Home Page Η Πόλις ήτον τό σπαθί, η Πόλις τό κοντάρι, η Πόλις ήτον τό κλειδί τής Ρωμανίας όλης
κ'εκλείδωνε κ'ασφάλιζε όλην τήν Ρωμανίαν, κ'όλον τό Αρχιπέλαγος εσφικτοκλείδωνέ το.

Δημοτικό τραγούδι, 15ος αιώνας.
Τουρκοκρατία-Βενετοκρατία 

Πολεμικά γεγονότα (15ος - 16ος αι.)

Υπό ξένη κυριαρχία

H εθνική συνείδηση τών Βυζαντινών αναπτύχθηκε έντονα μετά από τήν άλωση τού 1204 από τούς Λατίνους, όταν έχασαν τήν αίγλη τους καί τό μεγαλείο τους. Μέσα από τήν καταστροφή καί τή λεηλασία τής αγαπημένης τους Πόλης ξύπνησαν από τή νάρκη τής παντοδυναμίας καί τού πλούτου τους καί συνειδητοποίησαν ότι ήταν ένα ξεχωριστό καί μοναχικό έθνος, τό οποίο έπρεπε νά παλαίψει μόνο του γιά νά επιβιώσει. Τό πολυπολιτισμικό Βυζάντιο άρχισε νά καταρρέει ακριβώς εξαιτίας τής αλόγιστης προσέλευσης αλλοεθνών από τή Δύση, τό Βορρά καί τήν Ανατολή. Τό 1204 οι Ελληνες διαπίστωσαν ότι ήταν μόνοι, ότι ήταν άνθρωποι δευτέρας κατηγορίας, ότι ήταν ξένοι μέσα στήν ίδια τους τή χώρα, στήν οποία ένιωσαν βαθειά τήν εχθρότητα καί τόν φθόνο τών αλλοφύλων. Βαθμιαία θά υποτάσσονταν σέ Λατίνους καί Τούρκους κυρίαρχους, θά αποκόβονταν από τό εθνικό κέντρο, τήν Κωνσταντινούπολη καί θά υποχρεώνονταν νά ζήσουν σάν υπόδουλοι ενός κοινωνικού καί πολιτικού καθεστώτος, ξένου πρός τή βυζαντινή παράδοση καί εχθρικού πρός τό ντόπιο στοιχείο. Ιδιαίτερα η Μικρά Ασία, λίκνο της χριστιανικής θρησκείας καί ραχοκοκκαλιά τού βυζαντινού κράτους, αλλοιώθηκε πλήρως από τούς Οθωμανούς μετανάστες, οι οποίοι μετετράπησαν σέ κατακτητές, εξοντώνοντας μαζί μέ τούς αυτόχθονες κατοίκους καί όλα τά στοιχεία τού πολιτισμού πού συνάντησαν. Οι κατακτητές τελικά νίκησαν καί δικαιώθηκε η πολιτική τής εξόντωσης, τής καταστροφής καί τής γενοκτονίας έναντι τών γηγενών κατοίκων, όπως γίνεται πάντα στήν ιστορία τού ανθρώπου, η οποία γράφεται από τόν νικητή. Η κατάσταση ήταν διαφορετική στίς φραγκοκρατούμενες καί τίς τουρκοκρατούμενες επαρχίες, αλλά η μοίρα τών Ελλήνων υπηκόων ήταν τό ίδιο αξιοθρήνητη. Όταν έγινε καί η δεύτερη άλωση τής Πόλης από τόν Μωάμεθ, οι Έλληνες κλονίσθηκαν, καί έμειναν μετέωροι καί αποπροσανατολισμένοι. Ο ελληνικός κόσμος διασπάστηκε καί ήταν υποχρεωμένος νά αντιμετωπίζει ασυντόνιστα τό βασικό πρόβλημα της υπάρξεώς του. Τό εθνικό όμως φρόνημα καί ο πόθος γιά ανεξαρτησία διατηρήθηκαν αναλοίωτα σέ όλους τούς αιώνες τής δουλείας.

Οι Έλληνες βρέθηκαν κάτω από μία διπλή κατοχή, τή λατινική καί τήν οθωμανική καί πολλοί από αυτούς θεώρησαν ότι τά άμεσα συμφέροντά τους επέβαλλαν τή συμμετοχή τους σέ κάθε προσπάθεια πού αποσκοπούσε τήν ανακοπή τής οθωμανικής λαίλαπας. Επανειλημμένα, οι υπόδουλοι Ρωμιοί συμμάχησαν μέ τούς Βενετούς εναντίον τών Οθωμανών, αλλά πολύ γρήγορα διαπίστωσαν ότι οι Δυτικοί τούς εγκατέλειπαν στήν τύχη τους, όταν τά συμφέροντά τους τό επέβαλλαν. Μία μερίδα τού υπόδουλου λαού εξύμνησε τή μωαμεθανική θρησκεία γιά νά εξευμενίσει τόν σουλτάνο ή ακόμα χειρότερα εξισλαμίστηκε γιά νά ζήσει μία αξιοπρεπή ζωή απαλλαγμένη από τόν φόβο καί τήν αβεβαιότητα. Ο Ίμβριος ιστορικός Κριτόβουλος, ο Τραπεζούντιος Γεώργιος Αμιρουτζής, ο Κρητικός Γεώργιος Τραπεζούντιος καί ο πρώτος Πατριάρχης Γεννάδιος ήταν από τούς πρώτους πού συμβιβάστηκαν καί υπηρέτησαν πιστά τόν ξένο κατακτητή.

Αρκετοί ήταν οι Ρωμιοί πού δέν υπέφεραν τήν παρουσία τών βαρβάρων στά εδάφη τους καί εγκατέλειψαν γιά πάντα τίς εστίες τους μέ προορισμό τήν Δυτική Ευρώπη καί τή Ρωσία. Ο Τραπεζούντιος Βησσαρίων, ο Πελοποννήσιος Ισίδωρος, ο Ιανός Λάσκαρις καί ο Αρσένιος Αποστόλης ήταν μερικοί από αυτούς πού διέφυγαν στή Δύση καί οι οποίοι αφιέρωσαν όλη τους τή ζωή στήν προσπάθεια νά πείσουν τούς Ευρωπαίους ηγέτες καί τόν πάπα νά οργανώσουν μία σταυροφορία γιά τήν απελευθέρωση τών χριστιανικών εδαφών. Μέ τίς αλλεπάλληλες εκκλήσεις καί τά διαβήματα τους, οι απόστολοι τής ελευθερίας κατόρθωσαν νά κρατήσουν ζωντανή τήν ύπαρξη ενός χριστιανικού έθνους πού κινδύνευε νά σβήσει από τόν χάρτη τών εθνών καί νά συνδέσουν τό ένδοξον παρελθόν τών Αρχαίων Ελλήνων μέ τή νεότερη θλιβερή τους ιστορία. Ο Μιχαήλ Αποστόλης στόν λόγο πού απηύθυνε στόν αυτοκράτορα τής Γερμανίας Φρειδερίκο Γ' τόν παρακίνησε νά επαναφέρει στήν παλαιά τιμητική του θέση τό ελληνικό έθνος: "Τό πανταχού γής διεσπαρμένον γένος ημών, τό κάποτε υψηλότατον καί σοφώτατον, νύν δ'εξουθενωμένον καί ταπεινομένον.". Ο πάπας Πίος Β' επηρεασμένος από τόν φίλο του Βησσαρίωνα έγραψε σέ πολλούς Ευρωπαίους ηγεμόνες καλώντας τους νά συμμετάσχουν σέ μία σταυροφορία γιά νά διώξουν τούς απίστους. Μία επιστολή του πρός τόν δόγη τής Βενετίας πού συνέταξε τό 1463, μας τήν διασώζει ο Κωνσταντίνος Σάθας:

"Άμα φανείς, ενδεδυμένος τήν πολύτιμον στολήν, ου μόνον η Ελλάς, αλλά καί η Ασία θά λάβωσι τά όπλα. Μεγάλη τή Δημοκρατία τιμή καί όφελος τή Χριστιανοσύνη θέλουσι προσγίνει άμα ενωθήτε μεθ' ημών, αφού μάλιστα πρόκειται περί πολέμου υπέρ τής θρησκείας τού Σωτήρος. Μή φοβηθήτε τόν θάνατον, όστις οδηγεί εις τήν αιώνιον ζωήν. Πάντες θέλομεν αποθάνει, ουδέν δέ επιθυμητότερον τού καλώς θανείν."

Όταν τόν επόμενο χρόνο συγκεντρώθηκε ο χριστιανικός στόλος στήν Αγκώνα, έφτασε καί ο ποντίφηκας, ο οποίος όμως ήταν ετοιμοθάνατος καί αναφώνησε: "Φεύ! μέχρι τούδε μού έλειπον τά πλοία, αλλά τώρα εγώ θά λείψω από αυτά." Όταν πέθανε ο Πίος Β' διαλύθηκε ο στόλος. Τό 1494, ο ανηψιός τού τελευταίου αυτοκράτορα Ανδρέας Παλαιολόγος εκχώρησε στόν Κάρολο Η' βασιλιά τής Γαλλίας τά δικαιώματά του στόν βυζαντινό θρόνο, ενώ ο ποιητής Μιχαήλ Ταρχανιώτης κατατάχθηκε στό εκστρατευτικό σώμα τού ίδιου βασιλιά, ο οποίος διακήρυττε ότι θά έδιωχνε τούς Οθωμανούς από τόν ελλαδικό χώρο. Αλλά ούτε ο Κάρολος ούτε κανένας άλλος μονάρχης δέν επιχείρησε σταυροφορία στήν Ανατολή. Η Ευρώπη δέν θέλησε ή δέν μπόρεσε λόγω τών εσωτερικών διενέξεων νά βοηθήσει τούς ομόθρησκους Ελληνες, οι οποίοι έπρεπε νά καταλάβουν ότι μόνο μέ τίς δικές τους δυνάμεις θά κέρδιζαν τήν πολυπόθητη ελευθερία.

Ο απλοϊκός αγράμματος ρωμαίικος λαός διατήρησε άσβεστη τήν ελπίδα γιά τήν ανάκτηση τής Κωνσταντινούπολης, μέσα από θρύλους καί προφητείες. Ο τελευταίος αυτοκράτορας είχε μείνει μαρμαρωμένος κάτω από τήν Χρυσή Πύλη, από τήν οποία εισέρχονταν οι νικητές αυτοκράτορες ύστερα από κάποια εκστρατεία τους. Οταν έρθει η ώρα θά σηκωθεί, θά λάβει τήν ρομφαία από άγγελο Κυρίου καί θά καταδιώξει τούς κατακτητές μέχρι τήν Κόκκινη Μηλιά από τήν οποία ξεκίνησαν. Ο Κωνσταντίνος ΙΑ' έγινε τό σύμβολο τών πόθων καί τής ελπίδας όλων τών Ρωμιών.

"Ώ Κωνσταντίνε βασιλεύ, τί νάναι από σένα;
λέγουν ότι απέθανες επάνω στό σπαθί σου
ήκουσα νά λέγουσι ότι είσαι κεκρυμμένος
μακάρι νάσαι ζωντανός καί όχι αποθαμένος"
.


Βενετοτουρκικοί πόλεμοι (1462-1499)

Οι πρώτες μεγάλες αναμετρήσεις τών ευρωπαϊκών δυνάμεων μέ τούς Οθωμανούς άρχισαν μετά τήν άλωση τού 1453. Ως τότε η Ευρώπη καί κυρίως ο ισχυρός της εκπρόσωπος, η Βενετία ακολούθησε μία αμυντική πολιτική έναντι τού οθωμανικού επεκτατισμού, επιδιώκοντας νά διατηρήσει τά λιμάνια της καί τά εμπορικά προνόμια στά βυζαντινά εδάφη. Από τήν άλλη μεριά οι Οθωμανοί επιζητούσαν τήν εκδίωξη τών απίστων από τά εδάφη πού είχαν κατακτήσει μέ τό σπαθί τους. Ήταν πλέον θέμα γοήτρου αλλά καί υποχρέωσης λόγω τού ιερού πολέμου (τζιχάντ), η απομάκρυνση κάθε χριστιανικής δύναμης από τήν οθωμανική επικράτεια. Μέχρι τόν 16ο αιώνα οι Τούρκοι υπερείχαν έναντι τών Βενετών διότι οι τελευταίοι δέν είχαν ούτε τόν απαιτούμενο αριθμό αντρών ούτε τήν οικονομική άνεση γιά μακροχρόνιες διενέξεις. Αντίθετα οι Οθωμανοί μέ τό τεράστιο κράτος τους καί τίς αστείρευτες πηγές στρατιωτών καί ναυτών, είχαν τή δυνατότητα νά καλύπτουν άνετα τίς ανάγκες ενός μακροχρόνιου πολέμου.

Τά πεδία μαχών βρίσκονταν κυρίως στά εδάφη τής άλλοτε Ελληνικής Αυτοκρατορίας καί κατοικούνταν από Έλληνες, οι οποίοι ήταν υπόδουλοι είτε στούς Βενετούς είτε στούς Τούρκους. Οι περισσότεροι τάσσονταν στό πλευρό τών ομοθρήσκων τους, ενώ δέν ήταν λίγες οι φορές πού ξεκινούσαν επαναστατικά κινήματα εναντίον τών ασιατών κατακτητών, μέ τήν ελπίδα ότι οι Βενετοί θά έρχονταν ως ελευθερωτές τους γιά νά τούς λυτρώσουν από τήν τυραννία. Υπήρξαν βέβαια καί περιπτώσεις στίς οποίες οι Έλληνες τάσσονταν στό πλευρό των Οθωμανών εναντίον τών Λατίνων καί ιδιαίτερα ο κλήρος, αφού οι Λατίνοι ιεραπόστολοι πίεζαν απροκάλυπτα γιά τήν αλλαγή του δόγματος τών Ορθοδόξων υπηκόων.

Ελλήσποντος - 17ος αιώνας

Η πρώτη αποφασιστική σύγκρουση Βενετών καί Οθωμανών έγινε τό 1462, όταν ο τουρκικός στόλος μέ διοικητή τόν Ελληνα αρνησίθρησκο βεζίρη Μαχμούτ πασά ξεκίνησε από τήν Καλλίπολη καί έφθασε στή Μυτιλήνη τών Gattilusi, τήν οποία πολιόρκησε γιά 16 ημέρες καί στή συνέχεια τήν κατέλαβε, αφού οι 5000 υπερασπιστές της, κυρίως Καταλανοί στρατιώτες καί ιππότες τής Ρόδου συμφώνησαν νά παραδοθούν. Οι Τούρκοι παρασπονδώντας προέβησαν σέ άγριες σφαγές καί εξανδραποδισμό τών 10000 κατοίκων τής Μυτιλήνης, τούς οποίους τούς μετέφεραν σκλάβους στήν Κωνσταντινούπολη. Επίσημη κήρυξη τού πολέμου από τούς Βενετούς έγινε τό 1463, όταν ενίσχυσαν τόν Σκεντέρμπεη (Γεώργιο Καστριώτη) στήν Αλβανία καί παράλληλα έστειλαν στρατεύματα στίς δικές τους κτήσεις στόν Μορέα. Στήν Πελοπόννησο συγκεκριμένα, στρατολόγησαν Ρωμηούς καί Αλβανούς ατάκτους οι οποίοι ονομάζονταν stradioti, αλλά τά μέσα γιά τή συντήρησή τους ήταν φτωχά, σέ αντίθεση μέ τόν οθωμανικό στρατό πού ήταν πολυάριθμος, πειθαρχημένος καί άριστα οργανωμένος. Μερικοί από τούς ηγέτες τών "στρατιωτών" πού στρατολόγησε η "Γαληνοτάτη" ήταν οι: Μιχαήλ Ράλλης, Κορκόδειλος Κλαδάς, Νικόλαος Γραίτζας, Ισαάκιος Ράλλης-Λάσκαρις, Πέτρος Μπούας, Νικόλαος Παγωμένος, Νικόλαος Μπόχαλης, Ιωάννης Γαβαλάς κ.ά. Ανάμεσα στούς επαναστάτες εκείνης της εποχής ξεχώρισε ο Γραίτζας Παλαιολόγος, ο οποίος υπερασπίσθηκε μέ επιτυχία τό κάστρο τού Σαλμενίκου στή Βοστίτσα (Αίγιο) καί γιά τόν οποίο ο Μεχμέτ Β' είχε πεί ότι ήταν ο γενναιότερος Ελληνας πού συνάντησε στόν Μοριά.

