις τό πρώτον οχύρωμα, ο δεύτερος μέ τό ιππικόν τήν αριστεράν.

Ο αρχηγός εξελθών τού περιβόλου περιήρχετο όλα τά οχυρώματα ενθαρρύνων τούς Έλληνας, προσκαλών έκαστον εις φιλοτιμίαν, αναμιμνήσκων τάς προλαβούσας ανδραγαθίας του ή πατραγαθίας. Ο Φαβιέρος άνευ τινός διαταγής τού αρχηγού προέπεμψε 300 τακτικούς νά κτυπήσωσι τό ιππικόν, τό οποίον αναβαίνον έναν ομαλόν καί επιμήκη λόφον έμελλε νά διευθυνθή κατά τού περιβόλου, καί άν άλλην βλάβην δέν ήθελε δυνηθή νά προξενήσει εις τούς Έλληνας ιδιαιτέραν, ήλπιζε τουλάχιστον νά τούς εμποδίση από τό νά δώσωσι βοήθειαν εις τό προμνησθέν οχύρωμα τού Περραιβού.

Πορευομένων τών δύο τούτων σωμάτων, δέν έβλεπε τό έν τό άλλο διά τό ύψος τού λόφου, όταν δέ παρεγένοντο αμφότερα συγχρόνως εις τήν κορυφήν, εστάθησαν εκστατικά καί ακίνητα διά τό απροσδόκητον τής απαντήσεως. Ο αξιωματικός Έλλην προλαβών διέταξε νά πυροβολήσωσιν. Οι Τούρκοι, μολονότι μέ τόν πρώτον πυροβολισμόν εφονεύθησαν εννέα, αντεπυροβόλησαν καί αυτοί ταυτοχρόνως πληγώσαντες τρείς εκ τού τακτικού, συμπεριλαμβανομένου καί τού αξιωματικού, όστις καίτοι πληγωθείς τόν μηρόν εφώναζε πύρ, πύρ. Ο έσχατος στοίχος αντί νά μιμηθή τών πρώτων τό παράδειγμα έπραξε τό εναντίον, τραπείς αναισχύντως εις φυγήν, επομένως δέ καί oι πρό αυτού.

Ιδών ο πασσάς τήν απροσδόκητον οπισθοδρόμησιν τού τακτικού ώρμησεν αφόβως κατ' αυτού, ώστε εις διάστημα δέκα λεπτών τής ώρας εθυσίασε 18, καί 16 συνέλαβε ζώντας. Εις ταύτην τήν περίστασιν ο συνταγματάρχης Φαβιέρος ου μόνον τού πολέμου, αλλά καί τής φιλανθρωπίας τά χρέη παρέβη, διότι εν ώ πρό οφθαλμών του εθυσιάζοντο καί ηχμαλωτίζοντο οι συναγωνισταί του, καί εν ώ διετάχθη εγκαίρως από τόν αρχηγόν νά τούς σώση, αυτός εθεώρει ως κωμικόν, τό τραγικόν συμβάν. Οργισθείς ένεκα τούτου ο αρχηγός ώρμησε προσωπικώς μέ 200 στρατιώτας κατά τού ιππικού, τό οποίον είχε πλησιάσει εις τά οχυρώματα καί διά νά αποφύγη τόν κίνδυνον, στρέψαν τά νώτα διευθύνθη εις τόν αρχηγόν του ψάλλον επινικίους ύμνους.

Επαρθέντες διά τούτο, αμέσως εκινήθησαν πανστρατιά κατά τού οχυρώματος τού Περραιβού. Αλλόκοτον εφάνη τό κίνημά των διότι συνέτρεχε τό ιππικόν μεμιγμένον μέ τό πεζικόν, εκτός τών σημαιοφόρων, οίτινες επροπορεύοντο πέντε σχεδόν βημάτων μακράν τών άλλων, ο Περραιβός διέταξε νά τούς αφήσωσι νά πλησιάσουν χωρίς νά τολμήση τις νά πυροβολήση, παρ' όταν ο ίδιος δώση τό σημείον τής μάχης.

Υπερήφανος καί τρομακτική γέγονεν η εφόρμησις τών Τούρκων, αλλ' η ανδρεία ανθίστασις τών Ελλήνων διά δέκα λεπτών κρίσιμον συμβολήν εταπείνωσεν τήν αλαζονείαν των. Ουκ ολίγον συνετέλεσεν διά τήν νίκην καί ο θάνατος τού ιππάρχου, συγγενούς όντος τού αρχιστρατήγου Κιουταχή· διότι τόσην λύπην καί δειλίαν ενέσπειρεν εις τό στράτευμα ώστ' αμέσως οπισθοδρόμησε τό ιππικόν, επομένως δέ καί τό πεζικόν.»


Μάχη τού Χαϊδαρίου (Χριστόφορος Περραιβός) - άπαντα γιά Καραϊσκάκη, εκδόσεις Μέρμηγκα

Τό επόμενο βράδυ ο Καραϊσκάκης, πού υποπτεύθηκε ότι οι άνδρες του θά δείλιαζαν καί θά τόν εγκατέλειπαν, αφού οι Τούρκοι έφερναν νέες ενισχύσεις, αποφάσισε νά αποτραβήξει τούς άνδρες του. Η επιχείρηση έγινε μέ απόλυτη μυστικότητα καί όλοι οι στρατιώτες τακτικοί καί άτακτοι κινήθηκαν κατά τή διάρκεια τής νύκτας καί βρέθηκαν στήν Ελευσίνα μακρυά πλέον από τόν κίνδυνο προσβολής από τίς υπέρτερες δυνάμεις τού Κιουταχή. Περίπου 50 ήταν οι νεκροί τών Ελλήνων, κυρίως τού τακτικού σώματος. Οι δύστυχοι τραυματίες πού δέν μπόρεσαν νά ακολουθήσουν καί έμειναν στό Χαϊδάρι βασανίστηκαν μέχρι θανάτου από τά τουρκικά θηρία. Ο περίφημος πυροβολητής Ήβος Ρίζος πού πιάστηκε αιχμάλωτος από τόν Κιουταχή είχε προκαλέσει τόν θαυμασμό τών αντιπάλων του. Όταν τόν πήγαν μπροστά στόν σερασκέρη, αυτός τού πρότεινε νά μπεί στήν υπηρεσία του. Ο Ρίζος αρνήθηκε καί τότε ο Κιουταχής διέταξε νά τόν παλουκώσουν. Οι Τούρκοι συνέλαβαν επίσης αιχμάλωτο τόν Αθηναίο Χατζή Λάμπρον Κορομηλά, τόν οποίον κάρφωσαν όρθιο επάνω σέ μιά σανίδα από τά χέρια καί τά αυτιά. Στήν θέση αυτή, ο Κορομηλάς έζησε τρείς ημέρες, ώσπου ένας Αλβανός στρατιώτης τόν λυπήθηκε καί τόν σκότωσε. Μερικοί από τούς φιλέλληνες πού αγωνίστηκαν στή μάχη τού Χαϊδαρίου ήταν ο Γάλλος ταγματάρχης Ρομπέρ, ο Γάλλος λοχαγός Μαγέ, οι Γάλλοι στρατιώτες Βολζιμόν, Μπώ, Σουζιέ Ρουσσέν, ο Ιταλός συνταγματάρχης Πίζα καί ο επίσης Ιταλός Πεκαράρα.




Πολιορκία τής Ακρόπολης (1826 - 1827)



Τήν επομένη τής μάχης τού Χαϊδαρίου έγινε μία απρόοπτη συνάντηση. Ο Καραϊσκάκης καί ο Κιουταχής βρέθηκαν πρόσωπο μέ πρόσωπο ο ένας απέναντι στόν άλλο. Αυτό βέβαια δέν έγινε στό πεδίο τής μάχης αλλά στή φρεγάτα τού Δεριγνύ, όταν από καθαρή σύμπτωση επισκέφθηκαν τήν ίδια ώρα καί οι δύο αρχηγοί τόν Γάλλο ναύαρχο. Πρώτος είχε πάει ο Κιουταχής μέ τή συνοδεία του καί τόν Ομέρ πασά τής Καρύστου καί όταν οι Τούρκοι πασάδες βρίσκονταν ακόμα στήν αίθουσα υποδοχής τού Δεριγνύ έδεσε στή φρεγάτα τό ψαριανό πλοίο τού Γιαννίτση πού μετέφερε τόν Καραϊσκάκη, τόν Γεώργιο Λύκο, τόν Γεώργιο Χελιώτη καί τόν γραμματικό του αρχιστράτηγου Χρηστίδη.

Όταν οι Έλληνες οδηγήθηκαν καί αυτοί στήν αίθουσα υποδοχής τού πλοίου ταράχτηκαν καί ο Καραϊσκάκης έβαλε τό χέρι πάνω στή λαβή τού σπαθιού του. Όμως ο Δεριγνύ (L 'amiral de Rigny) τούς καθησύχασε καί κάνοντας τίς απαραίτητες συστάσεις τούς προέτρεψε νά καθίσουν. Ο Καραϊσκάκης προχώρησε καί αφού έκλινε ελαφρά τό κεφάλι του κάθισε απέναντι από τόν Κιουταχή. Ο Τούρκος πασάς πού δέν ανεχόταν νά μιλάει ίσος μέ ίσο μέ τόν Χριστιανό ραγιά μίλησε μέ υπεροπτικό ύφος στά αλβανικά.

- "Τί κάνεις ωρέ Καραϊσκάκη. Σέ περίμενα. Ήλπιζα νά 'ρθης στά Μπιτόλια (Μοναστήρι) νά μέ προσκυνήσεις καί νά σού δώσω όλα τά βιλαέτια από τήν Αθήνα ως τά Γιάννενα".

Ο Καραϊσκάκης κράτησε τό ίδιο αγέρωχο ύφος καί απάντησε στόν σερασκέρη.

- "Εγώ νά σέ προσκυνήσω; Εάν εσύ είσαι Ρούμελη Βαλεσή (διοικητής), είμαι κι εγώ Ρούμελη Βαλεσή. Καί εάν γνώριζε η Διοίκησίς μου ότι μιλούμε τώρα μαζί, θά μέ κρέμαγε μπροστά στά δεκαπέντε χιλιάδες ασκέρια πού έχω στήν Ελευσίνα".

- "Μπορεί νά σέ κρεμάσει;"

- "Μήπως εσένα δέν μπορεί νά σέ κρεμάσει ο σουλτάνος;"

- "Ναί, γιατί τόν έχω βασιλιά".

