http://www.agiasofia.com



Ελληνική Επανάστασις 1821, Μέρος ΛΒ'





Γεώργιος Καραϊσκάκης



||Α'|-|Β'|-|Γ'|-|Δ'|-|Ε'|-|ΣΤ'|-|Ζ'|-|Η'|-|Θ'|-|Ι'|-|ΙΑ'|-|ΙΒ'|-| ΙΓ'|-|ΙΔ'|-|ΙΕ'|-|ΙΣΤ'|-|ΙΖ'|-|ΙΗ'|-|ΙΘ'|-|Κ'|-|ΚΑ'|-|ΚΒ'|-|ΚΓ'|-|ΚΔ'|-| ΚΕ'|-|ΚΣΤ'|-|ΚΖ'|-|ΚΗ'|-|ΚΘ'|-|Λ'|-|ΛΑ'|-|ΛΒ'|-|ΛΓ'|-|ΛΔ'|-|ΛΕ'|-|ΛΣΤ'||




Εκστρατεία τού Καραϊσκάκη



Τόν Οκτώβριο τού 1826 η κατάσταση στή Ρούμελη ήταν δραματική καί θύμιζε εν πολλοίς τήν κατάσταση στήν Πελοπόννησο. Οι Έλληνες δέν διέθεταν ούτε τρόφιμα, ούτε εφόδια, ούτε ικανό αριθμό ανδρών γιά νά αντιπαραταχθούν στίς υπέρτερες οθωμανικές δυνάμεις. Η πείνα ανάγκαζε τούς στρατιώτες νά εγκαταλείπουν τά στρατόπεδα καί νά τρέχουν νά φροντίσουν τίς οικογένειές τους. Η κυβέρνηση Ζαΐμη αδυνατούσε νά στηρίξει τούς οπλαρχηγούς, αφού οι μακροχρόνιοι πόλεμοι είχαν επιφέρει τήν πλήρη εκμηδένιση τών οικονομικών πόρων τού τόπου.

Ο Κιουταχής διατηρούσε χωρίς πρόβλημα τόν στενό αποκλεισμό τής Ακρόπολης ενώ πολύ σοφά είχε φροντίσει νά εγκαταστήσει ισχυρές φρουρές σέ όλες τίς μεγάλες πόλεις τής Στερεάς Ελλάδoς. Σέ όλες αυτές τίς δυσοίωνες καταστάσεις ήρθαν νά προστεθούν καί οι προστριβές τών οπλαρχηγών γιά τήν γενική αρχιστρατηγία. Τόσο οι Ρουμελιώτες στρατιωτικοί αρχηγοί όσο καί οι Σουλιώτες Νότης Μπότσαρης καί Κίτσος Τζαβέλας ήταν δυσαρεστημένοι μέ τόν ορισμό τού Καραϊσκάκη ως γενικού αρχηγού τών στρατευμάτων τής Ρούμελης.


Γεώργιος Καραϊσκάκης


Ο Σταυραετός τής Ρούμελης, συνειδητοποιώντας τήν αδυναμία του νά αναμετρηθεί μέ τόν πανίσχυρο στρατό τού Κιουταχή, αποφάσισε νά κτυπήσει τά κέντρα ανεφοδιασμού του στή Στερεά Ελλάδα καί νά κόψει τίς γραμμές τών επικοινωνιών του μέ τή Λάρισα καί τό Ζητούνι. Οργάνωσε λοιπόν μία εκστρατεία στή Δυτική Στερεά, μέ κύριο σκοπό τήν εκδίωξη τών τουρκικών φρουρών από τίς μεγάλες πόλεις. Ο Καραϊσκάκης, έχοντας στή διάθεση του μόλις δύο χιλιάδες άνδρες, ζήτησε τή σύμπραξη πελοποννησιακών δυνάμεων, τίς οποίες ο Κολοκοτρώνης, άν καί βρισκόταν σέ δύσκολη θέση μέ τούς Αιγυπτίους τού Ιμπραήμ, τού τίς διέθεσε.

Ο Στράτφορντ Κάνιγκ, μέσω τού ’γγλου πλοιάρχου Χάμιλτον, είχε συστήσει στούς Έλληνες νά εκδιώξουν τελείως τούς Τούρκους από τή Στερεά Ελλάδα, ώστε νά συμπεριληφθεί καί αυτή στά όρια τού μελλοντικού κράτους τής ανεξάρτητης Ελλάδος, όταν καί εάν αυτό αναγνωριζόταν από τίς Μεγάλες Δυνάμεις. Ο Κολοκοτρώνης έστειλε τόν Χατζή Μιχάλη Νταλιάνη μέ τό άτακτο ιππικό του καί τόν ανηψιό του Νικηταρά νά ενώσουν τίς δυνάμεις τους μέ τόν Γεώργιο Καραϊσκάκη.

Οι δύο στρατηγοί πού φύλαγαν τά νώτα τού Κιουταχή στή Στερεά Ελλάδα ήταν ο πιστός του Κεχαγιάμπεης καί ο γενναίος Μουσταφάμπεης ή Μουστάμπεης, ο οποίος είχε αποδεκατίσει τά υπολείμματα τής φρουράς τού Μεσολογγίου στούς πρόποδες τού όρους Ζυγού. Ο Μουσταφάμπεης αυτή τή φορά συνέτριψε τούς Μακεδόνες τού Αγγελή Γάτσου, τού Καρατάσου, τού Μήτρου Λιακόπουλου, τού Αναστάση Κασσανδρινού καί τού Γιάννη Βελέτζα, όταν αυτοί επιχείρησαν νά καταλάβουν τό Ταλάντι (Αταλάντη). Οι απώλειες τών Ελλήνων ήταν 40 νεκροί μέ σημαντικότερους τόν Αγγελή Συκιώτη, τόν Κόντο, τόν Θεσσαλό γέρο Καλαμίδα, τόν Χαμακιώτη, τόν Σακελλίωνα, ενώ αιχμαλωτίστηκε καί ο νεαρός Θανασάκης, γιός τού Εμμανουήλ Παπά, ο οποίος αποκεφαλίστηκε λίγο αργότερα στή Χαλκίδα. Ο Μουστάμπεης καί ο Κεχαγιάμπεης στή συνέχεια ανέλαβαν νά εκτελέσουν τίς διαταγές τού Κιουταχή, οι οποίες ρητά υπαγόρευαν τήν εξόντωση τού Καραϊσκάκη.

Στίς 25 Οκτωβρίου 1826, ο Καραϊσκάκης ξεκίνησε τήν εκστρατεία του ορίζοντας υπεύθυνο τού στρατοπέδου τής Ελευσίνας τόν Βάσο Μαυροβουνιώτη. Ο μικρός ελληνικός στρατός κινήθηκε βόρεια καί τό βράδυ διανυκτέρευσε στά Κούντουρα, ένα αρβανιτοχώρι κοντά στή σημερινή Μάνδρα Αττικής. Στή συνοδεία τού Καραϊσκάκη βρίσκονταν μερικοί φιλέλληνες μεταξύ τών οποίων ήταν ο Γερμανός γιατρός Treiber Heinrich καί ο Αμερικάνος George Jarvis. Τήν επόμενη ημέρα οι άνδρες τού Καραϊσκάκη περπάτησαν μέσα σέ καταρρακτώδη βροχή καί τό βράδυ διανυκτέρευσαν στήν Κάζα (Βίλια Αττικής). Μέσα στίς ίδιες σκληρές καιρικές συνθήκες έφθασαν στήν Δόμβραινα Βοιωτίας στίς 27 Οκτωβρίου καί αμέσως ξεκίνησαν τήν πολιορκία τού χωριού. Η τουρκική φρουρά όμως, είχε ειδοποιηθεί από προσκυνημένους Χριστιανούς καί είχε προλάβει νά οχυρωθεί στούς πανίσχυρους πύργους τής Δόμβραινας. Αξίζει νά σημειωθεί ότι τά περισσότερα χωριά είχαν προσκυνήσει καί οι κάτοικοί τους ήταν αυτοί πού πρώτοι έτρεχαν νά ειδοποιήσουν τούς Τούρκους γιά τήν άφιξη τών ελληνικών στρατευμάτων. Οι Έλληνες κατέλαβαν τά χωριά Κακόσι (Θίσβη) καί Χώστια (Πρόδρομος) καί μέ ένα κανόνι πού βρήκαν στήν περιοχή κανονιοβολούσαν τούς κλεισμένους στήν Δόμβραινα Τούρκους.

Στίς 3 Νοεμβρίου 1826 έφθασε στό χωριό καί ο Μουστάμπεης Κιαφαζέζης μέ χίλιους Τουρκαλβανούς, τούς οποίους τοποθέτησε στά πιό μεγάλα σπίτια γιά νά ενισχύσουν τούς αποκλεισμένους ομοθρήσκους τους, ενώ ο ίδιος επέστρεψε στήν Λειβαδιά, τήν οποία χρησιμοποιούσε ως βάση γιά τίς επιχειρήσεις του. Οι μάχες συνεχίστηκαν γιά αρκετές ημέρες καί τήν 11η Νοεμβρίου 1826, ο Γιαννάκης Σουλτάνης κρύφτηκε στά αμπέλια πού ήταν έξω από τήν Δόμβραινα καί έστησε μία χωσιά (ενέδρα) στούς Τούρκους ιππείς πού περιφέρονταν εκεί. Οι Τούρκοι όμως αντελήφθηκαν τόν Σουλτάνη καί στό τέλος κατάφεραν νά τόν σκοτώσουν. Ο ηρωϊκός καί σεμνός οπλαρχηγός, πού είχε καταφέρει νά διασωθεί στήν έξοδο τού Μεσολογγίου, ήταν πολύ αγαπητός από τούς στρατιώτες καί γιά τό θάνατό του λυπήθηκαν όλοι καί περισσότερο ο Καραϊσκάκης.

Ο Καραϊσκάκης εγκατέλειψε τή μάταιη πολιορκία τής Δόμβραινας καί κινήθηκε ανατολικά πρός τό χωριό Μετόχι Βοιωτίας. Στή μονή Οσίου Σεραφείμ Δομβούς ή Δομπού κτισμένη τόν 16ο αιώνα, άφησε φρουρά εκατό ανδρών μέ τόν Νικολό Βαρβιτσιώτη καί στή μονή τού Οσίου Λουκά άφησε άλλους εξήντα άνδρες. Ο ίδιος συνέχισε τήν πορεία του μέσα στόν ιδιαίτερα βαρύ χειμώνα καί στίς 17 Νοεμβρίου 1826 έφθασε στό Δίστομο.

«Συνταχθέντος δέ τού περί ού ο λόγος εγγράφου καί επιτραπείσης τής αρχηγίας τού εν Ελευσίνι στρατοπέδου εις τόν Βάσον Μαυροβουνιώτην, εξεστράτευσεν o Καραϊσκάκης τήν 25ην Οκτωβρίου 1826, περί μεσημβρίαν, εξ Ελευσίνος. Η όλη τού στρατού μοίρα, ήν μεθ' εαυτού ήγεν, δέν υπερέβαινε τούς δισχιλίους καί πεντακοσίους πολεμιστάς άλλ' ήσαν ούτοι βεβαίως οι μαχιμώτεροι τών ανδρών ούς είχε τότε η Ελλάς. Τήν εσπέραν τής πρώτης ημέρας διενυκτέρευσεν εις τά Κουντουριώτικα Καλύβια (Μάνδρα, Μαγούλα). Τήν δι' επιούσαν (επομένη) έμεινε εις Κάζαν (Βίλια Αττικής), αλλά προέπεμψε τό εσπέρας τόν Αλέξιον Γαρδικιώτην Γρίβαν μετά τριακοσίων περίπου ανδρών ίνα προκαταλάβη αιφνιδίως τήν υπό τών Τούρκων κατεχομένην Δόβρεναν (Δόμβραινα Βοιωτίας).

Κατά δυστυχίαν επήλθε τήν νύκτα βροχή ραγδαία, ένεκα δέ τούτου καί διά τό βαθύ σκότος, οι προαποσταλέντες απεπλανήθησαν καί ολίγοι εξ αυτών έφθασαν μέχρι Δοβρένας. Εκ τούτων δέ συλλαβόντες οι πολέμιοι, έναν, έμαθον ότι επέρχεται ο Καραϊσκάκης καί έσπευσαν νά οχυρωθώσιν εις τούς πύργους καί εις τάς δυνατωτέρας τού χωρίου οικίας. Ουδέν ήττον ο Καραϊσκάκης επελθών πρό τής δύσεως τού ηλίου μεθ' όλης τής δυνάμεως, περιέζωσε τό χωρίον, εισήλασεν εις αυτό, καί ήθελε βεβαίως γείνει κύριος αυτού, εάν οι υπ' αυτών ήθελον πεισθή νά διαμείνωσιν εντός τής Δοβρένας, πολιορκούντες καί παραφυλάττοντες τούς πολεμίους. Αλλ' ο στρατός απηυδήσας από τό μήκος τής οδοιπορίας καί τήν κακήν κατάστασιν τών οδών ένεκα τής βροχής, δέν επείσθη νά διαμείνη τήν νύκτα εις Δοβρέναν καί απήλθεν εις Κακόσι (Θίσβη Βοιωτίας). Εντεύθεν οι πολέμιοι (εχθροί), λαβόντες ευκαιρίαν, ωχυρώθησαν ασφαλέστατα εντός τών πύργων αυτών, ώστε εδέησε ν' αρχίση τακτική αυτών πολιορκία. Επί τούτω μετεκομίσθη καί έν κανόνιον από τινος εις τόν λιμένα Δοβρένας ευρισκομένης ελληνικής γολέττας, ήτις ήτο άλλοτε τουρκική καί είχε πρό μικρού τότε κυριευθή εξ εφόδου υπό τριάκοντα Ψαριανών, επί πλοιαρίου εφορμησάντων κατ' αυτής.

Ενώ δ' επέστρεφεν ο Καραϊσκάκης εις τήν κατοικίαν αυτού, καταβεβαρημένος από τής βροχής, καί τού βορβόρου (λάσπης), καί τού κόπου, ιδών πλησίον του νέον λόγιον, ακολούθησε ο κάτωθι διάλογος:

- "Βλέπεις εις ποία βάσανα είμεθα υποκείμενοι, καί όμως ποίος μάς τό γνωρίζει;"

- "’ν κατά τό παρόν τά πάθη (διχόνοιες) δέν αφήνουν νά γνωρισθώσιν αι εκδουλεύσεις καί οι αγώνες σου, μήν απελπίζεσαι, θά έλθη καιρός νά γνωρίσωσι τήν αξίαν εκάστου καί νά αποδώσωσι τόν ανήκοντα έπαινον καί τήν δικαίαν αμοιβήν."

- "Γράφε ότι βλέπεις καί τούτο είναι αρκετή δι' ημάς αμοιβήν."

Η πολιορκία τής Δοβρένας παρετείνετο, αλλ' όμως η τολμηρά επί τήν Ρούμελην έξοδος τού Καραϊσκάκη ήρχισε νά φέρη τούς καρπούς αυτής. Οι Στερεολλαδίται συνέρρεον εις τό στρατόπεδον αυτού, καί αυτοί οι εν Μεγάροις περιλιπόμενοι Σουλιώται προσήλθον εις Δοβρέναν ίνα μεταλάβωσι τού κοινού αγώνος. Ο Καραϊσκάκης, ενισχυθείς τοιουτοτρόπως, έπεμψε τόν Γαρδικιώτην Γρίβαν καί τόν Νάκον Πανουργίαν μετά τετρακοσίων στρατιωτών πρός τόν Ρούκην καί τόν Δυοβουνιώτην ίνα βοηθήσωσιν αυτούς εις τήν επανάληψιν τού πολέμου. Έπεμψεν επί τών αυτώ σκοπώ τόν Αντώνιον Κοντοσόπουλον καί Γιαννάκην τόν αδελφόν τού Οδυσσέως, εις τά χωρία Ζαγαρά (Ευαγγελίστρια Βοιωτίας) καί Κουτουμουλά (Κορώνεια), ο δέ Δημήτριος Μακρής καί ο Γεώργιος Δράκος μετέβησαν εις Βιτρινίτσα (Τολοφών).

Ο Καραϊσκάκης, ενώ διεύθυνεν άπαντα τά προαναφερθέντα κινήματα τής Ανατολικής Ελλάδος, εξηκολούθει, ως προείρηται, πολιορκών τήν Δοβρέναν (Δόμβραινα Βοιωτίας), επειδή δέ είχε φέρει από Μέγαρα καί τό άτακτον πολεμικόν ιππικόν υπό τόν Χατζή Μιχάλην, απεφάσισε τήν 12η Νοεμβρίου 1826 νά προσβάλη καί εις τήν περί τήν Δοβρέναν πεδιάδα τούς πολεμίους οίτινες, επαιρόμενοι επί τού ιππικού αυτών, ανέτως εις τήν πεδιάδα περιεφέροντο, όθεν ώρμησαν επ' αυτούς μετά τού ελληνικού ιππικού καί τετρακόσιοι πεζοί. Οι Τούρκοι αμέσως υπεχώρησαν εις Δοβρέναν, οι δέ ιππείς των, ωφελούμενοι εκ τούτου, επέρχονται κατά τού ελληνικού ιππικού καί καταφθάνουσι καί περικυκλώνουσι τόν Γιαννάκη Σουλτάνη, όστις άλλην μέν τινα υπηρεσίαν είχεν επιτραπή κατά τήν ημέραν ταύτην. Εκπληρώσας δέ αυτήν καί επιστρέψας εις τό στρατόπεδον, δέν ηθέλησε νά μείνη αργός, μάχης συγκροτουμένης, καί λαβών ένα τών τυχόντων ίππων τού Καραϊσκάκη, κατά δυστυχίαν όλως απόλεμον, κατήλθεν εις τό πεδίον.

Περικυκλωμένος πανταχόθεν υπό τών εχθρών καί έχων ίππον όλως, ως προείρηται, πρός τόν πόλεμον ανεπιτήδειον, αντείχεν όμως έτι ο Γιαννάκης Σουλτάνης, ει καί τέσσαρας ήδη είχε λάβει πληγάς, αλλά οι πληγαί ήσαν καίριαι καί μετ' ολίγας στιγμάς απέθανεν ο ήρως


Παπαρρηγόπουλος - Γεώργιος Καραϊσκάκης




Γιαννάκης Σουλτάνης



Μάχη Αράχωβας (18 - 24 Νοεμβρίου 1826)



Ο Καραϊσκάκης από τό Δίστομο πού βρισκόταν, έστειλε επιστολές στούς Ρουμελιώτες οπλαρχηγούς καλώντας τους νά σπεύσουν νά τόν ενισχύσουν. Ένα παγωμένο βράδυ τού Νοεμβρίου έφθασε στό σπίτι πού είχε καταλύσει, ένας καλόγερος από τή μονή Ιερουσαλήμ τής Δαύλειας καί τού έδωσε τήν πληροφορία ότι ο Μουστάμπεης θά έστελνε 500 άνδρες μέσω μονοπατιών από τόν Παρνασσό νά πιάσουν τήν Αράχωβα, ενώ ο ίδιος ο Αλβανός αρχηγός μέ τόν κεχαγιά τού Κιουταχή, τόν Ελμάνζ μπέη καί τόν αδελφό του Καριοφίλμπεη θά ακολουθούσαν μέ τό κυρίως σώμα τού στρατού από τόν κεντρικό δρόμο τού Ζεμενού.

Πώς όμως είχε μάθει ο καλόγερος αυτήν τήν πληροφορία; Ο Μουστάμπεης μέ τούς ανώτερους αξιωματικούς βρίσκονταν στή μονή Ιερουσαλήμ. Αφού ο ηγούμενος τόν βεβαίωσε ότι κανένας στό μοναστήρι δέν γνώριζε τουρκικά, έβαλε ένα τουρκομαθή μοναχό νά περιποιείται καί νά σερβίρει τό φαγητό στούς Τουρκαλβανούς αγάδες, πού οργάνωναν τίς στρατιωτικές επιχειρήσεις τής επομένης ημέρας. Ο Μουστάμπεης είχε απειλήσει μέ κάψιμο τής μονής καί μέ σφαγή τών εικοσιδύο μοναχών σέ περίπτωση πού κάποιος από αυτούς εγκατέλειπε τό μοναστήρι εκείνο τό βράδυ. Ο ηγούμενος κατανοώντας τήν κρισιμότητα τών περιστάσεων έστειλε κρυφά τόν ανηψιό του νά ειδοποιήσει τόν Καραϊσκάκη γιά τήν άφιξη μεγάλου τουρκικού στρατεύματος. Ο ανηψιός του θά έπρεπε νά γυρίσει στή μονή πρίν ξυπνήσουν οι Τούρκοι, διότι αυτοί θά μετρούσαν τό πρωΐ τούς καλόγερους γιά νά διαπιστώσουν άν έλειπε κανένας. Αργοπορία τού μοναχού ισοδυναμούσε μέ θάνατο όλων τών καλογέρων.

Ο απεσταλμένος εξετέλεσε άριστα τήν αποστολή του καί ο Καραϊσκάκης μόλις πληροφορήθηκε γιά τά σχέδια τών Τουρκαλβανών, έστειλε αμέσως τούς Αλέξη Γαρδικιώτη Γρίβα, Γεώργιο Δυοβουνιώτη καί τά αδέλφια Γεώργιο καί Μήτρο Βάγια μέ πεντακόσιους άνδρες νά προλάβουν νά οχυρωθούν στά σπίτια τής Αράχωβας. Ο ίδιος θά ακολουθούσε τό επόμενο πρωΐ μέ τούς άνδρες του. Ο Γαρδικιώτης Γρίβας έφθασε στήν Αράχωβα καί αφού διαπίστωσε ότι δέν υπήρχε εχθρική δύναμη, οχύρωσε τά μεγαλύτερα σπίτια τού χωριού, κτίζοντας τά παράθυρα καί φτιάχνοντας μασγάλια (πολεμίστρες), ενώ ο ίδιος ταμπουρώθηκε στήν εκκλησία τού Αγίου Γεωργίου.

Τό πρωΐ τής 18ης Νοεμβρίου 1826 ήταν τό πιό κρίσιμο καθώς σύσσωμος ο οθωμανικός στρατός αποτελούμενος από 3500 άνδρες, μέ επικεφαλής τόν ίδιο τόν Μουστάμπεη, επιτέθηκε στούς οχυρωμένους Έλληνες. Οι άνδρες τού Γαρδικιώτη κράτησαν τίς θέσεις τους στήν Αράχωβα καί όταν ο Καραϊσκάκης από τή μία μεριά τού χωριού καί οι Σουλιώτες τών Γιώτη Δαγκλή, Διαμαντή Ζέρβα, Γεωργίου Ζήκου Τζαβέλα, Γιαννούση Πανομάρα καί Χριστόφορου Περραιβού από τήν άλλη μεριά έζωσαν τό χωριό, ο Μουστάμπεης αποσύρθηκε σέ ένα λόφο καί από εκεί παρακολουθούσε τήν εξέλιξη τής μάχης πού γινόταν μέσα στό χωριό καί από σπίτι σέ σπίτι.



Οι οπλαρχηγοί μέ τούς οποίους επικοινωνούσε ο Καραϊσκάκης άρχισαν νά καταφθάνουν στήν κατάλληλη ώρα καί ο Μουστάμπεης έδωσε εντολή σέ όλους τούς άνδρες του νά αποσυρθούν από τήν Αράχωβα καί νά ανέβουν στόν λόφο πού είχε καταφύγει ο ίδιος στό βόρειο μέρος τού χωριού. Από εκεί θά περίμενε καί αυτός μέ τή σειρά του τίς ενισχύσεις πού είχε παραγγείλει στόν Κιουταχή. Πράγματι τήν επομένη άρχισαν νά καταφθάνουν ενισχύσεις, αλλά τά περάσματα ήταν όλα κλεισμένα από τούς άνδρες τών Λάμπρου Βεΐκου, Γεωργίου Τζαβέλα, Χατζηπέτρου, Γαρδικιώτη, Δημοτσέλιου, Βέρη, Αγαλλόπουλου καί Ρούκη. Στό στενό τού Ζεμενού ο Αμπντουλάχ μπέης πού ερχόταν μέ 1500 Τουρκαλβανούς δέχτηκε βροχή τά βόλια από τούς ταμπουρωμένους Έλληνες καί αναγκάστηκε νά υποχωρήσει, αφήνοντας στό πεδίο τής μάχης 100 νεκρούς καί 80 ζώα φορτωμένα μέ προμήθειες, οι οποίες προορίζονταν γιά τόν στρατό τού Μουστάμπεη.

Ο Μουστάμπεης μέ τόν Κεχαγιάμπεη είχαν τή δυνατότητα νά εγκαταλείψουν τόν λόφο από τήν πρώτη νύκτα, αλλά δέν τό έκαναν. Δέν θά επέτρεπαν στά βασιλικά στρατεύματα νά υποχωρήσουν μπροστά σέ μία χούφτα κατσικοκλέφτες όπως αποκαλούσαν τούς Έλληνες. Ήταν όμως καί η οργή τού Κιουταχή πού τούς τρόμαζε, αφού τούς πλήρωνε λουφέδες (μισθούς) γιά 10000 στρατιώτες καί αυτοί είχαν στή διάθεσή τους μόλις τό ένα τρίτο. Πώς θά δικαιολογούσαν τήν φυγή τού μεγάλου στρατού τους;

Από τήν άλλη μεριά οι Έλληνες δέν είχαν αποκλείσει στενά τούς Τουρκαλβανούς καί τούς Αλβανομακεδόνες (Γκέκηδες), διότι τό κρύο ήταν σφοδρό καί γιά νά τό αντιμετωπίσουν κλείνονταν στά σπίτια πού είχαν εγκαταλείψει έντρομοι οι κάτοικοι τής Αράχωβας καί ζεσταίνονταν στό τζάκι πίνοντας άφθονο κρασί καί τρώγοντας ελιές καί ψωμί. Ο Καραϊσκάκης γύρναγε από σκοπιά σέ σκοπιά γιά νά ασφαλίσει τόν αποκλεισμό τών μουσουλμάνων καί νά τούς αποτελειώσει τό κρύο. Οι διαταγές του ήταν νά πυροβολούν διαρκώς ό,τι κουνιόταν.