Τίς πρώτες νίκες έκανε ο Κορκόδειλος Κλαδάς στή Μάνη καί ο Μιχαήλ Ράλλης στήν Αχαΐα καί συγκεκριμένα στά χωριά Σανταμέρι, Βούμερο, Ωλενό καί Χελιδόνι. Ακολούθως οι Βενετοί υπό τή διοίκηση τού Bertoldo d'Este, (Βερτόλδο) κατέλαβαν τό Άργος καί τόν Ισθμό καί οχύρωσαν τό τείχος τού Εξαμιλίου. Τό κάστρο τής Ακροκορινθίας δέν μπόρεσαν νά τό καταλάβουν καί όταν εμφανίστηκε ο στρατός τού Μαχμούτ πασά καί τού Ομάρ μπέη οι "στρατιώτες" καί οι Βενετοί πανικοβλήθηκαν καί υποχώρησαν ατάκτως, αφήνοντας πολλούς νεκρούς. Ανάμεσα στούς νεκρούς ήταν ο Βενετός αρχιστράτηγος Βερτόλδο. Ο δρόμος πλέον άνοιξε γιά τούς Τούρκους, πού ξεχύθηκαν στήν Αργοναυπλία λεηλατώντας καί πυρπολώντας τά χωριά. Εφτασαν ανενόχλητοι μέχρι τό Λεοντάρι τής Αρκαδίας καί απείλησαν τή Μεσσηνία πού ήταν τό προπύργιο τής εξέγερσης. Η Βενετία έστειλε ενισχύσεις καί διόρισε αρχιστράτηγο τόν Μαλατέστα, ο οποίος ανέκτησε κάποια κάστρα στόν Μυστρά καί τή Μάνη. Ο Malatesta εγκατέλειψε χωρίς άλλες επιτυχίες τόν Μοριά παίρνοντας μαζί του τά οστά τού Γεωργίου Γεμιστού, τά οποία τά απόθεσε στό Ρίμινι, σέ μνημείο πού σώζεται μέχρι καί σήμερα. Μετά τόν Μαλατέστα τήν αρχηγία τών επιχειρήσεων ανέλαβε ο Ιάκωβος Βαρβαρίγος (Barbarigo), ο οποίος στίς 9 Αυγούστου 1466, πολιόρκησε χωρίς επιτυχία τήν Πάτρα (Πάτραι). Ο ίδιος ο Βαρβαρίγος σκοτώθηκε στό Σαραβάλι, μαζί μέ 120 Έλληνες καί Βενετούς στρατιώτες. Οι άτυχοι Έλληνες πού αιχμαλωτίσθηκαν, βασανίσθηκαν φρικτά σύμφωνα μέ τή μαρτυρία τού χρονικογράφου Θεόδωρου Σπανδωνή (Σπανδουγίνο), πρίν νά θανατωθούν. Ο Μιχαήλ Ράλλης καί ο μητροπολίτης Νεόφυτος ανασκολοπίσθηκαν ενώ ο Μάρκος - Επιφάνειος Κλαδάς, γδάρθηκε ζωντανός.

Τό 1468 πέθανε ο Γεώργιος Καστριώτης ο "αθλητής τού Χριστού", ο οποίος πολέμησε μέ γενναιότητα καί στηριζόμενος κυρίως στίς δικές του δυνάμεις τήν οθωμανική αυτοκρατορία. Ο Σκεντέρμπεης (Ισκεντέρ = Αλέξανδρος) έμελλε νά γίνει ο εθνικός ήρωας τής Αλβανίας. Τό επόμενο έτος (1469) ο Βενετός ναύαρχος de Canal λεηλάτησε τά παράλια τής Θράκης καί τής Μακεδονίας καί κατέσφαξε τούς ντόπιους πληθυσμούς. Τούς αιχμαλώτους τούς μετέφερε στήν Χαλκίδα, όπου τό γεγονός γιορτάστηκε μέ καμπανοκρουσίες καί φωταψίες. Οι άμοιροι όμως κάτοικοι τής Χαλκίδας έμελλε νά πληρώσουν ακριβά τίς αθλιότητες τού Βενετού ναυάρχου. Τόν Ιούνιο τού 1470 μία ισχυρή τουρκική δύναμη 300 πλοίων, τά οποία ήταν επανδρωμένα μέ σκλάβους Έλληνες Η περίφημη οθωμανική ανεκτικότητα τού Υπουργείου Παιδείας κωπηλάτες καί διοικητή τόν εξισλαμισμένο (επίσης Έλληνα) Μαχμούτ πασά, αναχώρησε από τήν Καλλίπολη μέ προορισμό τήν Χαλκίδα. Παράλληλα από τήν ξηρά εμφανίσθηκε ο ίδιος ο σουλτάνος Μωάμεθ Β', μέ 70000 άντρες. Τήν πόλη υπερασπίζονταν Βενετοί στρατιώτες, Κρήτες τοξότες υπό τήν διοίκηση τού Κωνσταντίνου Χορτάτζη, Δαλματοί καί Πελοποννήσιοι μαχητές, σέ συνεργασία μέ τόν άμαχο πληθυσμό τής πόλης. Η Χαλκίδα καταλήφθηκε ύστερα από προδοσία τού Δαλματού Θωμά Schiavo καί οι Οθωμανοί πού είχαν στό μεταξύ υποστεί βαρύτατες απώλειες όρμησαν στήν πόλη, στίς 12 Ιουλίου 1470. Επί τρείς ημέρες η πόλη τών 30000 κατοίκων μετατράπηκε σέ σφαγείο. Όλοι οι άντρες άνω τών δέκα ετών εσφαγιάσθησαν ή ανασκολοπίσθηκαν ή εγδάρθησαν ενώ ο Βενετός βάιλος Ερίτζο πριονίσθηκε ζωντανός. Τήν κόρη του Αννα, τήν έσφαξε ο ίδιος ο σουλτάνος στή σκηνή του, πού είχε οδηγηθεί μέ άλλες γυναίκες τής αριστοκρατίας, επειδή δέν ενέδωσε στίς ακόλαστες ορέξεις του. Ο άθλιος de Canal, ο οποίος προκάλεσε τή σφαγή τής Χαλκίδας, δείλιασε καί ουδεμία κίνηση έκανε νά βοηθήσει τήν άτυχη πόλη. Η Δημοκρατίαεξέλεξε νέο αρχιστράτηγο τόν Πέτρο Μοτσενίγο, ο οποίος συνέλαβε τόν προκάτοχό του καί τόν μετέφερε σιδεροδέσμιο στήν Βενετία.

Τά επόμενα χρόνια οι Βενετοί περιορίσθηκαν σέ επιδρομές στά τουρκικά λιμάνια τής Μικράς Ασίας καί σέ λεηλασίες τουρκικών χωριών στίς Κυκλάδες. Σέ συνεργασία μέ τούς ιππότες τής Ρόδου κατέλαβαν τή Σμύρνη, συλαμβάνοντας χιλιάδες αιχμαλώτους, τούς οποίους μετέφερε ο Mocenigo στήν Μεθώνη, τόν Οκτώβριο τού 1472. Ο Μωάμεθ δέν αντέδρασε δυναμικά γιατί ήταν απασχολημένος στά ανατολικά σύνορά του μέ τόν Τουρκομάνο Ουζούν Χασάν, ο οποίος βρίσκονταν σέ αλληλογραφία μέ τούς Βενετούς καί επιχειρούσε επιθέσεις καί λεηλασίες στήν Κιλικία, τόν Πόντο καί τήν Αρμενία. Ο Τουρκομάνος ηγέτης βοήθησε τόν Αλέξιο Κομνηνό, ανηψίο τού τελευταίου αυτοκράτορα της Τραπεζούντας, νά ανακαταλάβει τήν πόλη, αλλά η προσπάθεια δέν στέφθηκε μέ επιτυχία. Τό 1473 επτά γενναίοι Ιταλοί ναυτικοί μέ επικεφαλής τόν Antonello πραγματοποίησαν νυκτερινή παράτολμη επιδρομή στό ναύσταθμο τού οθωμανικού στόλου στήν Καλλίπολη, όπου κατάφεραν νά επιφέρουν σημαντικές φθορές. Συνελήφθησαν όμως, εστάλησαν στήν Κωνσταντινούπολη καί ύστερα από φρικτά βασανιστήρια ανασκολοπίστηκαν. Τό 1477 ο Σουλεϊμάν πασάς προσπάθησε ανεπιτυχώς νά καταλάβει τό κάστρο τής Ναυπάκτου (Lepanto). Εκείνα τά χρόνια ο βενετικός στόλος μέ ναύαρχο τόν Αντώνιο Λορεδάνο έπλεε στό Αιγαίο καί βρέθηκε επανειλημμένως αντιμέτωπος μέ τόν τουρκικό στόλο. Από αυτή τήν περίοδο διαζώζεται καί ο μύθος της Μαρούλας τής Λήμνου, η οποία κατά τήν πολιορκία τής Λήμνου από τούς Οθωμανούς, μόλις σκοτώθηκε ο πατέρας της, πήρε τό ξίφος του, μεταμφιέστηκε σέ άντρα, εμψύχωσε τούς συμπατριώτες της καί τούς οδήγησε σέ μεγάλη νίκη. Από τό 1473 μέχρι τό 1489 οι Βενετοί μέ τή βοήθεια τής βασίλισσας τής Κύπρου Αικατερίνης Κορνάρου, κατέλαβαν τό σύνολο τών εδαφών τής Κύπρου, τήν οποία έμελλε νά κρατήσουν γιά περίπου 100 έτη.

Τό 1479, ο απεσταλμένος τής Γαληνοτάτης, ο Εβραίος Giovanni Dario έκλεισε συμφωνία ειρήνης μεταξύ τών δύο εμπλεκομένων υπερδυνάμεων. Η Βενετία ήταν ο μεγάλος χαμένος αφού στερήθηκε πολλές κτήσεις της καί υποχρεώθηκε νά πληρώνει ετήσια καταβολή 10000 δουκάτα στόν σουλτάνο. Τό μεγάλο της κέρδος βέβαια ήταν η κατοχή τής Μεγαλονήσου. Ο σουλτάνος ήταν ελεύθερος τώρα νά τιμωρήσει τούς θρασύτατους ιππότες τής Ρόδου, τών οποίων τό κρατιδίο αποτελούσε ένα αγκάθι γιά τήν αυτοκρατορία του. Τό 1480, απέστειλε τούς εξισλαμισμένους Έλληνες Μεζίχ Παλαιολόγο, Σοφιανό καί Μελίγαλο μαζί μέ δεκάδες χιλιάδες στρατεύματα γιά νά πολιορκήσουν τή Ρόδο. Ο Μέγας μάγιστρος Πέτρος Δοβουσών, άν καί προχωρημένης ηλικίας αντέταξε σθεναρή αντίσταση πολεμώντας στήν πρώτη γραμμή καί εμψυχώνοντας τούς γενναίους ιππότες καί τούς κατοίκους τής πόλης. Ας αφήσουμε τόν Κωνσταντίνο Σάθα νά περιγράψει τήν πολιορκία:

"Ο Μεζίχ πασάς εξοργισθείς διέταξε γενικήν έφοδον, υποσχεθείς τήν λείαν εις τούς στρατιώτας, οι δέ Τούρκοι εφοδιάσθησαν μέ σάκκους ίνα θέσωσι τήν λείαν των, σχοινία ίνα δέσωσι τάς νεάνιδας καί τούς νεανίσκους, καί μέ οκτώ χιλιάδας πάλων ιν' ανασκολωπίσωσι τόν μέγα μάγιστρον καί τούς ιππότας. Τό τουρκικό στρατόπεδο αντήχει καθ'όλην τήν προηγηθείσν τής ημέρας τής εφόδου νύκτα εκ τών κραυγών αλλάχ! Οι Τούρκοι ώρμησαν επί τού ρήγματος, ένθα τρείς χιλιάδες εξ αυτών συνεκρότησαν τρομεράν μάχην, όπισθεν δέ αυτών συνωθούντο τεσσαράκοντα χιλιάδες ανδρών προσβαλλόντων ταυτοχρόνως πανταχόθεν τήν πόλιν. Δώδεκα γιανίτσαροι ζητούσι τόν μέγαν μάγιστρον τόν κτυπούσι, ο δέ Δοβουσών φέρων πέντε μεγάλας πληγάς καί αιμόφυρτος περικυκλούται υπό τών ιπποτών οι οποίοι ορμώσι μανιωδώς κατά τών φαλάγγων τών απίστων καί διασπείρουσι εν' αυταίς τόν θάνατον καί τόν τρόμον. Οι Οθωμανοί τρέπονται εις φυγήν. Κατά τήν πολιορκίαν ταύτην έλαβον μέρος καί οι Έλληνες τής Ρόδου καί τών πέριξ νήσων."

Ο Μεζίχ πασάς απέτυχε εντελώς, αφού δέν κατέλαβε ούτε τήν οχυρωμένη Αλικαρνασσό (Petronium) καί αποχώρησε, επιτρέποντας έτσι στούς ιππότες νά συνεχίσουν τήν πειρατική τους δραστηριότητα στό Αρχιπέλαγος. Τήν ίδια περίοδο, η Βενετία η οποία θέωρησε προδοτική τή διαγωγή τών Ευρωπαίων, νά μήν τήν βοηθήσουν στόν πόλεμο κατά τών μουσουλμάνων, παρότρυνε τόν Μωάμεθ Β' νά καταλάβει καί τήν Κάτω Ιταλία η οποία ανήκε στήν επικράτεια τής Ελληνικής Αυτοκρατορίας καί δικαιωματικά τώρα ανήκε στόν κατακτητή αυτής τής αυτοκρατορίας. Ο Μωάμεθ συνέλαβε αμέσως τό νόημα καί απέστειλε τόν Γκεντίκ Αχμέτ, ο οποίος αιφνιδιαστικά κατέλαβε τόν Υδρούντα (Otranto) στήν Απουλία, σκορπίζοντας τόν τρόμο στήν Ευρώπη καί ιδιαίτερα στόν βασιλέα τής Νεαπόλεως (Napoli) Φερδινάνδο Α'. Όμως η μοίρα βοήθησε τούς Λατίνους, αφού ο Μωάμεθ πέθανε ξαφνικά (1481) καί οι διάδοχοί του ξεκίνησαν εμφύλιο πόλεμο, αναγκάζοντας τόν Αχμέτ νά εκκενώσει τό Οτράντο.

Τό επίκεντρο τών πολεμικών διενέξεων αυτή τήν εποχή ήταν ο Μωριάς. Οι ελεεινοί αδελφοί τού Κωνσταντίνου Παλαιολόγου, Δημήτριος καί Θωμάς, φάνηκαν ανάξιοι τών περιστάσεων καί δέν έκαναν τίποτα γιά νά εμποδίσουν τίς τουρκικές ορδές πού κατέλαβαν τήν Πελοπόννησο. Αντίθετα, ορισμένοι οπλαρχηγοί αντιστάθηκαν καί πολέμησαν μέ γενναιότητα. Ο σημαντικότερος αυτών ήταν ο Κορκόδειλος Κλαδάς. Οταν οι Βενετοί εσύναψαν ειρήνη μέ τούς Οθωμανούς, τούς παρέδωσαν καί τή Μάνη. Αυτή η κίνηση θεωρήθηκε προδοτική από τούς κατοίκους οι οποίοι μέ επικεφαλής τόν ατίθασο πολέμαρχο, εκδίωξαν τούς Οθωμανούς τουρμάρχες καί σουμπασίδες, καί κατέλαβαν τά φρούρια στά χωρία Τριγόφιλο, Οίτυλο, Καστανιά, Ανδρούσα, Πιάγα, Λεφτίνη καί Παπαφίγγο. Μέ τόν Κλαδά ένωσαν τίς δυνάμεις τους καί οι παλαίμαχοι στρατιωτικοί Θεόδωρος Μπούας καί Μέξας Μποζίκης. Μάλιστα γιά νά προκαλέσουν σύγχυση στίς βενετοτουρκικές σχέσεις, μαζί μέ τίς σημαίες μέ τό δικέφαλο αετό είχαν υψώσει καί σημαίες μέ τό λεοντάρι τού Αγίου Μάρκου. Οι Βενετοί πράγματι ταράχθησαν καί αφού έστειλαν απεσταλμένους στήν Πύλη γιά νά βεβαιώσουν ότι δέν είχαν σχέση μέ τά γεγονότα, συνέλαβαν τά μέλη τών οικογενειών τών αρχηγών των επαναστατών καί επικήρυξαν τόν Κλαδά μέ 10000 υπέρπυρα.