- "Καί μένα μέ κρεμάει η Διοίκησις, γιατί τήν έχω βασίλισσα"
.

Ο Κιουταχής χαμογέλασε καί έφυγε πρώτος από τήν φρεγάτα μέ τήν συνοδεία του καί όταν έφθασε στό στρατόπεδό του έστειλε στόν Καραϊσκάκη φιλέματα καφέ, ζάχαρη καί καπνό. Ο Καραϊσκάκης έστειλε μέ τή σειρά του στόν Κιουταχή ένα φόρτωμα κρασί.

Μετά τή μάχη στό Χαϊδάρι ο Κιουταχής τό 'βαλε αμέτι μουχαμέτι νά πάρει τό κάστρο τής Ακρόπολης. Οι απώλειες πού είχε στό Χαϊδάρι δέν τού επέτρεψαν νά διακινδυνέψει νά δώσει μία μάχη στήν Ελευσίνα γιά νά διαλύσει τό ελληνικό στρατόπεδο. Προτίμησε νά αφιερωθεί εξ ολοκλήρου στήν άλωση τής Ακροπόλεως, ώστε νά αναγγείλει στόν σουλτάνο του άλλη μία περίλαμπρη νίκη εναντίον τών άπιστων Ρούμ. Ο σερασκέρης έστησε καί άλλες σειρές από πυροβόλα στόν λόφο τού Μουσείου (Φιλοπάππου) καί από εκεί κανονιοβολούσε ακατάπαυστα τόν Ιερό Βράχο τής Ακροπόλεως.


Select views of Greece Grecian Williams 1827



Στήν Ακρόπολη ο φρούραρχος Γκούρας είχε στή διάθεσή του οκτακόσιους ένοπλους Αθηναίους καί τριακόσιους άνδρες από τήν προσωπική του φρουρά. Τά τείχη διέθεταν δεκατέσσερα κανόνια καί τρία βομβοβόλα. Οι τροφές ήταν αρκετές νά θρέψουν τήν ολιγομελή φρουρά. Αρκετοί ήταν εκείνοι πού λιγοψύχησαν καί λιποτάκτησαν προτού γίνει ασφυκτική η πολιορκία από τούς Τουρκαλβανούς. Ευτυχώς ο Γκούρας είχε απομακρύνει τά γυναικόπαιδα εγκαίρως επιβιβάζοντάς τα από τή θέση "Τρείς Πύργοι" (Παλαιό Φάληρο) σέ βάρκες καί εν συνεχεία μεταφέροντάς τα μέχρι τήν Κούλουρη (Σαλαμίνα).

Στίς 19 Αυγούστου 1826 τά τουρκικά στίφη όρμησαν αιφνιδιαστικά νά καταλάβουν τήν βυζαντινή εκκλησία τού Αγίου Γεωργίου τού Αλεξανδρινού κατασκευασμένη τόν 11ο αιώνα, η οποία βρισκόταν στούς πρόποδες τού βράχου τής Ακροπόλεως, νοτίως τού θεάτρου τού Διονύσου. Οι Έλληνες, πού ήταν οχυρωμένοι στήν εκκλησία, υποδέχτηκαν τούς Τούρκους μέ πλήθος από σφαίρες. Ο Κώστας Χορμοβίτης, έχοντας προβλέψει επίθεση σέ εκείνο τό μέρος, είχε σκάψει λαγούμι κάτω από τήν εκκλησία καί τό είχε γεμίσει μέ μπαρούτι. Μόλις πλησίασαν καί άλλοι Τούρκοι, οι Έλληνες υποχώρησαν καί ο Χορμοβίτης έβαλε φωτιά τινάζοντας τόν βυζαντινό ναό στόν αέρα μαζί μέ όσους μουσουλμάνους τόν είχαν βεβηλώσει μέ τήν παρουσία τους.

«Εκδιώξας ο Κιουταχής τούς εκτός Έλληνας έστρεψε τήν αυτού προσοχήν πρός τούς πολιορκουμένους. Έχων δέ πρό οφθαλμών ίσως τήν ηρωϊκήν άμυναν τής αθανάτου φρουράς τού Μεσολογγίου εφοβείτο καί τήν πολιορκίαν τών Αθηνών, ως δήλον έκ τινος εκθέσεως πρός τόν βεζύρην τής Βούλας.

"Τό κάστρον τών Αθηνών καθώς σάς είναι γνωστόν είναι παλαιόθεν οικοδομημένον εις μίαν πέτραν υψηλήν δυσκολοδιάβατον. Ούτε λαγούμι επιδέχεται ούτε εις έφοδον έρχεται, απέχει έξ ώρας από τά δερβένια τής Πελοποννήσου (Ισθμός Κορίνθου) καί πλησιάζει εις τά νησιά. Ευρίσκεται εις τήν άκραν τών λοιπών βιλαετίων καί πρό πάντων τούτο τό φρούριον είναι ένας τόπος πολλά παλαιός. Παλαιόθεν εβγήκαν από αυτόν τόν τόπον πολλοί περιβόητοι φιλόσοφοι. Τά έργα τά τεχνικά όπου έχει εξ αρχαιότητος προξενούν θαυμασμόν εις τούς πεπαιδευμένους Ευρωπαίους καί διά τούτο όλοι οι Ευρωπαίοι καί τά λοιπά έθνη τών απίστων φρονούν τούτο τό φρούριον ως οσπίτιον εδικόν τους καί επειδή τό νομίζουν ως ένα προσκυνητάριον τόσον οι Ευρωπαίοι καθώς καί όλα τά έθνη τών απίστων τών ονομαζομένων Χριστιανών τό υπερασπίζονται καί προσπαθούν νά μήν έβγη από τάς χείρας τών απίστων αποστατών καί εσυμφώνησαν καί υπεσχέθησαν γενικώς τήν βοήθειάν του καί διά ξηράς καί διά θαλάσσης. Ανίσως οι άπιστοι Ρωμαίοι συμφωνήσαντες μεταξύ τους πρός βοήθειαν τών Αθηνών θελήσουν νά εφορμήσουν καθ' ημών, ελπίζομεν εις τόν θεόν νά τούς τρέψωμεν εις φυγήν καί νά διαλύσωμεν τά καταραμένα των κινήματα μέ τήν θείαν βοήθειαν."

Εξηκολούθει ο κανονοβολισμός καί ο βομβολισμός καί από τών ανατολικών προπόδων τού Αρείου Πάγου η κατασκευή τάφρου καί τριών υπονόμων εκ τού θεάτρου τού Ηρώδου τού Αττικού. Αλλ' εξελθόντες (13 Σεπτεμβρίου 1826) υπό τόν Μακρυγιάννην Έλληνες τινες εματαίωσαν τήν τε τάφρον καί τούς υπονόμους εκδιώξαντες τούς ταφροποιούς καί υπονομείς, φονεύσαντές τινας εξ αυτών καί ζωγρήσαντες (άλλους σκότωσαν άλλους αιχμαλώτισαν), φονευθέντος ενός τών Ελλήνων καί τραυματισθέντος ετέρου. Αλλ' οι Τούρκοι απεκρούσθησαν μέν βουλευθέντες νά καταλάβωσι τήν Κλεψύδραν (πηγή βορειοδυτικά τής Ακρόπολης στή συμβολή τού αρχαίου Περιπάτου καί τής οδού τών Παναθηναίων, τήν οποία ανακάλυψε ο Ανδρούτσος), επέτυχον όμως μετά δύο ημέρας ίν' ανακτήσωνται τήν τάφρον τού Αρείου Πάγου, αλλ' οι Έλληνες αναφθέντος εγγύς τού τείχους υπονόμου κατασκευασθέντος υπό τού υπονομοποιού Κώστα Χορμοβίτη τινάς μέν τών εκεί εργαζομένων εχθρών εφόνευσαν επιπεσόντες, τούς δ' άλλους έτρεψαν εις φυγήν.

Εις αντικατάστασιν δέ τών λιποτακτησάντων εκπλεύσανες εξ Αμπελακίων Σαλαμίνας (27 Σεπτεμβρίου 1826) Επτανήσιοι καί άλλοι υπό τόν Μαμούρην επειράθησαν νά εισέλθωσιν εις τήν Ακρόπολιν, αλλ' απέτυχον, οι δ' αποπειραθέντες διακόσιοι πενήντα επανήλθον εις τήν Σαλαμίνα πλήν είκοσι, έξ ών οι μέν εφονεύθησαν, οι δέ ηχμαλωτίσθησαν, οι δέ πλείονες ίσως ελιποτάκτησαν. Μετ' ου πολύ δ' έπεσε καί ο φρούραρχος τής Ακροπόλεως Ιωάννης Γκούρας βληθείς εν τή νυκτί τής 30ης Σεπτεμβρίου έξω τού προτειχίσματος.

Ο Καραϊσκάκης εκ τού Αμπελακίου εποίησεν (11 Οκτωβρίου 1826) επίδειξιν (αντιπερισπασμό) περί τό Μενίδιον κατά τού εχθρού καί επέτυχε τού σκοπού, διότι συγχρόνως ο Μαμούρης καί ο Κριεζώτης καί ο Τσουράς ηγούμενοι τριακοσίων αποβιβασθέντες εις τήν μεταξύ τών Τριών Πύργων καί τού Μουσείου παραλίαν (Φάληρο) καί εκείθεν τάχιστα αναβάντες διά τού λόφου αυτού εισήλθον εις τήν Ακρόπολιν αβλαβείς.»


Γενική Ιστορία (1890), Γεώργιος Κρέμος



Στίς 11 Σεπτεμβρίου 1826, ο Μαμούρης επικεφαλής ενός σώματος Επτανησίων, αποβιβάστηκε στό Φάληρο καί ξεκίνησε νυκτερινή πορεία μέ προορισμό τήν Ακρόπολη. Οι πολιορκημένοι είχαν άμεση ανάγκη από ενισχύσεις, αφού η φρουρά μετά από τίς λιποταξίες καί τίς εξόδους είχε αποδυναμωθεί. Μόλις όμως βγήκε η σελήνη, τό σώμα τού Μαμούρη δείλιασε, υποχώρησε πρός τήν ακτή καί επέστρεψε στήν Σαλαμίνα από όπου είχε ξεκινήσει. Δεύτερη απόπειρα τών Επτανησίων νά εισέλθουν στήν Ακρόπολη απέτυχε. Αυτή τήν φορά οι Επτανήσιοι έχασαν 30 άνδρες από τό στρατό τού Κιουταχή, ο οποίος βρισκόταν σέ επιφυλακή καί τούς αντιλήφθηκε κρυμμένους στήν περιοχή Καράς (Καρέας). Τό ιππικό τούς κατεδίωξε καί τούς απέτρεψε από τό εγχείρημά τους, έπειτα από σκληρή μάχη. Ξεχώρισε γιά τήν ανδρεία του ο Αθανάσιος Λελούδας από τήν Ιθάκη μέ τούς είκοσι δύο άνδρες του, οι οποίοι γιά μία ολόκληρη ημέρα κατάφεραν νά αποκρούσουν τό τουρκικό ιππικό από τά πρόχειρα ταμπούρια πού είχαν φτιάξει καί στό τέλος μόλις έπεσε η νύκτα ξέφυγαν πρός τήν ασφάλεια τών ελληνικών πλοίων πού περιπολούσαν κοντά στήν παραλία.