Πάνω στόν λόφο λυσσομανούσε ο άνεμος καί τό ανυπόφορο κρύο μέ τήν ασταμάτητη βροχή ταλαιπωρούσαν αφάνταστα τούς μουσουλμάνους. Ο Μουστάμπεης αποφάσισε νά ζητήσει διαπραγματεύσεις καί έστειλε τόν Χότο Λέγκα καί τόν Σουλεϊμάν Τόσκα νά συζητήσουν μέ τούς άπιστους. Ο Καραϊσκάκης έστειλε μέ τή σειρά του τόν Χριστόφορο Περραιβό καί τόν Γιάννη Ρούκη. Οι όροι τού Έλληνα αρχιστράτηγου ήταν τόσο ταπεινωτικοί γιά τούς Τούρκους, ώστε αυτοί αποφάσισαν χωρίς δεύτερη κουβέντα νά συνεχίσουν τίς εχθροπραξίες.

Η επόμενη νύκτα ήταν ακόμα χειρότερη γιά τούς Τουρκαλβανούς, καθώς άρχισαν νά πέφτουν οι πρώτες νιφάδες χιονιού. Οι στρατιώτες τού Αλλάχ ξεπαγιάζανε, τά χέρια καί τά πόδια πρήζονταν καί δέν μπορούσαν νά κρατήσουν ούτε τό σπαθί ούτε τό τουφέκι. Γιά νά ζεσταθούν έκαιγαν τά σαμάρια από τά αλογομούλαρα πού ψοφούσαν κατά δεκάδες από τό κρύο καί τήν πείνα. Οι Έλληνες όπου έβλεπαν καπνό πυροβολούσαν κάνοντας τή ζωή τών αποκλεισμένων ανυπόφορη. Τό χιόνι πύκνωνε καί άρχισε νά καλύπτει μέ τό λευκό του στρώμα κάθε σπιθαμή γής. Καί ενώ οι Τουρκαλβανοί ήταν εκτεθειμένοι στά στοιχεία τής φύσης, οι άνδρες τού Καραϊσκάκη έβρισκαν θαλπωρή στά σπίτια τής Αράχωβας. Ο Μουστάμπεης ήλπιζε ακόμα σέ μεντάτι (ενισχύσεις) καί δέν αποφάσιζε νά κάνει έξοδο. Τίς επόμενες νύκτες ο κρύος αέρας, τό "κατεβατό" πού έφερνε ο Παρνασσός καί τό χιόνι πού συνέχιζε νά πέφτει προκαλούσε πολλούς θανάτους ανάμεσα στούς άνδρες του.

Οι πυροβολισμοί τών Ελλήνων έφεραν τελικά τό πιό απρόσμενο αποτέλεσμα αφού τραυματίστηκε θανάσιμα ο ίδιος ο Μουστάμπεης. Ένα βόλι, τό οποίο ήρθε από πολύ μακριά καί σύμφωνα μέ τούς ντόπιους προήλθε από τόν Αραχωβίτη Στεργίου, τού τρύπησε τό κρανίο. Ο Μουστάμπεης αποσύρθηκε στή σκηνή του καί πρίν ξεψυχήσει έδωσε εντολή στόν αδελφό του Καριοφίλμπεη, νά μήν επιτρέψει νά πέσει τό κεφάλι του στά χέρια τών γκιαούρηδων. Ο Αλβανός πού προκάλεσε τόσα δεινά στήν φρουρά τού Μεσολογγίου κατά τήν υποχώρησή της, έβρισκε τόν τιμωρό του. Πολλοί από τούς άνδρες τού Καραϊσκάκη ανήκαν στούς διασωθέντες τής εξόδου τού Μεσολογγίου καί περίμεναν ανυπόμονα νά αποτελειώσουν τούς Αλβανούς τού Μουστάμπεη μέχρι καί τόν τελευταίο. Οι Αλβανοί όταν αργότερα θά σήκωναν τά χέρια τους νά ζητήσουν έλεος θά φώναζαν: "Δέν ήμουν στό Μεσολόγγι! Δέν ήμουν στό Μεσολόγγι!".

Κάποιοι Αλβανομακεδόνες Γκέκηδες αποφάσισαν κρυφά από τόν Κεχαγιάμπεη νά κάνουν γιουρούσι (επίθεση) μέ τά σπαθιά στό χέρι καί νά διαφύγουν πρός τόν Παρνασσό. Πράγματι τή νύκτα τής 24ης Νοεμβρίου 1826, εξακόσιοι Γκέκηδες έσπασαν τόν κλοιό παρασύροντας πίσω τους καί τό υπόλοιπο τουρκικό στράτευμα. Μόλις ειδοποιήθηκε ο Καραϊσκάκης, πρόσταξε όλους τούς στρατιώτες του νά βγούν από τά σπίτια καί νά ακολουθήσουν τούς Τουρκαλβανούς. Πολλοί ήταν εκείνοι πού δίσταζαν νά αφήσουν τήν ζέστη τής φωτιάς, δυσπιστώντας στήν είδηση τής φυγής τών Τούρκων.

Τελικά οι φωνές τού αρχηγού καί η υπόσχεση γιά αμοιβή γιά κάθε κομμένο τούρκικο κεφάλι, έπεισαν καί τόν τελευταίο στρατιώτη νά πάρει τά όπλα του καί νά κυνηγήσει τούς Τούρκους. Τά ντουφέκια όμως δέν λειτουργούσαν από τό κρύο. Ό,τι γινόταν γινόταν αθόρυβα, καθώς οι παγωμένοι μουσουλμάνοι δέν μπορούσαν νά κινηθούν γρήγορα αφού υπέφεραν από τά κρυοπαγήματα καί η μάχη εξελίχθηκε σέ μία ανηλεή σφαγή. Τό γιαταγάνι καί τό χαρμπί (μαχαίρι) δούλευαν αδιάκοπα καί τά τούρκικα κεφάλια πότιζαν μέ τό αίμα τους τό κατάλευκο χιόνι. Πολλοί Τουρκαλβανοί έκαναν τούς πεθαμένους γιά νά γλυτώσουν τό μαχαίρι καί οι Έλληνες τούς έβγαζαν τά ρούχα, μέ αποτέλεσμα νά βρίσκουν αργό καί οδυνηρό θάνατο θαμμένοι μέσα στό χιόνι πού έστελνε ο Παρνασσός. Τό όρος πού δεσπόζει πάνω από τόν ιερό χώρο τών Δελφών δέν άντεχε άλλο τήν παρουσία τών βαρβάρων. Δέν άντεχε άλλο ούτε τή γλώσσα τους, ούτε τή θρησκεία τους, ούτε τή θηριωδία τους.

Ο Καραϊσκάκης πού δέν άκουγε πυροβολισμούς απελπίστηκε καί πίστεψε ότι οι εχθροί είχαν ξεφύγει. Κανένας δέν συνειδητοποίησε τήν έκταση τής σφαγής, καθώς οι Τουρκαλβανοί κρύβονταν μέσα στό χιόνι πού συνέχιζε νά πέφτει ασταμάτητα καί μή έχοντας τή δύναμη νά σηκωθούν, άφηναν εκεί τήν τελευταία τους πνοή. Τό χιόνι σκέπασε εκατοντάδες πτώματα, τά οποία θά τά ανακάλυπταν οι Αραχωβίτες τήν άνοιξη καί μαζί θά ανακάλυπταν καί οι υπόλοιποι Έλληνες τό μέγεθος τού μακελειού τών Οθωμανών. Ο Κεχαγιάμπεης, πού ήταν γέρος δέν μπορούσε νά τρέξει καί παρακάλεσε στά τουρκικά νά τού χαρίσουν τήν ζωή. Τέτοια ήταν καί η εντολή τού Καραϊσκάκη. Τούς αξιωματικούς τούς ήθελε ζωντανούς γιά νά τούς ανταλλάξει μέ Έλληνες αιχμαλώτους. Μά οι Έλληνες πού τόν συνάντησαν δέν γνώριζαν τά τούρκικα καί τού πήραν τό κεφάλι.

«Ο Μουσταφάμπεης διαλύσας ταχύτατα τήν εις Ταλάντι εκστρατείαν τών Ολυμπίων, ενωθείς καί μέ τόν Κεχαγιάμπεην τού Κιουταχή, απεφάσισε νά διαβή εις Σάλωνα διά νά βοηθήση τούς εκεί πολιορκουμένους από τόν Γεώργιον Δυoβουνιώτην καί Νάκον Πανουργιά. Επ' αυτώ τώ σκοπώ ήλθε μέ όλον τό στράτευμα εις Δαύλειαν καθ' ην ημέραν έφθασαν καί τά υπό τόν Καραϊσκάκην στρατεύματα εις Δίστομον. Ο Μουσταφάμπεης έμεινε τήν νύκτα ταύτην εις τό επάνωθεν τής Δαύλειας μοναστήριον επονομαζόμενον τής Ιερουσαλήμ καί εκεί ομιλών μέ τούς περί αυτόν ανέφερεν ότι τήν επομένην ημέραν έμελλε νά διαβή από τήν Αράχωβαν διά νά υπάγη εις Σάλωνα. Ακούσας τούτο είς τών διακόνων τού μοναστηρίου, ειδήμων τής αλβανικής γλώσσης, μεταβαίνει τήν νύκτα εις Δίστομον καί τό αναγγέλλει εις τόν Καραϊσκάκην. Ολίγον πρό τού μεσονυκτίου έλαβεν ο Καραϊσκάκης τήν είδησιν ταύτην καί αμέσως διώρισε τόν Γαρδικιώτην Γρίβαν καί Γεώργιον Βάιον μέ πεντακοσίους στρατιώτας νά υπάγωσιν εις Αράχωβαν, νά προκαταλάβωσι τά οχυρώτερα μέρη αυτής καί νά κτυπήσωσι τούς εχθρούς, άν επιχειρήσωσι νά διαβώσι. Συγχρόνως έστειλε καί καραούλια διά νά τόν ειδοποιήσωσι πότε καί πόθεν έμελλον νά διαβώσιν οι εχθροί, διά νά κινηθή εναντίον των.

Τήν επομένην ημέραν τό πρωί οι εχθροί διηρέθησαν εις δύω καί τό μέν πεζικόν διέβη διά τινος στενής οδού, η οποία φέρει από τό μοναστήριον εις Αράχωβαν, τό δέ ιππικόν καί τά φορτηγά διά τού Ζεμενού. ’μα ανήγγειλαν αι σκοπιαί τό κίνημα τών εχθρών, ο Καραϊσκάκης απέστειλε τόν Χριστόδουλον Χατζή Πέτρου νά υπάγη εις βοήθειαν τών προαποσταλέντων εις Αράχωβαν από τινα δρόμον διά τού βουνού τού Διστόμου. Αυτός δέ μετ' ολίγον παραλαβών περίπου οκτακοσίους στρατιώτας χωρίς αποσκευάς εκίνησε πρός τόν Ζεμενόν, όθεν είχον ήδη διαβή οι εχθροί διευθυνόμενοι πρός Αράχωβαν.

Τό πεζικόν τών εχθρών, ενώ επλησίαζεν εις Αράχωβαν, ειδοποιήθη από τινας τών κατοίκων ότι φυλάττεται τό χωρίον από στρατιώτας Έλληνας, μαθών όμως συγχρόνως τήν ολιγότητα αυτών, έλαβε θάρρος καί ώρμησε πρός τό χωρίον. Οι Έλληνες κλεισμένοι εις τήν εκκλησίαν τού Αγίου Γεωργίου καί εις τάς οχυρωτέρας οικίας, αντέκρουσαν τήν ορμήν των καί επολέμησαν τρείς περίπου ώρας. Έμβαινον ήδη εις τήν Αράχωβαν καί οι διά Ζεμενού διαβάντες Τούρκοι, όταν οι μέν υπό τόν Χριστόδουλον επλησίαζον εις τό χωρίον από τό αντικρινόν μέρος, ο δέ Καραϊσκάκης είχεν ήδη διαβή τόν Ζεμενόν. Οι Τούρκοι είτε διότι δέν ήλπιζον νά υπάρχη εις τούτο τό μέρος τοιαύτη ελληνική δύναμις, είτε διότι δέν ήσαν εις καλήν τάξιν, εδειλίασαν. Μόλις αντεστάθησαν ολίγον εις τήν πρώτην προσβολήν τών Ελλήνων καί αμέσως ετράπησαν εις φυγήν πρός τό μέρος τών Σαλώνων. Απαντώσιν όμως καί εκείθεν ερχομένους τόν Γεώργιον Δυoβουνιώτην, Νάκον Πανουργιάν καί Γιαννούσην. Μή δυνηθέντες λοιπόν νά προχωρήσωσι καί καταδιωκόμενοι όπισθεν από τούς περί τόν Καραϊσκάκην, εστράφησαν πρός τό μέρος τού Παρνασσού καί συνήλθον όλοι ομού μέ τάς αποσκευάς των καί τά ζώα των εις ένα λόφον επάνωθεν τής Αράχωβας, ωχυρωμένον προχείρως πρό τινος καιρού παρά τών εντοπίων. Οι δέ Έλληνες καταλαβόντες τάς περί αυτό τό μέρος θέσεις έστησαν πολιορκίαν. Εις τήν μάχην ταύτην από μέν τούς Έλληνας δέν εφονεύθη κανείς, επληγώθησαν όμως έξ, από δέ τούς εχθρούς εφονεύθησαν έως δέκα, εν οις καί είς ευνοούμενος υπηρέτης τού Μουσταφάμπεη, επληγώθησαν δέ έως τριάκοντα.

Οι Έλληνες μή έχοντες αποσκευάς μαζύ των καί όντες γυμνοί, καθώς εκίνησαν από Δίστομον, δέν ημπόρεσαν διά τήν υπερβολικήν ψύχραν νά διαμείνωσιν εις τήν πολιορκίαν. Κατ' αρχάς εσυναλλάχθησαν, αλλ' έπειτα μή δυνάμενοι ν' απαντήσωσι τό κρύος ουδέ κατ' αυτόν τόν τρόπον, άφησαν διόλου τήν πολιορκίαν καί μετέβησαν εις τάς οικίας τής Αράχωβας, όπου διενυκτέρευσαν άγρυπνοι, απαντώντες τήν υπερβολήν τού κρύους μέ τάς φωτίας καί τόν οίνον. Οι Τούρκοι τήν νύκτα εκείνην ηδύναντο ν' αναχωρήσωσιν αβλαβείς ή μέ ολίγην ζημίαν πρός όποιον μέρος ήθελον αποφασίσει. Αλλ' οι αρχηγοί των δέν κατεδέχθησαν, έγραψαν δέ εις όλα τά πέριξ εχθρικά στρατόπεδα καί εις τόν ίδιον Κιουταχήν νά τούς πέμψωσιν όσον τό δυνατόν ταχύτερον νέας δυνάμεις διά νά διορθώσωσι τό συμβάν εις αυτούς ατύχημα. Πρό πάντων επέμεινεν ο Κεχαγιάμπεης, ών φιλότιμος καί επιστηριζόμενος εις τήν πρός αυτόν αγάπην τού Κιουταχή.

Τήν επομένην ημέραν, πρίν ακόμη ανατείλη ο ήλιος, ο Καραϊσκάκης ετοποθέτησε περί τούς εχθρούς όλον τό ελληνικόν στράτευμα, τό οποίον δέν τούς άφηνε πλέον ουδέ κεφαλήν νά προβάλωσιν έξω από τό οχύρωμά των. Αφ' ού δέ συνήχθησαν εις Αράχωβαν καί όσοι είχον απομείνη εις Δίστομον καί όσοι ήσαν εις τήν πολιορκίαν τών Σαλώνων καί ήλθε καί ο Δημήτριος Μακρής μέ τούς περί αυτόν, ο Καραϊσκάκης απέστειλε μέρος τού στρατεύματος εις Ζεμενόν καί μέρος εις τήν οδόν τήν φέρουσαν εις τό μοναστήριον τής Ιερουσαλήμ διά νά εμποδίσωσι τάς βοηθείας, αι οποίαι έμελλον νά έλθωσιν εις τούς εχθρούς. ’μα έφθασεν εις τά διάφορα τουρκικά στρατόπεδα η είδησις τού αποκλεισμού τού Μουσταφάμπεη καί Κεχαγιάμπεη καί αι προσκλήσεις αυτών διά νά δράμωσιν εις βοήθειάν των, διάφορα σώματα εκίνησαν πρός Αράχωβαν, καί από μέν τό μέρος τού Ζεμένου ήρχοντο έως οκτακόσιοι Τούρκοι οδηγούμενοι από τινα Αμπτουλάν Αλβανόν. Οι φυλάττοντες τήν διάβασιν ταύτην Έλληνες αποσυρθέντες εις τάς δύω πλευράς, άφησαν τούς εχθρούς νά εισέλθωσιν εις τό στενόν, έπειτα εφορμήσαντες από τάς δύω πλευράς τούς έτρεψαν εις φυγήν, εφόνευσαν υπέρ τούς πεντήκοντα, ήρπασαν μερικά φορτία καί τούς λοιπούς κατεδίωξαν ικανόν διάστημα πρός τήν Δαύλειαν. Οι δέ διά τού μοναστηρίου τής Ιερουσαλήμ ερχόμενοι δέν ετόλμησαν, ουδέ κάν νά δοκιμάσωσι τήν διάβασιν, αλλ' ελθόντες εις λόφον τινά όπου ήτον δυνατόν να τούς ιδώσιν οι πολιορκούμενοι, επυροβόλησαν μόνον χωρίς νά προχωρήσωσιν. Όταν οι πολιορκούμενοι είδον τόν πυροβολισμόν, είτε διότι ήτον τούτο σύνθημα εξόδου, είτε διότι εμψυχώθησαν, εδοκίμασαν νά εξέλθωσιν από τό περίφραγμα των πρός τό μέρος τής Ιερουσαλήμ. Από τό κίνημα τούτο τών εχθρών εταράχθησαν τινές τών Ελλήνων, οι οποίοι εφύλαττον τό πρός τόν Παρνασσόν μέρος, καί ανακατώθησαν ως διά φυγήν. Αλλ' ο Καραϊσκάκης δραμών αυτοπροσώπως πρός τούτο τό μέρος, τούς μέν Έλληνας εμψύχωσε, τούς δέ πολιορκουμένους αντέκρουσε καί δέν άφησε νά εξέλθωσιν. Μετά τούτο διευθύνθη αμέσως μέ τινας στρατιώτας πρός τό μέρος όπου επυροβόλησαν οι εχθροί, διά νά απαντήση καί τούτων τήν ορμήν, αλλ' αυτοί δέν ετόλμησαν νά προχωρήσωσι.

Οι Τούρκοι στενοχωρούμενοι μεγάλως από τήν έλλειψιν νερού καί τροφών, απελπισθέντες τού νά λάβωσι βοήθειαν από τά πλησίον στρατόπεδα, επρόβαλον εις τόν Καραϊσκάκην νά τούς συγχωρήση τήν έξοδον. Αυτός εδέχθη μέν τό πρόβλημα τούτο, αλλ' εζήτησε νά παραδοθώσιν εις αυτόν αι πόλεις Λεβαδείας καί Σαλώνων καί διά τήν ασφάλειαν τής εκτελέσεως νά μείνωσιν ενέχυρα εις αυτόν οι δύο αρχηγοί τού εχθρικού στρατεύματος, ο Μουσταφάμπεης καί ο Κεχαγιάμπεης. Οι αρχηγοί τών Τούρκων ελπίζοντες ακόμη εις τήν βοήθειαν τού Κιουταχή δέν εδέχθησαν τούτο τό πρόβλημα, τό οποίον καί άλλως δέν εσυμβιβάζετο μέ τήν φιλοτιμίαν των καί μέ τήν πολιτικήν τής αυλής των.

Αλλ' η προσδοκωμένη βοήθεια τού Κιουταχή δέν εφαίνετο καί ο καιρός προχωρών κατέσταινεν αφορήτους τάς ελλείψεις των. Τό δέ χειρότερον, αι συμβάσαι βροχαί τήν 22αν, 23ην καί 24ην τού Νοεμβρίου καί η παρακολουθήσασα χιών τούς έφεραν εις τόν έσχατον βαθμόν τής απελπισίας. Καί άλλο όχι μικρόν δυστύχημα τούς κατετάραξε καθ' υπερβολήν. Ο Μουσταφάμπεης περιερχόμενος καί εμψυχώνων τούς Τούρκους, επήγεν εις έν μέρος, τό οποίον εκτυπάτο συνεχέστερον από τούς Έλληνας, καί διά νά ενθαρρύνη τούς εν αυτώ εκάθισε καί ετουφέκιζεν ο ίδιος, αλλά μή προφυλαττόμενος όσον έπρεπε πληγώνεται εις τήν κεφαλήν από βόλι ελληνικόν, τό οποίον, ως ερχόμενον από μακρινόν μέρος, δέν εφάνη κατ' αρχάς θανατηφόρον, τό κρύος όμως καί η έλλειψις τών αναγκαίων καί τής ανηκούσης περιποιήσεως τό κατέστησαν τοιούτον, ώστε οι Τούρκοι, άν καί ο Κεχαγιάμπεης τούς ενεθάρρυνεν, ότι είν' αδύνατον νά μήν φθάση βοήθεια παρά τού Κιουταχή, και τούς παρεκάλει νά επιμείνωσιν ολίγον ακόμη εις τά δεινά, δέν είχον πλέον προθυμίαν νά υπακούσωσιν, ήτον δέ τώ όντι τρομερά η κατάστασίς των.

Περιωρισμένοι εις στενώτατον τόπον, τού οποίου τό έδαφος αποκατέστη λασπωδέστατον διά τάς συνεχείς βροχάς καί διά τό πλήθος τών ζώων, τά οποία ήσαν κλεισμένα ομού μέ αυτούς, δέν ηδύναντο νά έχωσι κανέν είδος αναπαύσεως, ουδέ κάν νά καθίσωσι καί νά εξαπλωθώσι, στερημένοι τροφών, ποτών καί ξύλων, δέν είχον κανέν μέσον τού νά αποφύγωσι τήν υπερβολήν τής ψύχρας, η οποία από στιγμήν εις στιγμήν απέβαινε σημαντικωτέρα καί επαισθητοτέρα. Πολλών είχον ήδη βλαφθή οι πόδες από τόν παγετόν καί τήν υγρασίαν καί ο θάνατος, ο οποίος είχεν ήδη αρχίσει νά ολιγοστεύη τόν αριθμόν των, παρουσιαζόμενος ως απαραίτητος εις τά όμματα εκάστου, ενέπνεε τρομεράν αθυμίαν. Ό,τι όμως εκορύφωσε τάς δυστυχίας των ήτον η υπερβολική χιών, η οποία άρχισε νά πίπτη τήν 24ην τού Νοεμβρίου τού 1826 καί τούς επαπειλούσε νά τούς ενταφιάση ζωντανούς.

Τοιαύτα δεινά μήν ημπορούντες πλέον νά υπομείνωσιν, ώρμησαν εις φυγήν πρός τό μοναστήριον τής Ιερουσαλήμ. Έγεινε δέ η αρχή από τούς Γκέκηδες. Η υπερβολή τού χειμώνος, η οποία ηνάγκασε τούς εχθρούς νά αποφασίσωσι τήν φυγήν, έκαμε καί τούς Έλληνας νά παραιτήσωσι τάς περί τό τουρκικόν στρατόπεδον θέσεις των καί νά συνέλθωσιν εις τάς οικίας τής Αράχωβας, ολίγοι δέ μόνον διέμεινον ως φυλακή. Συνέβη δέ πρίν τής εξόδου τών εχθρών νά κοινοποιηθή ψευδώς ότι έφυγον οι πολιορκούμενοι. Οι Έλληνες έδραμον αμέσως πρός τό εχθρικόν στρατόπεδον, αλλ' ιδόντες ότι οι εχθροί διέμεινον εις τάς θέσεις των, επέστρεψαν οπίσω εις τάς κατοικίας των. Όταν δέ συνέβη αληθώς η φυγή, πολλοί μή δίδοντες πίστιν δέν εξήλθον εις καταδίωξιν, μ' όλον ότι ο ίδιος Καραϊσκάκης εφώναξεν αναγγέλλων τήν φυγήν καί παρακινών ονομαστί τούς σημαντικωτέρους τού στρατεύματος διά νά εξέλθωσιν εις καταδίωξιν.

Ο Γαρδικιώτης Γρίβας καί ο Χριστόδουλος Χατζή Πέτρου, οι οποίοι ήσαν φυλακή κατ' εκείνην τήν ημέραν εις τό μέρος όπου έκαμαν τό κίνημα οι εχθροί, μή έχοντες περισσοτέρους τών τριάκοντα στρατιωτών, δέν ηδυνήθησαν ν' απαντήσωσι τήν ορμήν των. Υποχωρήσαντες λοιπόν ολίγον κατώτερον τής οδού καί αναγγείλαντες εις τόν Καραϊσκάκην τό πράγμα, έμειναν ούτως, έως ού διέβη τό πλειότερον μέρος τών εχθρών. Έπειτα δέ αφ' ού συνήλθον καί άλλοι πολλοί ομού μέ αυτούς, ώρμησαν εις τό μέσον τών εχθρών καί διεχώρισαν τούς όπισθεν ερχομένους. Καταδιώκοντες δέ τούς φεύγοντας, εφόνευον όχι κατά σειράν τόν πρώτον απαντώμενον, αλλ' όποιον έβλεπον ικανώτερον νά διασωθή, τούς δέ λοιπούς τούς άφηνον θύματα τών όπισθεν ακολουθούντων Ελλήνων. Δέν μετεχειρίσθησαν πυροβόλα διόλου εις ταύτην τήν συμπλοκήν, διότι αποκατέστησαν άχρηστα διά τήν υπερβολήν τής χιόνος. Δύο ώρας πρό τής δύσεως τού ηλίου έκαμαν αρχήν τής φονικωτάτης ταύτης καταδιώξεως οι Έλληνες, επέμειναν δέ έως μίαν ώραν τής νυκτός, καί τότε επέστρεψαν.

’λλος όμως εχθρός σκληρότερος επέπεσεν εις τούς Τούρκους τούς διαφυγόντας τήν ελληνικήν μάχαιραν. Αδυνατισμένοι από τήν κακοπάθειαν καί αποκαμωμένοι από τήν βίαν τής φυγής καί τόν δρόμον, μόλις εκάθοντο διά ν' αναπαυθώσι, καί αμέσως επάγωναν καί δέν ήσαν πλέον ικανοί νά σηκωθώσι καί νά κινηθώσιν, αλλ' απέθνησκον εις τήν οποίαν ήθελον ευρεθή στάσιν. Ο Καραϊσκάκης, μή ακούων κρότον πυροβόλων εις τήν καταδίωξιν καί επειδή οι φυλάττοντες τόν πρός τό μοναστήριον δρόμον είχον πρό ολίγου αναχωρήσει από τάς θέσεις των διά τήν υπερβολήν τής ψύχρας, ενόμισεν ότι οι Τούρκοι διέφυγον αβλαβείς. Επαρακινούσε μ' όλον τούτο τούς Έλληνας καί τούς απέστελλεν εις τήν καταδίωξιν· ήτον όμως εις μεγίστην αθυμίαν καί λύπην. Τόσον δέ παράδοξος τού εφάνη η καταστροφή τών εχθρών, όταν επιστρέφοντες τινές μέ λάφυρα τήν ανήγγειλαν, ώστε επήγε καί ο ίδιος αρκετόν διάστημα διά νά ίδη μέ τά ίδιά τού όμματα άν τώ όντι ήτον τοιαύτη, οποίαν τήν επερίγραφον.