Τόν Ιανουάριο τού 1480, οι Τούρκοι αναγκάστηκαν νά επέμβουν. Δυνάμεις μέ επικεφαλής τόν σατζάκμπέη τού Μοριά Σουλεϊμάν καί τό μπεηλέρμπεη τής Ρούμελης Αλή Μπούμικο εισέβαλαν στή Μάνη καίγοντας καί λεηλατώντας. Ο Κλαδάς κατάφερε στίς κλεισούρες τού Οίτυλου, νά παγιδέψει καί νά αποδεκατίσει τίς δυνάμεις τού Μπούμικο, αναγκάζοντάς τον νά υποχωρήσει στήν Σπάρτη. Νέες δυνάμεις δέκα χιλιάδων γενιτσάρων καί αζάπιδων υπό τή διοίκηση τού Αχμέτ εισέβαλλαν στή Μάνη καί επιτέθηκαν εναντίον τού Κλαδά στήν Καστανιά. Ο ατρόμητος πολέμαρχος κατέφυγε στό Πόρτο Κάγιο, όπου τόν παρέλαβαν τρείς γαλέρες της Νεάπολης καί τόν Απρίλιο τού 1480 κατέφυγε στήν Ιταλία. Ο Φερδινάνδος τόν υποδέχτηκε μέ τιμές καί ύστερα από ένα μήνα τόν έστειλε στή Βόρεια Ηπειρο, όπου ένωσε τίς δυνάμεις του μέ τόν γιό τού Σκεντέρμπεη, Ιωάννη Καστριώτη. Οι δύο πολέμαρχοι απελευθέρωσαν τήν Χιμάρα. διώχνοντας τήν τουρκική φρουρά. Ο νέος μπεηλέρμπεης τής Αυλώνας Σουλεϊμάν πασάς προσπάθησε μέ τρείς χιλιάδες νά ανακαταλάβει τή Χιμάρα αλλά κατατροπώθηκε από τούς Ελληνες καί συνελήφθη αιχμάλωτος. Δέκα χρόνια παρέμεινε η Χιμάρα ελεύθερη, μέχρι τό 1492 όταν ισχυρές τουρκικές δυνάμεις ερήμωσαν τήν περιοχή, αιχμαλώτισαν χιλιάδες Ηπειρώτες καί τούς μετέφεραν στά σκλαβοπάζαρα τής Ανατολής.

Γιά δύο δεκαετίες οι υπόδουλοι Έλληνες έζησαν μία σχετική περίοδο ηρεμίας, λόγω τής εμφύλιας διαμάχης μεταξύ τών δύο υιών τού Μωάμεθ, τού Βαγιαζήτ Β' καί τού νεώτερου αδελφού του Τζέμ. Η αναμέτρηση τών δύο αδελφών κλόνισε τήν οθωμανική αυτοκρατορία, αλλά δυστυχώς αυτή τήν κατάσταση δέν τήν εκμεταλλεύτηκαν οι Φράγκοι ηγεμόνες. Ο Τζέμ νικήθηκε στή μάχη τού Γενί Σεχίρ τόν Ιούνιο τού 1481 καί αφού περιπλανήθηκε καταδιωκώμενος στά όρη τής Κιλικίας, ζήτησε άσυλο από τόν μάγιστρο της Ρόδου Πέτρο Δοβουσών. Μάταιες απέβησαν οι προσπάθειες τού μάγιστρου νά πείσει τούς Ευρωπαίους νά οργανώσουν σταυροφορία μέ επικεφαλής τόν Τζέμ, εναντίον τού αδελφού του Βαγιαζήτ Β'. Τελικά ο νεαρός Οθωμανός εστάλη στή Ρώμη, όπου ο πάπας Αλέξανδρος πού βρισκόταν σέ επαφή μέ τόν Βαγιαζήτ, ενεργώντας ύπουλα καί ανέντιμα τόν φυλάκισε. Εν τώ μεταξύ στό θρόνο τής Γαλλίας είχε ανέβει ο Κάρολος Η', ο οποίος τό 1494 εκστράτευσε στήν Ιταλία καί από εκεί διακήρυξε ότι απώτερος στόχος ήταν η απελεύθερωση της Ελλάδος (Grece) καί η στέψη του σάν βασιλέα τών Γραικών (roi des Grecs):

"Il subjugera les italiens,
et passera de-la mer,
Entrera puis dedans la Grece
ou par sa vaillance proesse
Sera nomme le roi des Grecs."

Η προδοτική όμως στάση τού πάπα, ο οποίος δηλητηρίασε τόν Τζέμ, εμπόδισε τόν Κάρολο νά οργανώσει συνασπισμό εναντίον των Τούρκων. Εναντίον του είχε ταχθεί καί η Βενετία πού τόν κατηγόρησε γιά τίς επαναστατικές προσπάθειες πού είχε ξεκινήσει στήν Ήπειρο καί στίς οποίες είχε θέσει επικεφαλής τόν καθολικό αρχιεπίσκοπο Δυρραχίου Firmiano, τόν ανηψιό τού τελευταίου αυτοκράτορα Ανδρέα Παλαιολόγο καί τόν Κωνσταντίνο Αριανίτη. Η ειρωνεία είναι ότι οι φήμες γιά σταυροφορία είχαν ενσπείρει τόν πανικό στίς τουρκικές φρουρές, σύμφωνα μέ τήν αναφορά τού Βενετού ναυάρχου Γριμάνη, οι οποίες διαλύονταν μόνο μέ τήν εμφάνιση τού βενετικού στόλου. Ο Κάρολος όμως έχοντας νά αντιμετωπίσει τήν εχθρική συμπεριφορά τών χριστιανικών κρατών τής Ευρώπης, εγκατέλειψε τήν προσπάθεια καί επέστρεψε στή Γαλλία. Οι υπόδουλοι Ελληνες καί Αλβανοί απογοητευμένοι γιά μία ακόμα φορά, αντιμετώπισαν πάλι τά σκληρά προληπτικά μέτρα τής Υψηλής Πύλης στήν Ηπειρο καί τήν Αλβανία. Γιά τήν ιστορία αξίζει νά αναδημοσιεύσουμε από τόν ακούραστο εργάτη τής ιστορίας Κωνσταντίνο Σάθα, τήν επίσημη πράξη πού υπογράφηκε στή Ρώμη, μεταξύ τού Ανδρέα Παλαιολόγου καί τού Καρόλου Η', σχετικά μέ τήν διαδοχή στό θρόνο τής Αυτοκρατορίας τού Βυζαντίου, σέ περίπτωση πού επιτύγχανε η εκστρατεία τού Καρόλου: "Τό Σάββατον, 6 Φεβρουαρίου 1494, εν τη εκκλησία τού Αγίου Πέτρου, ο Ανδρέας Παλαιολόγος Δεσπότης της Ρωμανίας είπεν ότι διά τού θανάτου τού Κωνσταντίνου Παλαιολόγου, θείου αυτού, αποθανόντος ατέκνου, μένει αυτός μόνος άμεσος κληρονόμος τής αυτοκρατορίας τής Κωνσταντινουπόλεως καί ότι εξόριστος τή πατρίδος αυτού, εγκαταλελειμμένος υφ'όλων τών Χριστιανών ηγεμόνων παραχωρεί στόν αήττητο Γάλλων μονάρχη βασιλέα Κάρολο, τά επί τής αυτοκρατορίας τής Κωνσταντινουπόλεως καί τής Τραπεζούντος δικαιώματα."

Βενετοτουρκικοί πόλεμοι (1499-1503)

Ο Βαγιαζήτ Β', έχοντας εξαλείψει τό εμπόδιο τού αδελφού του καί σφετεριστή τού θρόνου Τζέμ, αναθεώρησε τήν ως τότε εφεκτική του στάση έναντι τών Βενετών. Τόν Ιούλιο τού 1499 ισχυρός τουρκικός στόλος, υπό τή διοίκηση του καπουδάν Δαούδ πασά, εμφανίσθηκε στά δυτικά της Πελοποννήσου. Ο ίδιος ο σουλτάνος μετέφερε στή Στερεά τίς στρατιές καί τό πυροβολικό του. Ο βενετός αρχιναύαρχος Γριμάνης (Grimani) πού περιπολούσε στό Ιόνιο, ενισχύθηκε μέ πλοία τών οποίων τή διοίκηση τήν είχε ο Λορεδάνος. Η ναυμαχία τών δύο πανίσχυρων στόλων έλαβε μέρος ανοικτά τού κάβο-Πάπα (ακρωτήριο Αράξου) καί ενώ ο Λορεδάνος συνεπλάκη μέ τή ναυαρχίδα του, μέ τόν περίφημο κουρσάρο Μπαράκ, ο Γριμάνης απέφυγε νά τόν βοηθήσει. Στά δύο πλοία τών προαναφερομένων εκδηλώθηκε πυρκαγιά, καί χάθηκαν οι δύο γενναίοι ναυτικοί μέ τό σύνολο τών πληρωμάτων τους. Ο κακεντρεχής Grimani οπισθοχώρησε, αφήνοντας αφύλακτη τήν είσοδο γιά τόν Κορινθιακό κόλπο καί επιτρέποντας τόν οθωμανικό στόλο νά εισέλθει καί νά αποκλείσει τό σημαντικότατο λιμάνι της Ναυπάκτου (Lepanto). Είχε ήδη καταφθάσει καί ο στρατός τού Βαγιαζήτ καί έντρομοι οι πρόκριτοι της Ναυπάκτου Ιωάννης Μούσκος, Λοΐζος Δρακόπουλος καί Δημήτριος Μονάζης έπεισαν τόν βενετό διοικητή Moro νά παραδώση τήν πόλη. Οι Βενετοί έχασαν τό σημαντικό τους εμπορικό κέντρο καί εκτέλεσαν τόν υπαίτιο Moro μέ δημόσιο απαγχονισμό. Ο Βαγιαζήτ στό μεταξύ έκτισε δύο κάστρα στήν είσοδο τού Κορινθιακού κόλπου (Ρίο καί Αντίρριο), τά οποία ονόμασε "Μικρά Δαρδανέλλια", πρίν φύγει γιά νά διαχειμάσει στήν Αδριανούπολη.

Τό επόμενο καλοκαίρι εμφανίσθηκε πάλι ισχυρός οθωμανικός στόλος, υπό τή διοίκηση τού Δαούδ πασά καί τού πρώην πειρατή Κεμάλ, στή Μεθώνη. Ο ακούραστος Βαγιαζήτ B', επικεφαλής τών χερσαίων δυνάμεων βρισκόταν ήδη στό Λεοντάρι (Μεγαλόπολη) καί παρενοχλείτο από τούς stradioti (Ρωμηοί μισθοφόροι πολεμιστές), πού είχαν επικεφαλής τόν Γεώργιο Ράλλη, Νικόλαο Ρενέση, Νικόλαο Μενάγια κ.ά. Η πολιορκία διήρκεσε ένα μήνα καί στίς 10 Αυγούστου 1500, η Μεθώνη έπεσε ξαφνικά, όταν κάποιοι από τούς υπερασπιστές άφησαν αφύλακτο κάποιο τμήμα τού τείχους καί πήγαν νά πανηγυρίσουν τήν είσοδο στό αποκλεισμένο λιμάνι τεσσάρων βενετικών κατέργων, πού είχαν σπάσει τόν αποκλεισμό. Ακολούθησε τριήμερη λεηλασία καί σύμφωνα μέ τήν αφήγηση ανώνυμου Ελληνα ιστορικού ο διοικητής, ο επίσκοπος, οι αξιωματικοί καί τό ένα τρίτο τών κατοίκων σφαγιάσθηκαν ενώ οι υπόλοιποι κάτοικοι αιχμαλωτίσθηκαν γιά νά πουληθούν στά σκλαβοπάζαρα της Ανατολίας. Ο σουλτάνος μόλις μπήκε στήν πόλη, στάθηκε μπροστά σέ ένα χριστιανικό ναό καί αφού διέταξε νά τόν μετατρέψουν σέ τζαμί δήλωσε: "Διά τήν ανδρίαν τού βεηλέρβεη Σινάν πασά καί τήν ορμητικήν έφοδον τών γιανιτσάρων, ο θεός μοί έδωκεν τήν πόλιν τάυτην." Τόν πρώτο γενίτσαρο πού ανέβηκε στά τείχη τόν διόρισε φλαμπουριάρη (σαντζάκμπέη) καί τού έδωσε 80000 δουκάτα. Η Κορώνη παραδώθηκε αμέσως, ενώ καί ο φρούραχος της Πύλου Κάρολος Κονταρίνης δέν τόλμησε νά προβάλει αντίσταση. Ολόκληρος ο Μορηάς χάθηκε γιά τούς Βενετούς μέ εξαίρεση τήν Μονεμβασιά καί τό Ναύπλιο.

Ακολούθησαν κάποιες κοινές επιχειρήσεις τών Βενετών μέ τούς Ισπανούς. Στήν Ισπανία βασίλευαν οι περίφημοι Φερδινάνδος καί Ισαβέλλα πού είχαν διώξει τούς Μαυριτανούς από τά ευρωπαϊκά εδάφη καί φιλοδοξούσαν νά επικρατήσουν καί στήν ελληνική χερσόνησο. Γι'αυτό τό λόγο είχαν αποστείλει στόλο νά βοηθήσουν στόν κοινό αγώνα τών χριστιανών έναντι των "απίστων", μέ διοικητές τού ισπανικού στόλου τούς ονομαστούς ναυάρχους Petro Navarro καί Gonzalo Fernandez de Cordoba. Ομως, εκτός από τήν κατάληψη της Λευκάδας (Αγίας Μαύρας) καί τής Κεφαλληνίας, ο ενωμένος χριστιανικός στόλος δέν κατάφερε τίποτα αξιόλογο καί περιορίσθηκε σέ λεηλασίες παράκτιων περιοχών στή Χαλκιδική καί στή Μικρά Ασία. Τό 1503 η Γαληνοτάτη υπέγραψε μέ τήν Υψηλή Πύλη συνθήκη ειρήνης. Κερδισμένος πάλι ήταν ο σουλτάνος πού έβλεπε τούς Λατίνους νά στερούνται ολοένα καί περισσότερες κτήσεις στή Ρουμελία. Οικονομικά όμως υπέφεραν καί οι δύο δυνάμεις από τούς πολέμους καί ιδιαίτερα η Δημοκρατία καθώς όχι μόνο έχασε τά εμπορικά κέντρα της Μεθώνης, Κορώνης καί Ναυπάκτου, αλλά είχαν ανοίξει μέ τίς περίφημες πορτογαλικές καί ισπανικές ανακαλύψεις άλλοι δρόμοι εμπορίου, υποβαθμίζοντας έτσι τόν δικό της ρόλο.