Ο Κιουταχής μέ τά πυροβόλα του σημάδευε τά νοτιοδυτικά τείχη πού προστάτευαν τά Προπύλαια, τό θέατρο τού Ηρώδου τού Αττικού καί τόν πύργο τού Σερπεντζέ. Σκληρές μάχες έγιναν όμως καί στόν προμαχώνα τού Ανδρούτσου (βορειοδυτικά) όπου βρισκόταν η πηγή Κλεψύδρα πού είχε ανακαλύψει ο Ρουμελιώτης οπλαρχηγός καί τήν οποία οι Τούρκοι ήθελαν πάσει θυσία νά καταλάβουν. Δίπλα στή ντάπια τού Ανδρούτσου βρισκόταν η ντάπια τού Λιονταριού από όπου ξεκινούσε ο δρόμος πού οδηγούσε στό στρατόπεδο τού Καραϊσκάκη στήν Ελευσίνα. Οι Τούρκοι είχαν ανοίξει μία τάφρο γιά νά υπονομεύσουν τό τείχος στή θέση τού Σερπεντζέ, τήν οποία εξουδετέρωσε μέ άλλους υπονόμους πού κατασκεύασε ο Κώστας Χορμοβίτης.


Πολιορκία Ακρόπολης Ζωγράφος - Μακρυγιάννης



Στίς 13 Σεπτεμβρίου 1826, οι άνδρες τού Μακρυγιάννη έκαναν μία ξαφνική έφοδο καί επιτέθηκαν στούς Τούρκους πού κατασκεύαζαν νέο υπόνομο από τόν λόφο τού Αρείου Πάγου μέχρι τόν πύργο τού Σερπεντζέ. Όσους εργάτες βρήκαν μέσα στόν υπόνομο τούς συνέλαβαν αιχμαλώτους μαζί μέ τά πολύτιμα υπονομευτικά τους εργαλεία. Στίς 19 Σεπτεμβρίου οι Τούρκοι κατέλαβαν τίς πηγές τού Ανδρούτσου, αλλά ο Χορμοβίτης ανατίναξε έναν υπόνομο πού είχε ετοιμάσει τίς προηγούμενες ημέρες σκοτώνοντας πολλούς από τούς εχθρούς. Ακολούθησε επίθεση από τούς άνδρες τού Μακρυγιάννη καί νέα πανωλεθρία τών πολιορκητών. Οι σκληρές μάχες ακολούθησαν καί τίς υπόλοιπες μέρες καί νύκτες πάντοτε στήν θέση τού τείχους τού Σερπεντζέ.

Ο Γκούρας όρθιος στίς επάλξεις επιθεωρούσε κάθε φορά τίς ελληνικές καί τίς εχθρικές γραμμές. Τό βράδυ τής 30ης Σεπτεμβρίου 1826 διέκρινε έναν Τούρκο καί τόν πυροβόλησε. Η σφαίρα αστόχησε, αλλά ο Τούρκος είδε τήν φλόγα στήν κάννη τού όπλου καί κατάλαβε τή θέση τού Γκούρα. Αμέσως πυροβόλησε καί τό βόλι βρήκε τόν Γκούρα κατακέφαλα καί τόν έστειλε νά συναντήσει τόν ευεργέτη του Ανδρούτσο στόν άλλο κόσμο. Λίγοι έκλαψαν γιά τό θάνατο τού σκληρού καί άδικου οπλαρχηγού καί ανάμεσά τους η γυναίκα του Ασήμω Γκούρα, κόρη τού κοτσαμπάση τού Λιδωρικίου Αναγνώστη Λιδωρίκη, Η "Νταλιάνα", όπως τήν αποκαλούσαν λόγω τού μεγέθους της, ήταν αυτή πού είχε επηρεάσει τόν Γκούρα εναντίον τού Ανδρούτσου καί ήταν τό ίδιο μοχθηρή καί φιλοχρήματη σάν τόν άντρα της. Είχε συγκεντρώσει τούς αμύθητους θησαυρούς στό Ερέχθειο, τό οποίο χρησιμοποιούσε σάν σπίτι της.


«Έβαλα τό κρασί τών συγγενών τής γυναικός μου κι' όλους τούς ζαϊρέδες, αγόρασα ρύζι εξακόσες οκάδες, όσπρια κι' όλα τ' αναγκαία κι' αλάτισα τόσα βόιδια καί γουρούνια. Κ' έτρωγαν όσους ανθρώπους είχα μαζί μου, κι' αχώρια οι λαβωμένοι καί οι άλλοι, όταν ήρθε ο Κριτζώτης (Νικόλαος Κριεζώτης) καί τό ταχτικόν, οπού κατήντησε εκατό γρόσια η οκά τό βούτυρον καί τ' άλλα τ' αναγκαία καί δέν βρίσκονταν. Αφού κολλήσαμεν εις τό κάστρο, μεράσαμεν καί πήρε ο καθείς τά πόστα του. Ο παπά Κώστας, ο Εμορφόπουλος κ' εγώ εις τήν Χρυσοσπηλιώτισσα (Ιερός Ναός τής Παναγίας Χρυσοσπηλιώτισσας επάνω από τό θέατρο τού Διονύσου), οπού 'ναι η σπηλιά καί οι δυό κολώνες από πάνου. Αφανιστήκαμεν εις τόν σκοτωμόν καί πλήγωμα, ότ' ήταν καρσί (απέναντι) ο Σέτζος καί τό Κολωνάκι οπού 'ταν τά κανόνια τών Τούρκων από μέσα εις τόν Σερπετζέ οι Αθηναίγοι ο Συμιός, ο Νερούτζος (Νερούτσος Μπενιζέλος), ο Μήτρο Λίτζος (Μήτρος Λήτσας), ο Ντάβαρης ως τήν έξω πόρτα τού κάστρου 'σ τήν ντάπια τού Δυσσέως, από 'κεί καί κάτου, άνθρωποι τού Γκούρα εις τού Λιονταριού τή ντάπια Αθηναίοι, οπού ήταν κιντυνώδες μέρος. (Η ντάπια τού Οδυσσέα ήταν ένα μικρό οχυρό πού είχε φτιάξει ο Ανδρούτσος, στά βορειοδυτικά τού κάστρου στό σημείο πού βρισκόταν η πηγή Κλεψύδρα, γιά νά προστατεύσει τό τόσο πολύτιμο γιά τούς υπερασπιστές τού κάστρου νερό).

Αυτείνοι οι καϊμένοι ήταν γυμνοί καί δυστυχισμένοι, ότι οι άνθρωποι του Γκούρα τούς γύμνωσαν. Κι' ο καϊμένος ο Ντάβαρης ο Αναγνώστης μέ τόσους πατριώτες του κι' ο Γερολίτζος ήρθαν νά σκοτωθούν μέ τούς χωργιανούς τους κ' ήφεραν κι' όλα τους τά βόιδια καί σκουτιά τών σπιτιών τους κ' έντυναν κ' έθρεφαν τούς συνπολίτες τους τούς δυστυχισμένους Αθηναίους, οπού συναγωνίζονταν εξ αρχής εις τά δεινά τής πατρίδος. Καί τότε ως αδελφοί μέραζαν τό εδικόν τους. Αφού γύμνωσαν τήν Αθήνα οι άνθρωποι τού Γκούρα καί δέν άφηναν τούς Αθηναίους νά βγάλουν τίποτας έξω, εις τό κάστρο τούς πουλούσαν τό πράμα τους τό ίδιον, τών Αθηναίων, κι' απ' αυτά έτρωγαν καί ντύνονταν, οπού δούλευαν οι περισσότεροι μέσα εις τά χαντάκια καί λαγούμια νύχτα καί ημέρα.

Ήταν μαζί μ' εμένα οι Αθηναίοι καί μέ τόν Κώστα Λαγουμιτζή (Χορμοβίτη), καί χωρίς ν' αγωνιζόμαστε εμείς, τό κάστρο θά κιντύνευε καί θά παραδόνεταν πρό καιρού. Εις τό Σερπετζέ από πάνου, εις τό θέατρο (Ηρώδου), φύλαγε ο Κατζικογιάννης. Ύστερα μέ διόρισαν όλοι οι πολιορκημένοι πολιτάρχη τού κάστρου, νά φέρνω γύρα όλο τό κάστρο μέσα διά τήν ευταξίαν κ' έξω σέ όλα τά πόστα νά τρέχω όθεν ακολουθήση ντουφέκι, νά προφτάνωμεν. Καί φύλαγαν ανθρώποι μου εις τή ντάπια τού Δυσσέως καί τήν άλλη καί τούς μέραζα καί τό νερόν ολουνών εις τό κάστρον.

Απόξω τόν Σερπετζέ καρσί τού Σέτζου (Άρειος Πάγος) ήταν ένας γαμπρός τού Γκούρα ο Ντεντούσης, τίμιος πατριώτης καί γενναίος κιντυνώδης η θέση αυτείνη, εσκοτώθη. Καί διόρισαν καί σήκωσα τούς ανθρώπους μου από τήν Χρυσοσπηλιώτισσα καί τήν πιάσαμεν κ' εκείνη τήν θέση εμείς. Τέσσερες αδρασκελιές μακρυά καί λιγώτερον ήταν τά χαρακώματα τών Τούρκων, βαθιά χαντάκια καί εις τά χείλια τους κοφίνια. Είχα κ' εγώ φκειασμένες δυό ντάπιες καί τρυπήσαμεν τό κάστρο καί στεκόμαστε εκεί. Τήν νύχτα φκειάναμεν τίς ντάπιες καί τήν ημέρα μάς τίς χάλαγαν μέ τά κανόνια από τό Σέτζος. Ότ' ήταν καρσί καί πολλά κοντά. Κι' αφανιστήκαμεν εις τόν σκοτωμόν. Τό ίδιον πάθαιναν κι' απάνου εις τό κάστρο. Ότ' ήταν πέτρες κι' αφανίστηκαν οι άνθρωποι από τά κανόνια καί μπόμπες. Γιόμωσε τάφους απάνου τό κάστρο καί τούς χώναμεν 'σ τόν Σερπετζέ. Τό κάστρο τώρα θέλει νά φάγη εκείνους οπού τό 'τρωγαν τόσα χρόνια καί τούς έθρεφε σάν μανάρια, καί σκοτώνονταν καθημερινώς.