Οι φονευθέντες εκείνην τήν εσπέραν εχθροί ήσαν έως 600, επιάσθησαν δέ καί πολλοί ζώντες, αλλά μόλις έως πενήντα ημπόρεσε νά διασώση ο Καραϊσκάκης· οι λοιποί όντες βλαμμένοι εις τούς πόδας από τό υπερβολικόν κρύος απέθανον μετ' ολίγον· εχάθησαν δέ καί οι δύο αρχηγοί τού στρατοπέδου τών εχθρών, καί τάς κεφαλάς των έφερον οι στρατιώται εις τόν Καραϊσκάκην εις πίστωσιν. Ο Καραϊσκάκης ελπίζων πάντοτε ως ενδεχομένην τήν συμβάσαν καταστροφήν τών εχθρών, είχεν υποσχεθή σημαντικάς αμοιβάς εις τόν όστις ήθελε δυνηθή νά συλλάβη ζώντα κανένα από τούς δύο τούτους αρχηγούς, αλλά δέν επέτυχεν, επειδή ο μέν Κεχαγιάμπεης μή δυνάμενος νά κάμη γνωστόν τόν εαυτόν του εις τούς Έλληνας διά τήν άγνοιαν τής γλώσσης των, εφονεύθη ολίγον μακράν από τό οχύρωμα τών Τούρκων. Ο δέ Μουσταφάμπεης είχεν αποκεφαλισθή εις τόν καιρόν τής εξόδου από τόν ίδιον αδελφόν του, διά νά μήν συλληφθή ζών από τούς Έλληνας, μή ών εις κατάστασιν νά φύγη ομού μέ τούς λοιπούς, τήν δέ κεφαλήν του παρέδωκεν εις τινας τών οικείων του διά νά τήν λάβωσι μαζύ των καί νά μή γενή γνωστός εις τούς Έλληνας, αλλ' αυτοί μή δυνάμενοι, φαίνεται, νά τήν διασώσωσι, τήν έρριψαν καθ' οδόν, όπου τήν εύρον οι στρατιώται οι οποίοι τήν μετεκόμισαν εις τόν Καραϊσκάκην.

Απ' όλον τό εχθρικόν σώμα, τό οποίον υπερέβαινε τούς 1800, μόλις διεσώθησαν έως τριακόσιοι καί εκ τούτων όχι όλοι υγιείς. Εκυρίευσαν δέ οι Έλληνες είκοσι τρείς σημαίας, όλας τάς αποσκευάς καί όλα τά ζώα τών εχθρών. Μ' όλον ότι τρείς ημέρας κατά συνέχειαν οι Έλληνες διά τήν επιθυμίαν τών λαφύρων περιήρχοντο ερευνώντες εις τά μέρη όπου ήτον ελπίς ότι διεσπάρησαν οι εχθροί, πολλά πτώματα δέν ευρέθησαν, διότι εσκεπάσθησαν από τήν χιόνα, καί τούτο έδωκεν αιτίαν νά υποτεθή κατ' αρχάς η φθορά τών εχθρών όχι τόσον μεγάλη, όσον πραγματικώς ήτον. Ακολούθως όμως, λυομένης τής χιόνος καί ανακαλυπτομένων τών πτωμάτων, εγνώσθη τό μέγεθος τής φθοράς τών εχθρών. Από δέ τούς Έλληνας καθ' όλον τό διάστημα τής πολιορκίας καί τήν έξοδον τών εχθρών εφονεύθησαν μόνον δώδεκα καί επληγώθησαν έως είκοσι.

Ο Καραϊσκάκης αφ' ού διένειμεν εις τούς ανδραγαθήσαντας αναλόγους αμοιβάς ως πρός τά ολίγα μέσα τά οποία είχεν εις τήν εξουσίαν του, διέταξε νά εγερθή τρόπαιον εις Αράχωβαν από τάς κεφαλάς τών Τούρκων εν είδει πύργου. Τό έργον τούτο, λείψανον τής βαρβαρότητας τών ηθών, δέν έκρινε δι' άλλον λόγον αναγκαίον νά τό μεταχειρισθή, ειμή νά κάμη νά φανώσιν ένοχοι εις τούς Τούρκους οι κάτοικοι τού χωρίου καί νά χάσωσι τήν ελπίδα τού νά υποταχθώσι πάλιν εις τούς εχθρούς. Επέγραψαν δέ εις αυτό:

"Τρόπαιον τών Ελλήνων κατά τών βαρβάρων".»


Αινιάν Δημήτριος - Γεώργιος Καραϊσκάκης






Λάμπρος Βέϊκος


«Μετά τήν εις τάς Θεσπιάς (Δόμβραινα) προρρηθείσαν μάχην, ενέκρινεν ο αρχηγός συναινέσει καί τών λοιπών στρατηγών ν' αφήσωσι τήν θέσιν εκείνην ως δυσάλωτον (δύσκολο νά αλωθεί), καί μικρόν συντείνουσαν εις τούς σκοπούς των, νά εισέλθωσι δέ εις τά ενδότερα παράλια τού Κορινθιακού Κόλπου, όπου η αλληλογραφία μετά τής Διοικήσεως εγίνετο ελευθερωτέρα, αι τροφαί καί πολεμοφόδια επέμποντο εις τό στρατόπεδον εγκαίρως καί ασφαλώς, καί οι κάτοικοι επρόσμενον ανυπομόνως τήν παρουσίαν τού αρχηγού διά τήν ξαναπόλαυσιν τής ελευθερίας των. Κατά τήν 14ην Νοεμβρίου 1826, καί δευτέραν ώραν τής νυκτός απήλθον εις τό χωρίον Χόστια, κείμενον κατά τούς μεσημβρινούς πρόποδας τού Ελικώνος, όπου εκοιμήθησαν εκείνην τήν νύκτα. Εγερθέντες τό πρωί διευθύνοντο διά τήν ’μβρωσον (Δίστομον) αφήσαντες εις τήν Μονήν τού Αγίου Σεραφείμ Δομπούς, εκατόν στρατιωτών φρουράν καί εξήκοντα, εις τήν τού Οσίου Λουκά έφθασαν πρό τής δύσεως τού ηλίου, καί τήν αυτήν νύκτα έπεμψεν ο αρχηγός διακόσιους πεντήκοντα στρατιώτας εις τήν Αράχωβαν, υπ' οδηγίαν τών οπλαρχηγών Αλέξη Γαρδικιώτου Γρίβα καί Γεωργίου Βάγια, υποπτευόμενος πάντοτε απροσδόκητον τινά επίθεσιν τών εχθρών, η οποία εσύγχιζεν έπειτα ουκ ολίγον τά σχέδια τών Ελλήνων.

Διέταξε πρός τούτοις τόν οπλαρχηγόν Γεώργιον Δυοβουνιώτην εις Δελφούς όντα νά υπάγη εις Αράχωβαν καί συσσωματωθή μετά τών προμνησθέντων οπλαρχηγών, κατά τήν 17ην Νοεμβρίου 1826, τετάρτη ώρα τής ημέρας, διέβη ο Μουστάμπεης μετά τού Κεχαγιάμπεη από τό Ζεμενόν μέ δύο χιλιάδας εκλεκτούς Τουρκαλβανούς καί διακόσιους ιππείς, διότι μετά τήν νίκην τής Αταλάντης, μαθών ότι ο Καραϊσκάκης εστράτευσε διά τά Σάλωνα, έδραμε νά προκαταλάβη τήν Αράχωβαν, τής οποίας η κράτησις εματαίωνε τάς ελπίδας τών Ελλήνων διά τά Σάλωνα. Μόλις εκοινοποιήθη η φήμη τής διαβάσεως πρός τούς Έλληνας παρά τίνος Διστομίτου, καί αμέσως διέταξεν ο αρχηγός νά κινηθώσιν οι Έλληνες, εκτός τριακοσίων, τούς οποίους εδιόρισε νά μείνωσιν εις φύλαξιν τού Διστόμου υπ' οδηγίαν τού οπλαρχηγού Σπύρου Μίλιου Χειμαρραίου.

Φθάσαντες μετά μίαν ήμισυ ώραν εις τήν πηγήν τού Ζεμενού, κειμένην πρός τό τέλος σχεδόν τής κοιλάδος, ήκουσαν τόν εις Αράχωβαν γινόμενον πόλεμον. Ο αρχηγός διέταξεν αμέσως τούς οπλαρχηγούς Γιώτην Δαγκλήν, Διαμάντην Ζέρβαν καί Χριστόφορον Περραιβόν νά διευθυνθώσι μέ τούς υπό τήν οδηγίαν των εις τούς ανατολικούς πρόποδας τού Παρνασσού, καί προκαταλάβωσιν όσον τάχος μίαν στενωπόν φέρουσαν εις τήν Μονήν Ιερουσαλήμ. Αυτός λαβών τούς λοιπούς μετά τών οπλαρχηγών απήλθε διά τής δημοσίου οδού, πλησίον τής Αράχωβας επί τίνος λόφου παρ' οδόν, καί υπερκειμένου τών μύλων, ίσταντο κατά τήν διαταγήν πεντήκοντα ιππείς, τελούντες μάλλον χρέη σκοπιάς. Τούτους φθάσας ο αρχηγός μετά τινών ωκυπόδων (γρήγορων) στρατιωτών, εδίωξεν άνευ τινός αντιστάσεως. Εκεί εκάθησεν εωσού συναχθώσι καί αναπνεύσωσιν άπαντες, αναστάντες έπειτα εκινήθησαν μέ βήμα βραδύ, καί παράταξιν πολεμικήν κατά τού εχθρού.

Ο Μουστάμπεης διέταξεν εν σώμα πεντακοσίων καί επέκεινα Τουρκομακεδοναλβανών νά κτυπήσωσι τόν αρχηγόν, αυτός δέ μέ τό επίλοιπον τού στρατού, ιππικού, καί τών αποσκευών ωχυρώθη εις τινα λόφον υπερκείμενον τής Αράχωβας, καί κατασκευασμένον πρό τριών ετών παρά τού Οδυσσέως εν είδει περιβόλου. Εντεύθεν παρετήρει καί τόν έσωθεν τής Αράχωβας μετά τής φρουράς, καί τόν έξωθεν τών πεντακοσίων μετατεσκεύασαν υψηλότερον. Αλλ' εωσού νά τελεσθώσι ταύτα έδυ ο ήλιος, ο Παρνασσός άρχισε νά πνέη άνεμον ψυχρόν. Οι Έλληνες, διά νά επιταχύνωσι τήν πρός τούς συντρόφους των επικουρίαν, έδραμον χωρίς κάπες, χωρίς τροφήν, υγρότατοι από τόν ιδρώτα, απηυδισμένοι από τήν τρίωρον οδοιπορίαν καί επτάωρον πόλεμον. Ενέκριναν ν' αφήσωσι σκοπιάς μόνον περί τόν εχθρόν, αυτοί δέ νά εισέλθωσιν εις τάς οικίας διά νά αναπνεύσωσι καί θερμανθώσι καθ' όλην τήν νύκτα, άλλως έμελλον νά βλαφθώσι σημαντικώς διά τά ανωτέρω αίτια.

Κατά τήν δευτέραν λοιπόν ώραν τής νυκτός απέστησαν τής πολιορκίας μέ τόσην ησυχίαν καί αταραξίαν, ώστε οι εχθροί εστοχάζοντο τήν δι' όλης τής νυκτός έλλειψίν των διά στρατήγημα. ’ν τήν ιδίαν νύκτα ανεχώρουν, δέν ήθελαν υποφέρη τήν παραμικράν ζημίαν παρά τών Ελλήνων, μέ τό νά ήσαν άπαντες εις τάς οικίας θερμαινόμενοι, πίνοντες οίνον χλιαρόν, τρώγοντες, δι' έλλειψιν άρτου, ελαίας προσφάτους, καί ως οψώνειον τήν ρήγανην. Ο Αρχηγός δι' όλης τής νυκτός, καταλύσας εις τόν ναόν τού Αγίου Γεωργίου, πλησίον όντα τού εχθρού, επαγρυπνεί φροντίζων διά τήν αδιάκοπον αλλαγήν τών σκοπιών, διατάττων αυτάς νά περιέρχονται φωνάζοντες πανταχόθεν τό "προσέχετε καλά, όλοι εις τά όπλα, όλοι έξυπνοι".

Κατά τό λυκαυγές όλοι οι οπλαρχηγοί μέ τούς υπό τήν οδηγίαν αυτών, διατάξαντος τού αρχηγού αφ' εσπέρας, παρευρέθησαν πολιορκούντες τόν εχθρόν τακτικώς. Έκαστος αυτών εφιλοτιμείτο νά φυλάξη τήν εμπιστευθείσαν αυτώ θέσιν μ' όλην του τήν προσοχήν, καί κίνδυνον τής ζωής του. Ο Μουστάμπεης καί Κεχαγιάμπεης, αν καί γνωστοί διά τήν ανδρείαν, έτρεφον μολαταύτα καί βεβαίας ελπίδας, έτι δέ μάλλον ο δεύτερος, ότι ο Κιουταχής έμελλε νά τούς σώση από τόν κίνδυνον καί μέ τήν προσωπικήν του παρουσίαν, άν η ανάγκη τό εκάλει κατά τούτο δέν ηπατήθησαν, διότι μεθ' ημέρας πέντε έπεμψε χιλίους πεντακόσιους Μακεδόνας καί Αλβανούς εις βοήθειάν των, καί υπ' οδηγίαν Αλβανού τινός, Αβδουλά Αγά, η εις τό στενόν τού Ζεμενού παραφυλάσσουσα ελληνική φρουρά, συγκειμένη εκ τριακοσίων στρατιωτών καί οδηγούμενη παρά τών οπλαρχηγών Διαμαντή Ζέρβα καί Λάμπρου Ζάρμπα Σουλιωτών, ιδούσα τήν εμπροσθοφυλακήν εισερχομένην διά τού στόματος τού στενού, ώρμησεν αμέσως κατ' αυτής· μή δυνάμενοι οι Τούρκοι νά παραταχθώσιν εις μάχην διά τήν στενότητα τού τόπου, μετά μικράν καί ανώμαλον ανθίστασιν ετράπησαν εις φυγήν, αφήσαντες τριάκοντα πέντε πτώματα, εκτός τών πληγωθέντων, καί ολίγα φορτηγά ζώα. Εκ τών Ελλήνων ουδείς επληγώθη.

Ακούσαντες οι πολιορκούμενοι τόν κρότον τού πυροβολισμού επρόσμενον ανυπόμονως καί τήν σωτηρίαν των, καί τήν φθοράν τών Ελλήνων. Πληροφορηθέντες δέ τήν παύσιν τού πολέμου καί τήν χαράν τών Ελλήνων διά τήν νίκην, απελπίσθησαν, διό καί εβίασαν οι στρατιώται τούς αρχηγούς αυτών νά ζητήσωσι συνθήκην μέ τούς 'Ελληνας. Δέν τούς έφερεν εις απελπισίαν μόνη η νίκη τών Ελλήνων τόσον, όσον τό υπερβολικόν ψύχος, η ακατάπαυστος βροχή, η πείνα, η δίψα, τό καταλασπωμένον έδαφος, τά οποία από στιγμήν εις στιγμήν εγνωρίζοντο επαισθητότερα εις αυτούς, καί επομένως αφόρητα.

Τό πρόβλημα τής συνθήκης εδέχθη εις τόν αρχηγόν, όστις καί αμέσως διέταξε τούς οπλαρχηγούς Χριστόφορον Περραιβόν καί Ιωάννην Ρούκην εκ μέρους τών Ελλήνων, ο δέ Μουστάμπεης τόν χιλίαρχον Χότον Λέγκαν Αλβανόν, καί εκατόνταρχον Σουλεμάν Τόσκα, διά νά πραγματευθώσι περί συνθήκης. Εξελθόντες οι δεύτεροι τού οχυρώματος κατήλθον πλησίον τής έξω τής κωμοπόλεως παρακείμενης πηγής. Εκεί καθήσαντες όλοι ομού, άρχισαν, μετά τόν συνήθη χαιρετισμόν, νά εμβαίνωσιν εις τήν υπόθεσιν. Πρώτος ο Λέγκας εξηγήθη ως εφεξής.

- "Ημείς εκινήσαμεν από τήν Λιβαδείαν μέ σκοπόν διά νά σάς χαλάσωμεν, ο Θεός όμως δέν ήθελε καί χωρίς τό θέλημα του δέν γίνεται τίποτε εις τόν κόσμον. Διά τόν κακόν μας λοιπόν σκοπόν αρκετά μάς επαίδευσε, καί μάς εντρόπιασε. Τώρα η υπόθεσις αύτη εις ημάς τούς ιδίους στέκεται νά ισάσωμεν τέτοια ανακατώματα κοσμικά, επειδή ημείς οι ίδιοι τά κάμνομεν, καί άν σήμερον εσφάλλαμεν ημείς, αύριον σφάλλετε εσείς, ο κόσμος αυτά έχει πάντοτε. Σάς παρακαλούμεν λοιπόν νά μάς αφήσετε ελευθέρους μέ τά όπλα νά υπάγωμεν εις τό Ζητούνι. Όσα ζώα καί περιττά πράγματα έχομεν μαζί μας, όλα σάς τά δίδομεν μ' ευχαρίστησίν μας, καί διά πίστιν τής συμφωνίας μας ζητούμεν νά μάς δώσετε πέντε καπεταναίους καλούς, καί νά λάβετε καί σείς άλλους τόσους σημαντικούς Τούρκους, έως νά φθάσωμεν εις τό Ζητούνι ασφαλείς, καί τότε λαμβάνει καθείς οπίσω τούς ιδικούς του καί σιμά εις όσα σάς είπαμεν, σάς υποσχόμεθα καί φιλίαν παντοτινήν".

Τοιαύτα καί τοσαύτα ειπών ο Λέγκας, ήκουσεν επομένως τήν εφεξής απόκρισιν:

- "Αληθώς, φίλε Λέγκα, είπες ότι ο σκοπός σας ήτο κακός, ημείς σέ λέγομεν ακόμη ότ' είναι καί παράνομος, καί ασεβής, διότι τί κακόν σάς εκάμαμεν καί μας πολεμάτε; πότε ήλθαμεν εις τόν τόπον σας νά σάς βλάψωμεν; ημείς δέν ζητούμεν άλλο τι σήμερον παρά τήν ελευθερίαν μας, τήν οποίαν ο Θεός εχάρισεν εις κάθε άνθρωπον νά τήν χαίρεται εν όσω ζή χωρίς νά βλάψη τόν γείτονά του. Σείς, αγωνιζόμενοι νά μάς τήν σηκώσετε δέν κάμνετε άλλο, παρά νά καταπατήτε τή Θεϊκήν απόφασιν. Όσον δέ διά τήν οποίαν ζητείτε συνθήκην, ημείς τήν δεχόμεθα, κατά τήν διαταγήν τού αρχηγού μας, μέ τά εφεξής κεφάλαια:

Η ζωή σας θέλει είναι ελευθέρα καί απείρακτος από μικρού έως μεγάλου επειδή ούτε η συνείδησίς μας, ούτε η θρησκεία μας συγχωρούσι νά βλάψωμεν τούς όσους μάς ζητούν συγχώρησιν. Πρό τής αναχωρήσεώς σας νά μάς παραδώσετε τά Σάλωνα καί Λειβαδείαν. Η αναχώρησίς σας δέν συγχωρείται έως εις τό Ζητούνι, αλλά νά υπάγη έκαστος εις τά ίδια. Όσα όπλα καί χρήματα, φέρετε επάνω σας από μικρού έως μεγάλου, φορέματα διπλά, ζώα παντός γένους καί όλα τά κινητά, θέλετε τά παραδώσει εις όποιον επιτροπήν διατάξη ο αρχηγός μας. Διά τήν ασφαλή εκτέλεσιν τών διαληφθέντων κεφαλαίων ζητούμεν εκ μέρους σας ομήρους τόν Καροφίλμπεην, αδελφόν τού Μουστάμπεη, καί τόν Κεχαγιάμπεην. Εσείς δέ έχετε τήν άδειαν νά ζητήσετε οποίους οπλαρχηγούς θέλετε. Αυτά είναι, φίλε Λέγκα καί Σουλεμάν Αγά, τά εκ μέρους τού αρχηγού μας καί λοιπών οπλαρχηγών ζητήματα, εις τά οποία δέν συγχωρείται καμία συγκατάβασις. Εάν τά δέχεσθε, ημείς είμεθα έτοιμοι νά τά εκτελέσωμεν αμέσως· τό εναντίον δέ πάλιν αρχίζομεν τόν πόλεμov καί ο Θεός, όποιον γνωρίζει άδικον, ας τόν παιδεύση".

Περίλυποι καί κατηφείς εγένοντο αμφότεροι, ακούσαντες τών Ελλήνων τά ζητήματα, πολύ περισσότερον αφού εβεβαιώθησαν ότι δέν τούς γίνεται καμία συγκατάβασις. Ο Λέγκας, έπειτα από ικανάς διαφιλονικήσεις, απεκρίθη ότι δέν έχει τήν πληρεξουσιότητα νά επικυρώση τά διαληφθέντα κεφάλαια, παρά νά τά προσφέρη εις τούς αρχηγούς του, εις τών οποίων τήν θέλησιν εξαρτάται η απόφασις. Κατ' αυτόν τόν τρόπον διελύθη η συνέντευξις αμφοτέρωθεν, καί οι μέν Τούρκοι επιστρέψαντες εις τό στρατόπεδόν των εξεφράσθησαν τά ωμιληθέντα, οι δέ Έλληνες ανέμενον τήν απόκρισιν τών Τούρκων, ήτις μετά δύο ωρών παρέλευσιν εδόθη βροντοφώνως διά τινός Τούρκου, ως εφεξής. "Πόλεμος, πόλεμος, πόλεμος".

Ο αρχηγός, ακούσας τήν απόκρισιν, διέταξεν ευθύς νά παρευρεθώσιν εις τάς θέσεις των όλοι οι οπλαρχηγοί, υποπτευόμενος τινά απηλπισμένην φυγήν τών εχθρών, η οποία καί τωόντι μετά τεσσάρας ημέρας έγινε, κατά τήν 23ην τού μηνός Νοεμβρίου 1826 καί περί δευτέραν ώραν τής νυκτός. Επισκεπτόμενος ο αρχηγός όλα τά ελληνικά οχυρώματα, διέταξε νά πυροβολήσωσιν εκ συμφώνου κατά τών Τούρκων. Η δίωρος σχεδόν διάρκεια τού πυροβολισμού έφερεν απροσδοκήτως τόν θάνατον τού Μουστάμπεη, διότι εκ τών ριπτομένων σφαιρών εκτύπησε μίαν τήν κεφαλήν του κατά μέτωπον, ήτις πάραυτα τόν ενέκρωσε, καί τό στρατόπεδόν του εδειλίασε.

Κρύψαντες τόν θάνατόν του αποφάσισαν τήν επιούσαν νά ζητήσωσιν εκ δευτέρου συνθήκην, επί συμφωνία, νά μήν τούς αφαιρέσωσιν, ει δυνατόν, τά όσα χρήματα φέρουσιν εις τήν ζώνην των, εις τά λεγόμενα κεμέρια (kemer = ζώνη), τά δ' άλλα νά τά λάβωσιν όλα, κατά τήν ρηθείσαν συνθήκην. Απέτυχον τής δεήσεως έπειτα από πολλάς ικεσίας, επιστρέψαντες εκοινοποίησαν εις τούς συντρόφους των τήν απόκρισιν, εκ τών οποίων τό πλείστον μέρος εγνωμοδότησε νά σώση μόνην τήν ύπαρξίν του, αλλ' οι Τουρκομακεδόνες, παρά τήν ζωήν, επροτίμησαν μάλλον τά χρήματα, διό αποσπάσαντες τά ξίφη εξήλθον τού οχυρώματος, διευθυνθέντες επί τάς κορυφάς τού Παρνασσού διά τής προμνησθείσης στενωπού. Τό παράδειγμα τούτων ηκολούθησεν καί όλος ο στρατός.

Πρίν διηγηθώ τά μετά τήν έξοδον αυτών συμβάντα, κρίνω σημειώσεως αξίαν τήν θύελλαν εκείνης τής ημέρας, γεγονυίαν μετά μίαν ώραν τής ισημερίας ως εφεξής. Όλη η ατμόσφαιρα εσκοτίσθη από πυκνότατα καί μελανότατα νέφη. Μετά τούτο άρχισαν νά ρίπτωσι χιόνα μέ σφοδρότατον καί ψυχρότατον βόρειον άνεμον, ο οποίος περιστρεφόμενος εις τά πλάγια καί κοιλάδας τού Παρνασσού απετέλει τήν χιόνα ως τόσα βουνά εις τήν ατμόσφαιρα, κατωθουμένη δέ εις τήν επιφάνειαν τής γής παρά τών ανέμων εσχημά τόσους σίφωνας καί λαίλαπας. Τά φαινόμενα ταύτα ήσαν αλλεπάλληλα καί τρομερά, ώστ' εβίαζον έκαστον νά ζητή προσωρινόν καταφύγιον. Ταύτην τήν κινδυνώδη στιγμήν έκλεξαν οι Τούρκοι αρμοδίαν τής σωτηρίας των, καθ' ην οι Έλληνες διέκειντο σχεδόν άπαντες εις τάς οικίας θερμαινόμενοι μολαταύτα ακούσαντες έτρεξαν κατόπιν σφάζοντες αυτούς μέ τά ξίφη καί μαχαίρας, επειδή τά πυροβόλα όπλα απεκατέστησεν η χιών άχρηστα, αλλά τό ψύχος καί η χιονοζάλη δέν εσυγχώρει νά τούς διώξωσι περισσότερον από τά έσχατα πλάγια τού Παρνασσού.