Γιά τούς Ελληνες όλες αυτές οι περιπέτειες σήμαιναν ακόμα περισσότερη μείωση πληθυσμού λόγω τών σφαγών αλλά καί λόγω των αναγκαστικών μετακινήσεων κυρίως πρός τά νησιά τωυ Ιονίου πού βρίσκονταν υπό βενετική κατοχή. Ιδιαίτερα η Πελοπόννησος καί η Ηπειρος Τούρκοι μετανάστες από τήν Μογγολία 
πού εγκαταστάθηκαν στά εδάφη της Ελληνικής Αυτοκρατορίας, 
15ος αιώνας οδηγούνταν σέ μία περίοδο φτώχειας καί αθλιότητας. Τούρκοι έποικοι (μετανάστες) έρχονταν καί κατοικούσαν ελληνικές περιοχές, διώχνοντας από τίς πατρογονικές τους εστίες τούς ντόπιους, αλλοιώνοντας τήν κοινωνική δομή καί καταστρέφοντας τήν πολιτιστική παράδοση. Εκκλησίες βεβηλώνονταν ή μετατρέπονταν σέ τζαμιά, αρχαία μνημεία καταστρέφονταν ή υφαρπάζονταν από τυχοδιώκτες, χριστιανοί γιά νά αποφύγουν τίς ταπεινώσεις καί τήν δουλεία γίνονταν μουσουλμάνοι. Η χώρα πού γέννησε τήν δημοκρατία καί ύψωσε τήν αξία τού ατόμου, γέμιζε σκλαβοπάζαρα, υποβάθμιζε τή ζωή καί τήν ανθρώπινη αξιοπρέπεια. Η χώρα πού είχε τούς πιό πλούσιους υπηκόους όταν ήταν αυτοκρατορία, είχε τώρα υπηκόους σκλάβους καί ρακένδυτους, η χώρα πού δίδαξε τίς επιστήμες στόν υπόλοιπο κόσμο, ήταν τώρα βουτηγμένη στήν αμάθεια καί στήν αγραμματοσύνη. Τά παλάτια καί τά μέγαρα έδωσαν τή θέση τους στίς παράγκες καί στά φτωχοκάλυβα. Τό πανδιδακτήριον καί τα πανεπιστήμια της Κωνσταντινούπολης σώπασαν. Η αρχαΐζουσα ελληνική γλώσσα πού μιλούσε ο τελευταίος αυτοκράτορας μετατράπηκε σέ μία άθλια φραγκοαρβανιτορωμέϊκη γλώσσα. Τά παιδιά τών φιλοσόφων, τών μαθηματικών, τών θεολόγων, τών ιστορικών γίνονταν αγρότες, ψαράδες, υπηρέτες, ναυτικοί στά κάτεργα, γίνονταν ραγιάδες (κτήνη). Τήν ίδια περίοδο πού οι Ευρωπαίοι μέ τήν διδασκαλία τών βυζαντινών λογίων μάθαιναν γιά τόν Πλάτωνα καί τόν Αριστοτέλη καί δημιουργούσαν μία Αναγέννηση, οι Ελληνες μόλις πού διατηρούσαν τήν ταυτότητα καί τή μνήμη τους μέσα από θρύλους, παραδόσεις, δημοτικά τραγούδια καί ψαλτήρια. Οι Ελληνες πού άλλοτε αποκαλούσαν τούς αλλοεθνείς βαρβάρους καί τούς περιφρονούσαν γιά τήν αμάθειά τους, τώρα έβλεπαν ιδιαίτερα τούς Φράγκους μέ δέος καί τούς ικέτευαν γιά βοήθεια. Τά κορίτσια αρπάζονταν από τούς γονείς τους καί οδηγούνταν στά χαρέμια όπου ατιμάζονταν από τούς αγάδες, ενώ τά αγόρια οδηγούνταν στά στρατόπεδα τών γενιτσάρων γιά νά πολεμήσουν τήν πίστη των γονιών τους. Οι απόγονοι τών υπερήφανων Σπαρτιατών τώρα έσκυβαν τό κεφάλι όταν περνούσε δίπλα τους κάποιος αγάς. Τούς αυτοκράτορες της Βασιλεύουσας, πού θεωρούνταν ανώτεροι από όλους τούς άλλους ηγεμόνες καί ενέπνεαν δέος καί σεβασμό, τούς διαδέχτηκαν οι δουλικοί φαναριώτες πού έτρεμαν στό άκουσμα τού ονόματος τού σουλτάνου. Η περίοδος τού 16ου αιώνα θεωρείται η σκοτεινότερη περίοδος της ιστορίας της πατρίδας μας.

Κατακτήσεις τού Σουλεϊμάν Α' - Ισπανικές πολεμικές επιχειρήσεις στόν ελλαδικό χώρο

Σύμφωνα μέ τόν Σάθα:" τό μεγαλυνόμενον κατ'Ανατολήν καί Δύσιν Οθωμανικόν κράτος εξαναγκάζουσιν εκάστοτε τούς Χριστιανούς ηγεμόνας ίνα διοργανίζωσι σταυροφορίας, τάς οποίας ελεειναί μικροφιλοτιμίαι καθιστώσι θνησιγενείς, οι δέ δυστυχείς Έλληνες καί άλλοι υπήκοοι τού σουλτάνου εν πρώτοις υποκινούμενοι μετ'ολίγον δ'αισχρώς εγκαταλειπόμενοι σφάζονται καί εξανδραποδίζονται." Τό 1513, ο πάπας Λέων Ι, παρακινούμενος από τόν Μάρκο Μούσουρο παρακίνησε τούς βασιλείς της Πολωνίας, Αγγλίας καί Γερμανίας σέ σταυροφορία κατά τών μουσουλμάνων. Η προσπάθεια αυτή απέτυχε καί ενώ οι Ευρωπαίοι ηγεμόνες αναλλώθηκαν πάλι σέ μεταξύ τους έριδες, οι Τούρκοι καταλάμβαναν τό 1516, τήν Συρία καί τό επόμενο έτος τήν Αίγυπτο. Οι κατακτήσεις αυτές δημιούργησαν νέα κέντρα εμπορίου στή μέση Ανατολή γιά τό Οθωμανικό κράτος, υπονομεύοντας τό ιταλικό μονοπώλιο κυρίως στό εμπόριο τών μπαχαρικών. Αυτή η εξέλιξη έθετε τίς προϋποθέσεις γιά τήν ανάπτυξη εξιοσημείωτης εμπορικής δραστηριότητας, εκ μέρους τών μή μουσουλμάνων υπηκόων (Αρμενιών, Ρωμηών καί Εβραίων πού είχαν στό μεταξύ φτάσει από τήν Ισπανία).

Ο Σουλεϊμάν ο Μεγαλοπρεπής (1520-1566) άρχισε τήν εφαρμογή ενός νέου προγράμματος κατακτήσεων μέ πρώτο στόχο τό βασίλειο τών Ιωαννιτών στή Ρόδο. Τόν Ιούνιο τού 1522 τουρκικός στόλος 300 πλοίων, υπό τή διοίκηση τό βεζίρη Μουσταφά ξεκίνησε μέ προορισμό τή Ρόδο. Ταυτόχρονα ο ίδιος ο σουλτάνος οδηγούσε από τήν ξηρά χερσαίες δυνάμεις 100 χιλιάδων ανδρών. Ο μέγας μάγιστρος, εγκαταλειφθείς από τούς υπόλοιπους χριστιανούς ηγεμόνες, κατόρθωσε νά συγκεντρώσει μόλις 5000 μάχιμους, μεταξύ τών οποίων ήταν Κρήτες, Βενετοί καί ντόπιοι Ροδίτες.

Τήν 1η Αυγούστου, ο βεηλέρβεης της Ρούμελης Αγιάζ πασάς επιτέθηκε κατά τού προμαχώνα πού υπερασπίζονταν οι Γερμανοί ιππότες. (Σημειώνεται ότι τό τάγμα τών Ιωαννιτών αποτελείτο από Ευρωπαίους διαφόρων εθνικοτήτων καί οι οποίοι όταν εκδιώχθηκαν από τήν Ιερουσαλήμ, κατέληξαν στήν Ρόδο). Τούς υπονόμους τών επιτιθέμενων εξουδετέρωσε μέ επιτυχία ο Βενετός μηχανικός Martinengo καί η πρώτη απόπειρα τού εχθρού απέτυχε οικτρώς. Στή συνέχεια κατελήφθη ο αγγλικός προμαχώνας καί οι Τούρκοι ύψωσαν τά μπαϊράκια τους βέβαιοι γιά τήν επιτυχία τους, αλλά αντεπίθεση τών Ιωαννιτών μέ επικεφαλής τόν ίδιο τό μάγιστρο, τούς απώθησε εκ νέου από τίς επάλξεις. Rhodes - 1522 Στίς 24 Σεπτεμβρίου οι Οθωμανοί ετοιμάσθηκαν γιά γενική έφοδο. Οι ουλεμάδες διακήρυτταν σέ όλο τό μήκος του στρατοπέδου: "Αύριο θά γίνη έφοδος, η πέτρα καί τό χώμα ανήκουν εις τόν πατισάχ, τό αίμα καί τά υπάρχοντα τών κατοίκων είνε λεία τών νικητών." Ο σουλτάνος ανέβηκε σέ ένα λόφο γιά νά παρακολουθεί τήν εξέλιξη της εφόδου. Η γενναιότητα όμως τών ιπποτών αλλά καί η συνδρομή τού λαού της Ρόδου πού βοηθούσαν τούς τραυματίες, μετέφεραν εφόδια καί τρόφιμα στούς αμυνόμενους, οδήγησε καί σέ άλλη ήττα τούς Οθωμανούς οι οποίοι είχαν απώλειες πάνω από δέκα χιλιάδες πολεμιστές. Ο σουλτάνος οργισμένος καθαίρεσε καί φυλάκισε τόν Αγιάζ πασά καί σκεπτόταν νά αποχωρήσει από τό νησί, όταν κάποιος προδότης, ονόματι Αμαράλ, τόν παρότρυνε νά επιμείνει γιατί οι πολιορκημένοι βρίσκονταν σέ απελπιστική κατάσταση. Πράγματι στίς 22 Δεκεμβρίου 1522, τό συμβούλιο τού τάγματος αποφάσισε τήν παράδοση της πόλης πετυχαίνοντας όμως ευνοϊκούς όρους γιά τούς ιππότες καί τούς κατοίκους της πόλης. Ο μέγας μάγιστρος παρουσιάσθηκε στό σουλτάνο τού φίλησε τό χέρι καί αποχώρησε μέ τούς γενναίους πολεμιστές του. Υστερα από περιπλανήσεις στή Μεσόγειο, οι ιππότες τού τάγματος Άγιος Ιωάννης θά κατέληγαν στή Μάλτα.

Αντίστοιχη επιτυχία είχε ο οθωμανικός στρατός καί στά βόρεια σύνορά του. Κατέλαβε τό Βελιγράδι, τήν Μολδαβία καί τή Βλαχία, ενώ τό 1526 στήν αποφασιστική μάχη του Μοχάτς, όπου σκοτώθηκε ο βασιλιάς της Ουγγαρίας, κατέκτησε καί τίς νότιες επαρχίες του κράτους του. Τό στέμμα διεκδικούσε από τή μία μεριά ο βοεβόδας της Τρανσυλβανίας Ζαπόλυα καί ο Αψβούργος αρχιδούκας της Αυστρίας Φερδινάνδος. Ο Ζαπόλυα στράφηκε πρός τόν Σουλεϊμάν γιά βοήθεια, ο οποίος επωφελήθηκε γιά τίς παραπέρα βλέψεις του πρός τά δυτικά καί μέ ισχυρές δυνάμεις στράφηκε πρός τήν Αυστρία. Τό 1529, λοιπόν η ημισέληνος κυμάτιζε έξω από τά τείχη της Βιέννης σκορπώντας τόν τρόμο σέ όλους τούς Ευρωπαίους ηγεμόνες. Η Βιέννη τελικά δέν έπεσε. Ο Φερδινάνδος, ενισχυμένος καί από τίς δυνάμεις τού αδελφού καί αυτοκράτορα της Αγίας Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, Καρόλου Ε', υπερασπίσθηκε μέ επιτυχία τήν πρωτεύουσά του, ενώ τό ψύχος τού χειμώνα αποτελείωσε τό έργο του, αναγκάζοντας τόν Σουλεϊμάν νά υποχωρήση στό Βελιγράδι.

Ενώ ο κύριος όγκος τού οθωμανικού στρατού βρισκόταν στό Βορρά, στή Ρόδο διάφοροι νησιώτες μεταξύ τών οποίων ο Χρυσολωράς Γρατιανός, Μανόλης Κοσκινιάτης, Φραγγούλης Ζακούρης, Ιωάννης Στρατηγόπουλος καί Νικόλαος Καντακουζηνός, μαζί μέ κρυπτοχριστιανούς γενίτσαρους προσπάθησαν νά πείσουν τούς Ιωαννίτες νά στείλουν στόλο γιά νά ανακαταλάβουν τό νησί. Μάλιστα ο μητροπολίτης Ευθύμιος τό 1528 έστειλε επιστολή στόν πάπα εξορκίζοντάς τον νά βοηθήσει στήν επιχείρηση: "... επί πλέον δέν δυνάμεθα νά υποφέρωμεν τήν ελεεινήν δουλείαν καί αθλιότητα, εν η ευρισκόμεθα, αδυνατούμεν ν'ανεχθώμεν επί πλέον βλέποντες τάς σκληροτάτας καταφρονήσεις, τάς οποίας οσημέραι ο άθλιος καί αξιοδάκρυτος ούτος λαός υποφέρει. Πολύ δέ φοβούμεθα μήπως η τόση βραδύτης προξενήση τόν θάνατον καί ημών καί πασών τών οικογενειών καί ημετέρων συγγενών." Πράγματι η Δύση δέν προσπάθησε ανακατάληψη της Ρόδου, η συνομωσία αποκαλύφθηκε καί οι Τούρκοι εκτέλεσαν όλους τούς συνομώτες, συμπεριλαμβανομένου καί τού άτυχου μητροπολίτη.

Ο Κάρολος Ε', σέ μία προσπάθεια αντιπερισπασμού, οργάνωσε ένα ναυτικό συνασπισμό μέ στόχο τήν Πελοπόννησο, ώστε νά αμβλυνθούν οι πιέσεις πού δεχόταν στήν κεντρική Ευρώπη. Ο στόλος πού οργανώθηκε αποτελείτο από γενουατικά, ισπανικά, παπικά πλοία αλλά καί γαλέρες από τό τάγμα τών ιπποτών της Μάλτας. Επικεφαλής βρισκόταν ο Ανδρέας Ντόρια (Doria), ένας αξιόμαχος Γενουάτης ευγενής, ενώ η χριστιανική δύναμη περιελάμβανε Ιταλούς, Ισπανούς, Γερμανούς καί φυσικά Έλληνες καί Αλβανούς stradioti. Στίς 21 Σεπτεμβρίου 1532 παραδόθηκε η Κορώνη, όταν σέ ενέδρα σκοτώθηκαν καί οι επτακόσιοι σπαχήδες πού στάλθηκαν ως ενισχύσεις από τήν Σπάρτη, καί τά κεφάλια τών δύο αρχηγών τους τοποθετήθηκαν σέ δόρατα έξω από τά τείχη της πόλης. Κατά τή διάρκεια της πολιορκίας σκοτώθηκαν οι παλαίμαχοι μαχητές Θεόδωρος Μπόχαλης καί Θεόδωρος Βοσκίτης. Η διοίκηση της πόλης ανατέθηκε σέ ισπανική φρουρά 2000 ανδρών, υπό τήν αρχηγία τού Ιερώνυμου Mendoza. Ο Ντόρια προχώρησε βορειότερα, τόν Οκτώβριο κατέλαβε τήν Πάτρα καί ακολούθησε η κατάληψη τών φρουρίων τού Ρίου καί τού Αντιρρίου, όπου οι χριστιανοί καί κυρίως οι Έλληνες προέβησαν σέ άγρια σφαγή τών υπερασπιστών τών δύο φρουρίων, σύμφωνα μέ τήν αφήγηση τού απεσταλμένου τού βασιλιά της Γαλλίας Φραγκίσκου Α'. Μέ τήν έλευση τού φθινοπώρου, ο Doria πέρασε στήν Κεφαλλονιά καί από εκεί επέστρεψε θριαμβευτής στήν Ιταλία. Πάντως η επανάσταση δέν γενικεύτηκε στό Μορηά, διότι οι Ρωμιοί γνώριζαν ότι όταν θά άλλαζαν τά συμφέροντα τών ευρωπαϊκών δυνάμεων θά έμεναν μόνοι καί αβοήθητοι στό έλεος τών Τούρκων. Εκείνοι πού σήκωσαν πάλι τά όπλα εναντίων τών κατακτητών ήταν οι ατίθασοι Ηπειρώτες στήν περιοχή της Χιμάρας.

Οπως ήταν επόμενο, τό επόμενο καλοκαίρι, η Υψηλή Πύλη απέστειλε ισχυρές χερσαίες δυνάμεις, μέ επικεφαλής τόν σαντζάκμπεη τού Μοριά, οι οποίες έφθασαν στή Μεσσηνία τόν Απρίλιο τού 1533, ενώ στόλος 80 σκαφών, υπό τή διοίκηση τού Λουφτή μπέη, απέκλεισε τό λιμάνι της Κορώνης. Στό μεταξύ στήν πόλη είχαν εισέλθει "Grecci estratiotas", (από τίς οικογένειες Μάνεση, Κατωγίτη, Βαρβάτη, Στρατηγού, Ρωμανού, Μενάγια, Καπνίση κ.ά.) ενώ τή διοίκηση ανέλαβε ο Ισπανός Rodrigo de Machicao. Ο στόλος τού Doria κατέφθασε μέ βοήθεια γιά τούς πολιορκημένους καί απώθησε τόν οθωμανικό στόλο στά ανοικτά τού πελάγους. Τόν Αύγουστο όμως ο χριστιανικός στόλος αναχώρησε γιά τήν Ιταλία, αφήνοντας μόνους τούς αμυνομένους οι οποίοι είχαν νά αντιμετωπίσουν εκτός από τίς ισχυρές πολιορκητικές δυνάμεις, τήν πείνα καί τόν λοιμό μέ αποτέλεσμα νά αποδεκατιστούν. Παρόλες τίς δυσκολίες επιχειρούσαν εξόδους γιά νά εξοικονομήσουν τρόφιμα καί μάλιστα η πιό παράτολμη νυκτερινή έξοδος έγινε στό τουρκοχώρι της Ανδρούσας όπου κατετρόπωσαν τούς χίλιους γενίτσαρους πού στάθμευαν εκεί, ενώ έκαψαν τά ιπποστάσια καί τίς αποθήκες τών πολεμοφοδίων. Δυστυχώς όμως ο γενναίος Μακικάο, πού ηγείτο της μάχης, σκοτώθηκε από σφαίρα στό κεφάλι, οι χριστιανοί οπισθοχώρησαν καί έθαψαν μέ τιμές τόν γενναίο Ισπανό πολεμιστή. Επιτέλους, τόν Μάρτιο τού 1534, ο αυτοκράτορας Κάρολος E' έστειλε πλοία τά οποία παρέλαβαν τόν πληθυσμό της Κορώνης καί τήν φρουρά της μέ προορισμό τήν Κάτω Ιταλία. Εκεί οι Έλληνες πού άφησαν τή γη της Μεσσηνίας γιά πάντα, θά ενωθούν μέ τούς άλλους συμπατριώτες τους (Grecanoi), θά εξελιχθούν σέ δυναμική κοινότητα καί θά διατηρήσουν τόν ελληνικό τους χαρακτήρα γιά τρείς αιώνες περίπου, μέχρι νά αλλαξοπιστήσουν καί νά γίνουν καθολικοί, ύστερα από τήν αφόρητη πίεση τών καθολικών ιερέων τού Βατικανού.