Ο Γκούρας έφκειασε έναν περίφημον ναόν (Ερέχθειο), τόν γιόμωσε από πάνου χώμα νά μήν περνάγη η μπόμπα, κ' έβαλε τήν φαμελιά του μέσα καί κάθονταν κι' ο ίδιος. Πήρε εις τό κάστρο τόν συμπέθερό του τόν Σταυρή Βλάχο, τόν Καρώρη, τόν Βαρελά, τόν Ζαχαρίτζα, όλο του τό παρτίδο, τήν συντροφιά του καί τούς έδωσε κ' ένα καλό υπόγειον. Καί τούς σύστησε δημογεροντία καί τούς έβαλε καί γραμματέα τόν Διονύση Σουρμελή, οπού τόν θυμιατούσε γράφοντας όταν ήταν εις τήν χώρα αυτός κι' όλη αυτείνη η συντροφιά. Τούς πήρε καί εις τό κάστρο, τούς έβαλε εις τό υπόγειον, τρώνε καί πίνουν χωρίς νά πατήση κανένας από αυτούς όξω από τήν πόρτα τού υπόγειου. Ότι όξω ήταν μπόμπες καί γρανάτες καί κανόνια καί κιντύνευε ο καθείς, καί εις τό υπόγειον ήταν σιγουριτά όξω από τόν Ζαχαρίτζα Νικολάκη. Αυτός ο καϊμένος έβγαινε κι' αγωνίζονταν, καθώς καί οι άλλοι οι πατριώτες, καί κιντύνευε μαζί μας. Οι άλλοι όλοι εις τό υπόγειον κι' ο Γκούρας εις τόν ναόν κάθεταν μέ τήν φαμελιάν του.»


Απομνημονεύματα Μακρυγιάννη



Τή θέση τού Γκούρα στήν διοίκηση τού κάστρου τής Ακρόπολης τήν πήρε ο Μακρυγιάννης, ο οποίος είχε διακριθεί γιά τήν ανδρεία του σέ όλες τίς μάχες. Ο Κιουταχής επιχείρησε πάλι νά καταλάβει τήν πηγή τού Ανδρούτσου (Κλεψύδρα) καί επιτέθηκε εναντίον τού προμαχώνα τού Λεονταρίου πού είχαν οχυρώσει οι Έλληνες. Ο Χορμοβίτης άναψε τό φυτίλι γιά νά ανατινάξει έναν υπόνομο πού είχε σκάψει σέ εκείνη τή θέση, αλλά τό φυτίλι λόγω τής υγρασίας έσβησε. Οι αμυνόμενοι εγκατέλειψαν τήν ντάπια τού Λιονταριού καί τήν κατέλαβαν οι Τουρκαλβανοί. Οι Έλληνες όμως άρχισαν νά τούς εκσφενδονίζουν από τήν Ακρόπολη βόμβες μέ φυτίλι, οι οποίες προκάλεσαν πολλές απώλειες στούς εχθρούς, αναγκάζοντάς τους νά υποχωρήσουν. Μεταξύ τών νεκρών τών επιτιθέμενων ήταν καί ο παλαιός φρούραρχος τού κάστρου τής Ακρόπολης πού είχε ηγηθεί τής επίθεσης.

Ο Κιουταχής επέμενε στίς επιθετικές του ενέργειες καί αυτή τή φορά οργάνωσε έφοδο από τόν λόφο τού Αρείου Πάγου καί τήν εκκλησία τής Αγίας Μαρίνας πρός τά Προπύλαια. Διέταξε τούς γενναίους Γκέκηδες καί τούς μουσουλμάνους από τή Βοσνία νά τά καταλάβουν καί τούς έταξε χιλιάδες γρόσια. Ακολούθησαν σκληρές μάχες σώμα μέ σώμα. Τά γιαταγάνια θέριζαν τά κεφάλια καί από τίς δύο πλευρές. Ο Χορμοβίτης πού βρισκόταν χωμένος σέ ένα λαγούμι θά αιχμαλωτιζόταν από τούς Αλβανούς Γκέκηδες, εάν δέν έτρεχε ο Μακρυγιάννης μέ τούς πιό γενναίους στρατιώτες του γιά νά τόν σώσουν κυριολεκτικά μέσα από τά χέρια τών μουσουλμάνων. Πάνω από τήν Ακρόπολη οι Αθηναίοι επανέλαβαν τίς ρίψεις βομβών μέ φυτίλι μέ αποτέλεσμα νά σκοτωθούν πολλοί από τούς εισβολείς καί οι υπόλοιποι νά υποχωρήσουν κακήν κακώς.

«Εις τήν ντάπια τού Δυσσέα απόξω ως τή ντάπια τού Λιονταριού (βορειοδυτικά τού Ιερού Βράχου) εκεί είχαμεν δεμένο λαγούμι είχαμεν βάλη μπαρούτι καί τό φυτίλι από εκεί τό είχαμεν ως μέσα εις τό χαντάκι. Κ' εκείνη τήν θέση τού Λιονταριού τήν φύλαγαν οι Αθηναίγοι οι γυμνοί. Κεφαλή αυτεινών ήταν ο Δανίλης, γενναίος άνθρωπος καί τίμιος πατριώτης. Τόν πιάσαν ύστερα ζωντανόν αυτόν καί τόν Μήτρο Λέκκα, τούς αγαθούς πατριώτες, καί τούς παλούκωσαν εις τήν Έγριπον (Εύβοια) οι Τούρκοι. Τό φυτίλι τού λαγουμιού ήταν από πανί. Οι άνθρωποι κατουρούσαν εις τό χαντάκι, ότι δέν μπορούσαν νά πάνε αλλού, ότι τούς βαρούσαν οι Τούρκοι από τό Καράσουϊ κι' απ' άλλα μέρη καί τούς κατασκότωναν καθημερινώς.

Οι Τούρκοι αποφάσισαν νά κάμουν γιουρούσι δι' αυτό τό μέρος, καί εις τη ντάπια, οπού 'ταν τό λαγούμι δεμένο εκεί συνάχτηκαν πλήθος από αυτούς. Βάλαμεν τούς ανθρώπους εις τήν τάξη, βήκαμεν καμπόσοι καί στεκόμαστε μέ τά μαχαίρια εις τό χέρι. Βάλαμεν φωτιά εις τό φυτίλι, ήταν βρεμένο, δέν έπιασε πήγε σέ καμπόσο διάστημα η φωτιά καί κόπη. Τότε είδα έναν πατριωτικόν ενθουσιασμόν. Ένας Αθηναίος παίρνει μέ τήν χούφτα του φωτιά καί πήγε καί τήν έρριξε εις τό φυτίλι διά τήν πατρίδα τήν φωτιά τήν έκαμεν νερό, αλλά δέν έπιασε. Μάς ρίχτηκαν οι Τούρκοι απάνου τούς δώσαμεν ένα πελεκίδι καί τούς πήγαμεν κυνηγώντας ως τήν άκρη εις τά σπίτια κι' αποτύχαμεν τό λαγούμι, οπού θά τούς αφάνιζε. Σκοτώσαμεν καμπόσους κ' έναν σημαντικόν. Καί λυπήθη πολύ ο Κιτάγιας δι' αυτόν, ότ' ήταν πολύ γενναίος.

Όταν κολλήσαμεν εις τό κάστρο, βαστούσαμεν καί τόν μαχαλά τής Πλάκας ως τήν Αρβανίτικη πόρτα (πρός τό θέατρο Διονύσου). Από κάτου τό κάστρο εις τά σπίτια ήταν μία εκκλησία (Άγιος Γεώργιος Αλεξανδρινός) καί τής έδεσε λαγούμι ο αθάνατος περίφημος Κώστας Λαγουμιτζής, γενναίος καί τίμιος πατριώτης καί μέ τήν τέχνη του καί μέ τό ντουφέκι του ως λιοντάρι πολέμαγε διά τήν πατρίδα. Ήμαστε μαζί κι' αγωνιζόμαστε ως αδελφοί νύχτα καί ημέρα. καί δουλεύαμεν μέ τούς ανθρώπους, τούς αγαθούς Αθηναίους καί φκειάναμε τά λαγούμια καί ήμαστε όλοι πάντα αγαπημένοι κ' ενωμένοι. Εις τό Μισολόγγι καί παντού αυτός ο γενναίος άντρας θάματα έχει κάμη. Πατρίδα, τού χρωστάς πολύ αυτεινού τού αγωνιστή. Θησαυρούς τού δίνει ο Κιτάγιας νά γυρίση διά σένα, πατρίδα, όλα τά καταφρονεί. Έβαλε λαγούμι εις τήν εκκλησίαν. Πλάκωσε ένα πλήθος Τούρκων αρχίσαμεν τόν πόλεμον κάμαμεν ότι τζακιστήκαμεν.

Θέλαμεν νά τόν αφήσουμεν τόν μαχαλά τής Πλάκας, ότ' ήμαστε ολίγοι καί οι θέσες εκτεταμένες. Τότε οι Τούρκοι μάς πήραν 'σ τό κοντό. Είχαμεν τήν Χρυσοσπηλιώτισσα πιασμένη καί τό ριζό τού κάστρου, είχαμεν ταμπούρια, καί πιάσαμεν εκεί. Αφού γιόμωσε η εκκλησιά μέσα κι' ως απάνου, στάθηκαν δύο γενναία παλληκάρια ο Μιχάλης Κουνέλης Αθηναίος κι' ο Θωμάς Αργυροκαστρίτης ή Χορμοβίτης, αυτείνοι οι δυό γενναίοι καί οι αθάνατοι, καί βάλαν φωτιά καί πολέμησαν αντρεία καί σώθηκαν. Καί πήγε εις τόν αγέρα η εκκλησιά καί οι Τούρκοι όλοι. Ύστερα οι άλλοι Τούρκοι οπού ήταν πλησίον εκεί τζακίστηκαν κι από πάνου τό κάστρο κι' από κάτου βαρούσαμεν εις τό κρέας καί τούς αφανίσαμεν. Έγινε μεγάλος ο σκοτωμός τών Τούρκων.