’ν εκ τής ρηθείσης περιστάσεως δέν ίσχυαν ν' αποπερατώσωσι τόν σκοπόν των, ο σύμμαχος αυτών χειμών ανεπλήρωσε τό υπόλοιπον τής ακορέστου επιθυμίας των διότι οι αποφυγόντες τήν μάχαιραν αυτών καί τήν δριμύτητα τού χειμώνος εις τά μεσημβρινά πλάγια τού Παρνασσού, οίτινες εσυμποσούντο υπέρ τούς χιλίους διακόσιους, φθάσαντες απηυδισμένοι καί κατυγραμμένοι από τόν ιδρώτα εις τάς κορυφάς του, καί μέλλοντες νά καταφύγωσιν εις τό κατά τάς βορείας υπωρείας τού Παρνασσού καί πλησίον τής Δαυλίδος κείμενον Μοναστήριον Ιερουσαλήμ, απήντησαν κατά πρόσωπον τόν διαληφθέντα άνεμον, συνοδευμένον μέ τάς πυκνοτέρας καί ψυχροτέρας νιφάδας τής χιόνος, αι οποίαι εκάλυπτον πού ολίγους, πού πολλούς συσσωματωμένους καί σφικτά ενηγκαλισμένους. Τούτων τά οστά εύρον σωρηδόν οι Αραχωβίται τήν άνοιξιν, σύν αυτοίς δέ όπλα χρυσά, αργυρά, καί χρήματα ουκ ολίγα. Απ' αυτό τό τραγικόν συμβάν μόλις εσώθησαν εις τό μοναστήριον έως διακόσιοι καί εκ τούτων ολιγότατοι σχεδόν έμειναν αβλαβείς, διότι τών μέν οι πόδες, τών δέ αι χείρες, άλλων οι οφθαλμοί καί ετέρων αι ρίνες υπέφερον ακρωτηριασμούς καθ' όλην τήν επταήμερον διάρκειαν τής πολιορκίας απέθανον εκ τών Ελλήνων τέσσαρες, καί εννέα επληγώθησαν ακινδύνως.

Τοιούτον τραγικόν τέλος έλαβεν η κατά τών Ελλήνων εκστρατεία τού Μουστάμπεη, όστις, ως προείρηται, πολλούς εκ τών τού Μεσολογγίου εξελθόντων εθυσίασε καί ηχμαλώτευσεν ασπλάγχνως. Ήτον ανήρ ωραίος, μετρίου αναστήματος, ανδρείος, δραστήριος καί χριστιανομάχος. Ο Καραϊσκάκης έπεμψε τήν επιούσαν στρατιώτας καί Αραχωβίτας καί έφεραν υπέρ τάς τριακοσίας τουρκικάς κεφαλάς, μεθ' ων ήσαν κ' εκείναι τού Μουστάμπεη καί Κεχαγιάμπεη. Εξ' αυτών ανήγειρε τρόπαιον εκτός τής Αράχωβας επί τινα λόφον ορώμενον παρά τού Μαντείου τών Δελφών, ήν δέ κατεσκευασμένον εις σχήμα κώνου, έχον καί τήν εξής γλυπτικήν επιγραφήν.

"Τρόπαιον τών Ελλήνων κατά τών βαρβάρων Οθωμανών ανεγερθέν κατά τό 1826 έτος Νοεμβρίου 24 εν Αράχωβα."»


Χριστόφορος Περραιβός - Η μάχη τής Αράχωβας



Τήν επόμενη ημέρα οι νικητές κουβαλούσαν κομμένα κεφάλια, τά οποία έφερναν στόν αρχηγό τους καί αυτός τούς έδινε γιά αντάλλαγμα χρήματα. Πάνω από 2000 ήταν οι νεκροί τής μάχης τής Αράχωβας καί ο θάνατός τους σήμαινε τήν ουσιαστική αναγέννηση τής επανάστασης στή Ρούμελη. Οι Έλληνες έχασαν μόλις οκτώ άνδρες. Ο Καραϊσκάκης γιά νά αναγκάσει τό προσκυνημένο χωριό νά μήν επιστρέψει ξανά στούς Τούρκους, φοβούμενο τήν εκδίκηση τού Κιουταχή, έστησε μέ τά κεφάλια τών Τούρκων μία πυραμίδα, μιμούμενος τό απαίσιο αυτό ασιατικό έθιμο.

Μία λεπτομέρεια άξια λόγου αξίζει νά μνημονευθεί. Ένας από τούς προκρίτους πού είχε προσκυνήσει τούς Τούρκους καί τόν χρησιμοποιούσε ο Κεχαγιάμπεης γιά νά μεταφέρει επιστολές στούς Έλληνες, ήταν ο Τάτσης Μαγγίνας ο οποίος υπήρξε καί ένας από τούς κατήγορους τού Καραϊσκάκη στήν περίφημη δίκη πού είχε στήσει ο Μαυροκορδάτος στό Αιτωλικό, γιά νά απαλλαγεί από τόν "ενοχλητικό" οπλαρχηγό. Ο Καραϊσκάκης τόν αναγνώρισε, αλλά δέν λέρωσε τά χέρια του μέ τό αίμα τού προδότη. Προτίμησε νά τόν στείλει στήν κυβέρνηση γιά νά τόν δικάσει. Τελικά ο προδότης αθωώθηκε καί αντί νά εκτελεστεί ...συμμετείχε ως πληρεξούσιος στήν Συνέλευση τής Τροιζήνας.


Αθανάσιος Ιατρίδης Νίκη στήν Αράχωβα


Η είδηση τής νίκης τού Καραϊσκάκη έφθασε στήν Αίγινα ύστερα από δύο ημέρες καί αμέσως λαός καί κλήρος συγκεντρώθηκαν στή μητρόπολη καί έκαναν δοξολογία γιά νά τήν γιορτάσουν. "Τήν κατά τήν Ράχοβαν μάχην ταύτην εωρτάσαμεν κατά τήν 28η τού παρελθόντος μηνός υπό τόν κρότον τών κανονίων καί εδοξολογήσαμεν τόν Ύψιστον τόν Μέγιστον Προστάτην τών ανθρωπίνων δικαιών εις τόν ναόν Του, ως Χριστιανοί".

Οι κυριότεροι θριαμβευτές τής Αράχωβας ήταν οι:

Γεώργιος Καραϊσκάκης, Νικήτας Σταματελόπουλος (Νικηταράς), Γεώργιος Δαγκλής, Χατζημιχάλης Νταλιάνης, Αθανάσιος Κουτσονίκας, Γεώργιος Μαλάμος, Δήμος Τσέλιος ή Δημοτσέλιος ή Γεροδήμος, Γεώργιος Βάγιας, Κωνσταντίνος Βέρης, Νάκος Πανουριάς, Γεώργιος Δυοβουνιώτης, Βασίλειος Μπούσγος, Γιαννούσης Πανομάρας, Νικόλαος Καραμέτζος, Μήτρος Βάγιας, Λεώνης Δαγκλής, Ναστούλης Δαγκλής, Σπύρος Ξύδης, Μήτρος Τριανταφύλλου, Κώνστας Μάκος, Γιάννης Φαρμάκης, Τούλιος Πανομάρας, Σπύρος Μήλιος, Αναγνώστης Ροκάς, Χριστόδουλος Χατζηπέτρου, Γαρδικιώτης Γρίβας, Παναγής Γαλάνης, Νικόλαος Βαρβιτσιώτης, Κωνσταντίνος Γρίβας (Γριβοκώστας), Τριαντάφυλλος Αποκορίτης, Ιωάννης Ρούκης, Κωνσταντής Καλύβας, Κωνσταντής Γιολδάσης, Κόμνας Τράκας, Αναγνώστης Καναβός, Γεώργιος Τζαβέλας, Διαμαντής Ζέρβας, Γεωργάκης Δράκος, Λάμπρος Βέϊκος, Φωτούσης Φωτομάρας, Αθανάσιος Δράκος, Νικόλαος Μπότσαρης, Γιάννος Δούλας, Γιάννος Μπαϊρακτάρης, Πάσχος Κασμάς, Κολιός Πασχούλης, Κώστας Τζαβέλας, Μπεκατσέλος Τζαβέλας, Γεώργιος Μπαϊρακτάρης Μπότσαρης, Χρήστος Μπέκας, Νικόλαος Κάσκαρης, Αθανάσιος Ζέρβας, Γεώργιος Ζέρβας, Γιάννης Βαργιαδίτης, Αναγνώστης Κραβαρίτης, Γιάννης Πιλάλας, Λάμπρος Τζαβέλας, Πάνος Τασούλας, Ναστούλης Δούκας, Νικόλας Διάκος, Γιάννος Περζεκιάς, Νάστος Κοντογιάννος, Κολιός Γερονούρης, Πίλιος Τζέχερης, Βασίλειος Αντωνόπουλος, Χήλιος Αθανάσης, Γιώτας Κάτζης, Κίτσος Ντούκας, Μήτρος Μεσολογγίτης, Κίτσος Τζάκος, Δημήτριος Μακρής, Κώστας Χόρμοβας, Αναστάσιος Χόρμοβας, Γιαννάκης Κίτσος, Μήτρος Σμπόκας, Βασίλειος Αργυροκαστρίτης, Γεώργιος Καδάς, Κωνσταντής Πασχάλης, Πάνος Δάρας, Αθανάσιος Κρικοχωρίτης, Σπύρος Λεβέρης, Γεωργάκης Λακάς, Χρήστος Μακρής, Χριστόφορος Περραιβός, Δημήτριος Καλλέργης, Χρήστος Βάρφης, Μήτρος Γρουμπογιάννης, Αντώνιος Στουρνάρης, Χαράλαμπος Παπαπολίτης, Νικόλαος Δραγαμεστηνός καί Αναγνώστης Κατζηκαπής.

Οι νεκροί τής Αράχωβας ήταν οι:

Αγγελόπουλος Ιωάννης (Γουριά), Αθανασίου Πέτρος (Αιτωλία), Γεωργίου Τριαντάφυλλος (Τριχωνίδα), Δαγκλής Πάνος (Κωνσταντινούπολη), Δαραβέρης Νικόλαος (Σμύρνη), Δοντάς Ιωάννης (Αθήνα), Ηλιόπουλος Διονύσιος (Ηλεία), Θιακός Βασίλειος (Ιθάκη), Καρασυνέλης Κώστας (Λεπενού), Κασάπης Κώστας (Ξηρόμερο), Κάσκαρης Παναγιώτης (Σούλι), Κίτζου (Μπουρλέσα), Μαλτέζος Γούλας (Καλαρύτες), Μεριάνος Γρηγόριος (Μποτίνου), Σαλαγιάννης Αθανάσιος (Κεράσοβο), Σιαμάς Δημήτριος (Ελευθέριανη), Σκαλτσάς Ιωάννης (Μπουρλέσα), Σπάτουλας Νικόλαος (Σούλι), Σώζου Αθανάσιος (Ιωάννινα), Φλούδας Δημήτριος (Βάλτος), Χαλβαντζής Θεόδωρος (Μαραζιά).


«Απάνω στήν Αράχωβα, ψηλά στόν ’ϊ Γιώργη
πολλά ντουφέκια πέφτουνε καί σαματάς μεγάλος.
Μήνε σέ γάμους πέφτουνε, μήνε σέ πανηγύρι,
πόλεμος γίνεται εκεί καί σκοτωμός μεγάλος.
Έλληνες είν' πού πολεμάν μέ τόν Καραϊσκάκη
μέ Τούρκους πώχουν αρχηγό αυτόνε τό Μουστάμπεη
πόχ' Αρβανίτες διαλεχτούς τό όλο τρείς χιλιάδες.

- "Aφέντη ’ϊ Γιώργη πολεμιστή καί γριβοκαβαλλάρη
αρματωμένε μέ σπαθί καί μέ χρυσό κοντάρι,
μάς ήρθε ο Μουστάμπεης, ψηλά στό κεφαλάρι."
- "Έβγα νά πολεμήσετε για νά μή μείνει ποδάρι."
- "Έχει πασάδες μπόλικους, ασκέρι τρείς χιλιάδες."
- "Βγάτε νά τούς μποδίσετε για νά μήν μπουν στήν πόλη
ίσως καί αύριο ταχύ, νά πέση καί τό χιόνι
καί τότε θά παγώσουνε, θά ξεραθούνε όλοι.
Καραϊσκάκη μ' αρχηγέ καί πρώτε καπετάνιε
έβγα στό κεφαλάρι μας νά μάς ελευτερώσεις."

Πάψε Γιώργο μ' τόν πόλεμο, μάσε τά γιαταγάνια
καί μέτρα τούς Αγαρηνούς, μέτρα τούς σκοτωμένους
κι' οι ράχες εγεμίσανε πό' τούρκικα κουφάρια.
Tόν πάγο έχουν σάβανο, τό χιόνι μαξιλάρι.
Κι' αυτός ο αρχηγός ο καπετάν Μουστάμπεης
σφαγμένος είν' κι αυτός, τού λείπει τό κεφάλι.
Μά τά κουφάρια είν' πολλά καί μετρημό δέν έχουν
μαζεύουν πούταν εύκολο αράδα τά κεφάλια.
Καί πύργο τότε στήσανε, πέρα εις τά Πλατάνια
κι' ο πύργος ήτανε τρανός, τρανός σάν κυπαρίσσι
καί γύρω του χορεύανε όλα τά παλληκάρια».



Μάχη Αραχώβης υπό Δημητρίου Αινιάνος



«Εσπέραν τινά κατά τάς τελευταίας ημέρας τού Νοεμβρίου πύρ ζωηρόν έκαιεν εις τήν γωνίαν οικίας, ήτις καί απ' αρχής τής κατασκευής αυτής δέν έδειχνεν ούτε αφθονίαν καταστάσεως ούτε αρχιτεκτονικήν ικανότητα τού κυρίου, έλαβε δ'ακολούθως καί ουσιώδεις επί τό χείρον αλλοιώσεις, ένεκα τού υπάρχοντος μεταξύ Τούρκων καί Ελλήνων πολέμου. Η οικία αύτη είχεν εξ αρχής πάτωμα, αλλ' εξ αυτού δέν έμενεν ουδέ μία σανίς πλέον, εκ δέ τής στέγης διετηρήθη μόνον όσον μέρος εσκέπαζε τόν περί τήν γωνίαν τόπον, διότι οι αλληλοδιαδόχως διαβαίνοντες Τούρκοι καί Έλληνες, διανυκτερεύοντες εν αυτή έκαιον όση εκ τής ξυλικής αυτής ήτο δυνατόν ν'αποσπάσωσι, διατηρούντες μόνον καί εκ τής στέγης αυτής τό κείμενον επί τής γωνίας μέρος, διότι επροφύλαττε τούς περί αυτήν καθημένους εν ώρα χειμώνος από τήν επήρειαν τής βροχής. Μικρός λύχνος εκ λευκοσιδήρου εκρέματο από τινος πασσάλου εμπηγμένου εις τόν τοίχον κατά τόν καιρόν τής οικοδομής αυτού, καί διέδιδεν αμυδρόν φώς εις τά ένδον τής οικίας, ώστε ο έξωθεν ερχόμενος αδύνατον ήτο νά διακρίνη ευκρινώς τά πρόσωπα τών εν αυτή ευρισκομένων. Επεκράτει όμως μεγίστη σιωπή, διότι εις τών εν αυτή έκειτο πλησίον τής γωνίας εξαπλωμένος επί μικρού τάπητος, έχων υπ' αυτόν κλώνους ελάτης υπεστρωμένους.

Όλως αντίθετος ήτον η σκηνή ήτις ελάμβανε χώραν εις τό προαύλιον. Υπήρχεν ενταύθα πυρά επιμήκης, καί εις τάς δύο πλευράς αυτής εσιγυρίζοντο δύο σφακτά σουβλισμένα καί περιεζωσμένα εις τήν μέσην των έκαστον μέ τό κατασκευασθέν σπληνάντερον, πλησίον δέ τών σφακτών καί χαμηλότερον, επί ελαφράς ανθρακιάς, εγυρίζοντο δύο μικρότεραι σούβλαι έχουσαι περιτυλιγμένον πάντοθεν περί εαυτάς τό κουκουρέτσιον. Τάς εργασίας αυτάς έκαμνον νέοι στρατιώται Έλληνες καθήμενοι πλησίον τής πυράς, περιρρεόμενοι από ιδρώτα, καί στρέφοντες συνεχώς τό πρόσωπον, πρός τά όπισθεν διά ν' αποφεύγωσι τήν μεγάλην θερμότητα τής πυράς. Πλησίον τού τοίχου τής οικίας ήσαν εξαπλωμένοι επί τών χόρτων δέκα έως δώδεκα στρατιώται Έλληνες, οίτινες άν καί εξαπλωμένοι κατά γής, έφερον εις τήν ζώνην των τά πιστόλια καί τό γιαταγάνι των καί τάς παλάσκας των ακουμβώντες τάς κεφαλάς των επί δύο ή τριών κεραμίδων, τεθειμένων επί γής αντιστρόφως, καί επεχόντων τόπον προσκεφάλου. Νέος δέ τις ωραίος καί υψηλού αναστήματος εκάθητο επάνω εις τόν ημικρημνισμένον τοίχον τής αυλής καί έπαιζε τό λιογκάριον, τραγουδών συγχρόνως καί διάφορα ηρωικά καί ερωτικά επιτόπια άσματα.

Η σκηνή αυτή διήρκει εις αυτήν τήν κατάστασιν έως ού εψήθησαν τά σφακτά, καί τά έστησαν όρθια επί τού τοίχου τής οικίας, τό δέ κουκουρέτσιον ως καί τό σπληνάντερον, αφού μετρηθέντα μέ αρχιτεκτονικήν ακρίβειαν διά ξυλίνου μέτρου, εκόπησαν εις τόσα ίσα κομμάτια, όσα ήταν καί τά άτομα, εμοιράσθησαν εις τούς παρευρισκομένους περιερχομένου τού ψήσαντος αυτά μέ τήν σούβλαν εις τήν χείρα καί παρουσιάζοντος αυτήν κατά σειράν εις άπαντας, έκαστος τών οποίων πιάνων μέ τήν χείραν τό κομμάτιον τό έσυρεν από τήν σούβλαν. Όλοι έτρωγον συγχρόνως, εις δέ τών ψυχουϊών περιέφερε κατά σειράν έν παγούριον μέ ρακήν, από τό οποίον ετράβα έκαστος μέ σφυριγμόν δυνατόν τό ρακίον, αφού προηγουμένως ηύχετο τήν υγείαν εις τούς συνεταίρους του. Μετά τήν διανομήν τού κουκουρετσίου επιχείρησαν τό λιάνισμα τών σφακτών, καί εγίνετο ετοιμασία τού δείπνου. Ο εξαπλωμένος παρά τήν γωνίαν εσηκώθη, όταν προσεφέρθη αυτώ κουκουρέτσιον, έμπροσθεν του δέ έστρωσαν ζυμώστραν (δέρμα τράγου επεξεργασμένο), καί επέθεσαν επ' αυτής κομμάτια κουλούρας λειψής εξ αλεύρου κριθής ακοσκινίστου, τήν πλάτην ενός τών καλυτέρων σφακτών, μέρος από τά κοντοπλεύρια καί τεμάχια τινα εκ τών λαγαρών τού παχυτέρου σφακτού.

Αλλ' ενώ έθεσαν πλησίον αυτού τήν τράπεζαν ταύτην καί ήρχισε νά τρώγη μηχανικώς καί χωρίς νά ομιλή, ως νά μήν ήθελε νά διακόψη τήν σειράν τών σκέψεων, από τάς οποίας κατείχετο, επαρουσιάσθη ενώπιόν του στρατιώτης εκ τής εμπροσθοφυλακής τού στρατού αναγγέλλων αυτώ ότι καλόγηρος τις ήλθε διά νυκτός πρός αυτούς προτείνων ότι έχει κατεπείγουσαν ανάγκην νά ίδει αμέσως τόν Καραϊσκάκην, ότι οδήγησε αυτόν, καί ευρίσκεται έξω εις τό προαύλιον. Αμέσως ο Καραϊσκάκης, διότι ούτος ήτο ο δειπνών, διέταξεν έναν τών παρισταμένων στρατιωτών νά φέρη τόν καλόγηρον ενώπιόν του, καί τήν αυτήν στιγμήν εισήλθεν ούτος. Ήτο μόλις τριακονταετής τήν ηλικίαν, καί υπό τό ράσον καί τόν μέλανα σκούφον διέλαμπε περισσότερον η καλλονή προσώπου μεγάλου καί αρμονικού.

- "Είμαι ανεψιός καί υποτακτικός τού ηγουμένου τού κατά τήν Δαύλειαν Μοναστηρίου Ιερουσαλήμ, καί εστάλην νά κοινοποιήσω πρός σέ έν μυστικόν, τό οποίον όμως κανείς άλλος παρά σέ δέν πρέπει νά ακούση."

- "Τραβηχθήτε όλοι σας έξω. Εσύ κάθησε πλησίον μου, νά δειπνήσωμεν, επειδή ευρέθεις εις ταύτην τήν ώραν."

Ο υποτακτικός εδίσταζεν, αλλ' ο Καραϊσκάκης τόν ηνάγκασε τρόπον τινά νά καθήση καί επερίμενε μέ ανησυχίαν νά ακούση τό μυστικόν. Αλλ' ο υποτακτικός εδίσταζε νά αρχίση, καί κοιτάζων διαρκώς πρός έναν νέον ιστάμενον έμπροσθεν μέ τό τάσι εις χείρας καί κερνώντας τόν Καραϊσκάκην, εφαίνετο ως νά έλεγε διά τού συμβολικού τούτου τρόπου πρός τόν Καραϊσκάκην, ότι δέν τολμώ νά εξηγηθώ ενώπιον τού παρόντος στρατιώτου.

- "Ωμίλεις ελευθέρως. Ο Ζαφείρης είναι ο πιστότερος τών υπηρετών μου." (Ο Ζαφείρης ήταν μία τουρκοπούλα, βαφτισμένη Χριστιανή, ντυμένη ανδρικά, πού συνόδευε πάντοτε τόν Καραϊσκάκη).

- "Μέ έστειλεν ο ηγούμενος νά αναγγείλω πρός σέ ότι εις τό μοναστήριον μας ευρίσκεται ο Κεχαγιάμπεης τού Κιουταχή καί ο Μουστάμπεης, μέ δύο ήμιση έως τρείς χιλιάδας Τούρκων σταθμευόντων εις Δαύλειαν καί άλλα χωρία, καί σκοπεύουν αύριον τό πρωΐ νά διαβώσι από Αράχοβαν καί νά υπάγωσιν εις ’μφισσαν νά λύσωσι τήν πολιορκίαν εν τώ φρουρίω αποκλεισμένων Οθωμανών".

- " Πώς έμαθε τό σχέδιον τούτο ο ηγούμενος, καί πώς εβεβαιώθει ότι τούτο πρόκειται νά τό ενεργήσουν κατ' αυτόν τόν τρόπον καί αύριον;"

- "Εις τών υποτακτικών τού μοναστηρίου, όστις έφερε τά διά τήν τράπεζαν τών αρχηγών τούτων αναγκαία, δειπνούντων αμφοτέρων ομού εις τό μοναστήριον, γνωρίζων τήν τουρκικήν γλώσσαν ήκουσε τό σχέδιον, τό οποίον έκαμεν ο Μουστάμπεης καί εκοινοποίει εις τόν Κεχαγιάμπεη, καί τό είπεν αμέσως πρός τόν ηγούμενον, όστις έσπευσε νά μέ πέμψει πρός σέ διά νά σού αναγγείλω τούτο εγκαίρως καί νά λάβης μέτρα πρός αντίκρουσιν."

- "Κατά ποίον τρόπον μέλλουν νά κάμουν τό κίνημα;"

- "Έως πεντακόσιοι Αλβανοί θά σηκωθώσι πρίν εξημερώσει καί θά μεταβώσι διά τού Παρνασσού εις Αράχοβαν, δία νά τήν πιάσωσιν, τό δέ λοιπόν στράτευμα νά διαβή διά τού Ζεμενού. Εάν τό στενόν τούτο απαντήσει αντίκρουσιν, οι προπορευθέντες εις Αράχοβαν θέλουν δράμει εις βοήθειαν τών κατά τό Ζεμενό, επιπίπτοντες από τά οπίσθια τών Ελλήνων, άν τυχόν υπάρχει κανένα σώμα φυλάττον τήν δίοδον."

- "Ηξεύρουν πού ευρισκόμεθα ημείς;"

- "Νομίζουν ότι είσθε ακόμη εις Δομπραίναν, καί ούτω τούς εβεβαίωσε καί ο ηγούμενος, μολονότι εγνώριζε τό φθάσιμόν σας εδώ μαθών τούτο από ένα τών υπηρετών τού μοναστηρίου, όστις ερχόμενος απήντησε καθ' οδόν στρατιώτας τινάς εκ τών εδικών σας."

- "Ευχαριστώ τόν ηγούμενον διά τήν πατριωτικήν πράξιν του. Επίστρεψον αμέσως πρός αυτόν, καί ειπέ του τάς ευχαριστήσεις μου, καί νά διορίσει νά κάμνωσιν ευχάς καί παρακλήσεις υπέρ ημών, οίτινες αγωνιζόμεθα διά τήν πίστιν καί τήν πατρίδα, μ' όλας τάς ελλείψεις καί τάς δυστυχίας, εις τάς οποίας υποκείμεθα ένεκα τής ερημώσεως τού τόπου."

’μα ανεχώρησεν ο καλόγηρος, ο Καραϊσκάκης διέταξεν αμέσως νά προσκαλέσωσι τόν Γαρδικιώτην Γρίβαν, τόν Γεώργιον Βάγιαν, καί τόν Χατζή Πέτρου. Όταν δέ ούτοι ήλθαν τούς εγνωστοποίησε τό σχέδιον τών εχθρών καί επρότεινεν εις τόν Γαρδικιώτην καί Βάγιαν νά αναχωρήσωσιν αμέσως διά τήν Αράχοβαν, καί νά προλάβωσι νά πιάσωσι τήν εκκλησίαν καί τάς οχυρωτέρας τών περί αυτήν οικιών, καί νά προσβάλωσι τούς Οθωμανούς, οίτινες έμελλον νά έλθωσι διά τού Παρνασσού εις αυτήν, κατά τό γνωστοποιηθέν αυτώ σχέδιον τών Τούρκων αρχηγών. Τόν δέ Χριστόδουλο Χατζηπέτρο διέταξε νά αναχωρήση ολίγον πρίν εξημερώσει καί νά διαβή διά τού μεταξύ Διστόμου καί Αραχόβης όρους καί νά διευθυνθή πρός τήν Αράχοβαν διά νά φθάση εις βοήθειαν τού Γαρδικιώτου καί Βάγια, άν τυχόν αρχίσει ο πόλεμος ερχομένων τών Τούρκων εναντίον του.