Τά επόμενα δύο χρόνια, ο Σουλεϊμάν κάνει δύο εντυπωσιακές ενέργειες. Κλείνει μέ τόν βασιλέα της Γαλλίας, Φραγκίσκο Α', τήν "ανίερη" γαλλοτουρκική συνθήκη τού 1535, ενώ ορίζει ως νέο αρχιναύαρχο τού αυτοκρατορικού στόλου τόν διαβόητο πειρατή Χαϊρεντίν, τόν επονομαζόμενο Μπαρμπαρόσσα. (Ο Χαϊρεντίν [Χρήστος] ήταν Ρωμηός στήν καταγωγή από τήν Μυτιλήνη, αλλά εξισλαμίσθηκε καί μαζί μέ τόν αδελφό του [Ουρούτζ] Αρη, αποτέλεσαν ένα τρομερό δίδυμο ικανότατων πειρατών, πού σκορπούσαν τόν τρόμο στούς χριστιανούς καί τήν υπερηφάνεια στούς μουσουλμάνους. Πολέμησαν στό Αιγαίο, στή Βόρεια Αφρική, αλλά καί σέ κάθε γωνιά της Μεσογείου, ενώ στήν Τύνιδα, ο Ουρούτζ σκοτώθηκε από τούς Ισπανούς). Τό 1535, Ο Barbarossa αποβιβάστηκε στήν Απουλία όπου έκανε τρομακτικές επιδρομές καί κατέστρεψε ολοσχερώς τό Ρήγιον, μεταφέροντας έτσι τόν πόλεμο μέ τούς Λατίνους μέσα στά εδάφη τους.

Τήν άνοιξη τού 1537, ο ικανότατος Σουλεϊμάν εξορμά εκ νέου, μέ χερσαίες δυνάμεις καί φθάνει στήν Βόρειο Ήπειρο, ενώ ο Χαϊρεντίν τόν συναντά στήν Αυλώνα μέ τόν πανίσχυρο στόλο του. Στόχος αφ'ενός απόβαση στήν Απουλία καί αφετέρου επιβολή της τάξεως στούς επαναστάτες της Χιμάρας. Οι Χιμαριώτες αποσύρθηκαν αμέσως στά ορεινά τους κρησφύγετα καί κατέφυγαν σέ ανταρτοπόλεμο εναντίον τού πολυάριθμου αυτοκρατορικού στρατού. Μάλιστα σέ μία νυκτερινή επιδρομή ο γενναίος οπλαρχηγός Δαμιανός έφτασε έξω από τήν αυτοκρατορική σκηνή καί ενώ επιχείρησε νά τήν κάψει συνελήφθη από τούς φύλακες τού σουλτάνου. Ο Δαμιανός βασανίστηκε φρικτά γιά νά αποκαλύψει τίς θέσεις τών επαναστατών καί στό τέλος παλουκώθηκε.

Ο Σουλεϊμάν, ενώ κήρυττε καί επισήμως τόν πόλεμο κατά της Βενετίας, έστελνε τόν Barbarossa νά ερημώσει τά παράλια της Απουλίας καί νά μεταφέρει χιλιάδες αιχμαλώτους από τό Βρινδήσιον (Brindisi) στό στρατόπεδο της Αυλώνας. Αλλά καί ο Γενουάτης ναύαρχος Ντόρια παρενοχλούσε διαρκώς τόν οθωμανικό στόλο σημειώνοντας μεγάλη νίκη στά ανοικτά της Πρέβεζας. Στίς 25 Αυγούστου 1537, ο οθωμανικός στόλος έριχνε άγκυρα μπροστά από τη βενετοκρατούμενη Κέρκυρα τήν οποία υπερασπίζονταν 3000 Βενετοί καί Έλληνες μαχητές. Οι Οθωμανοί στρατιώτες τού σουλτάνου πέρασαν από τό Αργυρόκαστρο, τήν Παραμυθιά καί αφού διεκπεραιώθηκαν απέναντι στό νησί, ξεχύθηκαν στά ενδότερα, λεηλατώντας χωριά καί ερημώνοντας τήν ύπαιθρο. Αλλά ας αφήσουμε τόν ιστορικό της εποχής καί Κερκυραίο Νίκανδρο Νούκιο, νά μας περιγράψει τά γεγονότα, σημειώνοντας ότι η αφήγησή του έχει πολύ συναίσθημα, δεδομένου ότι είναι αυτόπτης μάρτυρας της καταστροφής της αγαπημένης του πατρίδας:

"Μαθών δέ ταύθ'ο Τούρκων δυνάστης, πρός τούς Ουενετούς εκήρυττε πόλεμον, Τούρκοι άτακτοι (αζάπηδες) Ιαννούζη καί Χαϊρατινέω ες τούτο παροτρυνάντων, ως ελέγετο. Όθεν ες Κέρκυραν, οιμοί, πατρίδα εμήν απάραι τόν στόλον επέταξεν.... Ο δέ Χαϊρατίνης σύν ταις αμφ'αυτόν τριήρεσιν ως τήν πόλιν ελθών καί πλησίον ταύτης τόν εμβάντα ταις ναυσί στρατόν ες γήν αποτιθείς, τάς εκ της αντιπέραν Ηπείρου τών δυνάμεων ταις ναυσί διεπόρθμευε.... Ω πως αδακρυτί τήν μνήμην ενέγκω τή ενσκηψάση σοι συμφορά, γλυκειά μοι πατρίς! Τήν νήσον πυρί καί σιδήρω καταναλώσαι, τήν δέ πόλιν, ει δυνατόν παραστήσαι. Οι μέν ουν βάρβαροι, ανά τήν πόλιν σκεδασθέντες, πυρ ταις οικίαις ενιέντες, τούς δ'αλισκόμενους ες ανδραπόδων επείχον τάξιν, πολλούς δέ κατέκτεινον. Αι δέ λοιπαί δυνάμεις, περαιωθέντες, ως είρηται, ες τά πέριξ εφέροντο χωρία της πόλεως, καί επί πάσαν διασκεδασθέντες τήν νήσον, ωμότατα τοίς εντυγχάνουσι διετίθεντο, κτείνοντες, ζωγρούντες, λεηλατούντες, σκυλεύοντες, διαφθείροντες, παίδων, παρθενών καί μειρακίων ου φειδόμενοι, πρέσβυτας καί πρεσβυτίδας ανηλεώς κατασφάττοντες, ευκτηρίους οίκους καταμιαίνοντες, αίματι ανθρωπαίω τοις αλόγων μιγνύντες...."

Καί ενώ οι πληθυσμοί τών χωριών της Κέρκυρας υπέφεραν, στρατιωτικά ο Χαϊρεδίν απέτυχε, τό φρούριο της πρωτεύουσας άντεξε καί τόν Σεπτέμβριο τού 1537, λύθηκε η πολιορκία. Οι Βενετοί όμως θά παραχωρούσαν στό σουλτάνο τά κάστρα τού Βουθρωτού καί της Πάργας.

Σειρά νά υποστούν τίς φοβερές επιδρομές τού Μπαρμπαρόσσα, είχαν οι νησιωτες κάτοικοι του Αιγαίου, οι οποίοι βρίσκονταν υπό φράγκικη διοίκηση. Τόν Οκτώβριο τού 1537, καταλήφθηκε η Αίγινα καί ακολούθησε η Σέριφος, η Ιος, η Αστυπάλαια, η Αμοργός (των Querin), η Πάρος (των Sagredo), η Νάξος (των Crispo), η Μύκονος καί η Ανδρος. O πόνος τών νησιωτών καταγράφηκε καί στά δημοτικά τραγούδια καί παραθέτω ένα από αυτά, πού θέλει τήν Παναγία τήν Καταπολιανή νά θρηνεί τήν καταστροφή της Πάρου από τόν Μπαρμπαρόσσα:

"Όλα τά Δωδεκάννησα στέκουν αναπαμένα
κ'η Πάρος η βαριόμοιρη στέκετ'αποκλεισμένη
κ'όσοι τήν ξεύρουν κλέουν την κι'όλοι τήνε λυπούντε
καί σάν τήν κλαίη η Δέσποινα κανείς δέν τήνε κλαίγει"

Τήν ίδια περίοδο ο διοικητής τού Μορέως Κασίμ Μπέης διετάχθη νά πολιορκήσει τά δύο τελευταία βενετικά φρούρια στήν Πελοπόννησο, τό Ναύπλιο καί τή Μονεμβασιά. Ο Κασίμ ερήμωσε τήν ύπαιθρο τού Ναυπλίου καί εκπόρθησε τό οχυρό τού Καστριού (της οικογένειας τού Παλαιολόγου) καί τό Θερμήσι. Στή συνέχεια έστησε τήν σκηνή του έξω από τά τείχη τού Ναυπλίου, γιά νά αρχίσει μία πολιορκία (Σεπτέμβριος 1537), η οποία θά κρατούσε τρία ολόκληρα χρόνια, ενώ άλλες δυνάμεις του πολιορκούσαν τήν Μονεμβασιά (Μαλβασία). Τό βάρος της άμυνας τών δύο πόλεων τό έφεραν οι Έλληνες καί οι Αλβανοί ντόπιοι μαχητές. Η κατάσταση βέβαια τών πολιορκημένων ήταν τραγική, καθώς θερίζονταν από τίς επιδημίες λόγω του μολυσμένου πόσιμου νερού καί από τήν πείνα. Αναγκάζονταν λοιπόν άνδρες της φρουράς νά εγκαταλείπουν τίς θέσεις τους στούς προμαχώνες καί νά αναζητούν μέ εξόδους στήν ύπαιθρο, τρόφιμα καί νερό. Στίς 5 Απριλίου 1538, 200 επίλεκτοι ιππείς, υπό τήν ηγεσία τών Βενετών Βρετού Μποζίκη καί Ρογγόνη, σέ μία επιδρομή στό λόφο τού Προφήτη Ηλία, αποδεκατίστηκαν από ανώτερες δυνάμεις καί οι δύο γενναιόι Ιταλοί αρχηγοί σκοτώθηκαν. Επειδή οι αυτόπτες μάρτυρες αποτελούν τήν πιό αξιόπιστη πηγή αληθείας, ας διαβάσουμε απόσπασμα από τήν διήγηση τού Δωρόθεου μητροπολίτη Μονεμβασίας σχετικά μέ τήν πολιορκία τού Ναυπλίου:

"... καί μετέπειτα επήγεν ο Κασίμ πασάς εις τούς πύργους τού Καστρίου, καί δέν ημπόρεσε νά τούς πάρη, καί έκαψέ τους, καί επαραδόθησαν διά νά μή καγούν, καί πολλοί έπεσαν κάτω μέ σχοινία, καί εσκλαβώθηκαν διά νά μή πεθάνουν, τότε πήρε καί τούς Παλαιολόγους, τόν κύρ Ανδρόνικον, τόν κύρ Νικόλαον, τόν κύρ Θεόδωρον καί κύρ Δημήτριον, καί εις τό 'Αργος έκοψε τά κεφάλια τους..... καί η αρμάδα όταν υπήγαινεν ήλθεν εις Αίγιναν καί επήρεν τήν αφλζ' εν μηνί Οκτωβρίω καί άφηκέ την έρημον, καί άλλα νησιά, καί εφόρτωσεν αιχμαλωσία, καί υπάγει εις τήν Πόλιν..... καί η μάχη εκράτειε χρόνους γ', καί επολεμούντο τά δύο κάστρη τού Ναυπλίου καί της Μονεμβασίας, καί εσκοτώθηκαν πολλοί Χριστιανοί καί άλλοι απέθαναν από τήν πείναν καί τήν δίψαν, ότι δέν είχαν νερόν καί έπιναν βλυχόν.... καί οι Τούρκοι έδωκαν λουμπάρδαις καί τότε οι Τούρκοι έδραμαν εις τό φουσάτον τών Ρωμαίων καί έκοψαν πολλούς, καί ήλθαν εις τήν πόρταν τού κάστρου, τότε ευγήκεν ο γενναιότατος κύρ Δομένιγος Μποζίκης απάνω τους, καί άλλους έκοψε άλλους εκρέμνισε..."

Η μοίρα τών αιχμαλώτων ήταν τραγική καί ιδιαίτερα όσων δούλευαν στά κάτεργα (κατεργάρηδες) τραβώντας κουπί, μέρα καί νύκτα. Ενας Τσέχος διπλωμάτης, ο οποίος αιχμαλωτίσθηκε από Τούρκους καί αλυσοδέθηκε σέ γαλέρα αναφέρει: "Ο σκλάβος είναι δεμένος μέ αλυσίδες από τό ένα πόδι κάτω από τόν πάγκο καί τόν αφήνουν ελεύθερο μόνο γιά νά τραβάει κουπί. Από τή μεγάλη ζέστη είναι αδύνατο νά κωπηλατήσει παρά μόνο γυμνός καί τό δέρμα του καίγεται σάν τού καψαλισμένου γουρουνιού, η τροφή είναι δύο κομμάτια γαλέτα, είμαστε γεμάτοι ψείρες καί κοριούς, η ζωή μας είναι σκέτη κόλαση. Οποιος προσπαθήσει νά δραπετεύσει τιμωρείται μέ φάλαγγα καί μένει δεμένος μέ αλυσίδες δέκα μήνες..."

Εν τω μεταξύ στή δυτική Ευρώπη τό 1538, συγκροτήθηκε επί τέλους νέα αντιτουρκική συμμαχία. Ο πάπας Παύλος Γ', ο Γερμανός αυτοκράτορας Κάρολος Ε', ο αδελφός του Φερδινάνδος της Αυστρίας καί η Βενετία υπέγραψαν τήν "Santa Lega", η οποία μεταξύ άλλων προέβλεπε τήν αποκατάσταση τών Βενετών στίς χαμένες κτήσεις τους καί τήν ενθρόνιση τού Καρόλου στήν Κωνσταντινούπολη ως συνεχιστής της Ανατολικής Αυτοκρατορίας. Οι Λατίνοι ηγεμόνες συγκέντρωσαν αξιόλογες δυνάμεις στρατού (70000 άνδρες), 200 γαλέρες καί άλλα πολεμικά σκάφη (παπικά, βενετικά, ισπανικά, μαλτέζικα κ.ά). Γενικός διοικητής τού στόλου ορίστηκε ο εβδομηνταδυάχρονος Andrea Doria, αρχηγός τών βενετικών πλοίων ο Vicentio Capello, διοικητής τών Ισπανών πεζών ο αντιβασιλεύς της Σικελίας Φερδινάνδος Gonzaga καί αρχηγός τών Ελλήνων καί Αλβανών στρατιωτών ο Γενουάτης Spinola. O Σουλεϊμάν Α', μόλις πληροφορήθηκε γιά τήν χριστιανική συμμαχία, έστειλε τόν Μπαρμπαρόσσα νά προσβάλλη τίς βενετικές κτήσεις Αδελφοί Μπαρμπαρόσσα στό Ιόνιο πέλαγος. Ο διαβόητος πειρατής, αφού ερήμωσε τίς Σποράδες, πέρασε ανεπιτυχώς από τά Χανιά καί κατέληξε στόν Αμβρακικό κόλπο, προστατευόμενος από τά κανόνια της Πρέβεζας. Στίς 25 Σεπτεμβρίου 1538, συναντήθηκαν οι δύο στόλοι. Οι μουσουλμάνοι ναυτικοί αποδείχθησαν πιό τολμηροί καί μέ πρωταγωνιστές τούς κουρσάρους Ντραγούτ ρεΐς, Σαλίχ ρεΐς καί Ταμπάκ ρεΐς, βύθισαν δύο γαλέρες καί συνέλαβαν άλλες δύο, ενώ ο χριστιανικός στόλος οπισθοχωρούσε πρός τήν Κέρκυρα, από όπου δέν τόλμησε νά ξαναβγεί στά ανοικτά.