Εις τό Σερπετζέ απόξω, οπού φυλάγαμεν, ήφερναν τά λαγούμια τούς οι Τούρκοι αναντίον μας εκεί ήταν καί τού κάστρου, τρία στόματα (ανοίγματα τών υπονόμων). Οι Τούρκοι ήταν πολλά πλησίον μας καί ήρθε κ' ένας πασιάς νέος μέ καλό ασκέρι. Καί ήρθαν εκεί εις τά χαρακώματά τους πολλά πλησίον μας καί μάς βρίζαν καί μάς λέγαν άναντρους κι' Οβραίους καί εις τό Μισολόγγι ήταν παληκάρια κ' εμείς καντιποτένιοι καί 'σ ένα δυο ημέρες μάς κλείνουν μέ τά χαρακώματά τους καί μάς πιάνουν ζωντανούς ύστερα καί μάς περνούν από τό σπαθί τους. Εγώ κι' ο Κώστας Λαγουμιτζής ήμαστε αποσταμένοι, ότι φκειάναμεν νύχτα καί ημέρα τά λαγούμια νά τούς χαλάσουμεν τών Τούρκων τά δικά τους. Κ' εγώ ήμουν πάντοτες οπού σύναζα τούς Αθηναίους καί τούς οδηγούσα εις αυτά κ' εργαζόμαστε. Είχα κι' όλα τά νοικοκυρόπουλα μαζί μου καί τά προφύλαγα από τούς ανθρωποφάγους (ανθρώπους τού Γκούρα), οπού 'θελαν νά τούς γυμνώνουν ως καί εις τό κάστρο, όπου τούς έμεινε ολίγον πράμα νά τούς τό πάρουν κι' αυτό.

Αφού ήμαστε αποσταμένοι, οληνύχτα καί ημέρα οπού εργαζόμαστε, τούς είπα κ' έσφαξαν ένα βόιδι οπού 'χα ζωντανό, νά πάρουν οι άνθρωποι ολίγον κρέας. Καί μάς μαγείρεψαν νά φάμε. Τότε κάλεσα καί τόν Λαγουμιτζή καί τόν Παπά τού Κριτζώτη τόν αδελφόν, οπού ήταν μέσα καί φύλαγε μέ τόν Στάθη Κατζικογιάννη εις τήν ίδια βέργα τού τείχους τού Σερπετζέ, κι' απόξω εμείς. Είχα καλεσμένον καί τόν Παπακώστα, γενναίον παληκάρι, αγαθός πατριώτης, συγγενής τού Γκούρα. Μέ τόν Γκούρα ήμουν 'γγισμένος (τσακωμένος), μέ τόν Παπακώστα ήμαστε φίλοι στενοί, ότι γνώριζε ποιός έφταιγε καί ποιός είχε δίκιον.

Εκεί οπού τρώγαμε όλοι ψωμί, οι Τούρκοι απόξω, τήν νύχτα, μάς βρίζαν είχα τήν μάγκα μου, οπού τρώγαμεν όλοι μαζί μέ τούς μουσαφιραίγους τούς λέγω:

- "Αδελφοί, εδώ σάς έχω ζαϊρέδες οπού τρώτε, κρασί, ρακί κι' όλα σας τά συγύρια. Οι άλλοι του κάστρου τρώνε ξερό ψωμί. Τό λοιπόν εμείς νά τρώμεν, καί οι Τούρκοι νά μάς διατιμούν δέν βαστιέται. Θέλω κοφίνια τούρκικα από τά χαρακώματά τους!"

Μού λένε οι γενναίοι άντρες - ήταν όλο νοικοκυρόπουλα Αθηναίγοι κι' ολίγοι Φηβαίγοι (Θηβαίοι), οπού τούς είχα πάντοτες μαζί μου. Αφού τούς έκαμα αυτείνη τήν ομιλίαν, φιλοτιμία καί πατριωτισμόν γιομάτοι όλοι, μού λένε:

- "Δώσε μας μίαν φορά κρασί νά πιούμεν από τό χέρι σου".

Τούς έδωσα. Μού είπαν:

- "Δώσε μας καί τήν ευκή σου".

Σηκώθηκαν όλοι καί βγαίνουν αναντίον τών Τούρκων εις τά χαρακώματά τους καί τούς τζακίζουν καί σκότωσαν πεντέξι Τούρκους, τούς πήραν καί καμπόσα κοφίνια. Τούς πισωδρόμησαν οι Τούρκοι. Τότε δέν ήταν καλό αυτό, ότ' είναι πρώτο κίνημα κι' όποιος λάβη θάρρος, θά λάβη διά πάντα. Μού λένε:

- "Έβγα κ' εσύ, καπετάνε".

Εγώ είμαι φιλόζωγος, όμως μού πειράζεταν καί η φιλοτιμία, ότι εγώ ήμουν ο αίτιος νά τούς ειπώ αυτό. Τότε μέ τούς ίδιους εβήκαμεν αντάμα, χαλάσαμεν τούς Τούρκους. 'Σ ολίγον μάς πήραν μέ τά μαχαίρια, μάς ήφεραν κυνηγώντας ως τό πόστο μας λάβωσαν κι' από 'μάς κάνα δυό. Τούς δίνομεν άλλο τζάκισμα μάς πισωδρόμησαν. Εκεί οπού τούς τζακίσαμεν, τούς πήραμεν καμπόσα πλιάτζικα, τούς πήραμεν κ' ένα πανουφόρεμα μακρύ.

Ακούγοντας γρόσια οι Έλληνες καί βουλώματα, βγάνουν τά μαχαίρια καί σάν λιοντάρια ρίχνονται εις τούς Τούρκους. Αλήθεια χαζνέ πήραν, πήραν ντουφέκια, πήραν σπαθιά, σκότωσαν καί τόσους Τούρκους κυργέψαμεν τρία λαγούμια, οπού μάς φέρναν αναντίον μας νά μάς αφανίσουνε εμάς καί τό κάστρο πιάσαμεν καμμίαν εικοσιπενταριά ζωντανούς, τούς λαγουμιτζήδες τους κι' άλλους τούς καφενέδες τους, οπού 'χαν εκεί, κι' όλα τους τά συγύρια κρασιά, ρακιά καταδίκι τούς πήγαμεν κυνηγώντας ως τό Καράσουϊ εκεί ήταν δύναμη μεγάλη τών Τούρκων καί τά ταμπούρια τούς καί βαστάχτηκαν. Χαλάσαμεν από τό Καράσουϊ ως τά πόστα μας όλα τους τά χαντάκια καί τούς πήραμεν περίπου από δυό χιλιάδες κοφίνια.

Τότε πιάσαμεν τόν τόπον ο Γκούρας, ο Παπακώστας, ο γενναίος καί καλός πατριώτης ο Θωμάς Αργυροκαστρίτης βαστούσαμεν εμείς όλοι τούς Τούρκους μέ τόν πόλεμον καί τά τρία λαγούμια τών Τούρκων τά 'καμεν ο Λαγουμιτζής ένα καί τό 'βαλε εις τό δικό μας λαγούμι καί πήραμεν εμείς τό μάκρο του καί δέσαμεν ένα λαγούμι τών Τούρκων 'σ ένα πόστο τους, οπού 'ταν σάν πιάτζα καί συνάζονταν όλοι οι Τούρκοι καί κουβέντιαζαν καί πίναν καφέ, εκεί από κάτου τό γιομίσαμεν μπαρούτι χωρίς οι Τούρκοι νά ξέρουνε τίποτας. Συνάξαμεν όλα τά κοφίνια καί φκειάσαμεν τό πόστο, τίς δύο ντάπιες μου κι' ούθεν αλλού έκανε χρεία. Μού σκοτώθη ένα παληκάρι τότε οπού ήταν από τά σπάνια, ο Στάμος Πέτρου Θοδωρής Αθηναίος τόν είχα μπαγιραχτάρη τίμιος άνθρωπος πολύ, αγαθός καί γενναίος. Αφού τζακίσαμεν τούς Τούρκους, ώρμησε εις τό Καράσουϊ καί τόν σκότωσαν αυτόν καί τόν Πράπα αδελφόν του Παγώνα. Τούς έκλαψε όλο τό κάστρο κ' εγώ φαρμακώθηκα, ότι τόν είχα τόσα χρόνια μαζί μου.

Αρχίσανε οι Τούρκοι κ' έφκειασαν τά χαρακώματά τους καί τά 'φεραν ως τό πόστο τους, οπού τούς είχαμεν τό μπαρούτι κρυφίως. Τότε συνάχτηκαν τ' ασκέρια εις τό πόστο μου καί πιάσαμεν κουβέντα μέ τούς Τούρκους φιλική διά νά συναχτούνε πολλοί καί νά τούς κυβερνήσωμεν όλους όταν βάλωμεν φωτιά εις τό λαγούμι. Μπήκαν οι δικοί μας εις τήν λίνια (γραμμή) τούς μέρασα κάθε δέκα ανθρώπων μίαν μποτίλλια ρούμη ένας, τό 'δωσα τήν ρούμη, δέν τήν έδωσε νά πιούνε οι συντρόφοι του, οπού 'ταν μάγκατζης, τήν έπγε μόνος του όλη καί μέθυσε. Αφού ετοιμαστήκαμεν καί οι Τούρκοι γιόμωσε ο τόπος, καί τότε θά τούς αφανίζαμεν βαίνοντας τήν φωτιά - τό λαγούμι τού κάνουν τρύπες νά ξεθυμαίνη. Η κακή τύχη, 'σ εκείνη τήν τρύπα είχε χυθή μπαρούτι. Πηγαίνοντας η φωτιά εκεί, πήρε φωτιά εκείνο τό μπαρούτι. Εμείς δέν ξέραμεν από λαγούμια ελέγαμεν ότι αυτείνη η φωτιά είναι τό λαγούμι. Εκείνος ο μεθυσμένος τράβησε τό μαχαίρι κ' έβαλε τις φωνές. Οι Τούρκοι πήραν χαμπέρι. Εμείς κινηθήκαμεν άταχτα οι Τούρκοι τραβήχτηκαν από 'κεί. Τότε ωρμήσαμεν απάνου τους καί κόντεψε νά πάθωμεν εμείς εκείνο οπού θά κάναμεν τών Τούρκων. Έκαμε ο Θεός καί πήρε φωτιά πρίν νά ζυγώσουμεν καί σήκωσε εις τόν αγέρα λιθάρια ριζιμιά. Καί δέν βλάφτη κανένας από 'μάς, ούτε οι Τούρκοι.