’μα έδωκε τάς διαταγάς ταύτας ο Καραϊσκάκης, εκάλεσεν όλους τούς λοιπούς υπ' αυτόν σωματάρχας καί τούς διέταξε νά ετοιμάσωσι διά νυκτός άρτον, διότι, άμα ανατείλει τήν επιούσαν ο ήλιος, θέλουν αναχωρήσει πρός εκστρατείαν. Τό ίδιον μέτρον τής προετοιμασίας παρήγγειλε καί εις τούς μετ' ούτου ιδίως διαμένοντας στρατιώτας, ώστε όπου πρό ολίγου εψήνοντο τά σφακτά, άναψαν εκ νέου φωτίαν διά νά ψήσουν τό ψωμίον των οι στρατιώται. Τρείς στρατιώται έχων έκαστος έπροσθέν του τήν ζυμώστραν του, έριψαν τό άλευρον επ' αυτών, καί αφού εζύμωσαν τόν άρτον τόν έπλασαν εις κουλούραν επί τής ιδίας ζυμώστρας, καί ανοίξαντες τόπον εντός τής πυράς έβαλον τάς κουλούρας, καί εσκέπασαν αυτάς καί μέ ψιλήν σπρούχνην (χόβολη) πρώτον, καί έπειτα μέ θράκαν καί επρόσεχον παρατηρούντες έκαστος έως ού ψηθώσι καλώς αι κουλούραι.


Δημοτσέλιος ή Γεροδήμος




Ενώ εγίνετο έξωθεν εις τό προαύλιον η εργασία αύτη, ο Καραϊσκάκης επροσκάλεσε τόν γραμματέα του νά γράψη γράμματα πρός διαφόρους αρχηγούς πολιορκούντας τό φρούριον τής Αμφίσσης, καί πρός άλλους ευρισκομένους εις διάφορα τών πέριξ χωρίων πρός εκτέλεσιν διαφόρων παραγγελιών. Ο γραμματεύς καθήσας σταυροπόδι, έμπροσθεν τού αρχηγού έβγαλε τό καλαμάριον από τήν ζώνην του καί ακουμβήσας τόν χάρτην εις τό γόνυ του έγραψε τάς επιστολάς, κρατούντος τόν λύκνον στρατιώτου τινός πλησίον εις τό γόνυ αυτού ταύτας υπογραφείσας εσφράγισε καί παρέδωκεν εις τόν αρχηγόν. Επειδή δέ ο Καραϊσκάκης, δέν εμπιστεύετο εις τούς χωρικούς όσοι είχον μείνει εις τό χωρίον εκουσίως, ή διότι δέν επρόλαβον νά φύγωσι, συντροφεύων ένα χωρικόν μ' ένα στρατιώτην τούς έπεμπεν αμέσως μέ τάς επιστολάς υποσχόμενος αμοιβήν αξιόλογον εις εκείνους, οίτινες ήθελον κατορθώσει νά φέρωσιν εγκαίρως τάς επιστολάς πρός ούς διευθύνοντο καί απειλών ούτους άν βραδύνωσιν, ή δέν τολμήσωσι νά κομίσωσιν εγκαίρως αυτάς.

Έως ού ενεργηθώσιν όλα ταύτα, επέρασε τό μεγαλύτερον μέρος τής νυκτός, ο δέ Καραϊσκάκης εξηπλώθη όπως εκάθητο, καί λαβών επάνω του τήν κάπαν έμεινε εις τοιαύτην κατάστασιν έως δύο ώρας καί πάλιν εσηκώθη. Εξελθών δέ ολίγον έξω καί παρατηρήσας τήν κατάστασιν τού καιρού εισήλθε πάλιν μέ πολλήν ευχαρίστησιν, παρατηρήσας ότι η ημέρα εκείνη έδειχνεν ότι έμελλε νά είναι εκ τών λαμπροτέρων τού φθινοπώρου. Διέταξε λοιπόν νά εξυπνήσωσι τούς περί αυτόν διά νά προπαρασκευάσωσι τά πάντα πρός αναχώρησιν.

Η νύξ ήτον ασέληνος, αλλ' αστροφεγγιά εσυγχώρει εις τούς οδοιπόρους νά βαδίζωσιν άνευ κινδύνου ν' αποπλανηθώσιν. 'Οταν ο Γαρδικιώτης επλησίασε πρός τήν Αράχοβα έδωκε παραγγελίαν καί εις τούς πρό αυτού καί εις τούς μετ' αυτόν πορευομένους νά σταματήσωσι τήν πορείαν των. Ο εις εσφύριζεν ελαφρά ώστε μόλις ν' ακουσθεί από τόν πλησίον του, κινουμένης δέ ως εκ τούτου τής προσοχής αυτού, τού έλεγε τήν παραγγελίαν του νά σταθεί ακολούθως δέ εις τινα οπωσούν ευρύχωρον θέσιν τής οδού διετάχθη κατ' αυτόν τόν τρόπον η συγκέντρωσις όλου τού σώματος. Γενομένης συσκέψεως, ενεκρίθη νά πλησιάσωσι εις τήν πόλιν εκ διαφόρων διευθύνσεων καί μέ προσεκτικήν καί ακριβήν παρατήρησιν μήπως η πόλις προκατελήφθη παρά τών Οθωμανών. Έν δέ απόσπασμα στρατιωτικόν διευθύνθη πρός τήν εκκλησίαν διά νά παρατηρήση άν δέν κατέχεται παρ' εχθρών καί νά δώση αμέσως είδησιν καί πρός τούς λοιπούς νά διευθυνθώσι πρός αυτήν.

Τό φώς τών αστέρων υπεχώρει ήδη εις τό ροδόχρουν τής ηούς φώς, καί τούτο διελύετο ήδη από τήν λαμπρότητα τών ηλιακών ακτίνων, όταν οι περί τόν Γαρδικιώτην επλησίαζον ήδη περί τήν Αράχοβαν καί από όλας τάς παρατηρήσεις των δέν εφαίνετο κανέν σημείον ότι υπήρχον εχθροί εις τό χωρίον. Αμέσως λοιπόν διευθύνθησαν πρός τήν εκκλησίαν, καί μόλις φθάσαντες επεχείρησαν τήν οχύρωσιν αυτής αποσπάσματα δέ τινα διευθύνθησαν πρός τάς πέριξ οικίας, τάς οποίας καί κατέλαβον εστάλησαν δέ καί τινες νά κατασκοπεύσωσι τούς εχθρούς από αμφοτέρας τάς οδούς όθεν έμελλαν νά έλθωσιν. Οι δέ τοποθετηθέντες εις τάς οικίας ετρυπούσαν τούς τοίχους μέ τά χαντζάρια των διά νά κατασκευάσωσι μασγάλια (πολεμίστρες), επί τής στέγης κατασκεύασαν πολεμίστρας ή σεριπόλια, στένοντες μίαν επάνω τής άλλης πολλάς κεραμίδας.

Μόλις παρήλθεν ολίγη ώρα μετά τήν εις τήν εκκλησίαν καί τάς οικίας τοποθέτησιν τών περί τόν Γαρδικιώτην καί Βάγιαν, καί οι σκοποί έφεραν τήν είδησιν ότι οι μέν διά τού Παρνασσού ερχόμενοι Τούρκοι επλησίαζαν ήδη πρός τό χωρίον, οι δέ διά τής πεδιάδος εφαίνοντο πλησιάζοντες πρός τόν Ζεμενόν. Αλλά συγχρόνως ανεφάνει καταβαίνουσα εις τά πλάγια τού αντίκρυ τής Αραχόβης βουνού καί η μετά τού Χατζή Πέτρου ελληνική δύναμις. Ο Γαρδικιώτης διέταξε νά μήν πυροβολήση κανείς, ουδέ νά δώσωσι σημείον τι πρός τούς Οθωμανούς δι' ού νά γνωρίσωσι τήν άφιξίν των εις τό χωρίον αλλ' οι προπορευόμενοι εκ τών Τούρκων, πλησιάσαντες μέχρι βολής τουφεκίου, εστάθησαν καί επερίμενον καί τούς όπισθεν ερχομένους. Τό μέτρον δέ τούτο ηναγκάσθησαν νά τό λάβωσιν, όχι τόσον λόγω στρατιωτικής προφυλάξεως, όσον διότι υπώπτευσαν εναντίον τι μή ιδόντες τούς κατοίκους νά δράμωσιν εις προϋπάντησιν αυτών. Τέλος συνελθόντες ικανοί Αλβανοί καί παρατηρήσαντες τάς επί τών οικιών πολεμίστρας, εξ ών εβεβαιώθησαν ότι τό χωρίαν κατείχετο παρ' εχθρών, ήρχισαν νά προβαίνωσι πρός αυτό πυροβολώντες καί προφυλαττόμενοι όπισθεν τών πετρών ή κοιλωμάτων τής γής, όπου ήσαν απρόσβλητοι από τό εχθρικόν πύρ. Ο αμοιβαίος πυροβολισμός κατέστη ικανώς δραστήριος, καί καθ' όσον επήρχοντο καί άλλοι Αλβανοί, κατά τοσούτον οι πρώτοι επλησίαζον πρός τούς Έλληνας, καί προέβαινον κατ' αυτών εκ διαφόρων θέσεων.

Αλλ' όσοι εκ τών κατοίκων έτυχον εις τήν πόλιν, ιδόντες άμα εξύπνησαν, τήν άφιξιν τών Ελλήνων, καί μετ' ολίγον τήν έφοδον τών Τούρκων, καί ακούσαντες καί τόν πυροβολισμόν, τοσούτον εταράχθησαν αναλογιζόμενοι τάς συνεπείας μάχης εξολοθρευτικής, τής οποίας ήθελεν είσθαι, εάν υπερίσχυον οι Οθωμανοί, άφευκτον αποτέλεσμα διαρπαγή τών πραγμάτων, αιχμαλωσία τών γυναικών καί παιδίων, καί θάνατος όλων τών εν ηλικία αρρένων, ώστε έκαστος συγκεντρώνων περί εαυτόν τήν οικογένειάν του, καί λαμβάνων εις χείρας ό,τι επρόφθανεν εκ τής περιουσίας του έφευγε μέ φόβον καί απελπισίαν. Αλλ' ως συμβαίνει εις τοιαύτας δεινάς καί επικινδύνους περιστάσεις, έκαστος έχων πρό οφθαλμών τήν ιδίαν του σωτηρίαν καί επεκτείνων τήν συμπάθειάν του εις μόνα τά προσφιλέστερα εις αυτόν όντα, καθίστατο άκαμπτος πρός τούς άλλους, καί έφευγε δρομαίως χωρίς νά δώση τινά συνδρομήν εις όσους ήθελεν απαντήσει καθ' οδόν πάσχοντας, κλείων πολλάκις τά ώτα καί εις αυτήν τήν φωνήν τής συγγενείας καί φιλίας. Γυναίκες έκλαιαν ανακαλούσαι μεγαλοφώνως τά τέκνα των, τά οποία είχον αποπλανηθεί, καί παιδία απολέσαντα τούς γονείς καί συγγενείς των προέβαινον κλαίοντα καί επικαλούμενα εξ ονόματος τούς γονείς καί τούς στενοτέρους αυτών συγγενείς απέβλεπον δέ μετ' ανησυχίας πρός τούς διαβαίνοντας, μήπως απαντήσωσιν εις αυτούς φιλικόν τι πρόσωπον, τού οποίου νά επικαλεσθώσι τήν συνδρομήν.

Εδώ ζώον τι βαρυφορτωμένον έπεσεν εις δύσβατόν τι μέρος τής οδού, καί ο κύριος αυτού ματαίως επικαλείται τήν συνδρομήν τών διαβαινόντων διά νά τόν βοηθήσωσι νά τό σηκώση. Όλοι διαβαίνουσι δρομαίως από τά πλάγια τής οδού χωρίς νά δώσωσιν ακρόασιν εις τάς παρακλήσεις του. Εκεί φήμη διαδίδεται ότι έφθασαν οι Τούρκοι φονεύοντες καί αιχμαλωτιζοντες, καί όλοι διά μιάς επιταχύνουν τήν πορείαν των, φιλόστοργος δέ μήτηρ, έχουσα μικρόν παιδίον, τού οποίου τά ασθενή βήματα δέν δύνανται νά εξομοιωθώσι μέ τά τών άλλων φευγόντων, ματαίως επικαλείται τήν συνδρομήν τών διαβαινόντων, αυτοί φεύγουν καί αυξάνουν τήν αγωνίαν καί τόν φόβον της, ματαίως επιζητεί μεταξύ αυτών φιλικόν πρόσωπον, εις τού οποίου τήν φροντίδα νά εναποθέσει τό φίλτατον αυτό κειμήλιον. Ματαίως βιάζει τό τέκνον της νά περιπατήσει, καί μεταχειρίζεται πρός αυτό αλληλοδιαδόχως παρακλήσεις, απειλάς, επιπλήξεις, όλα μένουν άνευ αποτελέσματος, διότι δέν υπάρχει η πρός εκτέλεσιν τής μητρικής θελήσεως αναγκαία φυσική δύναμις.

Εκεί διαιρουμένης τής οδού εις δύο καί διαχωριζομένων καί τών φευγόντων εις δύο, πατήρ, όστις προεκπέμψας τά τέκνα μετά τής συζύγου καί ενασχολούμενος νά λάβη τι τών αναγκαίων ή πολυτίμων πραγμάτων του μεθ' εαυτού έμεινεν ύστερος, παρατηρεί μετ' αδημονίας αμφοτέρας τάς οδούς, ερωτά μετ' ανησυχίας πρός ποίαν εκ τών δύο οδών διευθύνθησαν τά φίλτατα αυτώ πρόσωπα, καί μή δυνάμενος νά λάβη ουδεμίαν πληροφορίαν, διότι ουδείς ηδύνατο νά γνωρίζη ενώ όλοι έφευγον, κανείς δέ δέν επανήρχετο, όστις μόνος ηδύνατο νά δώση περί τούτου πληροφορίαν, κινείται πρός τήν μίαν οδόν, καί μετανοών μετ' ολίγου στρέφεται πρός τήν ετέραν, καί ταλαντευόμενος ούτως εκφέρεται εις δάκρυα φοβούμενος ότι δέν θέλει δυνηθεί, νά δώση συνδρομήν εις τήν σύζυγον καί τά τέκνα του, εις καιρόν καθ' όν έχουσι μεγαλυτέραν ανάγκην τής συνδρομής αυτού. Τοιούτος κίνδυνος, τοιαύτα περιστατικά, τοιούτος θόρυβος ήσαν ικανά νά εκπλήξωσι τόν νούν καί νά συγκινήσωσι τήν καρδίαν καί τού μάλλον αταράχου ανδρός, πολύ μάλλον γυναικών καί παιδίων.

Ευτυχώς όμως η παράτασις τής μάχης δέν εσυγχώρησεν εις τούς Αλβανούς νά επιχειρήσωσι τήν αιχμαλωσίαν καί λεηλασίαν, τάς οποίας υπώπτευον οι κάτοικοι τής Αραχόβης, καί ούτω διεσώθησαν άπαντες εις τά απότομα μέρη καί τά σπήλαια τού Παρνασσού. Αλλ' η μάχη εξηκολούθει ζωηρώς εις τήν εκκλησίαν καί τάς περί αυτήν οικίας, διότι καί οι εντός καί οι εκτός επερίμενον τάς βοηθείας των. Τέλος έφθασαν από τό Ζεμενό τό μέγα τών Οθωμανών σώμα υπό αμφοτέρους τούς αρχηγούς αυτού, τόν Κεχαγιάμπεην καί τόν Μουστάμπεην, καί τότε η ορμή αυτών υπήρξε μεγίστη. Έκαμαν Καραϊσκάκης πολλάκις έφοδον πρός τάς οικίας καί τήν εκκλησίαν, αλλ' οι εντός αυτών αντέχοντες ισχυρώς δέν διέκοψαν ολοτελώς τό πύρ. Κατά τήν ώραν έφθανεν ήδη καί τό υπό τόν Χατζή Πέτρον σώμα καί κατέλαβε λόφον τινά περί τό χωρίον, εφάνη δέ καί ο Καραϊσκάκης ερχόμενος από τό Ζεμενό κατόπιν τών Τούρκων. Σκοπεύων ούτος νά αποκλείση, ει δυνατόν, τούς Οθωμανούς, τούς άφησε νά διαβώσι τά στενά τού Ζεμενού, καί νά προβώσι πρός τήν Αράχοβαν κατά τό σχέδιόν των. Ερχόμενος δέ αυτός, κατόπιν των, καί ειδοποιήσας προηγουμένως καί τούς εις ’μφισσαν καί τά πέριξ διά νά έλθωσι πρός αυτόν εξ αντιθέτου οδού ήλπιζε νά κατορθώσει νά λάβη εις τό μέσον τούς εχθρούς περικλείων αυτούς πανταχόθεν.

Ο Καραϊσκάκης, άμα επλησίασε, διέταξεν αποσπάσματά τινα νά ανοίξωσιν πρός τό αριστερόν τής Αραχόβης μέρος, καί συγχρόνως ταύτα μέν εκείθεν, αυτός δέ κατά πρόσωπον, προσέβαλαν πανταχόθεν τόν εχθρόν, ώστε ούτος πολεμούμενος καί από τούς εντός τού χωρίου καί από τούς έξωθεν ερχομένους, άν καί πολυπληθέστερος αυτών, δέν ηδυνήθη νά ανθέξη μέχρι τέλους, καί ηναγκάσθη νά λάβη τήν πρός ’μφισσαν οδόν πολεμούμενος από τά οπίσθια, καί αποσυρόμενος καί αυτός μέ πόλεμον. Αλλά μόλις επροχώρησεν ολίγον καί απαντά μέγα ελληνικόν σώμα υπό τόν Δυοβουνιώτην καί Πανουργιάν ερχόμενον εναντίον του από τήν αυτήν οδόν, δι' ής έλπιζεν αυτός νά διαβή πρός ’μφισσαν. Οι Τούρκοι, ενώ υπεχώρουν από τήν Αράχοβα πολεμούμενοι από τούς περί τόν Καραϊσκάκην, απαντήσαντες έμπροσθεν τό σώμα τούτο δέν ηδύνατο πλέον ούτε νά διαμένωσιν εις Αράχοβα, ούτε νά προβώσι πρός ’μφισσαν, ηναγκάσθησαν λοιπόν νά διευθυνθώσι πρός θέσιν τινα κειμένην άνωθεν τής Αραχόβης τήν οποίαν καί κατέλαβαν. Οι δέ εκ διαφόρων διευθύνσεων ελθόντες Έλληνες ετοποθετήθησαν περί τό οθωμανικόν στρατόπεδον, καί τό απέκλεισαν πανταχόθεν πυροβολούντες κατ' αυτού, έως ού τό σκότος τή νυκτός κατέπευσεν τελείως τόν πόλεμον.

Μόλις έδυσεν ο ήλιος, καί άνεμος λεπτός πνέων από τάς χιονοσκεπείς κορυφάς τού Παρνασσού διέχεε μεγίστην ψυχρότητα, ήτις διαπέρα ταχύτατα καί τούς καλώς ενδεδυμένους, αλλ' όσοι δέν είχον επανωφόρια ήτον αδύνατον ν' ανθέξωσιν εις τήν μεγίστην τού ψύχους σφοδρότητα. Οι πλειότεροι δέ τών Ελλήνων, οίτινες είχον τοποθετηθεί περί τό οθωμανικόν στρατόπεδον, δέν είχον λάβει μεθ' εαυτών τάς κάπας των, ως ερχόμενοι άνευ αποσκευών, διά νά είναι έτοιμοι πρός μάχην. Ελθόντες δέ από μακράν οδοιπορίαν, καί πολεμήσαντες πολλήν ώραν άνευ διακοπής, υπαρχούσης κατά τήν ημέραν ζωηράς τής προσβολής τών ηλιακών ακτίνων, ήσαν οι πλειότεροι εις υπερβολήν ιδρωμένοι, όπερ κατέσταινε τό ψύχος αφόρητον εις αυτούς.

Δέν ήτο δέ δυνατόν ν' ανάψωσι φωτίας, διότι ηδύναντο νά φαίνωνται από τούς εχθρούς ποίας θέσεις κατέχουσι, καί πόσοι είναι κατά τόν αριθμόν, καί πρό πάντων διά νά μήν προσβάλωνται απ΄ αυτούς φαινόμενοι εις τήν λάμψιν τού πυρός. Διά ταύτα, άν καί ο αρχηγός διέταξε νά παραμείνωσιν άπαντες οι Έλληνες εις στενήν πολιορκίαν περί τό εχθρικόν στρατόπεδον, διά νά μήν αφήσουν τούς εχθρούς νά φύγωσι διά νυκτός εάν είχον τοιούτον σκοπόν, μόλις τό πέμπτον μέρος διέμεινε διαρκώς περί τό εχθρικόν στρατόπεδον, καί ούτοι αφού παρεδέχθησαν τό μέτρον τού νά διαδέχονται εναλλάξ αλλήλους. ’μα το ψύχος καθίστατο αφόρητον εις τινας εκ τών πολιορκούντων στρατιωτών, ούτοι μετέβαινον εις τό χωρίον, όπου είχον κατάλυμα οι στρατιώται των (η μάγκα των) καί εκεί εύρισκον άφθονον πύρ, όπερ έκαιε δι' όλης τής νυκτός, καί έπιναν ικανόν οίνον, τόν οποίον είχον εγκαταλείψει φυγόντες οι χωρικοί. Αναλαμβάνοντες ούτω τάς δυνάμεις των επανήρχοντο εις τήν θέσιν των.

Αλλ' ως συμβαίνει εις στρατεύματα άπειρα τακτικής πειθαρχίας, ούτε όλοι επανήρχοντο εγκαίρως εις τήν θέσιν, ούτε καί οι επανερχόμενοι διέμενον όσον έπρεπε. Πολλοί ευρόντες αφθονίαν οίνου έπιαν μέ τόσην υπερβολήν ώστε μεθυσθέντες δέν ήσαν πλέον εις κατάστασιν νά μεταβώσιν εις τήν πολιορκίαν, αλλ' έμενον εξαπλωμένοι κατά γής εις τάς οικίας καί βυθισμένοι εις βαθύτατον ύπνον. Εάν λοιπόν κατά τήν νύκτα ταύτην οι εχθροί ήθελον επιχειρήσει νά αναχωρήσωσιν, ήτο πολύ ενδεχόμενον νά διαφύγωσιν ακινδύνως, ή τουλάχιστον μέ ολίγην ζημίαν, αλλ' εις τήν γενομένην μεταξύ τών δύο αρχηγών τού οθωμανικού στρατού σύσκεψιν δέν ενεκρίθη τό μέτρον τούτο, διότι ο μέν Κεχαγιάμπεης στηριζόμενος εις τό αξίωμά του καί εις τήν εύνοιαν τού Κιουταχή, ήλπιζε ταχείαν βοήθειαν, ο δέ Μουστάμπεης, υψηλοφρονών, διά τάς έως τότε νίκας του, δέν κατεδέχετο νά φύγει διά νυκτός. Είχε δέ καί άλλην αιτίαν διά νά μήν παραδεχθεί τό μέτρον τούτο. Ελάμβανε μισθούς διά μέγαν αριθμόν στρατιωτών, ενώ πραγματικώς μόλις είχε τό τρίτον αυτών. Τό νά φύγει λοιπόν κρυφίως, εκτός τής προσβολής, τόν εξέθετε καί εις κίνδυνον ενώπιον τού Κιουταχή. Απεφασίσθη λοιπόν νά διαμείνωσι, καί κατόρθωσαν τήν αυτήν νύκτα νά πέμψωσι αγγελιοφόρους εις τά πλησιέστερα στρατόπεδα διά νά δράμωσιν εις βοήθειαν αυτών.

Οι Τούρκοι είχον διασώσει όλας τάς αποσκευάς των, συγκεντρωθέντες δέ εις μικράν έκτασιν τόπου, καί τοποθετήσαντες τά φορτηγά καί τάς αποσκευάς περί εαυτούς, δέν υπέφερον από τό ψύχος όσον οι Έλληνες. Αλλά τήν επιούσαν (επομένη), πρίν έτι ανατείλει ο ήλιος, οι Έλληνες ήσαν άπαντες εις τάς θέσεις των οχυρωμένοι εις μικρούς προμαχώνας, κατασκευασμένους εις απόστασιν μικράν απ' αλλήλων, ώστε νά μήν είναι δυνατόν νά εξέλθωσιν οι Οθωμανοί από τά μεταξύ αυτών μικρά διαστήματα. Ισχυρότατοι δέ προμαχώνες ανηγέρθησαν πρός τά μέρη, όθεν ήτον ενδεχόμενον νά δοκιμάσωσιν οι Τούρκοι τήν αναχώρησιν, καί αμέσως ήρχισεν αμφοτέρωθεν σφοδρός πυροβολισμός αλλ' η βλάβη τών Τούρκων δέν ήτο μεγάλη, διότι καί αυτοί κατασκεύασαν προμαχώνας καί εμάχοντο όπισθεν αυτών. Η αναχώρησις όμως αυτών καθίστατο ολίγον κατ' ολίγον αδύνατος, διότι όλα τά ελληνικά στρατιωτικά αποσπάσματα διετάχθησαν νά συγκεντρωθούν εις Αράχοβαν όσον τό ταχύτερον, εστάλησαν δέ καί ικανά σώματα διά νά κατέχωσι τάς θέσεις, όθεν έμελλε πιθανώς νά γένει η φυγή τών εχθρών. Συγχρόνως δέ τά σώματα ταύτα είχον εντολήν νά αποκρούσωσι πάσαν νέαν βοήθειαν, ήτις ήθελεν αποπειραθεί νά διαβή δι' αυτών. Καί προσέτι ικανόν σώμα στρατού ήτον έτοιμον νά δράμη εις τά στενά, άν τυχόν ήθελην επέλθει μεγάλη δύναμις εχθρική.

Τήν τρίτην ημέραν από τής πολιορκίας ταύτης, συσσωματωθέντες παλλοί των εις Δαύλειαν καί άλλας θέσεις κατεχόντων Οθωμανών, διηρέθησαν εις δύο σώματα, έν, τό μικρότερον καί ελαφρότερον, ήτον επιφορτισμένον νά υπάγη διά τής από τού Παρνασσού οδού, τό δέ διά τού Ζεμενού, όπερ εκόμιζε καί πλήθος φορτηγών. Φαίνεται δέ ότι τό σχέδιον αυτών ήτον, οι μέν διά τού Παρνασσού πηγαίνοντες νά προβώσιν εις μέρος φαινόμενον από τό άνω τής Αραχόβης τουρκικόν στρατόπεδον, καί νά πυροβολήσωσιν εκείθεν, δίδοντες είδησιν ούτως εις τούς οικείους των ότι έρχονται υπέρ αυτών, διά νά προπαρασκευασθώσι καί αυτοί πρός έξοδον. Συγχρόνως δέ νά κινήσωσι τήν προσοχήν τών Ελλήνων πρός εκείνο τό μέρος τού Ζεμενού, όθεν πραγματικώς εσκόπευον νά εξέλθωσιν. Οι δέ διά τού Ζεμενού, εάν δέν απαντήσωσιν ελληνικήν δύναμιν νά προβώσι μέχρι τής Αραχόβης, άν δέ ήθελον απαντήσει τοιαύτην, νά συγκροτήσωσι μάχην, καί νά διαμείνωσιν εις ταύτην όσον ένεστι πλειότερον διά νά ευκολύνωσιν ούτω τήν έξοδον τών κατά τήν Αράχοβαν αποκλεισμένων οικιών των.