Ενώ η συμμαχία είχε ξεκινήσει μέ τούς καλύτερους οιωνούς, φέρνοντας ελπίδες στούς υπόδουλους Ελληνες, οι αντιδικίες καί οι διαφωνίες κυρίως μεταξύ Ισπανών καί Βενετών, οδήγησαν τήν εκστρατεία σέ πλήρη αποτυχία. Οι Βενετοί, δόλιοι καί ύπουλοι, δέν έβλεπαν ευνοϊκά τήν παρουσία άλλων Ευρωπαίων στίς πρώην κτήσεις τους, στά εδάφη τού Levante (τά κάποτε Ελληνικά εδάφη), καί άρχισαν μυστικές διαπραγματεύσεις μέ τόν σουλτάνο. Κατέδωσαν μάλιστα στούς Τούρκους τόν Πέτρο Σέκουλα, πού είχε αποσταλεί από τόν Κάρολο E' στήν Πελοπόννησο, μέ σκοπό νά οργανώσει επαναστατικές ομάδες. Ο Σέκουλας οδηγήθηκε στήν Πόλη καί αποκεφαλίσθηκε. Ακολούθησε μία ακόμα τουρκοβενετική συνθήκη, στίς 2 Οκωβρίου 1540, σύμφωνα μέ τήν οποία όλα τά νησιά τού Αιγαίου, πού είχε κατακτήσει ο Χαΐρεδίν, καθώς καί τό Ναύπλιο καί η Μονεμβασιά παραδίδονταν στήν Οθωμανική Αυτοκρατορία. Η Γαληνοτάτη Δημοκρατία, υποχρεώθηκε νά πληρώσει 300000 βενετικά δουκάτα ως πολεμική αποζημίωση, ενώ διατήρησε τά νησιά τού Ιονίου, τά Κύθηρα καί τήν Κύπρο. Νέος ξεριζωμός στόν Μωρηά, αυτή τήν φορά από τούς κατοίκους τού Ναυπλίου καί της Μονεμβασιάς πού αφήνουν γιά πάντα τά σπίτια τους καί τά χώματά τους, γιά νά καταφύγουν στή Βενετία, τήν Κρήτη καί τήν Κέρκυρα. Η Πελοπόννησος καί όχι μόνο, από τό 1204 καί έπειτα, διαρκώς δέρνεται, ερημώνεται, εγκαταλείπεται. Καί όμως η Ρωμιοσύνη κρατάει, αντέχει, επιμένει. Οι Ελληνες της Δύσης ακατάπαυστα παροτρύνουν τούς Φράγκους ηγεμόνες νά επανέλθουν μέ νέες δυνάμεις γιά νά αποτινάξουν τόν ζυγό τών βαρβάρων. Ακολουθεί επιστολή τού Κερκυραίου Αντώνιου Έπαρχου: "Ασπαζόμενος τήν ελευθερίαν καί τό της δουλείας επάρατον αίσχος εν αλλοδαπή νυνί διατρίβω... άρε τά όπλα, αναγιγνώσκων τάς τών προγόνων ημων βίβλους, τήν αρετήν προτιθείς τών ανδρών, τήν περί λόγους δύναμιν, τήν σοφίαν, τήν στρατηγίαν, καί τά λοιπά τών αγαθών, ά δή πάντα ου μόνον εξεύρον Ελληνες, αλλά καί λαμπρώς εξειργάσαντο...." Επιστολή (1555) τού Αυγέριου Βουσβέκη, πρέσβη τού αυτοκράτορα της Γερμανίας Φερδινάνδου: "Η Ελλάς, η άλλοτε ευκλεεστάτη, νυν δε αναξίως πιεζομένην υπό δουλείαν, η πάλαι ποτέ διδάσκαλος των ωραίων τεχνών καί ελευθερίου μαθήσεως, φαίνεται αναζητούσα τήν παιδείαν τήν οποίαν εις ημάς παρέδωκε, καί χάριν της κοινής πίστεως ικετεύουσα αρρωγήν κατά της Σκυθικής βαρβαρότητος...."

Πολιορκία της Μάλτας - 1566

Ο νικηφόρος γιά τούς Οθωμανούς πόλεμος τού 1538-1540 δέν αποτελούσε παρά ένα μονάχα κρίκο στήν αλυσίδα τών επιτυχιών του Σουλεϊμάν τού Μεγαλοπρεπούς στά μέτωπα τού βορρά (Ουγγαρία, Μολδαβία), στήν ανατολή (Γεωργία, Αρμενία, Περσία), στό νότο (Υεμένη) καί στή Μεσόγειο, όπου τό 1551 μέ τόν Ντραγούτ ρεΐς κατέλαβε τήν Τρίπολη καί τό 1560 μέ τόν Πιαλή πασά κατέλαβε τήν Τζέρμπα. Εξαίρεση στόν κανόνα αποτέλεσε η εκστρατεία στήν Μάλτα τό 1565. Τήν Μάλτα τήν υπερασπίζονταν τό τάγμα τών Ιωαννιτών, πού είχε καταφύγει εκεί μετά τήν απώλεια της Ρόδου τό 1522. Ο ηλικιωμένος Μεγάλος Μάγιστρος ντε λα Βαλέτ, ανέλαβε τήν οργάνωση της άμυνας της πόλης καί είχε στή διάθεσή του 7000 άνδρες κάθε εθνικότητας (Ιταλούς, Ισπανούς, Γάλλους, Γερμανούς, Ελληνες καί Μαλτέζους). Τό Μάΐο τού 1565, ξεκίνησε η πολιορκία τών τριών φρουρίων (Αγιος Αγγελος, Αγιος Ελμος καί Αγιος Μιχαήλ), πού αποτελούσαν τά βασικά οχυρά της πρωτεύουσας. Οι επιτιθέμενοι ήταν 6500 γενίτσαροι, 9000 σπαχήδες, 20000 πεζοί Τούρκοι καί 20000 μουσουλμάνοι από τήν Αλγερία καί τήν Τρίπολη. Ο Οθωμανικός στόλος αποτελείτο από 300 πλοία κατάφορτα μέ δεκάδες κανόνια καί εφόδια.

Οι δύο στρατηγοί της πολιορκίας ήταν ο ηλικιωμένος Μουσταφά πασάς καί ο νεότατος Πιαλή πασάς καί αυτή ακριβώς η διαφορά ηλικίας, τούς έκανε νά έρχονται συχνά σέ διαφωνίες καί προστριβές. Οι Ιωαννίτες ιππότες πολεμούσαν μέ γενναιότητα καί αυτοθυσία, όπως μέ τήν ίδια γενναιότητα πολεμούσαν καί οι υπερήφανοι σπαχήδες καί οι άγριοι Βερβερίνοι. Τό κάστρο τού Αγίου Έλμου έπεσε στίς 23 Ιουνίου όπου οι χριστιανοί υπερασπιστές πολέμησαν μέχρις εσχάτων. Διέφυγαν κολυμπώντας μόλις πέντε ιππότες ενώ αιχμαλωτίσθηκαν εννέα. Οι εννέα αιχμάλωτοι βασανίσθηκαν απάνθρωπα καί τά κεφάλια τους τά περιέφεραν έξω από τά τείχη τού Αγίου Αγγέλου. Ο ντε λα Βαλέτ απάντησε μέ παρόμοιες μεθόδους καί έστειλε κεφάλια αιχμαλώτων μέσα σέ καλάθια, σάν δώρο στούς δύο πασάδες στρατηγούς. Η αγριότητα, η ευτέλεια της ανθρώπινης ζωής καί της αξιοπρέπειας χαρακτήριζαν εκείνη τήν εποχή.

Οι Τούρκοι ετοίμαζαν γενική έφοδο στό κάστρο τού Αγίου Μιχαήλ, αλλά τά σχέδιά τους τά πληροφορήθηκε ο μάγιστρος από τόν Λάσκαρι, Ελληνα αξιωματικό τού τουρκικού στρατού, πού αυτομόλησε στούς Ιωαννίτες. Στίς 15 Ιουλίου οι αλλαλάζοντες γενίτσαροι καί σπαχήδες αποκρούστηκαν μέ επιτυχία καί οι χριστιανοί βγήκαν από τά οχυρά τους, κατασφάζοντας τούς μουσουλμάνους καί εκδικούμενοι έτσι τούς νεκρούς τού Αγίου Ελμου. Οι ενισχύσεις 8000 άριστα εκπαιδευμένων Ισπανών στρατιωτών από τήν Σικελία υπό τήν διοίκηση τού Γκαρσία ντε Τολέδο, έφεραν τό τελειωτικό κτύπημα στόν Οθωμανικό στρατό, ο οποίος επιβιβάστηκε πανικόβλητος στά πλοία του καί αποχώρησε γιά τήν Κωνσταντινούπολη. Οθωμανοί εναντίον Ευρωπαίων Ο Ιωαννίτες θά συνέχιζαν νά είναι οι κυρίαρχοι της Μάλτας γιά δύο αιώνες, ενώ ο de la Valette θά έβαζε δύο χρόνια αργότερα τόν θεμέλιο λίθο στή νέα πρωτεύουσα, που πρός τιμή του θά ονομαζόταν Βαλέτα.

Tό επόμενο έτος ο Πιαλή πασάς κατέπλευσε πρός τή Χίο, η οποία διοικείτο από τήν γενουατική εμπορική εταιρεία Mahona, καί απαίτησε τά καθυστερούμενα, από τόν φόρο υποτέλειας πού πλήρωνε η εταιρεία στό σουλτάνο. Καί ενώ οι Γενουάτες υποσχέθηκαν ότι θά ικανοποιήσουν τίς απαιτήσεις άμεσα, αποβιβάστηκαν 10000 τούρκοι στρατιώτες καί κατέλαβαν τό πλούσιο νησί στίς 17 Απριλίου 1566. Οι 500 Ευρωπαίοι υπήκοοι πού βρίσκονταν στή Χίο ρίχτηκαν κωπηλάτες στίς τουρκικές γαλέρες. Ο Πιαλή πασάς συνέχισε τήν πορεία του πρός τήν Βόρεια Ηπειρο, όπου Αλβανοί καί Ελληνες είχαν σκοτώσει τούς απεσταλμένους τού σουλτάνου πού είχαν έρθει νά στρατολογήσουν παιδιά (παιδομάζωμα - devshisrme) καί στή συνέχεια είχαν επιτεθεί σέ τουρκικές φρουρές. Οι αδούλωτοι Ηπειρώτες επαναστάτες αντιμετώπισαν μέ επιτυχία τόν αυτοκρατορικό στρατό καί ο Πιαλή πασάς ταπεινωμένος, τό φθινόπωρο τού 1566 επέστρεψε στήν Κωνσταντινούπολη.


Κατάκτηση της Κύπρου - 1571

Ο Σελίμ Β' ανέβηκε στόν θρόνο της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας τό 1566 καί παρέδωσε τήν εκμετάλλευση τών νησιών των Κυκλάδων (Πάρου, Νάξου, Άνδρου, Θήρας, Μήλου, Σύρου κ.ά.) στόν πανούργο Εβραίο έμπορο Ιωσήφ Νάζη. Αυτός ήταν πού προέτρεψε τόν σουλτάνο νά εκστρατεύσει κατά της Κύπρου γιά νά τήν καταλάβει, δεδομένου ότι αποτελούσε εμπόδιο στήν διέλευση μωαμεθανικών εμπορικών πλοίων, από τήν νεοαποκτηθείσα Αίγυπτο μέχρι τήν Κωνσταντινούπολη. Η Κύπρος στέναζε κάτω από τή βενετσιάνικη κατοχή καί οι χωρικοί υπηρετούσαν σάν δούλοι τούς Ιταλούς άρχοντες, μέ αποτέλεσμα πολλά χωριά νά καλέσουν τόν Σελίμ νά έρθει νά τούς απαλλάξει από τούς δυνάστες τους. Οι Βενετοί μάλιστα, όχι μόνο δέν είχαν οργανώσει κατάλληλα τήν άμυνα της Μεγαλοννήσου, αλλά πλήρωσαν τή δόλια πολιτική τους στούς πολέμους τών Ευρωπαίων εναντίον τών Οθωμανών, αφού η πανίσχυρη Ισπανία αρνήθηκε νά τούς συνδράμει στήν προσπάθεια νά κρατήσουν τό νησί. Οι Τούρκοι, ως συνήθως, κινήθηκαν τάχιστα καί δύο αρμάδες απέπλευσαν από τήν Καλλίπολη. Η πρώτη (80 γαλέρες καί 30 γαλεότες) είχε ναύαρχο τόν Πιαλή πασά καί η δεύτερη (36 γαλέρες καί 12 φούστες) τόν καπουδάν Αλή πασά. Χερσαίες δυνάμεις 80000 ανδρών, μέ διοικητή τό Λαλά Μουσταφά πασά, πέρασαν μέ αποβατικά σκάφη από τήν Καραμανία στήν Πάφο καί στήν Λεμεσό, όπου συναντήθηκαν μέ τόν τεράστιο στόλο τών 350 σκαφών τών δύο πασάδων. Στίς 26 Ιουλίου 1570, οι πράσινες σημαίες μέ τήν ημισέληνο, κυμάτιζαν έξω από τά τείχη της πρωτεύουσας της Μεγαλοννήσου, Λευκωσίας.

Τήν ευθύνη της αμύνας της Λευκωσίας τήν είχε ο Ενετός Νικόλαος Dandolo, μαζί μέ τόν Κύπριο Ευγένιο Συγκλητικό ή Ρουχιά, οι οποίοι είχαν στή διάθεσή τους 3000 μάχιμους άνδρες. Διασώζεται καί ομιλία τού επισκόπου Πάφου, στήν εκκλησία της Αγίας Σοφίας μέ τήν οποία καλούσε τούς πιστούς νά πολεμήσουν "διά τήν πίστιν καί διά τήν πατρίδα". Στό μεταξύ οι επιτιθέμενοι βομβάρδιζαν ασταμάτητα τά τείχη, έσκαβαν λαγούμια καί απέκλειαν κάθε οδό επικοινωνίας μέ τόν έξω κόσμο. Οι αμυνόμενοι μέ αρχηγούς τόν Ιωάννη Σωζομενό, τόν Κόντο Ροντάκη καί τόν Ανδρέα Κουρτέση, έκαναν εξόδους, προκαλώντας δολιοφθορές στό αντίπαλο στρατόπεδο, δηλητηριάζοντας πηγάδια ή καταστρέφοντας αποθήκες τροφίμων. Μάταια όμως. Στίς 9 Σεπτεμβρίου ο Μουσταφά πασάς έκανε τήν μεγάλη έφοδο καί κατάφερε μέσα από ανοίγματα στά τείχη νά εισβάλλει στήν πόλη. Τίς τρομερές τελευταίες στιγμές πού έζησαν οι Ελληνες καί οι Ιταλοί κάτοικοι, τίς διηγείται στό χρονικό τού (1788) ο αρχιμανδρίτης Κυπριανός:

"... ο εχθρός δέν άφηνε ζωντανόν μήτε άνδρας μήτε γυναίκας μήτε βρέφος, τέλος πάντων ότι ηπάντει ηφάνιζε μέ τήν μάχαιραν, εις τούς δρόμους έτρεχε τό αίμα, καί κοκκίνιζε τό έδαφος, καί εις ολίγον διάστημα βουνά από θανατωμένους. Ποίων αι κεφαλαί, ποίων τά χέρια, ποίων ποδάρια διαχωρισμένα, ποίωνο εμυαλός έξω..... Επιάσθη ο τοποτηρητής Δάνδολος, καί ο πασάς επρόσταξε καί τού έκοψαν τήν κεφαλήν, καί τήν έστειλεν εις τόν καπετάνον της Κυρήνιας, όστις ιδών αυτήν επαρεδόθη....έμπροσθεν της καθεδρικής εκκλησίας τών Ρωμαίων εθανατώθησαν πολλοί μοναχοί καί ιερείς αυτού τού γένους καί δύο επίσκοποι Ρωμαίων....Αυτή η φοβερά σφαγή καί αρπαγή εβάσταξε σχεδόν τρείς ημέρας. Εγδυσαν τάς εκκλησίας, τάς ιεράς τράπεζας εκατατσάκισαν, έκαμαν ένα πλούσιον λεηλατισμόν, όπου οι ίδιοι έλεγον, πως υπερέβαινεν εκείνον της Κωνσταντινουπόλεως.... Παρελθούσης της ημέρας, όπου επάρθη η χώρα, έγινε παζάρι, καί πρώτον επωλούντο τά ωραία παιδία καί αι ωραίαι παιδίσκαι. Τούς σκλαβωμένους επώλουν εις αχρείαν τιμήν, τούς δέ δυνατούς διά τήν γαλέραν μέ περισσότεραν... Εφονεύθησαν δέ εις αυτήν τήν αποφράδα ημέραν περισσότερον από είκοσι χιλιάδες ψυχών."