Τότε μάς ρίχτηκαν οι Τούρκοι μέ τά μαχαίρια καί μάς έβαλαν ομπρός. Κι' άρχισαν τά λιανοντούφεκα βροχή τών Τούρκων καί οι μπόμπες καί τά κανόνια καί οι γρανέτες. Λαβώθηκαν καμπόσοι από 'μάς καί μού σκοτώθη κ' έν' Αθηνιωτόπουλο, νοικοκυρόπουλο, Νέστορα Κοπίδη τό 'λεγαν, ο σύντροφος τού μπαγιραχτάρη μου, πολύ γενναίος. Τότε τό 'χαμεν κακά μάς φέραν οι Τούρκοι ως απόξω καί μπορούσαν νά μάς βάλουν καί μέσα εις τό κάστρο. Τότε μέ φωτίζει ο Θεός καί παίρνω ένα δαβλί μέ φωτιά εις τό χέρι καί φωνάζω

- "Βάλτε φωτιά καί εις τό τρανό λαγούμι, τώρα οπού ζύγωσαν οι Τούρκοι, νά τούς αφανίσουμεν!"

Ακούνε οι Τούρκοι, βλέπουν καί τήν φωτιά, τζακίζουν οπίσου καί τούς παίρνουν εις τό κοντό οι αθάνατοι Έλληνες καί τρώνε ένα σπαθί καλό. Τούς χαλάσαμεν πίσου τά χαρακώματά τούς πήραμεν τόσα κεφάλια καί λάφυρα πλήθος, ντουφέκια, σπαθιά, καπότες. Ούτε άλλο λαγούμι είχαμεν, ούτε φωτιά ν' ανάψη. Από τότε μάθαν πολλή γνώση οι Τούρκοι ούτε μάς βρίζαν, ούτε μάς πλησιάζαν. Τούς πήραμεν τόν αγέρα τους. Πέντε δέκα βγαίναν οι Έλληνες, τούς αφάνιζαν. Είχα ένα παληκάρι, Χατζή Μελέτη τό λένε, Αθηναίος όποτε έβγαινε έξω, ή ένα κεφάλι ή δύο θά φερνε μέσα εις τό πόστο γενναίον καί τίμιον παληκάρι.

Τότε έκατζε ο Γκούρας καί οι άλλοι καί φάγαμεν ψωμί τραγουδήσαμεν κ' εγλεντήσαμεν. Μέ περικάλεσε ο Γκούρας κι' ο Παπακώστας νά τραγουδήσω ότ' είχαμεν τόσον καιρόν οπού δέν είχαμεν τραγουδήση. Τόσον καιρόν, οπού μάς έβαλαν οι 'διοτελείς καί 'γγιχτήκαμεν διά νά κάνουν τούς κακούς τους σκοπούς. Τραγουδούσα καλά. Τότε λέγω ένα τραγούδι

"Ο ήλιος εβασίλεψε Έλληνα μου, βασίλεψε καί τό φεγγάρι εχάθη κι' ο καθαρός αυγερινός πού πάει κοντά τήν πούλια, τά τέσσερα κουβέντιαζαν καί κρυφοκουβεντιάζουν. Γυρίζει ο ήλιος καί τούς λέει, γυρίζει καί τούς κρένει. Εψές οπού βασίλεψα πίσου από μιά ραχούλα, άκ'σα γυναίκεια κλάματα κι' αντρών τά μυργιολόγια γι' αυτά τά 'ρωϊκά κορμιά 'σ τόν κάμπο ξαπλωμένα, καί μέσ' τό αίμα τό πολύ είν' όλα βουτημένα. Γιά τήν πατρίδα πήγανε 'σ τόν Άδη, τά καϊμένα".

Ο μαύρος ο Γκούρας αναστέναξε καί μού λέγει

- "Αδελφέ Μακρυγιάννη, σέ καλό νά τό κάμη ο Θεός άλλη φορά δέν τραγούδησες τόσο παραπονεμένα. Αυτό τό τραγούδι σέ καλό νά μάς βγή".

Άρχισε ο πόλεμος κι' άναψε ο ντουφεκισμός πολύ. Πήρα τούς ανθρώπους μου, πήγα εκεί, καθώς ήμουν διορισμένος καί στάθηκα καμπόσο καί πολεμήσαμεν. Ήφερα απόξω γύρα τά πόστα. Πήγα εις τό κονάκι μου ό,τι έπαιρνε νά βασιλέψη τό φεγγάρι, νά βγάλω τόν πεζό δια τήν κυβέρνησιν. Έρχονται μου λένε

- "Τρέξε, σκοτώθη ο Γκούρας εις τό πόστο του. Έρριξε αναντίον τών Τούρκων απάνου εις τήν φωτιά τόν βάρεσαν εις τόν αμήλιγγα καί δέν μίλησε τελείως".

Ήρθαν καί Τούρκοι νέον μιντάτι (ενισχύσεις) μάς ρίχτηκαν μ' ορμή, μπήκαν εις τίς καμάρες, τίς κυργέψαν όλες κι' άνοιξαν μασγάλια (πολεμίστρες) καί ντουφεκιούσαν μέσα εις τό κάστρο. Ρίχτηκαν μ' ορμή νά μάς πάρουν καί τή ντάπια (προμαχώνα) μας. Εκεί σκότωσαν τόν Νταλαμάγκα κι' άλλους πεντέξι. Ξαναλαβώνομαι κ' εγώ πίσου εις τό κεφάλι πολύ κακά μπήκε τού φεσιού τό μπάλωμα εις τά κόκκαλα, εις τήν πέτζα τού μυαλού. Έπεσα κάτου πεθαμένος. Μέ τράβησαν οι άνθρωποι μέσα τότε ένοιωσα. Τούς είπα:

- "Αφήτε με νά μέ τελειώσουνε εδώ, νά μήν ιδώ τούς Τούρκους ζωντανός νά μού πατήσουνε τό πόστο μου".

Τότε οι καϊμένοι οι Έλληνες μέ λυπήθηκαν πολύ πολέμησαν γενναίως, διώξαν τούς Τούρκους από τή ντάπια μας καί τούς έβαλαν όλους εις τίς καμάρες καί ντουφεκούσαν εις τό κάστρο.»


Απομνημονεύματα Μακρυγιάννη



Όλες οι προσπάθειες τού Καραϊσκάκη γιά νά στείλει ενισχύσεις στούς πολιορκημένους είχαν αποτύχει. Αυτή τή φορά ο αρχιστράτηγος σκέφτηκε νά πραγματοποιήσει επίθεση στό τουρκικό στρατόπεδο από τό Μενίδι γιά νά τραβήξει τήν προσοχή τών Τούρκων πρός εκείνη τήν περιοχή. Ταυτόχρονα έδωσε εντολή στούς Νικόλαο Κριεζώτη, Δημήτριο Λέκκα, Ιωάννη Μαμούρη καί Τριαντάφυλλο Τσουρά νά πάρουν τριακόσιους άνδρες καί νά ξεκινήσουν από τήν Κωλιάδα (Άγιο Κοσμά) όταν θά άκουγαν μέσα στή νύκτα πυροβολισμούς από τήν πλευρά τού Μενιδίου. Πράγματι ο Καραϊσκάκης άρχισε νά κανονιοβολεί τό στρατόπεδο τού Κιουταχή από τό Δραγουμάνο αποσπώντας τήν προσοχή τών Τούρκων καί οι άνδρες τού Κριεζώτη περπατώντας μέσα στό σκοτάδι κινήθηκαν πολύ γρήγορα από τήν πλευρά τού Φαλήρου καί έφθασαν ασφαλείς στήν κεντρική πόρτα στά Προπύλαια από όπου μπήκαν μέσα στό κάστρο.

Η φρουρά τής Ακρόπολης ένιωσε μεγάλη ανακούφιση μέ τίς ενισχύσεις καί ξεκίνησε νέες προσπάθειες αναχαίτησης τών Τούρκων. Στίς 24 Οκτωβρίου 1826 οι άνδρες τού Μακρυγιάννη επιτέθηκαν από τόν Σερπεντζέ πρός τόν λόφο τού Μουσείου (Φιλοπάππου) γιά νά εξουδετερώσουν έναν υπόνομο πού κατασκεύαζαν οι Τούρκοι. Η επίθεση στέφθηκε μέ επιτυχία αφού οι Έλληνες κατάφεραν νά διώξουν τούς Τούρκους καί νά αιχμαλωτίσουν 16 λαγουμιτζήδες. Στή μάχη αυτή λίγο έλειψε νά σκοτωθεί ο Μακρυγιάννης, ο οποίος τραυματίστηκε γιά άλλη μία φορά σοβαρά στό κεφάλι. Οι άνδρες του μέ αυτοθυσία τόν έσυραν στά μετόπισθεν γιά νά μήν τόν συλλάβουν ζωντανό οι εχθροί.


Η Αθήνα όπως τήν ονειρεύονται τά κόμματα καί οι δημοσιογράφοι


Ο Κιουταχής έβλεπε όλες του τίς προσπάθειες νά αποτυγχάνουν καί αποφάσισε νά καταστρέψει μέ έκρηξη τήν πηγή Κλεψύδρα στό βορειοδυτικό άκρο τής Ακρόπολης. Έδωσε εντολή νά κατασκευαστεί ένα μεγάλο λαγούμι στόν ναό τής Υπαπαντής καί νά φθάσει μέχρι τήν ντάπια τού Ανδρούτσου πού βρισκόταν η πηγή. Οι Τούρκοι τοποθέτησαν στόν υπόνομο τρείς χιλιάδες οκάδες πυρίτιδας προσδοκώντας νά σειστεί τό έδαφος καί νά καταστραφεί η πηγή μέ τό νερό. Ο Χορμοβίτης όμως καραδοκούσε. Κατασκεύασε δώδεκα ανθυπονόμους, γύρω από τόν μεγάλο υπόνομο τών Τούρκων, ώστε νά εκτονωθούν τά αέρια πού θά προκαλούσε η έκρηξη.