Οι διά τού Παρνασσού εξερχόμενοι εξετέλεσαν τήν παραγγελίαν καί πυροβολήσαντες επί λόφου τινος καταφανούς έδωκαν τήν είδησιν. Οι δέ πολιορκούμενοι παρατηρήσαντες πανταχόθεν τούς περί εαυτούς Έλληνες, καί ιδόντες τό πρός τόν Παρνασσόν μέρος μή φυλαττόμενον μέ ικανόν αριθμόν Ελλήνων, διότι από αυτού ολιγότερον επίστευον νά κάμωσι έξοδον οι εχθροί, όρμησαν πρός τούτο τό μέρος. Αποσυρθέντων δέ τών Ελλήνων εις τήν πρώτην ορμήν, ούτοι εξήλθον καί πέραν τών προμαχώνων τών Ελλήνων, αλλ' αι φωναί καί ο θόρυβος αμφοτέρων τών στρατοπέδων έδωσαν αιτίαν εις τόν Καραϊσκάκην νά παρατηρήση τόν κίνδυνον κάι νά δράμη ταχέως πρός τό μέρος τούτο αυτοπροσώπως προσκαλών ονομαστί τούς σημαντικοτέρους εκ τών φυλαττόντων τούς προμαχώνας, αφ' ών διήρχετο, καί λαμβάνων αυτούς μεθ' εαυτού διά ν' αυξήση τήν υπ' αυτών δύναμιν.

Αλλ' οι Τούρκοι, είτε διότι αντεκρούοντο παρ' αυτών, είτε διότι δέν ήλθεν η από Ζεμενόν προσδοκωμένη δύναμις, δέν προόδευσαν περισσότερον, αλλ' επανήλθον εις τάς πρώτας θέσεις των. Όταν το κίνημα τούτο τών εχθρών εματαιώθη, ο Καραϊσκάκης έπεμψε δύναμιν καί πρός τούς διά τού Παρνασσού ερχομένους εχθρούς, καί πρός τούς διά τού Ζεμενού. Αλλ' οι μέν διά τού Παρνασσού πυροβολήσαντες, μόνον, ως ανωτέρω, επέστρεψαν εις Δαύλειαν, χωρίς ουδέ κάν νά αποπειραθώσι περισσότερον. Οι δέ εν Ζεμενώ ελθόντες εις τό στενόν καί ευρόντες τήν διάβασιν κενήν, διότι οι Έλληνες απεσύρθησαν εις τάς δύο πλευράς επί σκοπώ νά αφήσωσι τούς εχθρούς νά προοδεύσωσι περισσότερον εντός τού στενού καί νά τούς προξενήσωσι μεγαλυτέραν βλάβην εμπoδίζοντες τήν επάνοδον αυτών, προόδευσαν ολίγον διάστημα, αλλ' οι Έλληνες εξελθόντες από τάς δύο πλευράς, απέκοψαν όσους εύρον ήδη εισελθόντας εις τό στενόν, τούς οποίους εφόνευσαν σχεδόν άπαντας, κυριεύσαντες καί όλα τά μετ' αυτών φορτηγά. Οι μή εισελθόντες όμως εις τά στενά διέφυγον αβλαβείς όντες ως επί τό πλείστον ιππείς. Είχεν ήδη τελειώσει η μάχη όταν έφθασε καί η παρά τού Καραϊσκάκη σταλείσα βοήθεια.

Ματαιωθείσης τής αποπείρας ταύτης, οι Τούρκοι απέβαλαν τήν ελπίδα τού νά λάβωσι βοήθειαν από τά πλησίον στρατόπεδα, διά τούτο εζήτησαν από τόν Καραϊσκάκην νά τούς συγχωρηθεί νά εξέλθωσι διά συνθηκών, αλλ' ο Καραϊσκάκης, διά νά τούς συγχωρήσει τήν έξοδον, εζήτησε νά κενώσωσι καί παραδώσωσι εις αυτόν τό φρούριον τής Αμφίσσης καί τήν πόλιν τής Λεβαδείας, μέχρις ού δέ εκτελεσθεί η παράδοσις αυτών, νά μείνωσι παρ' αυτώ ως ενέχυρα οι δύο αρχηγοί τής οθωμανικής στρατιάς. Αλλά τούτο μέτρον δέν ήτο δυνατόν νά υποδεχθώσιν ούτοι φοβούμενοι τού Κιουταχή τήν αγανάκτησιν καί εκδίκησιν. Εκολακεύετο μόλο ταύτα ο Κεχαγιάμπεης ότι μανθάνων τόν κίνδυνον αυτού ο Κιουταχής ήθελε σπεύσει νά πέμψη δύναμιν ικανήν όχι μόνον νά απαλλάξη αυτούς τού επικειμένου κινδύνου, αλλά καί νά καταστρέψει ολόκληρον τό σώμα τού Καραϊσκάκη. Μέ τάς ελπίδας λοιπόν ταύτας απεφάσισαν νά διαμείνωσιν εις τήν θέσιν των καί η κατάστασίς των ήρχισε νά χειροτερεύει επαισθητώς καί ο κίνδυνος ν' αποβαίνη σημαντικότερος.


Peter Von Hess. Ο Καραϊσκάκης κατατρέφει τούς Τούρκους στήν Αράχωβα


ΟΙ ΠΟΛΙΟΡΚΟΥΜΕΝΟΙ

Εντός σκηνής υπηρέται επροσπάθουν ν' ανάψωσι φωτίαν επί υγράς γής, θέτοντες επ' αυτής ξύλα τά οποία έλαβον από τά σαμάρια τών φορτηγών των. Εις τά ενδότερα δέ τής σκηνής εκάθητο σταυροπόδι μεσαίας ηλικίας άνθρωπος περιτυλιγμένος μέ παχυτάτην κοκκίνην γούναν. Είχε δέ τήν κεφαλήν ακουμβισμένην εις τήν χείρα του, τήν οποίαν καί αυτήν είχεν ακουμβισμένην εις τό γόνυ του. Δεινοί διαλογισμοί εκυρίευαν τήν κεφαλήν του, καί εφαίνετο ως νά μήν έδιδεν ολοτελώς προσοχήν εις τά περί αυτόν διατρέχοντα. Μόλα ταύτα ψιθυρισμός τις, γινόμενος έξωθεν τής σκηνής, τού οποίου ολίγον κατ' ολίγον ηύξανεν ο τόνος, ως ο ήχος τών κυμάτων, κατά τήν αρχήν τής τρικυμίας, τού εκίνησε τήν περιέργειαν. 'Εμαθε δέ ότι οι αρχηγοί καί οι αξιωματικοί τής υπ' αυτόν στρατιάς συνήλθον έξω τής σκηνής επί σκοπώ νά τού ομιλήσωσι επί τής ενεστώσης καταστάσεως τού στρατού. Καί τώ όντι ούτοι συνελθόντες πρό ικανής ώρας, καί ευρισκόμενοι εις διαφωνίαν περί τού τρόπου καθ' όν έμελλον νά προσφερθώσι πρός αυτόν, εφιλονίκουν μεταξύ των καί καθ' όσον διήρκει η διαφωνία κατά τοσούτον υψούτο ο τόνος τής φωνής τών θρασυτέρων αξιωματικών.

- "Ας εισέλθωσιν εντός", είπε ο Κεχαγιάμπεης, διότι ούτος ήτον ο ανωτέρω περιγραφόμενος. Καί αμέσως εισήλθον εντός τής σκηνής οι προκριτότεροι τής στρατιάς, άλλοι έμενον παρά τήν θύραν, πλήθος δέ στρατιωτών εκ τών συνοδευόντων τούς αξιωματικούς τούτους, καί εκ περιεργείας, διότι επρόκειτο ν' αποφασισθεί κατά τήν στιγμήν ταύτην μέγα ζήτημα, κατείχεν όλα τά πέριξ τής σκηνής συσφιγγόμενον περί αυτήν. Μεγάλη δέ προσοχή κατείχεν άπαντας καί οι απωτέρω τής σκηνής παρεκάλουν τούς πλησιάζοντας διά νά κοινοποιώσι προθύμως πρός αυτούς τά λεγόμενα εντός τής σκηνής, ώστε έκαστος λόγος, διαδιδόμενος από στόμα εις στόμα έφθανεν εv ακαρεί μέχρι τού εξωτέρου κύκλου τών περί τήν σκηνήν, καί εκείθεν ως αστραπή διεδίδετο εις άπαν τό στρατόπεδον. Εις τών συνελθόντων, ο προκριτότερος είπε:

- "Μπέη, περιμένομεν τόσας ημέρας βοήθειαν διά νά σωθώμεν από τόν κίνδυνον τούτον. Ιδού εματαιώθησαν οι ελπίδες μας. Τί έχομεν νά κάμωμεν διά νά μή χαθώμεν; Όλος ο στρατός είναι εις ανησυχίαν."

- "Η δύναμις τού μεγάλου ημών πατισάχ είναι μεγάλη, απεκρίθη ο Κεχαγιάμπεης, καί πρέπει νά έχομεν θάρρος. Ο δέ ένδοξος ημών αρχηγός, ο συνετότατος Κιουταχής, τού οποίου η ανδρεία είναι ακαταδάμαστος, θέλει καταφθάσει ο ίδιος μέ μεγάλας δυνάμεις, όχι μόνον ημάς ν' απαλλάξη από τόν κίνδυνον αλλά καί νά καταστρέψη ολίγον αριθμόν κλεπτών, οι οποίοι ετόλμησαν νά σηκώσωσι χείρα εις βασιλικά στρατεύματα."

Καθ' όσον οι λόγοι ούτοι εξηγούντο διά τού διερμηνέως, διότι οι πλειότεροι τών Αλβανών δέν εγνώριζον τουρκικά, κατά τοσούτον η δυσαρέσκεια καί η αγανάκτησις εζωγραφίζετο εις τά πρόσωπα τών αξιωματικών. Εις δέ εκ τών θρασυτέρων, Γκέκας τήν πατρίδα, έχων μεσαίαν ηλικίαν, αλλ' ανάστημα τόσον υψηλόν ώστε, άν καί μένων εις τά γόνατα, εφαίνετο ίσος μέ μετρίου αναστήματος άνδρα, εταράχθη πλειότερον τών άλλων, καί στρέψας οργίλον βλέμμα πρός τόν Κεχαγιάμπεη είπεν:

- "Δέν βλέπεις ότι κινδυνεύομεν νά πέσωμεν όλοι εις τάς χείρας τών Ρωμαίων, νά μάς φονεύσουν, ή, όπερ είναι τό χειρότερον, νά μάς πάρουν τά όπλα, νά μάς περιφέρουν από χωρίον εις χωρίον ως γυναίκας, καί νά μάς υβρίζουν ως καί τά μικρά παιδιά εις τάς οδούς;"

- "Τί λέγει;" ηρώτησεν ο Κεχαγιάμπεης τόν διερμηνέα μή γνωρίζων τά αρβανίτικα.

Ενώ δέ ο διερμηνεύς εξήγει ταύτα, ο Γκέκας εξηκολούθει νά λέγη επιτείνων κατ' ολίγον ολίγον περισσότερον καί τόν τόνον τής φωνής του αναλόγως μέ τήν αύξησιν τής αγανακτήσεώς του.

- "Περιμένομεν ημέρα τήν ημέρα τήν βοήθειαν, καί όσον προχωρεί ο καιρός, τόσον χειροτερεύει η κατάστασίς μας. Τροφαί δέν μάς έμειναν διόλου, τά ζώα μας εψόφησαν από τήν έλλειψιν τροφής καί από τό ψύχος ημείς καθήμεθα ημέραν καί νύκτα εκτεθειμένοι εις τήν βροχήν, καί οι πόδες μας μένουν βυθισμένοι μέχρι τού γόνατος εις τήν λάσπην, εκάψαμεν όλα τά σαμάρια καί δέν έχομεν πλέον μέ τί νά ανάψωμεν φωτίαν, καί άν ακόμη μείνωμεν καμίαν βραδιάν εδώ δέν θά έχωμεν τήν δύναμιν ούτε νά ταραχθώμεν από τόν τόπον μας, πολύ μάλλον νά πολεμήσωμεν μέ τόν εχθρόν, καί νά ελπίσωμεν νά σωθώμεν."

Τήν φωνήν τούτου, ήτις, ως εκ τού αυξάνοντος θυμού, εγίνετο εντονοτέρα, ήκουσαν οι περιιστάμενοι εις τήν σκηνήν, καί ούτοι τήν διέδωσαν ως αστραπήν έως εις τά άκρα τού στρατοπέδου, καί φωνή επιδοκιμασίας υψώθη πανταχού τήν οποίαν διεδέχθη ακολούθως υπόκωφος βοή καί ψιθυρισμός, προερχόμενος από τάς συνομιλίας τών στρατιωτών, οίτινες, σχηματίζοντες κύκλους, συνδιελέγοντο ζωηρώς περί τής ενεστώσης τών πραγμάτων καταστάσεως.

Μή έχων τί νά αντιτάξει εις ταύτα ο Κεχαγιάμπεης, απετάνθη πρός αυτούς μέ γλυκύτητα.

- "Παιδιά μου, είπε, βλέπω τόν κίνδυνον, όστις επαπειλεί όλους μας, καί έχω τήν επιθυμίαν καί τήν ευχαρίστησιν νά συντελέσω πρός σωτηρίαν τού στρατού, έστω καί μέ τήν ιδίαν μου ζωήν. Επειδή όμως δέν είναι ο Μουστάμπεης εδώ, ουδέ δυνάμεθα νά τόν προσκαλέσωμεν, ως ασθενή, ας συνέλθομεν όλοι εις τήν σκηνήν αυτού καί εκεί ας συγκροτήσομεν συμβούλιον, καί ότι αποφασισθεί είμαι έτοιμος νά τό παραδεχθώ καί εγώ."

- "Καλά λέγει καλά λέγει!" εφώναξαν τινές τών αφοσιωμένων ιδίως εις τόν Κεχαγιάμπεην, καί εκεί ας αποφασισθεί τό πράγμα.

Καί ούτως απεμακρύνθη τό πλήθος από τήν σκηνήν τού Κεχαγιάμπεη, καί διευθύνετο πρός τήν τού Μουστάμπεη, αλλ' εντός αυτής τά πράγματα ήσαν πολύ έτι χειρότερα. Ο Μουστάμπεης περιερχόμενος τήν προτεραίαν τούς εις τά άκρα τής στρατιάς μαχομένους διά νά τούς ενθαρρύνη εκτυπήθη από βόλιον ελληνικόν εις τό μέτωπον. Η πληγή κατ' αρχάς δέν εφάνη βαρεία, διότι ήτον από μακράν καί μόλις εμπήχθη εις τό κόκκαλον τού μετώπου, αλλά φαίνεται ότι τό ψύχος καί η έλλειψις τής αναγκαίας περιποιήσεως κατέστησαν αυτήν επικίνδυνον. Ο Μουστάμπεης λοιπόν συναισθανόμενος τήν δεινότητα τής πληγής του καί τήν αθλιότητα τού στρατού, καί προβλέπων τήν επικείμενην καταστροφήν, επροσκάλεσε πλησίον του τόν αδελφόν του Καρεμφίλμπεην. Τούτο δέ εγίνετο καθ' ήν ώραν ο περί τήν σκηνήν του Κεχαγιάμπεη θόρυβος είχε φθάσει εις τόν ανώτατον βαθμόν, ώστε κατήντησε καί εις τάς ακοάς τού Μουστάμπεη. Υποπτεύων δέ ούτος ό,τι πραγματικώς διέτρεχε, καί έχων στρατηγικήν ικανότητα ώστε νά εννοήσει ότι η διέξοδος από τοιαύτην πραγμάτων κατάστασιν ήτο σχεδόν αδύνατος, εσκέπτετο πώς νά μήν πέσει ζών εις τάς χείρας τώυ Ελλήνων. Ζητήσας νά τόν βάλωσι νά καθήση, καί ακουμβών τήν κεφαλήν εις τούς ώμούς τού αδελφού του, είπε:

- "Αδελφέ μου, η κατάστασίς μου είναι δεινή, αλλά καί η εδική σας δέν είναι πλειότερον ευχάριστος. Μόνον μέσον σωτηρίας μένει εις εσάς νά σωθήτε διά τής φυγής, καί κύριος οίδε πόσοι καί κατ' αυτόν τόν τρόπον θέλουν διαφύγει τόν θάνατον. Δι' εμέ όμως δέν υπάρχει ουδεμία ελπίς σωτηρίας τό νά σωθώ διά τής φυγής, ως υμείς, είναι απολύτως αδύνατον εις εμέ δέν πρέπει δέ ουδέ σείς νά κινδυνεύσετε εξ αιτίας μου. Εγώ θά αποθάνω, ότι δέ αφεύκτως θέλει γίνει αργότερον, κάμετέ τό σείς ταχύτερον. Μόνον τήν κεφαλήν μου απαιτώ καί από σέ, αδελφέ, καί από τούς πιστούς μου υπηρέτας νά μού διασώσετε. Δέν κατεδέχθην νά παραδοθώ ζών εις τόν Καραϊσκάκην, καί νά καυχάται ότι τόν επροσκύνησε τοιούτος αρχηγός, οποίος υπήρξα εγώ. Δέν θέλω δέ ούτε τήν κεφαλήν μου νά λάβη ποτέ εις χείρας, καί νά καυχηθή εις τούς παρόντας αξιωματικούς του ότι κατώρθωσε νά πάρη τήν κεφαλήν τού Μουστάμπεη, καί νά τήν δώση εις τούς χωρικούς του νά τήν εξυβρίσωσι κυλίοντες αυτήν εις τάς οδούς, καί λακτίζοντες αυτήν πρός εκδίκησιν των όσα έπαθαν από εμέ."

- "Μή βάλλεις τοιαύτας υποψίας", απήντησεν ο Καρεμφίλμπεης "εγώ θέλω σέ πάρει εις τόν ώμον μου, καί ή θέλω σέ διασώσει, ή θά χαθώμεν καί οι δύο ομού, αφού πληρώσουν ακριβά τό αίμα μας όσοι πρώτοι μας πλησιάσωσιν."

Ενώ εγίνοντο ταύτα εντός της σκηνής, συνήχθη μέγα πλήθος αξιωματικών καί στρατιωτών έξωθεν αυτής καί ανήγγειλαν εις τόν Καρεμφίλμπεην ότι ήρχετο ήδη καί ο Κεκαγιάμπεης. Αλλ' ο Καρεμφίλμπεης, γνωστοποιήσας εις τούς αξιωματικούς τήν επικίνδυνον καί απελπιστικήν θέσιν τού αδελφού του, τούς είπε νά σκεφθώσι μόνοι των περί τής σωτηρίας των, διότι αυτόν δέν πρέπει νά τόν θεωρώσι πλέον μεταξύ τών ζώντων. Τά αυτά ανήγγειλε καί εις τόν Κεκαγιάμπεην διά νά μήν λάβη τόν κόπον νά έλθει εις τήν σκηνήν του Μουστάμπεη.

’μα από στόματος εις στόμα διεδόθη η είδησις αύτη, δεινή απελπισία εκυρίευσεν όλον τό στρατόπεδον. Γενική σιωπή καί κατήφεια επεκράτησε κατά πρώτον, ακολούθως δέ έτρεχον από τό ένα εις τό άλλο μέρος οι στρατιώται ευρίσκοντες τούς φίλους των καί συσκεπτόμενοι περί τού τρόπου τής σωτηρίας των, χωρίς όμως νά λαμβάνωσι κανέν οριστικόν μέτρον. Ο δέ Κεχαγιάμπεης μαθών τήν απηλπισμένην κατάστασιν τού Μουστάμπεη έμεινεν ως απόπληκτος διά τινάς στιγμάς, έπειτα επανελθών εις τήν σκηνήν του έπεσε κατά γής, χωρίς νά δύναται ούτε νά συλλογισθεί ούτε νά πράξει τι πρός σωτηρίαν τού στρατού του.

Καθ' ήν στιγμήν εγίνοντο ταύτα, έπιπτε σιγαλή βροχή, η οποία πρό δύο ημερών ηκολούθει σχεδόν αδιάκοπος, αλλά τήν βροχήν ταύτην διεδέχθη xιών, κατ' αρχάς μέν ολίγη καί αραιά, ακολούθως δέ πυκνοτέρα καί εις μεγάλους όγκους, ως σκαμάγκια βαμβακίου, όταν στοιβάζεται. Εις ολίγας στιγμάς όλος ο τόπος ελευκάνθη από τήν χιόνα, καί εις μίαν ώραν, τό βάθος αυτής εγένετο πλειότερον μιάς πιθαμής, ώστε οι Έλληνες, εκτός ολιγοτάτων διατηρούντων τάς θέσεις των, οι λοιποί μετέβησαν εις τάς οικίας διά νά ζεσταθώσιν.

Αίφνης ακούεται φωνή, ότι έφυγον οι Τούρκοι καί αμέσως εξέρχονται από τάς οικίας πρός καταδίωξιν αυτών. Αλλά μόλις έκαμαν ολίγα βήματα, καί ιδόντες τούς εχθρούς διαμένοντας εις τάς ιδίας θέσεις των, επανήλθον πάλιν εις τάς οικίας. Τοιαύτη ήτον η κατάστασις τών πολιορκούντων όταν ο Γκέκας, περί ού προαναφέραμεν, απελπισθείς όλως τού νά επιτύχει άλλο μέσον σωτηρίας, συγκεντρώσας περί εαυτόν τούς ισχυροτέρους καί τολμηροτέρους τών φίλων του, όρμησε νά εξέλθη τών οχυρωμάτων. Επιπεσών δέ εις τούς φυλάττοντας τήν πρός Παρνασσόν οδόν, τούς ηνάγκασε νά ανοίξωσι δίοδον εις αυτόν.

Η ΚΑΤΑΣΤΡΟΦΗ

Τό κίνημα τών Γκέκηδων επηκολούθησαν οι πλησιέστεροι καί ισχυρότεροι τών Οθωμανών, καί διέβησαν φεύγοντες πρός τό όρος, έως πεντακόσιοι ή εξακόσιοι οι λοιποί επηκολούθουν καθ' ας δυνάμεις είχεν έκαστος εξερχόμενοι τού στρατοπέδου. Είχον ήδη εξέλθει οι πλειότεροι, όταν οι υπηρέται τού Κεχαγιάμπεη επαρακάλουν αυτόν νά αναχωρήση. Εκίνησε καί αυτός μηχανικώς, περιφρουρούμενος από τούς μεθ' εαυτού, αλλά τό πράγμα είχε λάβει άλλην μορφήν μεταξύ τών στρατιωτών τής πολιορκίας. Οι αποσυρθέντες καί αφήσαντες τήν δίοδον ανοικτήν εις τούς Τούρκους ανήγγειλαν αμέσως τήν φυγήν εις τόν Καραϊσκάκην, καί εζήτουν βοήθειαν διά νά καταδιώξωσι τούς εχθρούς. Ο Καραϊσκάκης εξήλθε τής οικίας του μόνος καί διέταξε πολλούς τών στρατιωτών νά φωνάζωσιν ότι οι Τούρκοι έφυγον, καί νά εξέλθωσιν οι Έλληνες εις καταδίωξιν. Αλλ' οι στρατιώται, απατηθέντες πρό ολίγου διά τής ψευδούς περί φυγής τών Τούρκων φήμης, καί βλέποντες νά πίπτει κατά συνέχειαν καί μέ ορμήν η χιών, ως καί πρότερον, ούτε επίστευον, ούτε προθυμίαν είχον νά δράμωσιν εις καταδίωξιν, ώστε ο Καραϊσκάκης ηναγκάσθη νά φωνάζη καί νά καλή κατ' όνομα τούς σημαντικότερους καί τούς μάλλον φιλοτίμους τών σωματαρχών. Γεώργιος Καραϊσκάκης Αλλά δυστυχώς, καί οι ολίγοι εξερχόμενοι πρός καταδίωξιν, μή βλέποντες πλέον τούς Τούρκους, διότι από τήν υπερβολήν τής καταπιπτούσης χιόνος δέν ηδύνατο νά βλέπωσιν ούδε πεντήκοντα βήματα μακράν εαυτών καί μή ακούοντες κρότον πυροβόλου διά νά εικάσωσιν εκ τούτου κατά πόσον απείχον οι μαχόμενοι, διευθύνοντο πρός τό τουρκικόν στρατόπεδον διά νά λαφυραγωγήσωσι τά εν αυτώ.

Όλα ταύτα έκαμαν τόν Καραϊσκάκην νά νομiζη ότι οι Τούρκοι διέφυγον αβλαβείς, ή ολίγην υποστάντες ζημίαν, καί ήτον εις μεγίστην αδημονίαν. Διά νά ενθαρρύνη δέ επί πλέον τήν καταδίωξιν, υποσχέθη χρηματικήν αμοιβήν, εάν ήθελον φέρει τούς αρχηγούς ζώντας, ή κάν τάς κεφαλάς των, υποσχεθείς αμοιβήν καί δι' εκάστην κεφαλήν Οθωμανού κομιζομένην πρός αυτόν. Αλλ' ο Καραϊσκάκης ευρίσκετο εις άγνοιαν τών γινομένων διότι οι πρώτοι συγκεντρωθέντες Έλληνες, αφού άφησαν καί διέβησαν οι πρώτοι τών Οθωμανών, τών οποίων δέν ηδύναντο ν' αποκρούσωσι τήν ορμήν, διακόψαντες έπειτα τήν σειράν τών φευγόντων, κατεδίωκον εκ τών έμπροσθέν των τούς έχοντας ακμαιοτέρας τάς δυνάμεις των, καί εφόνευον όσους επρόφθανον, προτιμώντες καί εκ τούτων τούς προοδεύοντας. Όσους δέ άφηνον όπισθέν των, ερχόμενοι άλλοι κατόπιν εφόνευον ή ηχμαλώτιζον.