Ενώ η Γαληνοτάτη επεδείκνυε ανεξήγητη αδράνεια, ο θριαμβευτής οθωμανικός στρατός στρατοπέδευε στίς 17 Σεπτεμβρίου 1570, έξω από τήν Αμμόχωστο (Famagusta) καί ο στόλος απέκλειε τό λιμάνι. Ο Μουσταφά πασάς έστειλε κύρηκες στίς αραβικές χώρες νά διακυρήξουν τόν ιερό πόλεμο κατά τών απίστων καί νά έλθουν νά βοηθήσουν στήν πολιορκία της Αμμοχώστου, τάζοντας λάφυρα καί πολλούς δούλους. Διοικητές της πόλης ήταν οι γενναίοι Ιταλοί Μαρκαντώνιος Bragadin καί Έκτωρ Baglione, οι οποίοι οργάνωσαν άριστα τήν άμυνα, αλλά δυστυχώς θά έμεναν αβοήθητοι από τίς χριστιανικές δυνάμεις. Ελληνες ιππείς πραγματοποιούσαν τολμηρές εξόδους αλλά είχαν σοβαρές απώλειες καί έτσι χάθηκαν τά δύο αδέλφια Κόντος καί Πέτρος Ροντάκης. Γιά τόν χειμώνα ένα μεγάλο μέρος τού στόλου αποσύρθηκε γιά τήν Κωνσταντινούπολη καί μάλιστα σέ ένα πλοίο πού μετέφερε τίς ωραιότερες σκλάβες γιά τόν σουλτάνο, η κόρη του Ρουχιά, πού είχε τήν φήμη της ωραιότερης κόρης της Λευκωσίας, φέρεται ότι έβαλε φωτιά στό πλοίο, τό οποίο κάηκε μέ όλο τό χαρέμι τού σουλτάνου.

Τόν Απρίλιο τού 1571, επανήλθε ο στόλος μέ νέο καπουδάν πασά καί η πολιορκία από στεριά καί θάλασσα έγινε πάλι αφόρητη. Οι βομβαρδισμοί καί οι υπονομεύσεις τών τειχών έφεραν τά προσδοκόμενα γιά τούς επιτιθέμενους αποτελέσματα. Τμήματα τών τειχών κατέρρευσαν, αλλά παρόλες τίς εφόδους ο Bragadin καί ο Baglione απωθούσαν τούς εχθρούς. Αλλά πόσο νά αντέξουν εξαντλημένοι από τήν κούραση, τήν δίψα καί τήν πείνα; Τήν 1η Αυγούστου ύψωσαν λευκή σημαία γιά νά παραδοθούν. Ο πασάς έστειλε τόν κεχαγιά του καί συζήτησαν τούς όρους της παράδοσης καί της φυγής τών στρατιωτών καί όσων κατοίκων ήθελαν νά ακολουθήσουν. Καί ενώ όλα φαίνονταν ότι θά εξελίσσονταν ειρηνικά, ο Μουσταφά πασάς κάλεσε στό στρατόπεδό του τούς δύο διοικητές μέ άνδρες της συνοδείας τους, τάχα νά τούς αποχαιρετήσει καί νά τούς τιμήσει γιά τήν ανδρεία τους. Οταν ο πασάς ζήτησε νά κρατήσει τό νεαρό Ιταλό Αντώνιο Κουερίνη, καί ο Bragadin αρνήθηκε, βρήκε τήν αφορμή πού ζητούσε καί εξαγριωμένος διέταξε τούς γενίτσαρους νά δέσουν όλους τούς καλεσμένους, τούς οποίους, 350 συνολικά τούς αποκεφάλισαν μπροστά από τόν άτυχο διοικητή τους. Στόν Βενετσιάνο ευγενή επεφύλαξε χειρότερη μοίρα. Αφού τού έκοψαν μύτη καί αυτιά, τόν εκατάντησαν από τά βασανιστήρια ελεεινό, καί αφού τόν διοπόμπευσαν πάνω σέ αγελάδα μπροστά από όλο τό στράτευμα, ένας Εβραίος δήμιος ανέλαβε νά τόν γδάρει αργα καί βασανιστικά, στήν κεντρική πλατεία της Αμμοχώστου. Τό δέρμα του τό γέμισαν μέ άχυρα καί αργότερα τό έστειλαν στόν σουλτάνο. Τό σύνθημα είχε δοθεί καί ο τουρκικός όχλος ξεχύθηκε στήν πόλη γιά νά προβεί σέ κάθε είδους βιαιότητες εναντίον τών αμάχων. Κατ'αυτόν τόν τρόπο έκλεισε αυτό τό κεφάλαιο γιά τήν μαρτυρική Κύπρο, η οποία θά έμενε υπό τουρκική κατοχή γιά τρείς αιώνες περίπου.

Ναυμαχία της Ναυπάκτου (Lepanto) - 1571

Ο πάπας Πίος Ε', ύστερα από κοπιαστικές προσπάθειες, κατόρθωσε νά γεφυρώσει τίς ισπανοβενετικές διαφορές καί νά πείσει τίς δύο δυνάμεις νά υπογράψουν, στίς 20 Μαΐου 1571, τήν Sacra Liga Antiturca. Η ανάθεση της αρχιστρατηγίας τών Ευρωπαϊκών δυνάμεων, δόθηκε στόν Δόν Χουάν (Don Juan) τόν Αυστριακό, ο οποίος είχε ήδη δεχθεί ελληνικές αντιπροσωπείες, πού τόν καλούσαν νά αναλάβει επιχειρήσεις στήν κατεχόμενη ελληνική χερσόνησο. Πράγματι στίς 16 Σεπτεμβρίου 1571, ο ενωμένος χριστιανικός στόλος απέπλευσε από τή Μεσσήνη της Σικελίας. Ο βασιλιάς της Ισπανίας είχε προσφέρει 81 γαλέρες καί 30 φρεγάτες μέ 7000 Ισπανούς, 6000 Γερμανούς καί 5000 Ιταλούς στρατιώτες, η Βενετία συμμετείχε μέ 108 γαλέρες, 6 γαλεάσσες καί 5000 πεζούς, ο πάπας προσέφερε 12 γαλέρες πλήρως εξοπλισμένες, οι ιππότες της Μάλτας τέσσερις καί η Γένουα διέθεσε 11 γαλέρες μέ διοικητή τόν Τζιαναντρέα Ντόρια, ανηψιό τού περίφημου Γενουάτη ναυάρχου. Στήν βενετική δύναμη περιλαμβάνονταν καί πλοία πού είχαν εξοπλίσει οι Ρωμηοί υπήκοοι της Γαληνοτάτης, κυρίως από τήν Κρήτη. Σημαντική συμβολή στόν εξοπλισμό τών πλοίων καί στή χρηματοδότηση της αποστολής είχαν οι: Πέτρος Αυγουστίνης, Ιωάννης Δαπιράς, Ανδρέας Καλλέργης, Γεώργιος Καλλέργης, Δράκος Μακρής, Ανδρέας Στρατηγός, Γεώργιος Γαβράς, Αντώνιος Ευδαιμονογιάννης, Μανούσος Θεοτοκόπουλος (αδελφός τού περίφημου ζωγράφου), Χριστόφορος Κοντοκάλης, Πέτρος Μπούας, Γεώργιος Κοκκίνης, Δημήτριος Κομούτος κ.ά.

Ο τουρκικός στόλος πού είχε ήδη αποπλέυσει από τό ναύσταθμο της Κωνσταντινούπολης, περιελάμβανε 230 γαλέρες καί άλλα μικρότερα σκάφη. Γενικός αρχηγός ήταν ο καπουδάν Μουεζιν-ζάντε Αλή πασάς, ενώ διοικητής τού πεζικού, πού επέβαινε στά πλοία, ήταν ο Πετράου πασάς. Μαζί τους βρίσκονταν οι γνωστοί κουρσάροι Ουλούτζ Αλή (αρνησίθρησκος Ιταλός) καί Καρακόζα μέ αλγερινά πληρώματα. Ναυμαχία τών Εχινάδων - 1571, ο δικέφαλος αετός κυματίζει ακόμα στά ελληνικά πλοία. Tήν αυγή της 7ης Οκτωβρίου οι δύο στόλοι συναντήθηκαν στίς Εχινάδες, βραχονησίδες πού βρίσκονται στίς εκβολές τού Αχελώου καί άρχισαν νά πλησιάζουν ο ένας τόν άλλο μέ βραδύτητα, ενώ τά πληρώματα ετοιμάζονταν γιά τήν σύγκρουση πού θά ακολουθούσε. Νά σημειώσουμε ότι οι κωπηλάτες τών τουρκικών πλοίων στήν πλειοψηφία τους ήταν Ελληνες σκλάβοι, οι οποίοι κινήθηκαν όσο αδέξια μπορούσαν, γιά νά δυσχεράνουν τήν πλοήγηση τών σκαφών, καί ήταν αυτοί πού αργότερα θά είχαν τίς περισσότερες απώλειες, αφού όντας αλυσοδεμένοι θά βυθίζονταν αργότερα μαζί μέ τό πλοία τού οθωμανικού στόλου. Οι οθωμανοί υστερούσαν σέ ισχύ πυροβόλων ενώ υπερτερούσαν σέ μάχιμους άνδρες οι οποίοι ήταν εξοπλισμένοι κυρίως μέ τόξα καί γιαταγάνια. Οι Ευρωπαίοι στρατιώτες ήταν εξοπλισμένοι κυρίως μέ αρκεβούζια, τά πρωτόγονα όπλα της εποχής εκείνης.

Τήν αριστερή καί βόρεια πτέρυγα, κοντά στό ακρωτήριο Σκρόφα, τήν διοικούσε ο γηραιός Ενετός Αγκοστίνο Μπαρμπαρίγκο μαζί μέ τούς Αντόνιο ντά Κανάλε καί Μάρκο Κουερίνι. Απέναντί τους τέθηκε η δεξιά πτέρυγα τών Τούρκων μέ διοικητές τόν Μεχμέτ Σουλίκ Σιρόκο, κυβερνήτη της Αλεξάνδρειας καί τόν Μεχμέτ Μπέγκ, σαντζάκμπεη της Χαλκίδος. Στό κέντρο της χριστιανικής παράταξης τοποθετήθηκε η "la Reale", γαλέρα τού δον Χουάν, ο οποίος πλαισιωνόταν από τόν Βενιέρ καί τόν Μαρκαντόνιο Κολόνα, αρχηγό τών παπικών δυνάμεων. Απέναντι βρισκόνταν ο διοικητής τού μωαμεθανικού στόλου, Αλή καπουδάν πασάς μαζί μέ τόν Πετράου πασά. Τέλος στή δεξιά πλευρά τών χριστιανών, τά πλοία τά διοικούσε ο Γενουάτης Τζιαναντρέα Ντόρια καί απέναντί του είχε τόν περίφημο κουρσάρο Ουλούτζ Αλή. Πρίν αρχίσει η ναυμαχία ο δον Χουάν επιβιβάσθηκε σέ ένα ελαφρύ σκάφος καί πέρασε μπροστά από τά πλοία τού στόλου γιά νά εμψυχώσει τούς άνδρες του, οι οποίοι απάντησαν μέ ζητωκραυγές. Ταυτόχρονα ιερείς μετέφεραν τόν Εσταυρωμένο από τήν πλώρη στήν πρύμνη καλώντας τά πληρώματα νά πολεμήσουν υπέρ της χριστιανικής πίστης. Γύρω στίς 09:00 ο δον Χουάν έριξε τήν πρώτη βολή από τή ναυαρχίδα του, καλώντας τόν αντίπαλο ναύαρχο νά έρθει νά τόν αντιμετωπίσει. Τό ελαφρύ δυτικό αεράκι πού άρχισε νά πνέει θά ευνοούσε τά χριστιανικά πλοία, αφού ο καπνός τών κανονιών θά πήγαινε στήν πλευρά τών μουσουλμάνων.

Οι πρώτοι οι οποίοι επιτέθηκαν μέ φανατισμό ήταν από τήν αριστερή πτέρυγα, οι Βενετοί Αμπρότζιο καί Αντώνιο Μπραγκαντίν, συγγενείς τού ομώνυμου υπερασπιστή της Αμμοχώστου, οι οποίοι μόλις είχαν πληροφορηθεί τό μαρτυρικό του τέλος. Μέ τρείς εύστοχες βολές βύθισαν τήν πρώτη εχθρική γαλέρα πρός μεγάλη θλίψη τού Αλή καπουδάν πασά, ο οποίος άρχισε νά τραβά τά γένια του, διαισθάνοντας τήν εξέλιξη. Καί ενώ οι βενετικές γαλέρες στό βόρεια τμήμα προξενούσαν αναστάτωση στίς αντίστοιχες τουρκικές, ο Μεχμέτ Σιρόκο, μέ μία παράτολμη κυκλωτική κίνηση, απείλησε τή ναυαρχίδα τού Αγκοστίνο Μπαρμπαρίγκο, ο οποίος τραυματίστηκε από βέλος στό μάτι, όταν σπαχήδες πήδησαν στό πλοίο του. Σέ βοήθεια ήρθαν η γαλέρα τού ανηψιού του Μαρίνο Κονταρίνι, καί αυτή του Μάρκο Κουερίνι. Καί ενώ η μάχη γινόταν σώμα μέ σώμα καί τά πληρώματα πολεμούσαν λυσσασμένα, οι χριστιανοί κωπηλάτες της ναυαρχίδας τού Σιρόκο έσπασαν τά δεσμά τους καί κατέλαβαν τό σκάφος. Τά τουρκικά πλοία πλέον της βορειας πλευράς, βούλιαζαν τό ένα μετά τό άλλο, καί οι Τούρκοι σκοτώνονταν σωρηδόν. Οσοι είχαν τή δύναμη νά κολυμπήσουν στήν στεριά καί πρός τή λιμνοθάλασσα τού Μεσολογγίου, κατασφάζονταν από τούς Ελληνες πού παρακολουθούσαν από εκεί τήν εξέλιξη της μάχης.

Στό κέντρο της παράταξης, τά χριστιανικά πλοία υπό τήν ηγεσία τού δον Χουάν, έπλευσαν εναντίον τού εχθρού, καλυπτόμενα από τή δύναμη τού πυρός πού τούς παρείχαν οι γαλεάσσες. Μία από τίς βολές έσπασε τό πίσω κατάρτι της ναυαρχίδας του Αλή, ενώ οι απώλειες στά υπόλοιπα τουρκικά σκάφη ήταν εξίσου σημαντικές. Πρός τό μεσημέρι οι δύο αντίπαλες ναυαρχίδες είχαν ενωθεί μεταξύ τους, ενώ είχαν συγκεντρωθεί γύρω τους 30 ακόμα σκάφη. Οι γενίτσαροι από τό σκάφος τού Αλή κατέλαβαν τήν πλώρη της γαλέρας τού δον Χουάν καί δέχονταν τά πυρά τών 400 αρκεβουζιοφόρων. Πρός βοήθειά τού δον Χουάν, έσπευσε ο Βενετός ναύαρχος Βενιέρ, ο Ιταλός μισθοφόρος Μαρκαντόνιο Κολόνα καί ο Τζιοβάνι Μπατίστα Κονταρίνι. Οταν ο Πετράου πασάς τραυματίστηκε από εμπρηστικό βλήμα καί εγκατέλειψε τή γαλέρα του, επικράτησε σύγχυση στά τουρκικά πληρώματα καί επωφελήθηκε ο Κολόνα ο οποίος έπεσε μέ δύναμη στή ναυαρχίδα τού Αλή καί έδινε διαταγή στούς στρατιώτες του νά τήν καταλάβουν. Ο καπουδάν πασάς σκοτώθηκε καί τότε οι Ευρωπαίοι άρχισαν νά σκοτώνουν αδιακρίτως τούς πανικόβλητους Οθωμανούς, τά σώματα τών οποίων έπεφταν στήν κοκκινισμένη από τό αίμα τους θάλασσα. Τά τουρκικά πλοία βυθίζονταν μαζί μέ τούς αλυσοδεμένους χριστιανούς κωπηλάτους, οι κραυγές τών οποίων δονούσαν τόν αέρα.