Τή νύκτα τής 1ης Νοεμβρίου 1826, οι Τούρκοι έριξαν τρείς κανονιοβολισμούς γιά νά απομακρυνθούν όλοι όσοι βρίσκονταν κοντά στόν ναό τής Υπαπαντής καί στόν λόφο τού Αρείου Πάγου. Περίμεναν μεγάλα αποτελέσματα από τήν έκρηξη τής υπονόμου καί πολλοί από αυτούς έφθασαν μέχρι τόν λόφο τού Μουσείου (Φιλοπάππου). Ο Κιουταχής, σίγουρος γιά τήν πτώση μεγάλου τμήματος τού φρουρίου, είχε ετοιμάσει καί ισχυρό στράτευμα γιά νά διενεργήσει έφοδο κατά τών τειχών. Η έκρηξη όμως πού έγινε ήταν πολύ κάτω τού αναμενομένου, (ώδινεν όρος καί έτεκε μύν, σύμφωνα μέ τόν Διονύσιο Σουρμελή). Τά αέρια βρήκαν διέξοδο από τά λαγούμια πού είχε κατασκευάσει ο Χορμοβίτης μέ αποτέλεσμα νά ξεπηδήσουν φλόγες από τίς υπονόμους πού είχε κατασκευάσει ο Έλληνας λαγουμιτζής, χωρίς νά γίνει πολύ ισχυρή έκρηξη. Οι Τούρκοι περίμεναν νά γκρεμιστεί τό φρούριο αλλά όταν ξέσπασαν πανηγυρισμοί εκ μέρους τών Ελλήνων κατάλαβαν τήν αποτυχία τού εγχειρήματος. Ο Τούρκος σερασκέρης λύσσαξε από τό κακό του, καθώς έβλεπε πολλούς από τούς ατάκτους Αλβανούς νά εγκαταλείπουν τό στρατόπεδό του. Ο αιμοβόρος πασάς γιά νά ξεσπάσει τήν κακία του παλούκωσε στό λόφο τού Αρείου Πάγου τούς Έλληνες αιχμαλώτους πού είχε μαζί του καί τούς έψησε μέ σιγανή φωτιά. Οι Έλληνες απάντησαν στήν βαρβαρότητα κρεμώντας από τίς επάλξεις τής Ακροπόλεως δεκαοκτώ Τούρκους αιχμαλώτους, αφού πρώτα τούς βασάνισαν, Πρωταγωνιστής στά βασανιστήρια τών Τούρκων αιχμαλώτων ήταν ένας διαβόητος παπάς μέ τό όνομα Συνέσιος, γνωστός σέ όλους τούς Αθηναίους γιά τή θηριωδία του.

«Ο πολιορκητής εξακολουθεί μέ προθυμίαν τάς εργασίας του εναντίον τών αποκλεισμένων, καί ούτοι πάλιν δέν απαυδώσιν αντεργαζόμενοι καί αποματαιούντες τά εχθρικά. Εξ αμφοτέρων τών μερών δέν παύει τό πύρ, καί η ζημία σχεδόν αμοιβαίως, ότε η νύξ η φέρουσα τήν πρώτην τού Οκτωβρίου 1826 μάς επέφερε τόν θάνατον τού αρχηγού καί φρουράρχου Γκούρα. Ο αείμνηστος ούτος διά νά εμποδίζη τήν έξοδον τών λειποτακτούντων στρατιωτών διενυκτέρευεν έξω τού Σερπεντζέ, προσέχων δι' όλης τής νυκτός τά κινήματα καί τών ημετέρων, καί εκείνα τών εχθρών. Συνήθιζε δέ καί νά τουφεκίζη τήν νύκτα εναντίον τών πλησίων εχθρικών χαρακωμάτων. Ενώ δέ κατά τό μεσαίτατον τής νυκτός ένδοθον τού χαρακώματος έσυρε τό πυροβόλον τού τουφεκίου, όπερ έξωθεν ανήφθη, χωρίς όμως νά διαδοθή τό πύρ καί εις τά εντός, καί ενώ έμενεν εις τήν θέσιν του ασάλευτος διά νά μεταδώση τό πύρ, άλλος τις εκ τών εναντίων χαρακωμάτων, τουφεκίζει ως εις σκοπόν εναντίον τού επιφανέντος πυρός, καί κατά δυστυχίαν τό βόλιον διαπερνά τόν κρόταφον τού Γκούρα χωρίς νά τώ δώση καιρόν κάν νά αναπνεύση.

Ο πολιορκητής εχθρός βλέπων νά ματαιούνται καθ' εκάστην αι εργασίαι τών υπονόμων του, ηγανάκτησεν εναντίον τών υπονομοποιών, υβρίζων αυτούς αυστηρώς. Όθεν αφού εδοκίμασαν από πολλάς θέσεις, καί απέτυχον, εγκρίνουσι νά πιασθή η θέσις Λεοντάρι (βορειοδυτικά τού βράχου), λέγοντες ότι εκείθεν δύνανται νά κατασκευάσωσιν ασφαλώς υπονόμους. Ο Κιουταχής διατάττει νά καταλάβωσιν εξ εφόδου τήν θέσιν αυτήν. Ημείς όμως προϋποπτευόμενοι τούτο, επρολάβαμεν υπό κάτω κατασκευήν υπονόμου, διά νά δοθή τό πύρ, άμα έλθωσιν οι εχθροί. Τήν τρίτην λοιπόν τού Οκτωβρίου 1826, πλησιάζοντος τού όρθρου, Μουχουρτάμπεης τις Αλβανός, διορισμένος, άν καί πρό τής αλώσεως φρούραρχος τών Αθηνών, φιλοτιμείται νά προηγηθή εις τήν έφοδον, ως έχων περισσοτέραν νύξιν, καθό φρούραρχος, καί ούτω παρακολουθούμενος παρά πολλών έρχεται έφιππος νά αναβή τό Λεοντάρι. Η φυλακή βλέπουσαν πλησιάζοντα τόν εχθρόν, αποχωρεί διά νά δώση τό πύρ εις τήν πυρίτιδα τής υπονόμου. Επειδή όμως η πυρίτις έλαβεν υγρασίαν διά τήν πολυκαιρίαν, καί εκ τούτου η υπόνομος έμεινεν άχρηστος, ο εχθρός καταλαμβάνει τήν θέσιν αλλ' ημείς από τού φρουρίου κυλίοντες μέ τάς χείρας βόμβας κατά τού Λεονταρίου, ηναγκάσαμεν τούς κατσχόντας νά φύγωσι μέ πολλήν ζημίαν, καθότι διαρρηγνύμεναι αι βόμβαι πρό ποδών τών εχθρών, εθανάτωσαν πολλούς εξ αυτών ομού καί τόν αλαζόνα φρούραρχον. Έπεσον δέ εξ αυτών 40, εκτός τών πληγωμένων.

Τήν εβδόμη Οκτωβρίου 1826, ορμώσιν οι Γκέκηδες αιφνιδίως καί κατά πρώτην προσβολήν κυριεύουσιν έν τών οχυρωμάτων μας έξω τού Σερπεντζέ, εξ ού κατεσκευάζετο υπόνομος εναντίον τών εχθρικών, καθ' ήν ώραν συνέπεσε νά ευρεθή μέσα ο υπονομοποιός Κώστας Χορμοβίτης, παρατηρών τήν κατασκευήν. Ο Μακρυγιάννης βλέπων τόν κίνδυνον, όν έτρεχε ο υπονομοποιός, ενθαρρυνθείς από τόν Αναστάσιον Τζίτζηφον προκλείσαντα τήν θυρίδα τού Σερπεντζέ εις τήν ορμήν τών εχθρών, καί συνοδευόμενος από ολίγους εβγαίνει έξω τού Σερπεντζέ, παρορμά τούς περί αυτόν, καί γενόμενος ριψοκίνδυνος διασώζει τόν γενναίον υπονομοποιόν. Η μάχη διαρκεί αδιάκοπος μέν δύο ολόκληρους ώρας, εκ διαλειμμάτων δέ μέχρι νυκτός. Τό πυροβολικόν αδιάκοπον εκατέρωθεν. Μεταξύ τών πολιορκούντων καί πολιορκούμενων παρομοία μάχη έως τότε δέν είχε γίνει. Οι εχθροί μή δυνάμενοι νά επιτύχωσι τήν κατάληψιν τού Σερπεντζέ, άλλοι οπισθοδρόμησαν, άλλοι κατέφυγον τήδε κάκείσε, καί άλλοι οι προηγόυμενοι εισήλθον υπό τάς στοάς τού τείχους τού Σερπεντζέ, διά νά αποφύγωσι τό πύρ. Αλλ' ενταύθα έπαθον τά δεινότερα, κρεμώντες γάρ οι ημέτεροι βόμβας κατά τών στοών, αφού άναπτον τό φιτύλιον καί γενομένης τής ρήξεως, κατέκαιον αυτούς. Εκ τών ημετέρων απέθανον δέκα, εν οίς ήν ο χρυσούς νέος, Νερούτζος Βενιζέλος, υιός τού Αγγελάκη Βενιζέλου, τού σφαγέντος υπό τών Τούρκων. Αρίστευσεν δέ πρός τοίς άλλοις καί απέθανεν ο γενναίος Κωνσταντής Ταλαμάγκας.

Τήν ακόλουθον ημέραν τελειοποιήσαντες τήν υπόνομον οι ημέτεροι, καθ' ήν συνέπεσε νά ευρεθή ο υπονομοποιός, ως είπομεν ανωτέρω, ήτις ήν πλησίον τών εχθρικών χαρακωμάτων κάτωθεν μάλιστα τής θέσεως, όπου οι εχθροί ήσαν πλειότεροι, βάλουσιν οι ημέτεροι τό πύρ κατά τήν πρώτην φυλακήν τής νυκτός, καί βλέπουσι μετά χαράς τούς εχθρούς πετομένους τρόπον τινά εις τόν αέρα διά τής υψώσεως τών χωμάτων, καί συγχρόνως θαπτομένους υπό τά χώματα. Μετά τό πύρ ορμώσιν οι Έλληνες εναντίον τών άλλων χαρακωμάτων, καί οι εχθροί ζαλισμένοι από τόν σεισμόν τής γής διά τήν υπόνομον, τρέπονται εις φυγήν, απολειπόντες καί αυτά τά όπλα των. Εφονεύθησαν δέ πολλοί καί επληγώθησαν περισσότεροι, οι δέ ημέτεροι λαφυραγωγήσαντες εν ανέσει τά οχυρώματα, επιστρέφουσι μετά πλουσίων λαφύρων καί μέ κεφαλάς εχθρών. κρατούντες άλλος μίαν καί άλλος δύο. Χρεωστώ νά σημειώσω ότι εις πάσαν έξοδον τών αποκλεισμένων τολμηρότερος εφάνη φέρων πάντοτε εχθρικήν κεφαλήν ο Χρήστος Κυδωνεύς νέος ετών είκοσι.»