Πολλοί δέ βλαμμένοι εις τούς πόδας, καί μή δυνάμενοι νά βαδίσωσιν, ή πληγωθέντες κάθ' οδόν έπιπτον κατά γής καί επροσποιούντο τόν αποθαμένον, διότι οι πρώτοι απαντώντες αυτούς λαμβάνοντες τά όπλα καί τά κεμέρια των τούς άφηναν πάλιν εξαπλωμένους, νομίζοντες αυτούς νεκρούς. Εκ τούτων πολλοί απωλέσθησαν πλακωθέντες από τήν χιόνα, πολλοί όμως εσυλλήφθησαν αιχμάλωτοι, διότι ερχόμενοι κατόπιν όλων οι ψυχουιοί εκάστης μάγκας, καί οι συνήθως ονομαζόμενοι χαντζαρούλαι, καί μή ευρίσκοντες άλλα λάφυρα επεχείρουν νά λάβουν καί τά ενδύματα τών φονευμένων, όσα ήσαν έτι εις κατάστασιν νά δώσωσιν ωφέλειάν τινα εις αυτούς. Αλλ' όταν ούτοι επεχείρουν νά εκδύσουν τούς νομιζομένους ως νεκρούς, ούτοι ηναγκάζοντο νά δείξωσι πλέον ότι ζώσι, καί νά επικαλεσθώσι τήν συμπάθειαν τών εκδυόντων αυτούς. Πολλοί διά νά σώσωσι τήν ζωήν των, επρότειναν ότι έχουν κρυμμένα χρήματα, καί υπεσχέθησαν νά τά δώσωσιν εις αυτούς, όταν τούς διατηρήσωσι τήν ζωήν. Αλλά τό μέτρον τούτο επέτυχεν εις τούς ηξεύροντας ελληνικά Τούρκους, ή εις τούς γνωρίζοντας τήν αλβανικήν Έλληνας, δυστυχώς όμως δέν ωφέλησε τούς μετά τού Κεχαγιάμπεη.

Ούτος, μή έχων ελπίδα νά σωθή διά τής φυγής, εξελθών μέ ολίγους τών υπηρετών του, όσοι δέν ηδύναντο νά φύγωσιν, εκάθησεν επί τινος πέτρας, λέγων τουρκιστί εις τούς επερχομένους Έλληνας νά τόν ζωγρήσωσι (αιχμαλωτίσουν), διότι είναι ο Κεχαγιάμπεης. Τά αυτά εφώναζαν καί περί αυτόν υπηρέται του, αλλ' οι επερχόμενοι κατ' αυτού Έλληνες δέν εγνώριζον τουρκικά. Συνέπεσε δέ νά επέλθωσι κατ' αυτόν τινές εκ τών εξελθόντων από τό Μεσολλόγιον κατά τήν πτώσιν αυτού. Επειδή δέ ούτοι, παθόντες πολλήν φθοράν από τούς κατέχοντας τότε τούς πρόποδας τού όρους Αλβανούς τού Μουστάμπεη, δέν εφρόντισαν ούτε διά τούς λόγους, ούτε διά τάς παρακλήσεις αυτών, ούτε κάν εστοχάσθησαν ότι ζωγρούντες ηδύναντο νά ωφεληθώσι περισσότερον διά τούτο επιπεσόντες κατ' αυτών τούς κατέκοψαν.

Αφού προέβη τό σκότος ικανώς, τότε μόλις άφησαν οι Έλληνες τήν δίωξιν καί επανήλθον εις τό χωρίον. Αλλ' όλαι τών επανερχομένων αι πληροφορίαι δέν ήσαν ικαναί νά πείσωσι τόν Καραϊσκάκην περί τού μεγέθους τής φθοράς τών εχθρών. Μολονότι δέ άνθρωποι γνωρίζοντες καλώς τόν Κεχαγιάμπεην, εβεβαίωσαν τόν Καραϊσκάκην, ότι η κομισθείσα αυτώ κεφαλή ήτο πραγματικώς εκείνου, μολονότι εκομίσθη καί η κεφαλή τού Μουστάμπεη, τήν οποίαν φέροντες μεθ' εαυτών οι περί τόν Καρεμφίλμπεην φεύγοντες, έρριψαν παρά τήν οδόν καταδιωκόμενοι καί φοβούμενοι μή καταστραφώσι καί αυτοί, μόλα ταύτα ήτον εις αγωνίαν δι' όλης τής νυκτός, ότι δέν έπαθαν οι εχθροί όσα ήτο δυνατόν νά πάθωσιν. Αλλά τήν επιούσαν, πρίν έτι ανατείλει ο ήλιος, τό μεγαλύτερον μέρος τού στρατού διευθύνθει πρός τό μέρος, όθεν διευθύνθησαν φεύγοντες οι εχθροί, διά νά εύρη λάφυρα καί νά φέρη κεφαλάς, διότι, ως προείπομεν, ο Καραϊσκάκης είχεν υποσχεθεί αμοιβήν δι' εκάστην κεφαλήν. Έκαστος δέ τούτων λαμβάνων όσα εύρισκε λάφυρα καί μίαν κεφαλήν επανήρχετο, ώστε βλέπων ήδη τό πλήθος τών κεφαλών ο Καραϊσκάκης μόλις εβεβαιώθη περί τού μεγάλου τών Τούρκων ολέθρου, αλλά καί ούτως δέν εγνωρίσθη ακριβώς τό κακόν διότι πολλοί τών Τούρκων αποπλανηθέντες τήν νύκτα, ως μή ευρίσκοντες διέξοδον, εξαπλούντο επί τής χιόνος διά νά ξενυκτήσωσι καί εσκεπάζοντο από ετέραν, ήτι εξηκολούθει πίπτουσα δι' όλης τής νυκτός, ώστε πολλά πτώματα ανεκαλύφθησαν τήν επομένην άνοιξιν, καί πολλοί τών χωρικών έλαβαν σημαντικάς ωφελείας από τά όπλα καί τά χρήματα αυτών.»




Μάχη στό Τουρκοχώρι Ελάτειας (7 Δεκεμβρίου 1826)



Μετά τήν καταστροφή τών Τούρκων στήν Αράχωβα, ο Καραϊσκάκης έστειλε τούς Σουλιώτες μέ αρχηγούς τούς Γεώργιο Δράκο καί Λάμπρο Βέϊκο νά πολιορκήσουν τά Σάλωνα, τούς Ρουμελιώτες μέ αρχηγούς τούς Γεώργιο Δυοβουνιώτη, Γιάννη Ρούκη καί Χριστόφορο Περραιβό νά καταλάβουν τή Βελίτσα (’νω Τιθωραία) καί τόν Γιάννη Μπαϊρακτάρη νά οχυρώσει τό Δίστομο.

Η Βελίτσα ήταν ένα άριστα οχυρωμένο χωριό καί συχνά χρησίμευε ως καταφύγιο γιά τά κατατρεγμένα γυναικόπαιδα. Οι Έλληνες κατέλαβαν εύκολα τή Βελίτσα καί στίς 29 Νοεμβρίου 1826 έφθασε καί ο αρχιστράτηγος, ο οποίος συσκέφθηκε μέ τούς άλλους αρχηγούς γιά νά οργανώσουν τίς μελλοντικές στρατιωτικές επιχειρήσεις καί κυρίως γιά νά διακόψουν τίς επικοινωνίες τού Κιουταχή μέ τή Λαμία.

Στίς 4 Δεκεμβρίου 1826, ένας χωρικός από τή Δαμάστα έδωσε τήν πληροφορία στόν Καραϊσκάκη ότι πεντακόσιοι Τούρκοι ιππείς μέ επικεφαλής τόν Οσμάν μπέη Κόρτζα είχαν ξεκινήσει από τό Ζητούνι μέ 2000 φορτηγά ζώα φορτωμένα μέ προμήθειες γιά τόν στρατό τού Κιουταχή. Η διαδρομή πού θά ακολουθούσε ο εχθρός περνούσε από τή Μπουντουνίτσα (Μενδενίτσα), τή Φοντάνα (στενό ορεινό πέρασ΅α τού Καλλίδρο΅ου, ανά΅εσα στά χωριά Ρεγκίνι καί Μόδι) καί τό Τουρκοχώρι Ελάτειας.

Τά χαράματα τής 7ης Δεκεμβρίου 1826, οι Έλληνες έπιασαν τίς δασωμένες πλαγιές τού βουνού έξω από τό ερειπωμένο Τουρκοχώρι καί ο Χατζημιχάλης μέ τό ιππικό του κρύφτηκε στό χωριό Μόδι. Η χωσιά (ενέδρα) ήταν άρτια οργανωμένη καί οι Τούρκοι θά πάθαιναν τήν ίδια καταστροφή πού είχαν πάθει στά γειτονικά Βασιλικά τό 1821, εάν κάποιοι απρόσεκτοι Έλληνες στρατιώτες δέν πρόδιδαν τήν θέση τους στούς προπορευόμενους Τούρκους ιππείς. Οι Έλληνες επιτέθηκαν αλλά δέν σκότωσαν παραπάνω από 100 Τούρκους δεδομένου ότι ο εχθρός πρόλαβε νά οργανώσει τήν άμυνά του. Ολόκληρο όμως τό φορτίο πού συνόδευαν οι Τούρκοι ιππείς πέρασε στά χέρια τών Ελλήνων, οι οποίοι μέσα στή λαχτάρα τους νά τό λαφυραγωγήσουν, άφησαν ακάλυπτο τόν αρχηγό τους πού κινδύνεψε σοβαρά νά συλληφθεί από τούς εχθρούς. Οι Σουλιώτες τού Γιαννούση Πανομάρα καί τού Νάσου Κουτσονίκα άκουσαν τίς φωνές τού Καραϊσκάκη καί κατάφεραν νά τόν απεγκλωβίσουν από τόν εχθρικό κλοιό. Ένας από τούς αρχηγούς τής συνοδείας, ο γιός τού Πασόμπεη Μεχμέτ πασάς, σκοτώθηκε από τόν ίδιο τόν Καραϊσκάκη.

«Μετά τήν λαμπροτάτην ταύτην κατά τού Μουστάμπεη νίκην, ο Καραϊσκάκης εθεώρησεν αναγκαιότατον νά πολιορκήση τούς εν Σαλώνοις Οθωμανούς, κατά τών οποίων έστειλε τόν Λάμπρον Βέϊκον καί Γεώργιον Δράκον, Σουλιώτας, αυτός δέ τήν 29ην τού 9βρίου εκίνησε διά τήν Βελίτσα (Τιθωραία), αφού πρώτον εξαπέστειλε μίαν εμπροσθοφυλακήν διά νά τήν προκαταλάβουν, φθάσας δέ εις αυτήν έμαθεν ότι εκ Ζητουνίου (Λαμίας) είχον αναχωρήσει πεντακόσιοι εχθροί υπό τόν Μεχμέτ πασσά υιόν τού Πασιόμπεϊ, καί τόν Χασάνμπεϊ Κόρτζα, οίτινες συνώδευον δύω χιλιάδας ζώα, κομίζοντα εις τό στρατόπεδον τροφάς καί άλλα αναγκαία καί ότι ταύτα μετά τής φρουράς των τήν επιούσαν (επομένην) μετέβαιναν διά τής Φοντάνας εις τό Τουρκοχώρι. Κατεσπευσμένως λοιπόν κατέλαβε τό Τουρκοχώριον τήν 7ην 10βρίου, οι δέ εχθροί εισήλθον ανύποπτοι.

Οι Έλληνες έχοντες επί κεφαλής τόν Καραϊσκάκην επέπεσαν κατ' αυτών ως κεραυνοί καί τούς διεσκόρπισαν καί κατεδίωξαν μέχρι τής Μενδενίτσας φονεύσαντες μέχρι τούς 30, επήραν δέ καί χίλια ζώα μέ φορτώματα των εκ διαφόρων πραγμάτων, ακολούθως επροχώρησε μέχρι τών χωρίων τής Υπάτης, αλλ' ελθούσης εις αυτόν ειδήσεως, ότι ο Καρύστιος Ομέρ πασσάς ητοιμάζετο νά εκστρατεύση κατά τών επαρχιών τής Στερεάς επανήλθεν εις Ράχωβαν, ακολούθως εξεστράτευσεν εις Λιδωρίκι καί εκείθεν εξαπέστειλε τόν Ξύδην, τόν Καλύβαν, καί έπειτα τόν Μακρήν εις Κράβαρα, οίτινες απέκλεισαν τούς εκεί ευρισκομένους Τούρκους εντός τών Λομποτινών (’νω Χώρα Ναυπακτίας), καί τούς οποίους συνέλαβαν καί τούς απέστειλαν εις τήν κυβέρνησιν ζώντας.

Φθάσας δέ μέ τούς υπ' αυτόν ο Καραϊσκάκης εις τό Λιδωρίκι έμαθεν ότι χίλιοι πεντακόσιοι εχθροί υπό τόν Βελήν Αγά Γρεβενίτην διερχόμενοι διά τής Δυτικής Ελλάδος έφθασαν εις τήν Ναύπακτον καί εντεύθεν μετέβαινον διά τό στρατόπεδον τού Κιουταχή εις Αθήνας. Εξήλθεν απέναντι αυτών, ούς καί απήντησεν εις τό χωρίον Ομέρ Εφέντη (Καστράκι) έξωθεν τής Ναυπάκτου, επιτεθείς δέ κατ' αυτών τούς διεσκόρπισε καί τούς επέταξε πέραν τού Μόρνου καί τοιούτος τρόμος τούς κατέλαβεν ώστε δέκαν μόνο ιππείς τού Χατζημιχάλη τούς κατεδίωξαν μέχρι τών πυλών τής Ναυπάκτου.

Αι φήμαι τών νικών τών υπό τόν Καραϊσκάκην Ελλήνων διαδοθείσαι καθ' όλην τήν Ελλάδα ενέπλησαν χαρά καί θάρρος άπαντας, τόν δέ αρχηγόν τού οθωμανικού στρατού τών Αθηνών Κιουταχήν κατεθορύβησε καί απήλπισεν, ώστε δέν ήξευρεν τί περί τούτου ν' αποφασίση. Εσκέπτετο δέ νά εξέλθη καί μόνος του διά νά τούς πολεμήση καί ν' αναχαιτίση τήν πρόοδόν των, αλλ' εφοβείτο τήν διάλυσιν τής πολιορκίας τής ακροπόλεως. Επί τέλους δέ απεφάσισε νά εξαποστείλη αντ' αυτού τόν Καρύστιον Ομέρ πασσάν μετά τού αδελφού τού Μουστάμπεϊ Καροφίλμπεϊ επί κεφαλής δύω χιλιάδων πεζών καί πεντακοσίων ιππέων, τούς οποίους εξεκίνησεν καί τήν 17ην Ιανουαρίου τού έτους 1827 τό πρωΐ ενεφανίσθησαν έξωθεν τού χωρίου Διστόμου, τό οποίον κατείχετο από τριακοσίους Σουλιώτας υπό τόν Νότη Μπότσαρη, Γεώργιο Καραΐσκο, Κουτσονίκα, Χρήστο Κουτσονίκα, Ιωάννη Μπαϊρακτάρη, Νικόλαον Κάσκαρην καί Ιωάννην Μπιλπίλην Ευβοέα.»


Γενική Ιστορία τής Ελληνικής Επαναστάσεως υπό Λάμπρου Κουτσονίκα




Der griechische unabhangigkeitskrieg


Ύστερα καί από αυτή τή νίκη του, ο Σταυραετός τής Ρούμελης, επέστρεψε στήν Αράχωβα, αφού όμως ταλαιπωρήθηκε αφάνταστα από τή δυνατή βροχή καί τή λάσπη, η οποία τού προκάλεσε τόν θάνατο τεσσάρων ανδρών στά χωριά Σουβάλα (Πολύδροσο) καί Αγόριανη. Στή συνέχεια ο Έλληνας αρχιστράτηγος πήγε στά Κράβαρα γιά νά αντιμετωπίσει τά εχθρικά αποσπάσματα πού είχαν εξορμήσει από τό Μεσολόγγι καί είχαν καί τή συνεργασία τού προσκυνημένου οπλαρχηγού Ανδρέα Σαφάκα. Στά Λαμποτινά Ναυπακτίας (’νω Χώρα) οι Δημήτριος Μακρής, Ξυδής καί Καλύβας αιχμαλώτισαν ένα τουρκικό απόσπασμα πού ήταν στήν περιοχή καί λεηλατούσε τά χωριά. Εκεί ο Καραϊσκάκης ειδοποιήθηκε γιά τήν εισβολή τού Ομέρ πασά τής Ευβοίας στήν Ανατολική Στερεά καί έτσι αναγκάστηκε νά επιστρέψει στή Βελίτσα.



Μάχη στό Δίστομο (17 Ιανουαρίου 1827)



Ο Κιουταχής ανήσυχος μέ τίς εξελίξεις στή Στερεά Ελλάδα, έδωσε εντολή στόν ικανότατο Ομέρ πασά νά εκστρατεύσει μέ ισχυρό στράτευμα καί νά εξουδετερώσει τόν Καραϊσκάκη. Πράγματι ο πασάς τής Εύβοιας μέ τρείς χιλιάδες ασκέρι, κινήθηκε πολύ γρήγορα καί στίς 17 Ιανουαρίου 1827, πρίν ακόμα φέξει, βρέθηκε έξω από τό Δίστομο. Στό χωριό είχαν οχυρωθεί μόλις τετρακόσια παλληκάρια, μέ αρχηγούς τούς Κώστα Μπότσαρη, Γιάννη Μπαϊρακτάρη, Νικόλαο Μπότσαρη, Βασίλη Μπούσγο, Μήτρο Τριανταφύλλου, Κουτσονίκα, Πάσχο Κοσμά, Κάσκαρη καί Γιάννη Μπιρμπίλη. Οι Έλληνες μόλις συνειδητοποίησαν τό μέγα πλήθος τών εχθρών κλείστηκαν στά δυνατότερα σπίτια τού χωριού καί αμέσως έστειλαν αγγελιοφόρους στά Σάλωνα ζητώντας επειγόντως βοήθεια.

Ο Ομέρ πασάς εξαπέλυσε σφοδρή επίθεση μέ όλες τίς δυνάμεις τού στρατού του γιά νά καταλάβει πάσει θυσία τό Δίστομο. Οι αμυνόμενοι πολέμησαν μέ αυτοθυσία, αλλά οι Τούρκοι κατέλαβαν τά πρώτα σπίτια τού χωριού, καθώς καί τό λόφο τού Προφήτη Ηλία, στά νώτα τών Ελλήνων, αποκλείοντας κάθε διέξοδο διαφυγής. Οι Σουλιώτες καί οι Ρουμελιώτες αγωνιστές, ήταν αποφασισμένοι νά διενεργήσουν έξοδο μέ τά σπαθιά στά χέρια γιά νά μήν πέσουν ζωντανοί στά χέρια τού εχθρού, αλλά τήν τελευταία ώρα κατέφθασε ο Γεώργιος Δράκος μέ διακόσιους άνδρες καί ανακατέλαβε τόν λόφο τού Προφήτη Ηλία από τούς Τούρκους, δίνοντας νέες ελπίδες στούς αποκλεισμένους Έλληνες. Στή μάχη εκείνης τής ημέρας σκοτώθηκαν 80 Τούρκοι καί δύο Σουλιώτες.

Ο Γεώργιος Καραϊσκάκης κατέφθασε από τή Βελίτσα (’νω Τιθωρέα) στίς 20 Ιανουαρίου μέ τετρακόσιους άνδρες. Τό απόγευμα παρατηρώντας μέ τό κιάλι του τό Δίστομο, διαπίστωσε ότι ήταν περικυκλωμένο από τούς εχθρούς. Στή σύσκεψη πού ακολούθησε οι υπαρχηγοί τού πρότειναν νά ακολουθήσουν πλάγια μονοπάτια καί νά εισέλθουν στό Δίστομο από τήν απέναντι πλευρά. Ο αρχιστράτηγος όμως αντιπρότεινε νά περάσουν τό ίδιο βράδυ μέσα από τό εχθρικό στρατόπεδο καί νά μπούν έτσι στό Δίστομο, προκαλώντας πανικό στούς Τουρκαλβανούς τού Ομέρ τής Καρύστου. Αμέσως έστειλε μαντατοφόρο στούς πολιορκημένους Έλληνες τού Διστόμου νά είναι σέ κατάσταση επιφυλακής καί σέ περίπτωση πού θά ακούσουν πυροβολισμούς νά πραγματοποιήσουν έξοδο καί νά αιφνιδιάσουν καί αυτοί μέ τή σειρά τους τούς μουσουλμάνους.

Οι Έλληνες ξεκίνησαν τό ίδιο βράδυ μέ επικεφαλής τόν Καραϊσκάκη καί διέσχισαν τό εχθρικό στρατόπεδο, σκοτώνοντας αθόρυβα όποιον Τούρκο συναντούσαν. Ο αρχηγός οδηγούσε τούς άνδρες του αλλά όταν αυτοί έφθασαν στό μέσον τού στρατοπέδου, οι Τούρκοι σήμαναν συναγερμό καί άρχισαν νά πυροβολούν στά τυφλά. Οι Έλληνες τότε άρχισαν νά τρέχουν πυροβολώντας μέ τή σειρά τους δεξιά καί αριστερά. Δυστυχώς όμως, ο μαντατοφόρος πού είχε στείλει ο Καραϊσκάκης δέν είχε φθάσει ποτέ στό Δίστομο καί έτσι οι άνδρες τού Δράκου καί τού Μπότσαρη δέν επιτέθηκαν στό εχθρικό στρατόπεδο, τό οποίο δέν υπέστη σημαντική ζημιά.


Μονή Προυσού Καρπενήσι


Παρόλη τήν ασυνεννοησία τών Ελλήνων, τό όφελος πού αποκόμισαν ήταν μεγάλο αφού ενισχύθηκε σημαντικά η ψυχολογία τους, αντίθετα μέ τόν Ομέρ πασά πού θεώρησε μεγάλη προσβολή τήν νυκτερινή εισβολή στό στρατόπεδό του από μερικούς απίστους καί γιά παραδειγματισμό, αποκεφάλισε όλους τούς σκοπούς εκείνης τής βάρδιας. Τίς επόμενες ημέρες οι Τούρκοι δέν τόλμησαν νά επιτεθούν παρά τήν αριθμητική τους υπεροχή καί αδράνησαν περιμένοντας ενισχύσεις.

Στίς 31 Ιανουαρίου 1827, οι Έλληνες πού κατείχαν τό Στείρι, ανατολικά από τό Δίστομο, βγήκαν νά αρπάξουν τά άλογα τών Τούρκων πού τά είχαν βγάλει γιά βοσκή καί ξεκίνησε μία αψιμαχία η οποία όμως μετατράπηκε σέ σκληρή μάχη. Οι Έλληνες είδαν έκπληκτοι νά καταφθάνουν από μακρυά δύο τάγματα τού οθωμανικού τακτικού στρατού, μέ ευρωπαϊκού τύπου στολές καί μέ λογχοφόρα όπλα, τά οποία πραγματοποίησαν αμέσως επίθεση μέ άψογη παράταξη. Οι Ρουμελιώτες τρόμαξαν από τό νεοφερμένους καί υποχώρησαν μέ αταξία, μέ αποτέλεσμα οι εχθροί νά τούς καταδιώξουν μέχρι τό Δίστομο. Ο πανικός ανάγκασε τόν Καραϊσκάκη νά τρέξει μέ μερικούς αγωνιστές νά βοηθήσει τούς υποχωρούντες Έλληνες καί τότε ήταν πού κινδύνεψε ο αρχηγός νά συλληφθεί ζωντανός από τούς Τούρκους, αλλά στήν δύσκολη εκείνη ώρα έτρεξε ο Σουλιώτης Διαμαντής Ζέρβας καί τόν έσωσε.

Στίς 3 Φεβρουαρίου 1827, τά ίδια τάγματα τού τουρκικού τακτικού στρατού επιχείρησαν επίθεση κατά τού Διστόμου, χωρίς νά ζητήσουν τή βοήθεια τών ατάκτων Αλβανών στούς οποίους έδειχναν ανοικτά τήν περιφρόνησή τους. Ο Καραϊσκάκης ειδοποιήθηκε από έναν άτακτο Αλβανό γιά τήν επικείμενη επίθεση καί οργάνωσε κατάλληλα τήν άμυνά του. Πιό συγκεκριμένα έδωσε εντολή νά μήν πυροβολούν όλοι οι Έλληνες, παρά οι μισοί καί οι υπόλοιποι μισοί νά τούς γεμίζουν τά όπλα, ούτως ώστε τό πύρ νά είναι ακατάπαυστο. Αυτή η τεχνική απέδωσε καρπούς καί οι Τούρκοι τακτικοί εγκατέλειψαν τήν προσπάθεια κατάληψης τού χωριού, αφήνοντας 100 νεκρούς στό πεδίο τής μάχης εν μέσω αποδοκιμασιών από τούς ατάκτους Αλβανούς στρατιώτες. Δύο ημέρες αργότερα, ο Γεώργιος Καραϊσκάκης διέταξε ξαφνική επίθεση. Οι Έλληνες επιτέθηκαν κατά τού τουρκικού στρατοπέδου καί έφθασαν μέχρι τίς σκηνές τους σκορπώντας τόν πανικό καί τό θάνατο. Ήταν τέτοιο τό κτύπημα, ώστε οι Τούρκοι αναγκάστηκαν νά υποχωρήσουν στούς γειτονικούς λόφους καί νά διανυκτερεύσουν πολύ μακρυά από τίς αρχικές τους θέσεις.



«Όταν ο Καραϊσκάκης έφθασεν εις Βελίτζαν, εβεβαιώθη θετικώς ότι οι εχθροί επήγαν εις Δίστομον, όντες έως τέσσαρες χιλιάδες τόν αριθμόν καί έχοντες επί κεφαλής τόν Ομέρ πασάν. Ο Καραϊσκάκης υποπτεύων μήπως συμβή τι απευκταίον εις τούς εις Δίστομον, όντας ολίγους ως πρός τοιαύτην εχθρικήν δύναμιν, απεφάσισε νά υπάγη εις βοήθειάν των αμέσως. Εσχεδίασεν όμως νά πράξη καί καθ' οδόν κανέν αξιόλογον έργον. Απέστειλε λοιπόν πεζοδρόμον διά νά ειδοποιήση, τούς εις Δίστομον Έλληνας ότι έμελλεν εκείνην τήν νύκτα νά υπάγη εις βοήθειάν των καί ότι έμελλε νά επιπέση εις τό εχθρικόν στρατόπεδον. Παρεκινούσε δέ καί αυτούς νά μένωσιν άγρυπνοι καί νά ήναι έτοιμοι ώστε, άμα ακούσωσι τήν συμπλοκήν, νά εξέλθωσιν από τάς οικίας κατά τών εχθρών.