Στό νότιο τομέα, η ναυμαχία εξελίχθηκε κοντά στό ακρωτήριο πάπα (Άραξος) καί ούτε ο Γενουάτης Ντόρια, ούτε ο κουρσάρος Ουλούτζ Αλή πολέμησαν μέ πάθος γιά τή νίκη, καθώς τά συμφέροντα καί τών δύο δέν διακυβεύονταν άμεσα. Ο τελευταίος μάλιστα συνέλαβε τή ναυαρχίδα τών Ιωαννιτών ιπποτών της Μάλτας καί κατόρθωσε νά διαφύγει αργά τό απόγευμα, τήν ώρα πού στά υπόλοιπα χριστιανικά πλοία ακούγονταν οι πανηγυρισμοί της νίκης. Η καταστροφή τού Οθωμανικού στόλου ήταν ολοσχερής, 30000 περίπου άνδρες σκοτώθηκαν συμπεριλαμβανομένου καί τού ναυάρχου Αλή καί 120 άλλων κυβερνητών. Η χριστιανική νίκη πανηγυρίσθηκε σέ όλη τήν Ευρώπη όπου τελέσθηκαν δοξολογίες σέ όλες τίς μητροπόλεις. Ο δον Χούαν έγινε θρύλος, ενώ στή νίκη συμμετείχε, ως απλός στρατιώτης, καί ο μεγάλος Ισπανός συγγραφέας τού "Δόν Κιχώτη", Θερβάντες. Δυστυχώς όμως η νίκη έμεινε ανεκμετάλευτη τελείως από τίς Ευρωπαϊκές δυνάμεις οι οποίες θά μορούσαν νά εισέλθουν ανενόχλητες ακόμα καί στήν Προποντίδα. Ο σουλτάνος αργότερα πολύ ορθά θά έλεγε. "Οι χριστιανοί μού έκοψαν τά γένια στή Ναύπακτο αλλά εγώ τούς έκοψα τό χέρι στήν Κύπρο. Τά γένια θά ξαναβγούν, τό χέρι όμως δέν θά ξαναγίνει." Πράγματι τόν επόμενο χρόνο θά κατασκεύαζε αξιόμαχο στόλο καί πάλι μέ αρχιναύαρχο τόν Ουλούτζ Αλή, οι Βενετοί όμως θά έχαναν τήν Κύπρο γιά πάντα.

Εξέγερση στή Βόρεια Ήπειρο καί στή Μάνη

Ο ενθουσιασμός τών ραγιάδων, οι υποσχέσεις τών χριστιανών ηγεμόνων καί οι φήμες γιά αποβάσεις βενετικών καί ισπανικών στρατευμάτων, παρακίνησαν τούς Ελληνες σέ ασυντόνιστες πολεμικές ενέργειες, αφού θεωρούσαν ότι οι σύμμαχοι θά συνέχιζαν τό έργο πού τόσο εντυπωσιακά είχαν αρχίσει στίς 7 Οκτωβρίου 1571. Οι συνήθεις ύποπτοι καί ανυπότακτοι Μανιάτες αλλά καί οι Ηπειρώτες βρίσκονταν ήδη σέ επαναστατικό αναβρασμό, οπότε ο θρίαμβος στή ναυμαχία της Ναυπάκτου τούς παρότρυνε νά επεκτείνουν τίς επαναστατικές επιχειρήσεις τους. Οι Χιμαριώτες σέ συνεργασία μέ Βενετούς καί άλλους Ελληνες, υπό τίς διαταγές τού Θωμά Μουζάκη, Μανόλη Μόρμορη, Χριστόφορου Κοντοκάλη, Πέτρου Λάντζα καί Γεωργίου Ρένεση κατέλαβαν τό Σοποτό (Μπόρσι) καί ορεινά χωριά στήν περιοχή τού Αργυροκάστρου, τού Γαρδικιού, της Άρτας καί της Παραμυθιάς. Μέ τή συνδρομή τού Βενετού Σεβαστιανού Venier καί επτανήσιων μαχητών προσπάθησαν νά καταλάβουν τή Λευκάδα, αλλά χωρίς επιτυχία. Τό 1581 οι Χιμαριώτες καί πάλι απευθύνθηκαν στόν πάπα Γρηγόριο ΙΓ' γιά βοήθεια: "Αγιώτατε πάτερ, εάν αυτό ποιήσης, νά λυτρώσης ημάς καί τά παιδιά μας όλης της Γρέτζιας, όπου καθημερινώς τά παίρνουν οι ασεβείς καί τά κάνουν τουρκόπουλα...". Καί πάλι λίγα χρόνια αργότερα, ο αρματολός της Βόνιτσας Θεόδωρος Μπούας Γρίβας, κύρηξε τήν επανάσταση καί έσφαξε σέ μία νύκτα όλους τούς Τούρκους της Βόνιτσας καί τού Ξηρομέρου. Τό παράδειγμά του μιμήθηκαν καί οι αρματολοί Πούλιος Δράκος καί Μαλάμος πού κατέλαβαν τήν Αρτα καί κινήθηκαν εναντίον τών Ιωαννίνων. Οι πασάδες όμως της Μακεδονίας καί της Θεσσαλίας κατέβαλαν τούς επαναστάτες σκοτώνοντας τόν Θεόδωρο Μπούα καί τόν αδελφό του Γκίνη Μπούα (1585).

Καί τό Χρονικόν τού Γαλαξειδίου μας βεβαιώνει ότι μετά τήν καταστροφή της τουρκικής αρμάδας οι Ελληνες αναθάρρησαν καί επαναστάτησαν σέ πολλές περιοχές. Στό Γαλαξείδι, στό Λοιδορίκι καί στή Βιτρινίτζα (Ερατεινή) σηκώθηκαν οι κάτοικοι, πήραν τά όπλα καί κτύπησαν τά στρατεύματα πού έρχονταν από τά Σάλονα (Αμφισσα). Οταν όμως ο χριστιανικός στόλος δέν έδωσε συνέχεια στήν επιτυχία του, οι Ρωμηοί δείλιασαν καί διαλύθηκαν. Ο μπέης τότε κάλεσε στά Σάλωνα τούς πρόκριτους από τίς τρείς επαναστατημένες πόλεις γιά νά συμφιλιωθούνε καί νά μιλήσουνε γιά ειρήνη, δίνοντας όρκο ότι δέν θά τούς πείραζε. Πράγματι οι άρχοντες έφτασαν στό σεράϊ τού μπέη καί παραθέτω τήν συνέχεια από τήν αφήγηση τού μοναχού, στό Χρονικόν τού Γαλαξειδίου:

"Εξεκινήσασι γούν εικοσιτρείς οι πρώτοι νοικοκυραίοι Γαλαξειδιώτες μαζή μέ τούς Βιτρινιτζιώταις καί Λοιδορικιώταις καί επήγασι στό Σάλονα, καί ο μπέης τούς εδέχτηκε μέ τιμαίς καί χαρά ψεύτικη καί αφηγώντας τό πώς εγελασθήκασι από τούς Φράγκους καί εσηκώσαν άρματα, ο μπέης τούς εσυχώρησε καί εσυβούλεψε νά ήνε πάντα φρόνιμοι καί νά τηράγουν τή δουλιά τους, καί τό πουρνό σύνταχτα νά μισέψουσι.
Τό βράδυ εδιάταξε καί τούς επιάσασι ένα ένα, καί τούς εδέσασι μέ σίδερα, καί τούς εβάλλασι σέ ένα σκοτεινό μπουτρούμι καί εκεί μέ τά σπαθιά τούς εσφάξασι όλους, ογδόηντα χωρίς νά λείπει κανένας, καί ένας μονάχα από χωριό Βουνοχώρα, πού τόν ελέγασι Δημήτρη Λυκοθανάση, έστωντας ανδρειωμένος άνθρωπος, έσπασε τά σίδερα, καί αρπάζοντας τό σπαθί ενού τζελάτη έσφαξε δυό Τούρκους καί τόν πορτιέρη, καί τρέχωντας ωσάν ελάφι έγλυσε από τό μακελειό.... εσκοτωθήκασι γουν μέ χίλια βασανιστήρια οι άλλοι ογδόηντα, οι πρώτοι κεφαλάδες καί τά ανδρειότερα παλληκάρια, μέ απιστιά μεγάλη, όλοι γιά τήν πατρίδα καί τήν θρησκεία."



Σοβαρότερες προσπάθειες έγιναν στήν Αχαΐα καί ιδιαίτερα στή Μάνη. Στήν Πάτρα η νίκη τών χριστιανών γιορτάσθηκε μέ δοξολογία από τό μητροπολίτη Παλαιών Πατρών Γερμανό Α', ο οποίος μέ τούς πρόκριτους Δημήτριο Γερμανό, Σοφιανό, Καραγιάννη καί μέ κάτοικους της Βοστίτσας (Αιγίου) εξεγέρθησαν. Christian slaves - 16th century Προδοσία όμως από κάποιο κάτοικο τού Αιγίου, προκάλεσε άμεση τουρκική αντίδραση, οι επαναστάτες κατανικήθηκαν, χιλιάδες αιχμάλωτοι οδηγήθηκαν στήν Πόλη γιά νά πουληθούν σάν σκλάβοι, ενώ ο μητροπολίτης καί οι αρχηγοί της εξέγερσης μετά από φρικτά βασανιστήρια καρατομήθηκαν. Οσοι ξέφυγαν τήν οργή τών μπέηδων διέφυγαν στή Μάνη, όπου ήδη από τό 1570 είχε ξεκινήσει εξέγερση καί μέ τή βοήθεια τού Βενετού Μάρκου Κουερίνι είχε καταληφθεί τό φρούριο στό Πόρτο Κάγιο. Η επανάσταση εδραιώθηκε μέ τήν άφιξη στό Βίτυλο (Οίτυλο) επίσημης βενετικής αντιπροσωπείας μέ προμήθειες σέ όπλα (1571). Λίγο αργότερα κατέφθασε στή Μάνη, ο επίσκοπος Επιδαύρου Μακάριος Μελισσηνός ή Μελισσουργός (γόνος της οικογένειας τών Κομνηνών) μαζί μέ τόν αδελφό του Θεόδωρο καί άλλους προκρίτους καί τέθηκε επικεφαλής χιλιάδων επαναστατών, πολιορκώντας τουρκικές φρουρές. Ταυτόχρονα οι Μελισσηνοί έστειλαν απεσταλμένους στήν Ευρώπη, ζητώντας νέες ενισχύσεις από τούς συμμάχους. Οι διενέξεις όμως μεταξύ Ισπανών καί Βενετών ζημίωσαν τήν υπόθεση του απελευθερωτικού αγώνα, ματαίωσαν τόν ανεφοδιασμό τών επαναστατών μέ όπλα καί εφόδια, λήγοντας έτσι άδοξα τήν επανάσταση στό Μοριά. Οι αδελφοί Μελισσηνοί κατέφυγαν στή Νεάπολη (Napoli), όπου σώζεται στήν ορθόδοξη εκκλησία τών Αποστόλων Πέτρου καί Παύλου, τό μνημείο στό οποίο είναι θαμμένοι. Οι ύπουλοι Βενετοί, πάλι εντελώς ξαφνικά υπέγραψαν συνθήκη μέ τόν σουλτάνο (1573) αφήνοντας μόνους στόν αγώνα τούς Ισπανούς καί τόν πάπα οι οποίοι τους χαρακτήρισαν προδότες της χριστιανοσύνης. Μάλιστα τό Βενετικό Συμβούλιο τών Δέκα αποφάσισε μυστικά νά δολοφονήσει τόν επαναστάτη Πέτρο Λάντζα, ο οποίος συνεργαζόταν μέ τούς Ισπανούς, ευτυχώς χωρίς επιτυχία.

Οι Μανιάτες καί πάλι απέστειλαν επιστολή στόν πάπα (αφπβ',1582) η οποία διασώζεται στά αρχεία τού Βατικανού καί τήν οποία τήν παραθέτω γιά δύο λόγους. α) γιά νά φανεί ότι αυτοί οι υπερήφανοι άνθρωποι ουδέποτε σταμάτησαν νά μάχονται τόν κατακτητή β) γιά νά φανεί η αγραμματοσύνη που επικρατούσε στήν περίοδο της τουρκοκρατίας, αφού σέ επιστολή συνταγμένη από τούς άρχοντες της περιοχής επικρατεί ανορθογραφία, καθόλου τονισμός καί ασυνταξία. Εύκολα έτσι εξάγουμε συμπέρασμα γιά τό άθλιο πνευματικό επίπεδο τών απλών υπηκόοων τού οθωμανικού κράτους:

"τιμιοτατον καί αξηώτατον κν' κόν πάπαν της ρομάς, αρχηερεα τόν χριστιανο πολα σε προσκυνούμε εμης η μανιατες ολη μικρη καί μεγαλη ασιμαζοχτηκαν ολος ο λαος καί παρακαλούμε τήν βασιλεια σου νά γραξης τού ρηγος δια τι τορα ηπορουμε να επαρομε τόν μωρεα, νά καταδικάσομε τόν μεγάλο αγαρηνο....
εγο παπάς χρησοσπαθης μαρτιρο τό άνοθε γεγραμενο
εγο θοδωρης κοτοσταβλος στεργομε τό άνοθε γεγραμενο
εγο δημιτρης κλιροδετις τό άνοθε γεγραμενο..."

Ο ιστορικός Δασκαλάκης καί μελετητής της Μάνης, μας διαβεβαιώνει ότι οι "Μανιάται, εγκαταλειφθέντες πανταχόθεν ουδέποτε σταμάτησαν τόν αγώνα κατά τών Τούρκων", ενώ γιά τά έθιμα της Μάνης μεταξύ άλλων αναφέρει: " ...τό πολίτευμα τών ελευθέρων Μανιατών ήτο καθαρώς στρατοκρατικόν, τών γενναιοτέρων καί ισχυροτέρων λόγω τού πολυαρίθμου των μελών της οικογενείας τών ισχυόντων καί ασκούντων επιβολήν επι τών λοιπών. Λαός φύσει ατίθασος, υποχρεωμένος ανά πάσαν στιγμήν νά υπερασπίζη τήν ανεξαρτησίαν του διά τών όπλων. Διοικητικώς δυνάμεθα νά χαρακτηρίσομεν τό πολίτευμα της Μάνης ως ομοσπονδιακόν, αλλά μέ ευρύτατην δικαιοδοσίαν τών ομοσπόνδων περιφερειών. Ο τοπικός άρχων εξελέγετο υπό του λαού εκ τών εχόντων μεγαλυτέραν τοπικήν ισχύν, ήτο δέ ούτος καί αρχηγός τών όπλων της περιφερείας του. Πάντες δέ ούτοι συνερχόμενοι εξέλεγον τόν γενικόν άρχοντα, τόν μετέπειτα κληθέντα Μπέην. Γενικαί συνελέυσεις επίσης εκαλούντο προκειμένου περί πολέμου ή αμύνης της χώρας καί εν γένει ζητημάτων εξωτερικής ούτως ειπείν πολιτικής, εις ταύτας δέ εκτός τών καπιτάνων ελάμβανον μέρος οι έγκριτοι γέροντες καί οι αρχιερείς..... Τά ιερότερα σύμβολα τών Μανιατών ήσαν Θρησκεία, Πατρίς καί Τιμή."



Βιβλιογραφία

Ιστορία τού Ελληνικού Εθνους - Εκδοτική Αθηνών
Τουρκοκρατούμενη Ελλάς - Κωνσταντίνου Σάθα, 1869
Στρατιωτική Ιστορία - Εκδόσεις Περισκόπιο
Η Μάνη καί η Οθωμανική Αυτοκρατορία - Απ. Δασκαλάκης, 1923

<-Προηγούμενη -- Επόμενη->



Κύρια Σελίδα | Xαρακτηριστικά Τουρκοκρατίας | Πολεμικά γεγονότα (15ος - 16ος αι.) | Πολεμικά γεγονότα (17ος - 18ος αι.) | Νέα Τουρκοκρατία-Λατινοκρατία (Παγκοσμιοποίηση 21ος αι.)| Βιβλία - Ταινίες - Εικόνες - Τραγούδια
Webmaster: fstav@sch.gr