Ιστορία τών Αθηνών κατά τόν υπέρ Ελευθερίας Αγώνα, Διονύσιος Σουρμελής



Όταν τόν Νοέμβριο παρατηρήθηκε έλλειψη στήν πυρίτιδα, οι Αθηναίοι ζήτησαν από τόν Μακρυγιάννη, ο οποίος υπέφερε από τά πολλά του τραύματα, νά πάει στήν Αίγινα, όπου είχε τήν προσωρινή της έδρα η κυβέρνηση Ζαΐμη γιά νά ζητήσει επειγόντως τήν αποστολή πυρίτιδος καί άλλων πολεμοφοδίων στό κάστρο τής Ακρόπολης. Ο Μακρυγιάννης, άν καί τραυματισμένος κατάφερε μέ πέντε έφιππους άνδρες πού τόν συνόδευαν, νά διασπάσει τόν ασφυκτικό κλοιό τών Τούρκων, νά διαβεί τήν τάφρο καί νά φτάσει στό Δαφνί. Από εκεί πέρασε στήν Ελευσίνα καί στή συνέχεια έφθασε στήν Αίγινα. Ο Ζαΐμης, ο οποίος είχε υποφέρει από τά ρουμελιώτικα στρατεύματα κατά τήν διάρκεια τού εμφυλίου, υποδέχτηκε τόν Μακρυγιάννη μέ πολλή εγκαρδιότητα, όπως αναφέρει καί ο ίδιος ο Μακρυγιάννης στά απομνημονεύματά του:

«Ο Ζαϊμης ήταν πρόεδρος τής Διοικήσεως. Μού λέγει ο καϊμένος

- "Έρχομαι εις τό κονάκι σου νά μιλήσωμεν πλατύτερα".

Μέ είδαν εις τήν κατάστασιν οπού ήμουν, πρησμένο τό κεφάλι μου, μού διορίσαν γιατρούς. Ήρθε ο Ζαϊμης, ανταμωθήκαμεν μού είπε τήν κατάστασιν τού ταμείου, ότι δέν έχει ούτε λεπτό. Μού λέγει

- "Χαίρομαι ότι ήρθες εσύ έξω καί νά συνακουστούμεν σέ ό,τι μπορέσουμεν νά βοηθήσωμεν τήν πατρίδα καί ν' αφήσουμεν τά παλιά πάθη".

Τού είπα:

- "Χαίρομαι διά έναν αγωνιστήν σημαντικόν, κεφαλή τής πατρίδος, οπού 'χει τόση 'λικρίνεια. Ότι τά πάθη τά είδαμεν πού μάς κατήντησαν. Κ' εγώ, τού λέγω, 'σ ό,τι μέ διατάξετε είμαι έτοιμος νά πεθάνω διά τήν αγάπη τής πατρίδος. Καί δι' αυτό εβήκα εις τήν κατάστασιν οπού μέ βλέπεις".»


Ο Ζαΐμης ζήτησε από τόν Φαβιέρο πού βρισκόταν στά Μέθανα νά αναλάβει τήν τροφοδοσία τού φρουρίου μέ τό τακτικό του σώμα. Ο πρόθυμος Φαβιέρος οργάνωσε ένα σώμα πεντακοσίων ανδρών καί αφού φόρτωσε στόν καθένα από ένα σακκί μέ πυρίτιδα ξεκίνησε τήν αποστολή του. Τήν 1η Δεκεμβρίου 1826, από τούς Τρείς Πύργους (Φάληρο), ο Φαβιέρος μέ οδηγούς δύο άνδρες πού τού είχε δώσει ο Μακρυγιάννης, μετά από νυκτερινή πορεία έφτασε στό λόφο τού Μουσείου (Φιλοπάππου).

«Το' 'δωσα τού αθάνατου Φαβγέ τούς οδηγούς οπού 'χα μαζί μου από τό κάστρο, τούς γενναίους κι' αγαθούς Γιάννηδες, Κουντουριώτης ο ένας καί Διστομίτης ο άλλος. Αυτείνοι οι δυό αγαθοί πατριώτες έβγαιναν πάντοτες μέ γράμματα από τό κάστρο, ανάμεσα από τόση Τουρκιά. Μεγάλες χάριτες χρωστάγει η πατρίδα εις αυτούς τούς δύο γενναίους πατριώτες. Καί μαζί μ' αυτούς τό ταχτικόν κι' ο Φαβγές πήγαν τά πολεμοφόδια κι' άλλα αναγκαία, φορτωμένα οι ίδιοι απάνου τους. Κι' όλοι αυτείνοι κιντύνεψαν αλλά ως γενναίγοι καί καλοί πατριώτες αποφάσισαν καί μπήκαν εις τό κάστρο. Καί η πατρίς νά θυμάται καί νά δοξάζη αυτούς τούς άντρες.»

Οι άνδρες τού Φαβιέρου έφτασαν στήν τάφρο καί άρχισαν νά δέχονται πυροβολισμούς από τούς Τούρκους σκοπούς. Τότε ο Κριεζώτης, πού κατάλαβε ότι έφθανε βοήθεια, έδωσε εντολή στή φρουρά νά κάνει έξοδο καί νά κτυπήσει τούς Τούρκους πού ήταν έξω από τό τείχος τού Σερπεντζέ, ώστε νά βρούν ευκαιρία οι άνδρες τού τακτικού νά μπούν στό φρούριο, όπως καί έγινε. Τέσσερεις άνδρες τού Φαβιέρου σκοτώθηκαν καί ο Ιταλός Πίζα τραυματίστηκε σοβαρά. Ο Γάλλος Ρομπέρ τραυματίστηκε πολύ σοβαρά καί όταν οι Τούρκοι ήταν έτοιμοι νά τόν αποκεφαλίσουν, οι άνδρες τού Κριεζώτη πρόλαβαν νά τόν πάρουν από τά χέρια τους. Ο Ιωάννης Τουρκοδήμος από τά Κούντουρα (Μάνδρα Αττικής) τόν κουβάλησε στόν ώμο, αλλά ο γενναίος Γάλλος, ο οποίος έφερε εικοσιτέσσερα τραύματα, πέθανε μετά από έξι ημέρες.

Οι Αθηναίοι υποδέχτηκαν τόν Φαβιέρο σάν σωτήρα, αφού έφερε μαζί του τέσσερεις χιλιάδες οκάδες πυρίτιδα, πολύτιμες γιά τίς υπονόμους πού κατασκεύαζε ο Χορμοβίτης. Αποφάσισαν τότε νά κάνουν μία επίθεση κατά τής πόλης τών Αθηνών καί νά απομακρύνουν όσους Τούρκους είχαν οχυρωθεί στά κοντινά πρός τό κάστρο σπίτια. Τά χαράματα τής 6ης Δεκεμβρίου 1826, οι τακτικοί στρατιώτες τού Γάλλου συνταγματάρχη μέ τούς άνδρες τού Κριεζώτη, τού Ευμορφόπουλου, τού Τζουρά καί τού Παπακώστα επιχείρησαν ταυτόχρονη επίθεση πρός τρία σημεία τής πόλης.

Ο αιφνιδιασμός πέτυχε, αλλά τό σώμα τού Ευμορφόπουλου καί τού Τζουρά πού βγήκε από τά ανατολικά πρός τόν μαχαλά τής Πλάκας εγκλωβίστηκε στό σπήλαιο τής Χρυσοσπηλιώτισσας, κοντά στό θέατρο τού Διονύσου. Ο Κιουταχής έστησε πυροβόλα στό ναό τού Ολυμπίου Διός καί άρχισε νά πυροβολεί τούς αποκλεισμένους. Οι πολιορκημένοι, πάνω στήν Ακρόπολη, έστρεψαν μέ τή σειρά τους τά δικά τους πυροβόλα πρός τούς στύλους τού Ολυμπίου Διός καί άρχισαν νά πυροβολούν πρός τήν εχθρική πλευρά, ανατρέποντας τά σχέδια τού Κιουταχή καί σώζωντας τούς άνδρες τού Ευμορφόπουλου, οι οποίοι κατόρθωσαν νά ξεφύγουν καί νά μπούν στό φρούριο.

Στό εσωτερικό τού κάστρου οι βόμβες τού Κιουταχή έπεφταν ασταμάτητα καί σκορπούσαν τόν θάνατο. Η γυναίκα τού Γκούρα έμενε στό ναό τού Ερεχθέα, όπου είχε συγκεντρώσει τήν αμύθητη περιουσία πού είχε συρρεύσει η απληστία τού άνδρα της. Ο Γκούρας είχε τοποθετήσει στή στέγη τού ναού χώμα γιά νά προστατεύει τό κτίριο, όπου είχε βρεί καταφύγιο η οικογένειά του. Είχε δώσει ευχή καί κατάρα στήν γυναίκα του, εάν τυχόν αυτός πάθαινε κάτι νά φύλαγε τήν τιμή του καί νά μήν ξαναπαντρευόταν.

Τελικά η κατάρα τού Γκούρα έπιασε τόπο. Η χήρα, μόλις τρείς μήνες μετά τόν θάνατο τού άνδρα της αρραβωνιάστηκε με τό νέο φρούραρχο Κριεζώτη. Δέν θά χαιρόταν όμως γιά πολύ τό νέο της άνδρα. Στίς 13 Ιανουαρίου 1827, μία βόμβα έπεσε στό Ερέχθειο, καί τό χώμα στήν σκεπή τού ναού, επιβάρυνε τή στατικότητα καί ο ναός κατέρρευσε πλακώνοντας τήν Γκούραινα καί τήν αδελφή της Κάρμαινα μέ τά παιδιά τους. Η μοίρα είχε παίξει τό δικό της παιχνίδι. Τό χώμα πού είχε τοποθετήσει ο Γκούρας σκότωσε τήν γυναίκα του πού τόν απάτησε. Τό ζευγάρι είχε πεθάνει στό ίδιο μέρος πού είχε δολοφονηθεί ο πάλαι ποτέ προστάτης τού Γκούρα Ανδρούτσος. Τά εκατοντάδες χιλιάδες γρόσια πού είχε πάρει ο Γκούρας γιά νά προδώσει τόν καπετάνιο του δέν πρόλαβε νά τά χαρεί ούτε αυτός, ούτε η γυναίκα του, ούτε τά παιδιά του.


Μακρυγιάννης - πολιορκία Ακρόπολης 1826






------------------ Books and movies ------------------ www.agiasofia.com -----------------------