Περί τήν δεκάτην ώραν τής ημέρας εκίνησεν από Βελίτζαν μέ τετρακοσίους στρατιώτας καί αξιωματικούς. Ήσαν δέ όλοι πεζοί κατά παραγγελίαν τού αρχηγού, καί τούτο διά νά μην εννοηθώσιν από τούς εις Δαύλειαν στρατοπεδεύοντας εχθρούς, όθεν αναγκαίως έπρεπε νά διαβώσι. Δέν ηθέλησεν ουδέ ο ίδιος νά λάβη ίππον, μ' όλον ότι όλοι τόν παρεκίνησαν επιμόνως. Διά τό βαθύ τής νυκτός σκότος, διά τήν ανωμαλίαν τών δρόμων καί διά τάς πολλάς περιστροφάς, μόλις δύο ώρας πρίν εξημερώση επλησίασαν εις τό εχθρικόν στρατόπεδον, χωρίς νά εννοηθώσι διόλου από τούς φύλακας, καί εμβαίνουν εις αυτό φωνάζοντες καί τουφεκίζοντες. Αλλ' επειδή δέν είδον νά γένη ταυτοχρόνως κανέν κίνημα καί από τούς εις Δίστομον κατά τήν παραγγελίαν τού Καραϊσκάκη, δέν επέμειναν εις μάχην, αλλά διαβάντες διά μέσου τών σκηνών τού εχθρού τουφεκίζοντες, έφθασαν εις Δίστομον. Οι εχθροί δέν ετόλμησαν νά εξέλθωσι κατ' αυτών, περιωρίσθησαν δέ μόνον εις τό νά φωνάζωσι καί νά τουφεκίζωσι από τάς σκηνάς των. Από τούς Έλληνας εφονεύθησαν μόνον δύο καί αιχμαλωτίσθη είς, τών δέ εχθρών η ζημία κυρίως μέν δέν έγεινε γνωστή, πιθανολογείται όμως νά ήτον όχι μικρά.

Οι εις Δίστομον δέν εκινήθησαν κατά τού εχθρικού στρατοπέδου, διότι ο πεζοδρόμος δέν υπήγεν εν καιρώ νά τούς γνωστοποιήση τήν παραγγελίαν τού Καραϊσκάκη. Ελυπήθησαν μεγάλως διότι δέν ηδυνήθησαν νά συμπράξωσιν εις έν σχέδιον, τό οποίον έμελλεν ίσως νά επιφέρη τόν όλεθρον τού εχθρού. Ο Ομέρ πασσάς, αρχηγός τών Τούρκων εις τήν εκστρατείαν ταύτην, τόσον εξεπλάγη διά τήν αιφνίδιον παρουσίαν τού Καραϊσκάκη καί διά τό τόσον τολμηρόν τούτο επιχείρημα, ώστε τήν επομένην ημέραν τούς μέν στρατιώτας, τούς όντας εις νυκτερινήν φυλακήν, απεκεφάλισε διότι δέν εννόησαν τήν διάβασιν τών Ελλήνων, εις δέ τάς θέσεις του ωχυρώθη καλλίτερον καί συγχρόνως έστειλε καί διά νέαν βοήθειαν, ως από αυτομόλους εγένετο φανερόν.

Ενταύθα ας οπισθοδρομήσωμεν ολίγον διά νά αναφέρωμεν τι έπραξεν ο Ομέρ πασσάς, άμα έφθασεν εις Δίστομον, καί πώς τόν αντέκρουσαν οι φυλάττοντες ταύτην τήν θέσιν Έλληνες. Ο Ομέρ πασσάς διωρίσθη νά υπάγη νά λύση τήν πολιορκίαν Σαλώνων, αλλ' επειδή δέν ετόλμα νά εισβάλη εις ταύτην τήν επαρχίαν, αφίνων τρόπον τινά εις τά οπίσθιά του τούς εις Δίστομον Έλληνας, απεφάσισε νά κινηθή πρώτον κατ' αυτών διά νά τούς καταστρέψη καί νά κάμη ασφαλή τήν διάβασιν του. Ετοιμάσας λοιπόν τάς δυνάμεις του μετέβη τήν 16ην Ιανουαρίου 1827 εις Δίστομον, πλησίον τού οποίου καί εστρατοπέδευσε. Θέλων δέ νά δοκιμάση τάς δυνάμεις τών Ελλήνων καί νά οδηγηθή επομένως εις τήν οποίαν εμελέτα νά κάμη επίθεσιν, έπεμψεν έν σώμα πεζών καί ιππέων διά νά ακροβολισθή μέ αυτούς. Ιδών δέ ότι αι δυνάμεις ήσαν ολιγώταται, απεφάσισε νά κάμη τήν επομένην ημέραν γενικήν εις τό χωρίον έφοδον.

’μα ανέτειλεν ο ήλιος, ήρχισεν ο κανονοβολισμός. Έν μέγα κανόνιον, τοποθετημένον ολίγον μακρύτερον βολής τουφεκίου από τό χωρίον, διευθύνετο ως επί τό πλείστον εις τόν κατά πρόσωπον τού χωρίου τότε νεωστί κατασκευασθέντα πύργον. Αφ' ού έγεινεν ικανή βλάβη τόσον εις αυτόν, καθώς καί εις άλλας τινάς οικίας, εδόθη τό σημείον τής εφόδου. Όλοι οι εχθροί αλαλάζοντες καί τουφεκίζοντες επιπίπτουν εις τό χωρίον από τρία διάφορα μέρη, από μέν τά δεξιά οι Αλβανοί, έχοντες επί κεφαλής τόν Καρεμφίλμπεην, αδελφόν του εις Αράχωβαν φονευθέντος Μουσταφάμπεη, από δέ τά αριστερά οι Γκέκηδες υπό τόν Οσμάν πασάν, κατά πρόσωπον δέ αυτός ο Ομέρ πασάς μέ τούς Χαλντούπηδες. Όλοι εισήλθον ταυτοχρόνως εις τό χωρίον καί εκυρίευσαν τάς πλειοτέρας οικίας, τάς οποίας δέν εδύναντο νά κατέχωσιν οι Έλληνες, ως όντες ολίγοι. Εφώρμησαν έπειτα καί εις εκείνας, εις τάς οποίας ήσαν κλεισμένοι οι Έλληνες, ώστε κατήντησαν εις μερικάς ν' αποσπώσι τά ξύλα τής στέγης καί νά κρημνίζωσι τάς κεραμίδας.

Από τούς φυλάττοντας τήν επί τού λόφου εκκλησίαν Έλληνας κατέβησαν μερικοί πρός βοήθειαν τών πολεμούντων εις τάς οικίας. Συνέβη ταυτοχρόνως νά φονευθή καί είς σημαντικός Τούρκος από τούς κατά πρόσωπον προσβάλλοντας, ώστε είτε διά τό έν, είτε διά τό άλλο συμβεβηκός δειλιάσαντες οι εχθροί ετράπησαν εις φυγήν, καί οι Έλληνες εξελθόντες από τάς οικίας τούς κατεδίωξαν ολίγα βήματα πρός τό στρατόπεδόν των. Δέν επρόλαβον όμως νά φύγωσι συγχρόνως καί οι από τά δεξιά προσβαλόντες καί διά τούτο, ως μείναντες ύστεροι, εζημιώθησαν περισσότερον από τούς λοιπούς. Περί τό εσπέρας έφθασεν από Σάλωνα καί ο Γεώργιος Δράκος, ο οποίος ορμήσας αμέσως κατά τών υπό τόν Καρεμφίλμπεην Αλβανών, τοποθετημένων επί τού πρός τά δεξιά τού Διστόμου λόφου, τούς ηνάγκασε νά φύγωσι καί νά τοποθετηθώσι πλησίον τού στρατοπέδου των. Εις ταύτην τήν μάχην οι φονευμένοι τών εχθρών ήσαν πολλοί, αλλά τούς μέν πεσόντας εις τήν έφοδον τούς έλαβον οι εχθροί καί τούς μετεκόμισαν εις τό στρατόπεδόν των, όσοι δέ πεσόντες περί τό χωρίον εγυμνώθησαν από τούς Έλληνας ήσαν υπέρ τούς 80. Από δέ τούς Έλληνας εφονεύθησαν δύω καί επληγώθησαν οκτώ, μεταξύ τών οποίων καί ο Νικόλαος Μπότσαρης.

Αναπαυθείς ολίγον ο Καραϊσκάκης, άμα εφάνη η ημέρα, περιήλθε τό ελληνικόν στρατόπεδον καί επαρατήρησε τάς παρά τών εχθρών κατεχομένας θέσεις. Ιδών δέ ότι επί τής κορυφής τινος λοφιδίου πρό τού χωρίου επροσπαθούσαν οι εχθροί νά κατασκευάσωσι προμαχώνα, τό οποίον ήθελεν αποβή φθοροποιόν εις τούς Έλληνας, απεφάσισε νά τούς αντικρούση εις τόν σκοπόν των καί νά ματαιώση τό σχέδιόν των. Όθεν διώρισε νά γεμισθώσι μέ χώμα μερικά δέρματα καί καλάθια καί αφ' ού ετοιμάσθησαν, παρακινήσας τούς στρατιώτας, επεχείρησε διά νυκτός ν' αναβή εις τήν κορυφήν τού λοφιδίου, τήν οποίαν δέν είχον κυριεύσει ακόμη οι εχθροί, ως κτυπώμενοι από τάς οικίας καί από τούς εν τή εκκλησία Έλληνας. Προτάξας λοιπόν τά δέρματα ταύτα, ανήγειρε λιθόκτιστον πρόχειρον οχύρωμα μόλις τεσσαράκοντα βήματα απέχον τού εχθρού καί τούτο ασφάλισε τό χωρίον από ένα όχι μικρόν κίνδυνον.

Ο δέ Ομέρ πασσάς πληροφορηθείς διά τής πείρας ότι δέν ήτον πλέον δυνατόν νά κυριεύση εξ εφόδου τό χωρίον, διέθεσε τό στρατόπεδόν του διά πολιορκίαν. Αφ' ετέρου πάλιν μέρους ο Καραϊσκάκης βλέπων ότι δι' εφόδου ή συμπλοκής κατά πρόσωπον δέν ήτον δυνατόν νά καταστρέψη τούς εχθρούς, εστοχάσθη νά τούς αποκλείση πιάνων τάς δύω οδούς από τάς οποίας εφέροντο αι τροφαί εις τούς εχθρούς. Διώρισε λοιπόν επί τούτω τώ σκοπώ νά έλθωσιν εις Δίστομον τά εις Σάλωνα, καί Λιδωρίκι ευρισκόμενα στρατεύματα, αφ' ού μείνωσιν εις έκαστον μέρος ολίγοι μόνον πρός υπεράσπισιν τών κατοίκων. Ετοποθέτησε δέ εις μέν τήν Αράχωβαν τόν Γεώργιον Δυοβουνιώτην καί Κ. Πανουργιάν, εις δέ τό Στείρι τόν Γιαννούσην καί τό ιππικόν, καί τούς διώρισε νά προσμείνωσιν έως ου νά συνέλθη η αναγκαία δύναμις καί νά παρουσιασθή ο ανήκων καιρός πρός εκτέλεσιν τού σχεδίου τής αποκλείσεως. Εν τοσούτω, επειδή τό εχθρικόν κανόνιον εμψύχωνε τούς Τούρκους καί έφερεν αθυμίαν εις τούς Έλληνας, διώρισε καί αυτός καί έφεραν δύω κανόνια καί αντεκτύπα τόν εχθρόν.

Παρήλθαν ικαναί ημέραι καί εκτός ακροβολισμών τινών, κανέν άλλο σημαντικόν έργον δέν επράχθη ούτε από τό έν, ούτε από τό άλλο μέρος. Αλλά τήν 31ην Ιανουαρίου 1827 συνέβη μία μάχη, εις τήν οποίαν μόνην καθ' όλον τό διάστημα τής εκστρατείας ενικήθησαν οι Έλληνες καί υπέπεσον εις αισχράν φυγήν· αλλά καί τούτο συνετέλεσεν εις τό νά δοξάση περισσότερον τόν Καραϊσκάκην, ο οποίος εφάνη πολύ σημαντικώτερος, παρά αν ήθελε κατορθώσει αξιόλογον νίκην. Στρατιώται τινες από τούς εις Στείρι ευρισκομένους, παρατηρήσαντες ότι αερικά ζώα τών εχθρών βόσκοντα αφύλακτα απεμακρύνθησαν ολίγον από τό εχθρικόν στρατόπεδον, ώρμησαν κατ' αυτών καί περικυκλώσαντές τα, τά έλαβον καί επέστρεφον εις τόν τόπον τής κατοικίας των. Εβγήκαν πρός καταδίωξιν αυτών μερικοί από τούς πλησιέστερον ευρεθέντας εχθρούς, άλλοι δέ ηκολούθουν κατόπιν.

Οι δέ εις Στείρι, βλέποντες ότι εκινδύνευουν περικυκλωθώσιν οι φέροντες τά ζώα, εξήλθον όλοι εις βοήθειαν καί απαντήσαντες τούς πρώτους τών εχθρών, τούς έτρεψαν εις φυγήν. Θέλων νά ωφεληθή από τήν περίστασιν ταύτην ο Καραϊσκάκης, διώρισε νά υπάγωσι καί μερικοί από τούς εν Διστόμω πρός ενδυνάμωσιν τών από Στείρι εξελθόντων. Όλοι ομού λοιπόν διώκοντες τούς εχθρούς, έφθασαν έως βολήν τουφεκίου πλησίον τού στρατοπέδου αυτών καί καταλαβόντες ένα λόφον εκτυπούσαν τούς Τούρκους, οι οποίοι δέν ετολμούσαν νά εξέλθωσιν από τό στρατόπεδόν των. Ο Καραϊσκάκης επιθυμών νά κάμη σημαντικήν τινα βλάβην εις τούς εχθρούς, έκρινεν αναγκαίον νά διαμείνωσιν οι Έλληνες καί τήν επερχομένην νύκτα εις τάς οποίας ευρίσκοντο θέσεις καί επομένως νά βάλη εις ενέργειαν τό σχέδιον τής αποκλείσεως. Επειδή δέ ο λόφος, επί τού οποίου είχον τοποθετηθή οι Έλληνες, επεριτριγυρίζετο από πεδιάδα, φοβούμενος μήπως περικυκλωθώσιν είτε διά τού ιππικού τών εχθρών, είτε διά τινος άλλου ανελπίστου συμβεβηκότος, κατέλαβεν αυτός μέ ολίγους στρατιώτας ένα τόπον πετρώδη εν τώ μέσω τής πεδιάδος καί οχυρωθείς αυτοσχεδίως εις αυτόν αντεπολέμει τούς εχθρούς καί εφύλαττεν ασφαλή τήν κοινωνίαν τών επί τού λόφου Ελλήνων μέ τούς εις Δίστομον.

Οι Έλληνες άν καί ήσαν άγρυπνοι εις τάς φυλακάς καί εν μέρει δέν απείχον από τό εχθρικόν περισσότερον από τεσσαράκοντα βήματα, μ' όλον τούτο δέν ημπόρεσαν νά εννοήσωσι τήν φυγήν των, μέ τόσην προσοχήν καί ησυχίαν έγεινεν. Αφ' ού όμως οι εχθροί εξεμάκρυναν, αυτόμολός τις χριστιανός ελθών από τό εχθρικόν στρατόπεδον, ανήγγειλε τήν φυγήν εις τούς Έλληνας, οι οποίοι αμέσως έδραμον πρός τό στρατόπεδον, αλλ' οι μέν πρώτοι επέπεσον εις τά λάφυρα· μόλις δέ οι μή ευρίσκοντες πλέον τι νά λαφυραγωγήσωσι, διευθύνθησαν πρός τό μέρος όπου έφυγον οι εχθροί, αλλά καί εξ αυτών οι επιτυγχάνοντές τι καθ' οδόν επέστρεφον, ώστε ολίγοι μόλις έφθασαν εις τήν οπισθοφυλακήν τών εχθρών, μετά τής οποίας εσυγκρούσθησαν, χωρίς όμως νά τήν βλάψωσιν επαισθητώς.

Εζημιώθη μ' όλα ταύτα ο εχθρός εις τήν φυγήν ταύτην, εκτός τών αποσκευών καί σκηνών, υπέρ τούς 30 φονευθέντας καί αιχμαλωτισθέντας. Οι εχθροί τήν νύκτα εκείνην μετέβησαν εις Δαύλειαν, εκείθεν δέ παραλαβόντες καί τούς εκεί στρατοπεδεύοντας μετέβησαν εις Λεβαδείαν, όθεν ακολούθως ο Ομέρ πασσάς μετέβη εις Εύριπον (Εύβοια), μή δυνηθείς νά φέρη εις έκβασιν τό επιχείρημά του. Οι δέ εις τό φρούριον τών Σαλώνων πολιορκούμενοι, μαθόντες τήν φυγήν τού Ομέρ πασσά καί απελπισθέντες ολοτελώς τού νά έλθη εις αυτούς βοήθεια, έφυγον από τό φρούριον μέ όσας εκ τών αποσκευών των ηδυνήθησαν νά συμπαραλάβωσιν. Οι Έλληνες ειδοποιήθησαν, αλλά βραδέως περί τής φυγής, ώστε όταν έδραμον εις τήν καταδίωξιν, μόλις εκατάφθασαν τήν οπισθοφυλακήν, εκ τής οποίας φονεύσαντες μερικούς, διέσωσαν τινάς αιχμαλώτους καί έλαβον ολίγας αποσκευάς.»


Αινιάν Δημήτριος - Γεώργιος Καραϊσκάκης



Ο Ομέρ πασάς τής Καρύστου έχοντας υπόψη του τήν συντριβή τής Αράχωβας δέν διακινδύνεψε τήν παραμονή του στούς λόφους τού Διστόμου καί τά χαράματα τής 6ης Φεβρουαρίου 1827, εγκατέλειψε τό στρατόπεδό του μέ όλες τίς σκηνές καί τά πολεμοφόδια καί επέστρεψε ταπεινωμένος στήν Εύβοια. Η μάχη τού Διστόμου επιτάχυνε τήν πτώση τών Σαλώνων καί ολοκλήρωσε τήν απελευθέρωση ολόκληρης τής Στερεάς Ελλάδος από τό στρατό τού Κιουταχή. Ο Καραϊσκάκης τοποθέτησε φρουρά στά Σάλωνα μέ υπεύθυνους τούς Νάκο Πανουργιά, Γεώργιο Δυοβουνιώτη καί Κομνά Τράκα, στό Δίστομο διόρισε τόν Αθανάσιο Κουτσονίκα καί τόν Χρήστο Βάρφη, στό Δομπό τόν Βασίλειο Κόλια, στήν Αταλάντη τόν Σπύρο Ξύδη, στό Ξηρόμερο καί τό Λεσίνι τούς Δημοτσέλιο, Ιωάννη Ράγκο, Φώτη Κουσουρή, Σπύρο Καρπούζη καί Διαμαντή Ζέρβα, στήν ορεινή Ναυπακτία τούς Δαγκλή, Πανομάρα, Σαφάκα καί στό Μαλανδρίνο τόν Τριαντάφυλλο Αποκουρίτη. Πλέον η σημαία τού σταυρού κυμάτιζε σέ όλες τίς πόλεις τής Ρούμελης μέ εξαίρεση τό Μεσολόγγι καί τή Ναύπακτο δίνοντας νέα πνοή στήν επανάσταση καί τήν αιώνια δόξα στόν στρατηγό αυτής τής επιτυχίας τόν Γεώργιο Καραϊσκάκη. Ο νικητής τής Αράχωβας, αφού έστειλε δεκάδες επιστολές πρός τούς προεστούς τών προσκυνημένων χωριών παρακινώντας τους νά πολεμήσουν γιά πίστη καί πατρίδα, επανήλθε στό Κερατσίνι.

«Πανοσιώτατοι ιερομόναχοι, καί ηγούμενοι, αιδεσιμότατοι ιερείς, σεβασμιότατοι πνευματικοί, τίμιοι δημογέροντες, καί λοιποί άπαντες μικροί καί μεγάλοι αδελφοί πατριώται Έλληνες, όσοι κατοικείτε εις τάς επαρχίας Λιδωρικίου, Κραβάρων, Σαλώνων καί Θηβών χαίρετε καί υγιαίνετε!

Είναι φανερόν, αδελφοί ότι όλοι μαζί εδράξαμε τά όπλα εξ αρχής τής επαναστάσεως, καί συμφώνως τά εμεταχειρίσθημεν κατά τού κοινού εχθρού τής πατρίδος καί θρησκείας, καί μέ πολλούς αγώνας αιματοχυσίας καί κακοπαθείας τόν ενικήσαμεν διά τέ ξηράς καί θαλάσσης. Καί ήθελε βέβαια τόν εξολοθρεύσομεν μέ τήν ολότην έως τήν σήμερον, άν πολλάκις δέν μάς έλειπαν τά αναγκαιότερα μέσα, χωρίς τών οποίων είναι δύσκολον νά νικώνται καί προχωρώσιν αι πολεμικαί πράξεις.

Τοιαύτα περιστατικά έπιασαν τά όπλα μας, μετά τήν άλωσιν τού Μεσολογγίου, ν' αφήσωσι πρός καιρόν καί μέ βαθείαν θλίψιν τής ψυχής τήν Ανατολικήν Ελλάδα, καί εισέλθωμεν εις Πελοπόννησον, καί εξοικονομήσωσι τά αναγκαιούντα διά τήν τωρινήν εκστρατείαν. Ημείς βλέποντες τόν εχθρόν τής πίστεώς μας κατακυριεύσαντα όλην τήν Ανατολικήν Ελλάδα, γνωρίζοντες ότι οι εξαετείς υπέρ πατρίδος αγώνες μας καί θυσίαι έμελλον νά χαθώσιν, αποφασίσαμεν όλα τά υπάρχοντα όπλα ή νά εξώσομεν τόν εχθρόν απεδώ, ή νά αποθάνωμεν, διότι ούτε τήν πατρίδα εκ νέου εις βαρυτέρας αλύσσους ούτε τών άλλων εθνών τάς ύβριτας, είναι δυνατόν ζώντες νά βλέπωμεν καί υποφέρωμεν. Ο κραταιός βραχίων τού Παντοκράτορος καί η αξιολάτρευτος ευχή τής πατρίδος απέδειξαν τά όπλα μας παντού θριαμβευτικά καί τροπαιούχα. Όλα ταύτα σείς τά βλέπετε μέ τά ίδια σας όμματα, καί ο κόσμος όλος τά μανθάνει καθ' εκάστην, καί θαυμάζει.

Ημείς εγνωρίσαμεν προφανέστατα τόν φρόνιμον τρόπον, διά τού οποίου επολιτεύθητε τόν εχθρόν έως τής σήμερον, διότι εάν εκάμνετε διαφορετικά, κι εσείς εμέλλετε νά σφαγή, αδύνατοι όντες από τό αιμοβόρον ξίφος του, καί τά αθώα γυναικόπαιδά σας νά αιχμαλωτισθώσιν. Είμεθα βέβαιοι λοιπόν ότι, άν τό σώμα σας υποφέρει τήν τυραννίαν, αλλ' η ψυχή σας φρονεί ελεύθερα διότι πώς είναι δυνατόν νά ζήση εις τό εξής ο βαπτισμένος μέ τόν αβάπτιστόν; ο Έλλην μέ τόν βάρβαρον; ή πώς είναι δυνατόν νά σάς αφήσουν αυτοί ζωντανούς μετά τήν άλωσιν τών Αθηνών, ενώ σείς εις τούς απερασμένους χρόνους εσφάξατε τούς ομοπίστους αυτών σύν γυναιξί καί τέκνοις; καί πώς είναι δυνατόν νά δώσετε πίστιν εις τάς υποσχέσεις καί κολακίας των, ενώ τά πρός τόν Κιουταχήν διατάγματα τού σουλτάνου φωνάζουν εκδίκησιν πρός τούς αποστάτας ραγιάδες;

Χρέος λοιπόν γνωρίζομεν πατρικόν καί αδελφικόν νά σάς γνωστοποιήσωμεν τά άνω ρηθέντα, ταυτοχρόνως δέ νά σάς βεβαιώσωμεν ότι όλοι οι χριστιανικώτατοι, καί κραταιώτατοι βασιλείς τής Ευρώπης μάς παραγγέλουν νά κινήσωμεν τά όπλα κατά τών οθωμανών καί αυτοί θέλουσι φροντίσει διά τήν στερέωσιν τής ανεξαρτησίας μας. Διό δράξατε καί πάλιν τά αιματοστάλακτα καί τροπαιούχα όπλα σας, ενωθήτε μαζί μας διά νά εξολοθρεύσωμεν ομοθυμαδόν τόν εχθρόν, καί ελευθερώσωμεν διά πάντα τήν πατρίδα καί θρησκεία. ’ν όμως, τό οποίον δέν πιστεύομεν, φανεί τις εναντίος εις ταύτην τήν ιεράν τής πατρίδος καί πίστεως φωνήν, ούτος ή κληρικός ή δημογέρων ή απλούς πολίτης ή χωρίον ή επαρχία ολόκληρος είναι, οι τοιούτοι ας ηξεύρουν μέ βεβαιότητα ότι θά τούς παιδεύσομεν χειρότερα από τούς Τούρκους, επειδή δυνάμενοι νά σώσωσι πίστιν καί πατρίδαν, τά προδίδουσιν εις τήν αιώνιον κόλασιν, φειδόμενοι μικρού αγώνος.

Οι τοιούτοι δέν πρέπει νά έχουσιν αίμα ελληνικόν εις τάς φλέβας των, αλλ' είναι τουρκοσπέρματα, τούτο ένεκα προειδοποιούμεν τούς τοιούτους διά νά μή μάς προβάλωσιν έπειτα προφασιολογίας εις τάς οποίας δέν θέλει δώσωμεν τήν παραμικράν ακρόασιν, μάλιστα διά τά όσα κακά μέλλουν νά συμβούν εξαιτίας των. Χρεωστούν νά δώσωσι λόγον πρός τό Έθνος καί πρός τόν Θεόν.

9 Φεβρουαρίου 1827, εκ τού εν Διστόμω στρατοπέδου

Ο Αρχηγός

Γεώργιος Καραϊσκάκης

καί λοιποί οπλαρχηγοί.»


Αινιάν Δημήτριος - Γεώργιος Καραϊσκάκης









Αράχωβα Καραϊσκάκης




-------------- Books and movies -------------- www.agiasofia.com -----------------